Ἀπὸ
τὸ βιβλίο: «Ἕνας Σύγχρονος Ἅγιος – Ὁ Ὅσιος Ἰάκωβος (Τσαλίκης)», ἔκδοσις
τῶν Πατέρων τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Δαυΐδ τοῦ Γέροντος, Λίμνη Εὐβοίας,
2018. Ἀνάμεσα στὶς δωρεές, στὶς πνευματικὲς κινήσεις τῶν Ἁγίων, ποὺ δὲν μποροῦμε νὰ τοὺς φθάσουμε, εἶναι καὶ τὸ παρακάτω γεγονός.
Ἦμασταν
ἱερατικὴ οἰκογένεια καὶ ἐρχόμασταν στὸν Ὅσιο Δαυῒδ ὀπωσδήποτε δύο φορὲς
κάθε χρόνο, μὲ τὰ ἓξ παιδάκια μας. Ὁ τελευταῖος ἀπὸ αὐτοὺς ἔγινε καὶ
ἱερεύς. Λειτουργούσαμε καὶ κοινωνούσαμε ὅλοι μὲ τὸν Γέροντα Ἰάκωβο.
Κάποια
φορὰ, μόλις τελείωσε τὸ προσκύνημα τῶν ἱερῶν λειψάνων, ὅπως φοροῦσε τὸ
πετραχήλι, τὸ ἔβγαλε ἀπότομα ἀπὸ τὸν τράχηλό του καὶ τὸ πέρασε στὸν δικό
μου τράχηλο, λέγοντάς μου:
— «Ἰωάννη, παιδί μου, θὰ μὲ ἐξομολογήσεις.»
— «Πάτερ Ἰάκωβε, δὲν μπορῶ νὰ τὸ κάνω αὐτό. Δὲν εἶμαι…»
Δὲν εἶπα τὸ «ἀνάξιος», γιατί θύμωνε ὅταν τοῦ ἔλεγαν κάτι τέτοιο.
— «Νὰ ἔρχεσθε πιὸ συχνὰ νὰ λειτουργοῦμε, παιδί μου», μοῦ εἶπε...