Διηγήματα τοῦ Φιλήμονα γιά νέους καί μεγάλους
Α΄
Εἶχε ξαπλώσει στό λιτό, ξύλινο κρεββάτι του. Μέ τό ἕνα χέρι, στήριζε τό ἀνασηκωμένο του κεφάλι. Δέ νύσταζε. Τό θέαμα τῆς φωτιᾶς πού ἔγλειφε μέ τίς φλόγες της τά ξύλα τοῦ ἔδιδε κάποια παρηγοριά, κάποια θαλπωρή καί κυρίως, νοσταλγία. Ἔξω εἶχε κρύο καί ὁ Νικόλας δέν τό ἄντεχε τό κρύο. Αὐτός τουλάχιστον εἶχε μιά στέγη στό κεφάλι του, ἔ καί ὅταν εἶχε τή δυνατότητα νά ἐξοικονομήσει καί κανένα κούτσουρο, τότε αἰσθάνονταν προνομιοῦχος. Οἱ ἀχόρταγες φλόγες συνέχιζαν μέ μανία τό ἔργο τους καί μπροστά ἀπό τά μάτια τοῦ μυαλοῦ του, περνοῦσε ὅλη του ἡ ζωή.
Ἡ παιδική του ἡλικία δέν πέρασε ἀνέμελα. Ὁ πατέρας του ὁ Γιῶργος ἦταν δύσκολος ἄνθρωπος. Σκληρός, αὐταρχικός, ἀπαιτητικός, δέν ἔδειξε ποτέ κάποιο ἴχνος ἀγάπης γιά τόν Νικόλα. Μόνο βρισιές, βλαστήμιες καί «ξυλοφόρτωμα». Ἕνα μεγάλο κουσούρι του, τό μεγαλύτερο ἴσως, ἦταν τό πιοτό. Ὅταν ἔπινε, μεταμορφώνονταν σέ τέρας. Ἔδερνε τή γυναῖκα καί τόν γιό του καί δέν σήκωνε οὔτε «κίχ». Ἀπό τήν ἄλλη, ἡ μάνα του ἦταν ὑπομονετικός χαρακτῆρας. Ὑπέμενε ὅλα τά βασανιστήρια τοῦ ἄντρα της, καί πάντα τόν δικαιολογοῦσε. «Εἶναι κουρασμένος, γιέ μου...», «ἔχει πολλές σκοτοῦρες», «οἱ δουλειές του δέν πᾶνε καλά» καί τέτοια παρόμοια. Ἀκόμη καί ὅταν τήν παράτησε γιά μιά ἄλλη γυναῖκα, κακή κουβέντα δέν βγῆκε ἀπό τό στόμα της.
Τήν ἀγαποῦσε τή μάνα του, τή ζεστή ἀγκαλιά της, τό γλυκοφίλημά της, τό παρηγορητικό της χάδι, τό ἀσφαλές καταφύγιο, ἡ ἀσπίδα προστασίας ἀπό τίς βαναυσότητες τοῦ πατέρα. Σηκώνονταν ὄρθρου βαθέως γιά νά ἀνάψει τή σόμπα, νά μήν κρυώσει ὁ γιός της ὅταν σηκωθεῖ γιά τό σχολεῖο. Τό βράδυ, τύλιγε ἕνα ζεστό τοῦβλο σέ ἐφημερίδα, γιά νά ζεσταθοῦν τά ποδαράκια τοῦ γιοῦ της, κάτω ἀπό τό μάλλινο πάπλωμα. Θυμήθηκε τότε πού ἔφυγε ὁ πατέρας καί τούς παράτησε, πόση ἀνακούφιση ἔνοιωσε! Ἀπό τήν ἄλλη ὅμως, ἀναγκάσθηκε ἡ μάνα νά ξενοδουλεύει γιά νά τά βγάζουν πέρα.
