Διηγήματα τοῦ Φιλήμονα γιά νέους καί μεγάλους
Α΄
Εἶχε ξαπλώσει στό λιτό, ξύλινο κρεββάτι του. Μέ τό ἕνα χέρι, στήριζε τό ἀνασηκωμένο του κεφάλι. Δέ νύσταζε. Τό θέαμα τῆς φωτιᾶς πού ἔγλειφε μέ τίς φλόγες της τά ξύλα τοῦ ἔδιδε κάποια παρηγοριά, κάποια θαλπωρή καί κυρίως, νοσταλγία. Ἔξω εἶχε κρύο καί ὁ Νικόλας δέν τό ἄντεχε τό κρύο. Αὐτός τουλάχιστον εἶχε μιά στέγη στό κεφάλι του, ἔ καί ὅταν εἶχε τή δυνατότητα νά ἐξοικονομήσει καί κανένα κούτσουρο, τότε αἰσθάνονταν προνομιοῦχος. Οἱ ἀχόρταγες φλόγες συνέχιζαν μέ μανία τό ἔργο τους καί μπροστά ἀπό τά μάτια τοῦ μυαλοῦ του, περνοῦσε ὅλη του ἡ ζωή.





