«Πνευματική φαρέτρα τοῦ Ὀρθοδόξου Χριστιανοῦ»
Κύριε,
ἄν ἐπιτρέπεται δέξου τήν σπαρακτική μου ἱκεσία. Λυπήσου με, γιατί ἴσως σήμερα ἤ
σέ μία ὥρα σ᾿ ἀφήνω μέ δάκρυα γιά πάντα. Κύριε, φεύγω ἀπό κοντά Σου, γιατί οἱ
ἁμαρτίες μου ἔγιναν τεῖχος καί μ᾿ ἐχώρισαν ἀπό Σένα.
Κύριε,
Κύριε, λυπήσου με τήν τελευταία μου ὥρα. Λυπήσου με, πρίν κλαύσω ἀνώφελα γιά
πάντα. Λυπηθῆτε με πρίν ἀκούσω τήν αἰώνια καταδίκη μου. Κύριε, δέν ἔχω ἄλλη
παρηγοριά. Μέ γέλασε ὁ κόσμος, μ᾿ἐξηπάτησε ὁ ἀρχέκακος ὄφις, μέ διέψευσαν τά
γράμματά μου καί τά ὄνειρά μου, κι αὐτά ὅλα ψέμματα βγῆκαν. Ποῦ νά στηριχθῶ;
Ποῦ ν᾿ ἀκουμπήσω τό πολυβασανισμένο ἀπό τήν ἁμαρτία σαρκίον μου; Σέ Σένα,
Κύριε, σέ Σένα πού πρῶτος ἦλθες νά μέ προϋπαντήσης, πού ἔσχισες τό ὑποκάμισο
τῆς καρδιᾶς σου γιά νά δέσης τήν δική μου τραυματισμένη καρδιά, πού γονάτισες,
μέ κύτταξες στά μάτια καί μοῦ ἐμειδίασες γλυκά. Δέν ρώτησες τότε ποῦ ἤμουνα,
ἀλλά ἔψαξες νά βρῆς τά τραύματά μου. Δέν μέ σιχάθηκες, δέν μέ τιμώρησες, δέν μέ
μάλωσες. Ἄχ, ἡ ἀγάπη σου μέ σκλάβωσε κι ἐγώ σέ σκλάβωσα μέ τά πάθη μου.