Συνέχισε νά παρατηρεῖ τήν φωτιά μέσα ἀπό τό γυαλί τῆς σόμπας. Ἔβλεπε τίς φλόγες νά ἀγκαλιάζουν τό κούτσουρο καί στή θύμησή του ἔρχονταν ἡ μάνα, λές καί ξαναζωντάνευε, ἅπλωνε τά χρυσά χεράκια της καί τάϊζε ξύλα τήν μαντεμένια σόμπα, γιά νά ζεσταθεῖ ὁ γιόκας της. «Ἄχ μάνα, πόσο μοῦ λείπεις»! Ἡ μάνα, κουρασμένη καί ταλαιπωρημένη ἀπό τά βάσανα τούτης τῆς ζωῆς, δέν ἄντεξε πολύ αὐτόν τόν κόσμο. Τό ἀσθενικό κορμάκι της μιά ὥρα γρηγορότερα ξεπλήρωσε τό μοναδικό σίγουρο συμβόλαιο πού ὑπάρχει σέ αὐτήν τή ζωή. Ἔφυγε γιά τόν οὐρανό ὅταν ὁ Νικόλας συμπλήρωσε τήν πρώτη του δεκαετία. Ἀπό τότε ἄρχισε καί ἡ κάτω βόλτα, ἔγινε ὁ βίος του ἀβίωτος. Οἱ φλόγες ἄρχισαν νά γίνονται ἀδύναμες καί τά βλέφαρα τοῦ Νικόλα βάρυναν. «Μάνα..., καληνύχτα...»!
Β΄
Τό πορτοκαλί ξυπνητήρι χτύπησε. Ἄνοιξε τά μάτια του. Ὁ οὐρανός ἔξω ἦταν καθαρός· ὁ ἥλιος ἔβαλε τά δυνατά του νά θερμάνει λίγο τήν χειμωνιάτικη ἡμέρα. Ἤδη ὁ Νικόλας καθισμένος στήν καρέκλα, δίπλα στό μεγάλο παράθυρο, ἔνοιωθε τίς εὐεργετικές θερμογόνες ἀκτῖνες του. Δέν ἄναψε τή σόμπα. Οἰκονομία στά ξύλα. Τά τελευταῖα δεκαπέντε χρόνια, ὁ Νικόλας ζοῦσε μόνος του στό σπιτάκι τῶν γονέων του. Μόνος καί ἀνήμπορος νά δουλέψει. Ἀπό τό πολύ ἄγχος γιά τά πρός τό ζεῖν, τίς δυσκολίες πού ἀντιμετώπισε μέ τίς δουλειές, καί τήν πολυτάραχη ζωή του, ἀπέκτησε μεγάλο πρόβλημα στήν καρδιά. Κατά τήν ἐγχείρηση πέθανε καί τόν ἐπανέφεραν στή ζωή. Ἔζησε, ἀλλά δέν μποροῦσε νά ξαναδουλέψει. Ἡ γυναῖκα του τόν παράτησε· παιδιά δέν εἶχαν. Ὁ Θεός ὅμως, δέν τόν ἄφησε. Τόν περικύκλωσε μέ καλούς γείτονες. Αὐτοί τόν περιποιοῦνταν, τόν μαγείρευαν, τόν συντρόφευαν. Αὐτοί φρόντιζαν νά ὑπάρχουν τά ἀναγκαῖα στό σπιτικό του. Καθώς ἡ ἀναπηρική του σύνταξη δέν ἔφθανε, ποτέ δέν τοῦ ἔλειψε ἕνα πιάτο φαγητό ἤ τά φάρμακα πού χρειάζονταν.
Κοιτοῦσε ἔξω ἀπό τό παραθύρι του τήν γειτονιά του. Πῶς ἦταν ὅταν ἦταν παιδί καί πῶς ἔγινε ὅταν ἑξηντάρισε. Ἀγνώριστη, ἔχανες ἄνετα τόν προσανατολισμό σου. Τό σπίτι του ἦταν ἀπό τά μετρημένα στά δάχτυλα τοῦ ἑνός χεριοῦ, πού ἔμειναν ὅπως ἦταν. Τά ἄλλα παραδόθηκαν βορά στίς ἀπαιτήσεις τῶν σύγχρονων ἀναγκῶν καί συμφερόντων. Τό γραφικό καί ἀνθρώπινο ὕφος τοῦ προαστίου τῆς πρωτεύουσας χάθηκε. Ὑψώθηκαν πολυκατοικίες, ἀπρόσωπα τείχη πού ἐμπόδιζαν τόν ἥλιο, ὕψωναν ἐμπόδια στίς καρδιές καί δημιουργοῦσαν ἀπρόσωπα πρόσωπα. Κλουβιά ἀνθρώπων, κοινωνίες μαζῶν. Δέ γνωρίζονταν οἱ ἄνθρωποι οὔτε στά διπλανά διαμερίσματα. Αὐτός εἶχε πέντε ἕξι γείτονες, οἱ περισσότεροι ἀπό τά παλιά, τά ἀνθρώπινα χρόνια. Ἀπό τή γειτονιά του. Αὐτοί ἦταν οἱ φύλακες ἄγγελοί του.
