(Θεολογικό σχόλιο στην Κυριακή της Σαμαρείτιδος)
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - Καθηγητού
Η πέμπτη Κυριακή από του Πάσχα είναι αφιερωμένη σε μια σημαντική γυναίκα της Καινής Διαθήκης, στην αγία Φωτεινή τη Σαμαρείτιδα. Αυτή η γυναίκα, ούσα αμαρτωλή και «αιρετική» (κατά τους Ιουδαίους), αξιώθηκε να γίνει συζητητής του Κυρίου, ο Οποίος της αποκάλυψε ύψιστες αλήθειες, τις οποίες δεν είχε αποκαλύψει, εισέτι, ούτε στους μαθητές Του.
Η Σαμάρεια ήταν πόλη, αλλά και ονομασία περιοχής, στα βορειοανατολικά της Παλαιστίνης. Απείχε περί τα 45 χιλιόμετρα από την Ιερουσαλήμ και είχε ιδρυθεί από τον βασιλιά Αμβρί, τον 10ο π. Χ. αιώνα. Καταλήφτηκε πολλές φορές από βασιλείς της Δαμασκού και άλλους από ειδωλολατρικούς λαούς. Τον 2ο π. Χ. αιώνα καταστράφηκε και ανοικοδομήθηκε από τον Ρωμαίο ανθύπατο Γυβίνιο και τον Ηρώδη το Μέγα και γι’ αυτό είχε μετονομαστεί σε Σεβάστεια ή Σεβαστή, προς τιμήν του Καίσαρος. Εκτός από την πόλη Σαμάρεια στην περιφέρεια της Σαμάρειας υπήρχαν και άλλες πόλεις όπως η Καισάρεια και η Συχέμ, όπου βρισκόταν ένα σημαντικό μνημείο για τους Ισραηλίτες, το φρέαρ του πατριάρχη Ιακώβ, το οποίο άνοιξε για να ποτίσει την οικογένειά του και τα ποίμνιά του. Οι Σαμαρείτες ήταν ισραηλιτικής καταγωγής, αλλά, λόγω των ιστορικών περιπετειών, αποκόπηκαν ενωρίς από τις υπόλοιπες φυλές. Λόγω ότι είχαν αναμειχθεί με τους ειδωλολάτρες, είχαν υιοθετήσει πολλές από τις συνήθειες τους και κατά συνέπεια είχαν διαφοροποιηθεί κυρίως από τους Ιουδαίους, οι οποίοι τους μισούσαν και τους αποστρέφονταν με βδελυγμία. Κύριο χαρακτηριστικό των Σαμαρειτών ήταν ότι είχαν μεταθέσει την ιερότητα του ναού της Ιερουσαλήμ στο όρος Γαριζίν, όπου πίστευαν ότι κατοικεί ο Θεός και προσέτρεχαν εκεί να προσευχηθούν.
































