
ἀπό τήν σειρά ΑΓΝΩΣΤΑ ΣΥΝΑΞΑΡΙΑ 11,
Κεντρική διάθεση: ΕΝΩΜΕΝΗ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗ
Πείστηκε πράγματι ὁ ἅγιος κι ἀφοῦ ἡ σκέψη αὐτή ἔγινε πράξη, ἄνοιξε δικό του ξυλουργεῖο, ὅπου κυρίως κατασκεύαζε σαμάρια γιά καμῆλες, τά ὁποῖα καί πουλοῦσε. Ὅταν τό ἔμαθε αὐτό ὅμως ὁ ἀποστάτης, τόν φθόνησε, γιατί τό ἐργαστήριο τοῦ ἁγίου γειτόνευε μέ τό δικό του, ὁπότε τόν ἐπισκέφ-τηκε μιά μέρα καί τοῦ εἶπε μέ φανερή ἀγανάκτηση: «Φίλε συνάδελφε, ποῦ ἤσουν τόσα χρόνια πού πέρασαν καί γιατί ἦρθες σήμερα καί μοῦ θίγεις τά συμφέροντά μου;». Καί σέ λίγο ρίχνοντας τούς τόνους: «Ἀλλά ἄς τ᾽ ἀφήσουμε αὐτά τώρα κι ἔλα ἄν θέλεις νά ἐργαστεῖς μαζί μου καί νά γίνεις μάλιστα συνεταῖρος μου!». Στήν πρότασή του αὐτή ἀπάντησε μέ τήν σειρά του χαμογελώντας πικρά ὁ ἅγιος: «Μέ ἀδίκησες μιά φορά, ἀφοῦ μοῦ στέρησες τήν ἀποζημίωση πού μοῦ ὄφειλες γιά τήν δουλειά μου. Θέλεις πάλι νά μέ ἀδικήσεις;». Πειράχτηκε ὁ ἀποστάτης μ᾽ αὐτά πού ἄκουσε καί εἶπε μοχθηρά καί συνωμοτικά στόν ἅγιο: «Δίκιο ἔχεις, καλά νά πάθω! Ἀσφαλῶς καί σέ ἀδίκησα, ἀφοῦ σέ ἄφησα νά μείνεις πιστός στήν πίστη σου, ἄν καί τήν ἀρνήθηκες!». Καί δίχως νά χάσει στιγμή, φώναξε ἀμέσως τό γυιό τοῦ νεκροῦ Ἄραβα πού ἦταν τώρα ὁ προστάτης τοῦ ἀποστάτη, στό σπίτι τοῦ ὁποίου παρατέθηκε τό ἁμαρτωλό τραπέζι, καί τόν ρώτησε: «Καταθέτεις ἤ ὄχι μαρτυρία ὅτι αὐτός, ὁ Ἠλίας, ἀποστάτησε κι ἀρνήθηκε τόν Χριστό κατά τήν διάρκεια ἐκείνης τῆς βραδιᾶς;». Κι ἀποκρίθηκε ἐκεῖνος: «Ναί!». Κι ἀμέσως ὁ ἀποστάτης πρόσταξε βάναυσα τόν ἅγιο: «Ἐμπρός, πᾶμε στόν ἔπαρχο!».