Γ΄
Οὔτε αὐτός ἤξερε γιατί ἔβαζε τό κουρδιστό ξυπνητήρι. Ἴσως λόγῳ συνήθειας ἤ γιά νά νοιώθει ὅτι δέν παρατᾶ τή ζωή. Ἴσως, γιατί τοῦ θύμιζε τή μάνα του. Εἶναι ἄλλωστε ἀπό τά λίγα δικά της πράγματα πού εἶχαν μείνει στήν κατοχή του. Χαράματα κτυποῦσε τό πορτοκαλί ξυπνητήρι γιά νά πάει ἡ μάνα του στή δουλειά της. Τό πρόσεχε εὐλαβικά· νά μή χαλάσει ἤ νά μήν πέσει καί σπάσει... Ναί τοῦ θύμιζε τήν ἀγαπημένη του μητέρα. «Ἄχ μάνα μου...»! Ἔτσι ἀναστέναζε κάθε φορά πού τήν θυμόταν. Τότε πού «ἔφυγε» ἡ μάνα του, ὁ μικρός Νικόλας πῆγε νά ζήσει μέ τόν παπποῦ του· σέ μιά ἀπόμερη γειτονιά στήν ἄκρη τῆς πόλης. Ὁ παπποῦς του, ὁ πατέρας τοῦ πατέρα του, δέν θά ἔλεγε ὅτι χάρηκε μέ αὐτήν τήν ἐξέλιξη. Μᾶλλον, ὁ ἐγγονός του τοῦ χάλασε τήν βολή του, καθώς ὁ παπποῦς ξημεροβραδιάζονταν στά καφενεῖα καί στά κουτούκια. Τό εἶδε σάν ἀναγκαῖο κακό!
Ἡ ζωή μέ τόν παπποῦ ἀποδείχθηκε παρόμοια κόλαση, ἀνάλογη μέ αὐτήν πού ἔζησε μέ τόν πατέρα του. Κατάλαβε καλά, τό ἔνοιωσε στό πετσί του, ποιόν ἔμοιασε ὁ μπαμπᾶς του. Οὐσιαστικά, ὁ Νικόλας μεγάλωσε μόνος. Μέσα στά βρισίδια καί τίς βλαστήμιες καί ἐπιπλέον τοῦ ἔλειπε τό σίγουρο λιμανάκι του, ἡ ἀγαπητική ἀγκαλιά τῆς μάνας. Μεγάλωσε ἀπότομα μόνος του, ἔμπλεξε μέ κακές παρέες καί ἔπεσε στόν ἀργό θάνατο τῶν ναρκωτικῶν. Στήν ἀρχή ἡ δυσκολία ἦταν τό νέο περιβάλλον. Νέα γειτονιά, νέο σχολεῖο μέ περιτύλιγμα τίς φῆμες πού τόν ἀκολουθοῦσαν γιά τήν πρότερή του ζωή. Ἄρχισαν τά πειράγματα, οἱ ἐκφοβισμοί, οἱ προπηλακισμοί... πόσο νά ἀντέξει ὁ καημένος ὁ Νικόλας. Πήγαινε στό σπίτι καί εἶχε τά ἴδια... Σέ ποιόν νά πεῖ τόν καημό του..., τά βάσανά του, ὅλα αὐτά πού περνοῦσε καί τοῦ φαίνονταν βουνό. Ἡ γλυκειά του μανούλα, δέν βρίσκονταν ἐκεῖ νά τόν ἀκούσει, νά τοῦ μιλήσει, νά τόν ξαλαφρώσει, νά τόν ἐνθαρρύνει... Ἔτσι ἄρχισαν ὅλα αὐτά τά παρατράγουδα πού περιλαμβάνονται στίς ἀλητεῖες. Πρῶτα ξεκίνησαν μέ τό κάπνισμα. Δέν ἦταν ἄντρας ἄν δέν κάπνιζε ὅπως ὅλη ἡ παρέα· ἦταν «γυναικούλα»... ἔτσι τοῦ λέγανε... Ἔ, ὅταν ἡ πίεση ἔγινε ἀνυπόφορη, ἀναγκάστηκε καί αὐτός νά ἀποδείξει ὅτι ἦταν ἄντρας. Αὐτές οἱ δουλειές, δέν θέλουν πολύ, εἶναι νά μήν ἀρχίσεις... καί ἄν ἡ ψυχή εἶναι ἀνοχύρωτη, ἀνίσχυρη, ἄν δέν οἰκοδομηθεῖ μέ πνευματικά λιθάρια, τότε, πέφτει σάν χάρτινος πύργος. Κάπως ἔτσι κατέληξε καί στά ναρκωτικά. Στήν