«Πνευματική φαρέτρα τοῦ Ὀρθοδόξου Χριστιανοῦ»
Εἶναι ἀνάγκη, νομίζω, νά ἀναφερθοῦμε,
σχετικά σ᾿ ἐκείνη τήν ἐποχή βάσει τῶν ὀλίγων μαρτυριῶν πού διαθέτουμε, γιά νά
μάθουμε σέ ποιό κλίμα, ἦλθε καί προσαρμόσθηκε ὁ Ὅσιος αὐτός Γέροντας, τόν ὁποῖον
ἡ Μονή μας εὐγνωμονεῖ γιά τούς ἀμέτρητους ἀγῶνας του πρός βοήθειαν τοῦ Ἁγίου Ὄρους
καί τῶν ὀρθοδόξων λαῶν τῶν Βαλκανίων, ὅπως θά διαβάσουμε παρακάτω.
Τήν Ἱερά Μονή μας, πρίν ἀπό
τήν πυρκαϊά τοῦ 1761, εἶχε ἐπισκεφθῆ ἕνας ρῶσσος περιηγητής ἀπό τό Κίεβο, ὁ
Βασίλειος Μπάρσκυ, ὁ ὁποῖος εἶχε ἔλθη στό Ἅγιον Ὄρος καί ἔγραψε τίς περιηγήσεις
του τό 1727. Γιά τήν Μονή μας γράφει τά ἑξῆς: Ὅλο τό μοναστήρι εἶναι σκεπασμένο
μέ πλάκες καί δέν μπαίνει φωτισμός ἀπό πουθενά τριγύρω οὔτε καί στήν ἐκκλησία
τοῦ ἁγίου Νικολάου, ἡ ὁποία δέν εἶναι στό μέσον ἀλλά ἀνατολικά καί ἡ μικρότερη ἀπό
τίς ἐκκλησίες (Καθολικά) τῶν ἄλλων Μονῶν. Ἑκατέρωθεν τῆς ἐκκλησίας τοῦ ἁγίου
Νικολάου, ὑπάρχουν τό ἐκκλησάκι τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου καί τοῦ Τιμίου
Προδρόμου. Ἔχει τροῦλλον, χωρίς τύμπανο, πού στηρίζεται σέ τέσσερεις κτιστές,
καί ὄχι μαρμάρινες, κολώνες. Εἶναι σκεπασμένος ἀπό φύλλα μολύβδου. Ἡ ἐκκλησία
τότε ἦταν τετράγωνη καί ὄχι σταυροειδής. Ἀριστερά της εἶχε τοποθετηθῆ ἡ Εἰκόνα
τῆς Παναγίας Ὀδηγητρίας, ἐνδεδυμένης μέ ἀσημένιο ὑποκάμισο, κάτωθεν τῆς ὁποίας ὑπάρχει
μέχρι σήμερα ἡ ἑξῆς ἐπιγραφή στά ἑλληνικά: «Αὕτη ἡ δέησις ἐμή τῆς εὐσεβεστάτης
Μαρίας Παλαιολογίνας Δόμνης (Κυρίας) Μολδαβίας». Στήν διπλανή πτέρυγα τοῦ 1500
στόν τρίτον ὄροφο ὑπάρχει μέχρι σήμερα τό παρεκκλήσιο τῶν Ἁγίων Ἀρχαγγέλων. Ἐνῶ
τό παρεκκλήσιο τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, ὑπῆρχε πλησίον τῆς εἰσόδου τῆς
Μονῆς. Τό ἐκκλησάκι τῆς ἁγίας Ἀναστασίας τῆς Ρωμαίας κτίσθηκε ἀργότερα, τό 1737
μέ ἔξοδα τῆς εὐσεβοῦς κυρίας Ραλοῦς καί τοῦ συζύγου της Ἐμμανουήλ, οἱ ὁποῖοι ἦσαν
Ἕλληνες, κάτοικοι τῆς κοινότητος τῶν Ἑλλήνων τῆς Ρωσσίας.