Θά ἀναφερθοῦμε τώρα στὸ θαυμαστὸ γεγονὸς τῆς ἀνεύρεσης τῆς ἱερῆς εἰκόνας τῆς Παναγίας Ἐλεούσας, ὅπως τήν ἀκούσαμε ἀπό τό στόμα τοῦ πατρός Ἀθανασίου.
«Σέ ἡλικία ὀκτώ ἐτῶν, στίς 30 Ἀπριλίου τοῦ 1954, ἡμέρα Παρασκευή, ἀνήμερα τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς, μέ ἄλλα συνομήλικα παιδιά, συμμαθητές μου, ἔπαιζα σέ ἕνα λόφο πάνω ἀπό τό χωριό τά συνηθισμένα παιχνίδια ἐκείνης τῆς ἐποχῆς. Ξαφνικά, σέ ἀπόσταση εἴκοσι μέ τριάντα μέτρων εἶδα νά στέκεται μιά ψηλή γυναῖκα, πού ἔμοιαζε μέ καλογριά. Νόμισα ὅτι ἦταν κάποια καλογριά ἀπό κάποιο μοναστήρι. Τά ράσα της ὅμως ἔλαμπαν. Τό κεφάλι της φωτιζόταν ἀπό ἕνα λαμπρό φῶς! Αὐθόρμητα ἄρχισα νά φωνάζω τούς συμμαθητές μου μέ τά ὀνόματά τους· «Γιῶργο, Κώστα, Παντελῆ, κοιτάξτε αὐτή τήν καλογριά»! Κανένα ὅμως ἀπό τά παιδιά δέν τήν ἔβλεπε, ἐκτός ἀπό μένα. Μάλιστα, μερικά παιδιά νομίσαν ὅτι ἔχασα τό μυαλό μου, γι’ αὐτό ἔβλεπα πράγματα πού δέν ὑπάρχουν. Βλέπω τότε τήν καλογριά νά χάνεται καί νά ἐμφανίζεται σέ ἕνα ἄλλο σημεῖο. Πάλι τήν ἔχασα ἀπό τά μάτια μου καί τήν εἶδα γιά τρίτη φορά σέ ἕνα μέρος ὅπου γονάτισε καί προσευχόταν.
«Σέ ἡλικία ὀκτώ ἐτῶν, στίς 30 Ἀπριλίου τοῦ 1954, ἡμέρα Παρασκευή, ἀνήμερα τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς, μέ ἄλλα συνομήλικα παιδιά, συμμαθητές μου, ἔπαιζα σέ ἕνα λόφο πάνω ἀπό τό χωριό τά συνηθισμένα παιχνίδια ἐκείνης τῆς ἐποχῆς. Ξαφνικά, σέ ἀπόσταση εἴκοσι μέ τριάντα μέτρων εἶδα νά στέκεται μιά ψηλή γυναῖκα, πού ἔμοιαζε μέ καλογριά. Νόμισα ὅτι ἦταν κάποια καλογριά ἀπό κάποιο μοναστήρι. Τά ράσα της ὅμως ἔλαμπαν. Τό κεφάλι της φωτιζόταν ἀπό ἕνα λαμπρό φῶς! Αὐθόρμητα ἄρχισα νά φωνάζω τούς συμμαθητές μου μέ τά ὀνόματά τους· «Γιῶργο, Κώστα, Παντελῆ, κοιτάξτε αὐτή τήν καλογριά»! Κανένα ὅμως ἀπό τά παιδιά δέν τήν ἔβλεπε, ἐκτός ἀπό μένα. Μάλιστα, μερικά παιδιά νομίσαν ὅτι ἔχασα τό μυαλό μου, γι’ αὐτό ἔβλεπα πράγματα πού δέν ὑπάρχουν. Βλέπω τότε τήν καλογριά νά χάνεται καί νά ἐμφανίζεται σέ ἕνα ἄλλο σημεῖο. Πάλι τήν ἔχασα ἀπό τά μάτια μου καί τήν εἶδα γιά τρίτη φορά σέ ἕνα μέρος ὅπου γονάτισε καί προσευχόταν.