ἀρχή τοῦ τά προμήθευαν αὐτοί, οἱ «δικοί» του. Κατόπιν, ἄρχισαν νά ἀπαιτοῦν λεφτά. Ποῦ θά τά ἔβρισκε; Τό μηδαμινό χαρτζιλίκι, κατά ἀραιά διαστήματα πού τοῦ ἔδινε ὁ παπποῦς, δέν ἔφθανε. Κάπως ἔτσι κατέληξε καί στήν φυλακή. Ξεκίνησε μέ μικροαπάτες καί μικροκλοπές καί «μιά τοῦ κλέφτη, δυό τοῦ κλέφτη...», ὅπως λέει καί ἡ παροιμία, πιάστηκε στήν φάκα σάν μικρό ἄβγαλτο ποντικάκι. Πέρασε ἀπό ἀναμορφωτήριο καί φυλακή. Τό ταξείδι τῆς ζωῆς του περιπετειῶδες. Θαλασσοταραχές, σκόπελοι, ὕφαλοι, συμπληγάδες...
Δ΄
Ἔβαλε ἄλλο ἕνα κούτσουρο στήν φωτιά. Τόσα χρόνια εἶχε μάθει νά αὐτοσυντηρεῖται. Ὁ ἥλιος εἶχε ξεκινήσει γιά νά γείρει στήν φωλιά του καί ἔντυσε τόν οὐρανό μέ τά δειλινιάτικά του. Ἄνοιξε τό παράθυρο. Τό ψῦχος ἄρχισε ἔξω νά περονιάζει τά κόκκαλα. Τό ἔκλεισε ὅσο μποροῦσε πιό γρήγορα καί ξάπλωσε. Ἀντίκρυ του οἱ πεινασμένες φλόγες ἀγκάλιασαν τό κούτσουρο καί βάλθηκαν νά τό ἐξαφανίσουν. Τί πρᾶγμα καί αὐτό· ὁλόκληρο καί βαρύ κούτσουρο νά ἀφήνει μόνο ἐλάχιστη στάχτη... τοῦ φαίνονταν παράξενο. Γύρισε στίς νοσταλγικές του θύμησες. Ἄλλες δυσάρεστες, οἱ περισσότερες, ἄλλες δύσκολες, λίγες καλές στιγμές. Αὐτές ὅμως, καλῶς ἤ κακῶς, συνέθεταν τό ψηφιδωτό τῆς ζωῆς του. Ἀλλά καί τίς ἄσχημες στιγμές πού πέρασε, ὁ χρόνος λές καί τίς πελέκησε, τίς στρογγύλεψε, τίς μαλάκωσε λίγο.
Εἶχε βγεῖ ἀπό τήν φυλακή τήν τελευταῖα φορά, θυμᾶται, ὅταν τόν πλησίασε ἕνας ἄγνωστός του κύριος. Κουβαλοῦσε στήν πλάτη καί τό φορτίο τοῦ φυλακισμένου πλέον, καί τό στίγμα του ἦταν βαρύ, ἀσήκωτο. Κυρίως γιά ἕνα νέο παιδί πού εἶναι μόνο καί ἔρημο, χωρίς κάποιο ἀποκούμπι. Πάλευε ἀκόμη μέσα του, νά μήν ξανακυλήσει στά ναρκωτικά. Τότε, σέ αὐτήν τήν φάση τῆς ζωῆς του, τόν πλησίασε ὁ κύριος αὐτός, Μιχάλης ἦταν τό ὄνομά του. Τοῦ φάνηκε παράξενος. Τοῦ μιλοῦσε χαρούμενος γιά τόν Χριστό. Μέχρι τότε, ὁ Νικόλας δέν εἶχε ἰδιαίτερες παρτίδες μέ τόν Χριστό. Ἐκτός ἀπό αὐτά τά λίγα πού εἶχε μάθει στό σχολεῖο, στό σπίτι δέν εἶχε ἰδιαίτερα ἀκούσματα. Ἀπό τόν πατέρα του φυσικά, οὔτε συζήτηση· ἀκόμη καί ἀπό τήν μάνα του. Μόνο πού τήν ἔβλεπε νά προσεύχεται στό μοναδικό εἰκόνισμα πού βρίσκονταν στό σπίτι, τῆς Παναγίας τῆς Βρεφοκρατοῦσας. Στήν ἐκκλησία δέν πήγαινε, δέν εἶχε καιρό γιά τέτοια, τά βαριόταν ἤ εἶχε «καλύτερα» πράγματα νά κάνει· ἀλλά δέν εἶχε καί τέτοια βιώματα.
Ὁ Μιχάλης περιμάζεψε, σάν ἕνα τραυματισμένο ἀγρίμι, τόν Νικόλα. Τόν προσέλαβε στό μαγαζί του ὡς ὑπάλληλο. Ὁ μισθός πού τοῦ ἔδινε, ἔφθανε γιά νά τά βγάλει πέρα. Ἐνοίκιο δέν εἶχε, καθώς ἔμενε στό πατρικό του. Ὅσα ἔπαιρνε ἦταν ὑπέρ ἀρκετά γιά τό φαΐ καί γιά τά λιτά ἀπαραίτητα ἔξοδα. Ὁ παπποῦς του εἶχε πεθάνει. Εἶχε μείνει μόνος σέ αὐτή τή ζωή, πρᾶγμα πού δέν τόν πείραζε ἰδιαίτερα. Προσπάθησε νά φτιάξει τή ζωή του. Μετά ἀπό παρότρυνση τοῦ Μιχάλη, δέν ἔλειψε ποτέ ἀπό τίς ἑβδομαδιαῖες τους συναντήσεις, κατά τίς ὁποῖες μιλοῦσαν γιά τόν Χριστό. Στήν ἀρχή ὁ Νικόλας ἐμφανίζονταν μουδιασμένος, ἀμήχανος. Παρακολουθοῦσε σαστισμένος τά τεκταινόμενα στίς συναντήσεις τους. Ἔβλεπε τά μέλη τῆς ἐκκλησίας τους, ὅπως τήν ἀποκαλοῦσε ὁ Μιχάλης, νά συμπεριφέρονται κάπως παράξενα: οὔρλιαζαν, ἔβγαζαν ἄναρθρες κραυγές, μιλοῦσαν ἀλαμπουρνέζικα, χτυπιόταν πάνω κάτω, τίναζαν τό κεφάλι τους δεξιά ἀριστερά, σάν ἐκστασιασμένοι ἤ δαιμονισμένοι ὅπως θά ἔλεγε ἀργότερα. Ὁ Νικόλαος ἔμεινε νά κοιτάζει μέ ἀνοικτό στόμα.
-Λαμβάνουμε τό Ἅγιο Πνεῦμα καί μιλᾶμε ξένες γλῶσσες, ἐξήγησε ὁ Μιχάλης, εἶναι ἡ φωνή τοῦ Θεοῦ πού μιλάει στήν καρδιά μας.
Ε΄
Εἶχε παρακολουθήσει ἀρκετές τελετές τῆς παράξενης αὐτῆς «ἐκκλησίας», ὁ Νικόλας. Ἄρχισε νά λαμβάνει καί αὐτός ἐνεργά μέρος. Εἶχε ἀρχίσει ἤδη ἡ ἐπικοινωνία του μέ τό «Ἅγιο Πνεῦμα». Τό πρῶτο ἁπτό ἀποτέλεσμα, ἦταν ὅτι πλέον δέν εἶχε ἀνάγκη τά ναρκωτικά. Αὐτό τό βασανιστικό αἴσθημα ὑποταγῆς στό ἐθιστικότατο πάθος, ἐξαφανίστηκε. Κάτι μέσα του, δέν μποροῦσε νά καταλάβει τί, τοῦ δημιούργησε τήν αἴσθηση τῆς ἀποφορᾶς καί ἐν τέλει τῆς ἀποστροφῆς γιά τόν «ἀργό θάνατο» καί τά σταμάτησε τελείως. Εἶχε ἀρχίσει νά πιστεύει ὅτι αὐτή ἡ ἐκκλησία πράγματι εἶναι ἡ ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ. Τότε ὅμως τοῦ συνέβη καί ἕνα δεύτερο ἁπτό ἀποτέλεσμα: ὅταν ἔμενε μόνος, κυρίως τά ἀπογεύματα καί τά βράδια στό σπίτι του, ἔνοιωθε πώς δέν ἦταν μόνος. Εἶχε τήν παράξενη αἴσθηση ὅτι κάτι ἀλλόκοτο συμβαίνει μέσα στό κεφάλι του. Ἔνοιωθε διάφορες παρουσίες, παράξενες σκιές, ἄκουγε φωνές, οὐρλιαχτά, διαπεραστικές κραυγές πού τοῦ τρυποῦσαν τά αὐτιά, καί δέν μποροῦσε νά κοιμηθεῖ.
Εἶχε μέρες νά κοιμηθεῖ ὁ Νικόλας. Ἡ κατάστασή του ἔγινε ἀφόρητη. Δέν μποροῦσε νά ἀνταποκριθεῖ καί στή δουλειά του. Ὁ Μιχάλης τόν παρατηροῦσε προβληματισμένος, μή μπορῶντας νά καταλάβει τί πραγματικά συμβαίνει. Οἱ φωνές μέρα μέ τήν ἡμέρα γίνονταν ἀφόρητες. Ζοῦσε ἕναν ἐφιάλτη πού ἔβλεπε στόν ξύπνιο του. Κάποιο ἀπόγευμα, δέν ἄντεξε τούς τέσσερις τοίχους τοῦ σπιτιοῦ του, θέλησε νά ἀνασάνει καί βγῆκε νά περιπλανηθεῖ στήν πρωτεύουσα. Ὁ δρόμος τόν ὁδήγησε, οὔτε αὐτός κατάλαβε τό πῶς, σέ ἕναν παράξενο ναό, δέν ἔμοιαζε ὅπως οἱ συνηθισμένοι ὀρθόδοξοι ναοί. Ρώτησε ἕναν περαστικό· ἦταν ὁ Ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός. Κάθισε στό πεζούλι νά ξεκουραστεῖ. Ὁ ἡλικιωμένος ἐφημέριος πού μόλις ἔβγαινε ἀπό τόν ναό, τόν πλησίασε καί τόν χαιρέτησε.
-Εἶσαι καλά παιδί μου; Φαίνεσαι λίγο ταλαιπωρημένος.
-Ὄχι, ὄχι, καλά εἶμαι πάτερ.
-Ἄν χρειαστεῖς κάτι, ὁτιδήποτε, νά ἔρθεις νά μέ βρεῖς.
-Εὐχαριστῶ.
-Εἶμαι ὁ πατήρ Μᾶρκος...
Τό βασανιστήριο τῆς ἀϋπνίας συνεχίστηκε, οἱ φωνές ἀσταμάτητα διαπερνοῦσαν τήν ὕπαρξή του. Ὁ Μιχάλης τοῦ ἔδωσε λίγες ἡμέρες ἄδεια. Τοῦ πρότεινε νά ἐπισκεφτεῖ κάποιον γνωστό του γιατρό. Ὁ Νικόλας, ἀναποφάσιστος, δέν ἤξερε τί νά κάνει. Ἔφθασε στά πρόθυρα τῆς ἀπελπισίας. Μέσα στίς μαῦρες σκέψεις του, ἀνάμεσα στίς τρομακτικές φωνές, ἄκουγε ἀμυδρά καί μία ἄλλη, ἀλλιώτικη γλυκιά φωνή: «Ἄν χρειαστεῖς κάτι, ὁτιδήποτε, νά ἔρθεις νά μέ βρεῖς».
Στ΄
Πῆρε δειλά δειλά, μέ βαριά τά πόδια, τόν δρόμο γιά τόν ἅγιο Μάρκο. Εἶχε ἀγωνία, αἰσθάνονταν δυσφορία καί κάποιον ἀνεξήγητο φόβο. Μπῆκε στό ναό. Ὁ καντηλανάφτης τοῦ ἔδειξε τό γραφεῖο τῶν ἱερέων.
-Καλῶς τό εὐλογημένο παιδί.
Ὁ Νικόλαος διηγήθηκε χαρτί καί καλαμάρι στόν πατέρα Μάρκο, ὅλα ὅσα συνέβησαν ἐν συντομίᾳ.
-Ἄκουσε με καλό μου παιδί. Ὁ καλός ἅγιος Τριαδικός Θεός μας, ἔφερε τά βήματά σου στόν ἅγιό μας, ὁ ὁποῖος εἶναι μέγας ἀντιαιρετικός ἅγιος. Ἀπό τώρα νά μή φοβᾶσαι, θά εἶσαι ὑπό τήν προστασία του. Αὐτή ἡ «ἐκκλησία» εἶναι μιά αἵρεση. Ὁ ψευτοάρχοντας τοῦ κόσμου τούτου, ὁ διάβολος, ψάχνει ἀνοχύρωτα θύματα καί τά παγιδεύει μέ τέτοιου εἴδους αἱρέσεις καί μέ χίλιες δυό ἄλλες παγίδες. Πρέπει νά ξεκόψεις ἀμέσως ἀπό αὐτήν.
-Ναί πάτερ μου, ἀλλά δέν καταλαβαίνω, αὐτή ἡ αἵρεση πού λές, μέ βοήθησε καί ἔκοψα «μαχαίρι» τά ναρκωτικά.
-Ἡ βοήθεια αὐτή πού λές παιδί μου, εἶναι ὅτι σέ «βοήθησε» ὁ πονηρός νά ἀποστραφεῖς αὐτόν τόν βασανιστικό ἐθισμό, τόν ὁποῖο οὐσιαστικά ὁ ἴδιος δημιούργησε, πού σκοτώνει τό σῶμα, γιά νά σέ ρίξει στήν παγίδα τῆς αἱρέσεως, πού σκοτώνει τήν ψυχή. Θά κάνουμε λοιπόν, ὅλα ὅσα πρέπει γιά τήν περίπτωσή σου καί ἀπό ἐδῶ καί πέρα, μέ τή βοήθεια τοῦ ἁγίου καί μέ τή δική σου τήν ἐλεύθερη ἀπόφαση, θά πρέπει νά ἀλλάξεις ζωή. Εἶσαι ἀποφασισμένος νά κάνεις αὐτά πού θά σοῦ πῶ;
-Ναί, πάτερ, θέλω νά ἀλλάξω καί θά προσπαθήσω γι’ αὐτό.
-Καλά, παιδί μου, Νικόλα. Θά βάλουμε τόν Χριστό μας στή ζωή σου. Τόν πραγματικό, τόν ἀληθινό Χριστό, ὄχι αὐτόν τῆς δῆθεν ἐκκλησίας μέ τίς δαιμονικές ἐνέργειες. Θά ἐργαστοῦμε μαζί στόν πνευματικό Του στίβο καί μέ νηστεία, προσευχή, ἐξομολόγηση, Θεία Κοινωνία, θά πορευτοῦμε...
-Εὐχαριστῶ πάτερ μου. Ἤδη νοιώθω καλύτερα...!
Ζ΄
Ἄλλη μιά μέρα κουδούνισε τό πορτοκαλί ξυπνητήρι. Ἄλλη μιά μέρα ζωντανός. Τώρα τουλάχιστον, καταλάβαινε γιατί ζοῦσε. Εἶχε περάσει ἀπό χίλια δυό κύματα. Μιά ἔπεφτε, μιά σηκώνονταν· αὐτός ἦταν ὁ ἀγῶνας του. Ὁ πνευματικός του πατέρας, ὁ πατήρ Μᾶρκος εἶχε «πετάξει» γιά τά οὐράνια. Ὁ Νικόλας γνώρισε τήν Ἀσημίνα καί τήν νυμφεύθηκε. Ἀπό τότε, ὅσα ἀκολούθησαν εἶναι, λίγο πολύ, γνωστά. Τά στενόχωρα σκαμπανεβάσματα στή ζωή του, οἱ ἀτυχίες πού προέκυψαν, μέ τίς ἀπολύσεις ἀπό τίς δυό δουλειές (λόγῳ περικοπῶν ἤ καί συνεργείᾳ τοῦ πονηροῦ πού δέν μπόρεσε νά χωνέψει πῶς τοῦ ξέφυγε μέσα ἀπό τά αἱμοσταγῆ του δόντια), ἡ ἐγχείρηση πού ἔκανε στήν καρδιά μέ ὅλες τίς οἰκονομίες του νά κάνουν «φτερά» καί πού τόν ἄφησε τήν μόνιμη ἀναπηρία, τό «πήγαινε - ἔλα» του στήν ἄλλη ζωή, ἡ ἐγκατάλειψη τῆς γυναίκας του πού δέν μπόρεσε νά ἀντέξει ὅλη αὐτή τήν κατάσταση. Παρά ταῦτα ὅμως, ἦταν καί ἔνοιωθε ζωντανός.
Ὁ πατήρ Μᾶρκος, εἶχε μιλήσει στόν Νικόλα γιά τόν Ἰώβ. Τόν δίκαιο καί πλούσιο ἄνδρα πού ἔχασε τά πάντα στή ζωή του καί βίωσε φοβερά βάσανα, τά ὁποία ὅμως ὑπέμεινε μέ δοξολογία πρός τόν Θεό μέχρι τέλους. Αὐτόν εἶχε σάν πρότυπο ὁ Νικόλας καί μέ τή βοήθεια τοῦ ἀγαπημένου του ἁγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ καί τίς εὐχές τοῦ πνευματικοῦ του πατέρα Μάρκου, ἀπό τόν οὐρανό, συνέχισε νά πορεύεται, μέ τή ματιά του στραμμένη πρός τήν «ἄνω Ἱερουσαλήμ». Εὐχαριστοῦσε καί δοξολογοῦσε τόν Κύριο, πού δέν τόν ἐγκατέλειψε ποτέ, σέ ὅλη τήν πορεία τῆς ζωῆς του!
Ὁ Χριστός εἶχε δώσει νόημα στή ζωή του. Χωρίς Χριστό ὅλα ἦταν ἀνούσια, μάταια, ἀκατανόητα· Αὐτός τοῦ ἔδωσε ἀπαντήσεις στά ἐρωτηματικά πού τόν βασάνιζαν. Αὐτός τόν ἀνακούφιζε ἀπό τό βαρύ φορτίο τῆς ζωῆς του. Ὁ Χριστός τοῦ εἶχε κτυπήσει τήν πόρτα τῆς καρδιᾶς του, μέσῳ τοῦ πατρός Μάρκου, καί αὐτός τήν ἄνοιξε. Θυμόταν ἀκριβῶς ὁ Νικόλας τό εὐγενικό «χτύπημα» τοῦ Θεοῦ στήν σαρακοφαγωμένη πόρτα τῆς καρδιᾶς του, σάν νά τό ζοῦσε ἐκείνη τήν στιγμή. Εἶχε φθάσει στό τέλος τῶν ἀντοχῶν του, στό «ἀμήν»! Ἔβλεπε μπροστά του τό ἀδιέξοδο τοῦ δρόμου, καί ἕνα κατάμαυρο βαρύ πέπλο τόν ἔπνιγε. Ἀνθρωπίνως ἦταν τελειωμένος, οἱ δυνάμεις του εἶχαν ἐξαντληθεῖ πλήρως, ἄνθρωπος δέν ὑπῆρχε πού νά τόν ὁδηγήσει ἔξω ἀπό τό σκοτάδι, νά δεῖ λίγο φῶς, νά πάρει μιά ἀνάσα καί νά ξαποστάσει. Τότε, μέσα στό μαῦρο σκοτάδι τοῦ τέλους, φώναξε μέ ὅση φωνή τοῦ εἶχε ἀπομείνει· «Θεέ μου, ἀληθινέ Θεέ, σῶσε με...»! Καί ὁ Θεός, πού ἐνεργεῖ πάντοτε ὅταν τό πλάσμα του τόν καλεῖ ἀπό καρδιᾶς, καί δέν στηρίζεται πλέον σέ καμμία ἀνθρώπινη δύναμη, ὅταν χάνονται ὅλες οἱ ψευτοελπίδες του, μίλησε! Μίλησε ὁ Πατέρας καί ὁ βασανισμένος υἱός τό ἔνοιωσε σέ ὅλη τήν ὕπαρξή του. Τότε ἦταν πού ἄκουσε τήν γλυκειά φωνούλα τοῦ πατρός Μάρκου. Τότε ἦταν σά νά χτύπησε τό πορτοκαλί του ξυπνητήρι καί μαζί μέ τά φυσικά του μάτια του, ἄνοιξαν καί τά μάτια τῆς ψυχῆς του καί εἶδε καθαρά! Τότε κατάλαβε ὅτι ὁ Χριστός πάντα ἦταν δίπλα του, σέ ὅλη του τή ζωή!