Πατερικά

ΑΓΙΟΥ ΦΩΤΙΟΥ

ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ

ΓΙΑΤΙ ΟΙ ΜΑΘΗΤΕΣ ΒΑΠΤΙΖΑΝ

ΣΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΕΝΩ Η ΕΝΤΟΛΗ ΗΤΑΝ ΤΡΙΑΔΙΚΗ

Εἰσαγωγικὸ ἀπό entaksis: Στὸ σπουδαῖο αὐτὸ κείμενο, ὁ Ἅγιος Φώτιος ὁ Μέγας καλεῖται νὰ ἑρμηνεύσει μία φαινομενικὴ ἀντίφαση: Γιατί στὶς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων ἀναφέρεται ὅτι οἱ μαθητὲς βάπτιζαν «στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ», ἐνῶ ἡ ἐντολὴ τοῦ Ἰησοῦ ἦταν σαφής: «βαπτίζοντες αὐτοὺς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος»; Ὁ Ἅγιος Φώτιος δὲν δίνει μία ἁπλὴ ἀπάντηση, ἀλλὰ χτίζει μία ὁλοκληρωμένη ὑπεράσπιση τῆς ἐκκλησιαστικῆς παράδοσης μέσα ἀπὸ πέντε κεντρικὰ ἐπιχειρήματα:

Ἐξηγεῖ ὅτι ἡ λέξη «ὄνομα» στὴ Γραφὴ δηλώνει συχνὰ τὴν πίστη, τὴ διδασκαλία ἢ τὴ δόξα κάποιου. Ὅταν λοιπὸν διαβάζουμε ὅτι βάπτιζαν «στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ», σημαίνει ὅτι τελοῦσαν τὸ μυστήριο σύμφωνα μὲ τὸν νόμο καὶ τὴ μυσταγωγία ποὺ ἐκεῖνος ὅρισε (δηλαδή τὸ Τριαδικὸ βάπτισμα), ἀναγνωρίζοντάς Τον ὡς τὸν μοναδικὸ ἀρχηγὸ τῆς πίστης.

Ὑποστηρίζει ὅτι εἶναι ἀδιανόητο οἱ Ἀπόστολοι, ποὺ ἦταν οἱ ὑπηρέτες τοῦ Λόγου καὶ ἔδωσαν τὴ ζωή τους γιὰ τὴν τήρηση τῶν ἐντολῶν Του, νὰ γίνουν οἱ πρῶτοι παραβάτες καὶ νὰ ἀλλάξουν τὸν τύπο τοῦ βαπτίσματος ποὺ ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς θεσμοθέτησε.

 Θέτει τὸ ἐρώτημα: Ἂν οἱ Ἀπόστολοι εἶχαν ὄντως καθιερώσει ἕναν «νεωτερισμό» (βάπτισμα μόνο στὸν Χριστό), πῶς εἶναι δυνατὸν ἀργότερα ἡ Ἐκκλησία σὲ ὅλη τὴν οἰκουμένη νὰ ἐπανέλθει στὸ Τριαδικὸ βάπτισμα; Καμία ἀνθρώπινη δύναμη δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ἀνατρέψει μία παγκόσμια ἀποστολικὴ πρακτικὴ ἂν αὐτὴ εἶχε ὄντως ὑπάρξει.

 Ἀπορρίπτει τὴν ἰδέα ὅτι οἱ Ἀπόστολοι βάπτιζαν μόνο στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ γιὰ νὰ μὴν «σκανδαλίσουν» τοὺς Ἰουδαίους. Ἀντιθέτως, τονίζει ὅτι τὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ ἦταν τὸ πλέον μισητὸ καὶ προκλητικὸ γιὰ τοὺς Ἰουδαίους τῆς ἐποχῆς. Ἑπομένως, ἡ χρήση του δὲν θὰ ἦταν κίνηση διπλωματίας, ἀλλὰ αἰτία μεγαλύτερου διωγμοῦ.

Ἑρμηνεύει τὴ φράση τοῦ Παύλου «ἐβαπτίσθημεν εἰς τὸν θάνατον αὐτοῦ» ὄχι ὡς λεκτικὴ ἐπίκληση, ἀλλὰ ὡς περιγραφὴ τοῦ συμβολισμοῦ. Ἡ τριπλὴ κατάδυση εἰκονίζει τὴν τριήμερη ταφὴ καὶ ἡ ἀνάδυση τὴν Ἀνάσταση. Ἄρα, τὸ βάπτισμα «εἰς Χριστὸν» εἶναι ἡ ἐνσωμάτωση τοῦ πιστοῦ στὸ σῶμα Του μέσω τῆς μυσταγωγικῆς μίμησης τοῦ θανάτου Του.

Ὁ μέγας Φώτιος καταλήγει μὲ τὴν ἐπίκληση τῶν Ἀποστολικῶν Κανόνων, οἱ ὁποῖοι ἀπειλοῦν μὲ καθαίρεση ὅποιον τολμήσει νὰ βαπτίσει μὲ διαφορετικὸ τρόπο. Μὲ αὐτὴ τὴν πολυεπίπεδη ἀνάλυση, ὁ Ἅγιος ἀποδεικνύει τὴν ἀπόλυτη ἑνότητα μεταξὺ τῶν λόγων τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν πράξεων τῶν Ἀποστόλων, διασφαλίζοντας ὅτι ἡ Ἐκκλησία παραμένει πιστὴ στὴν ἀρχέγονη παράδοση τῆς Ἁγίας Τριάδος.

 

ΕΡΩΤΗΣΗ 43η Γιά ποιό λόγο, ἐνῶ ὁ Κύριος καὶ Σωτήρας μας ’Ιησοῦς Χριστὸς δίδαξε νὰ γίνεται τὸ βάπτισμα στὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος*, οἱ ἀπόστολοι καὶ μαθητές του δὲν βάπτιζαν ἔτσι, ἀλλὰ στὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου ’Ιησοῦ;

1 Μποροῦμε νὰ δοῦμε μερικοὺς ἀπὸ τοὺς ἱεροὺς ἄνδρες ν’ ἀντιμετωπίζουν τὴν ἀπορία ὄχι μὲ τὸν τρόπο ποὺ τὸ ζήτημα βρίσκει τὴ λύση του, ἀλλὰ μὲ τὸ νὰ λύνουν τὴν κατηγορία παρέχοντας συγγνώμη σὲ ἐκείνους ποὺ δὲν μποροῦν νὰ φυλάξουν ὅ,τι ἔχουν διαταχθεῖ. Γιατί ὁμολογοῦν βέβαια, ὅτι οἱ μαθητὲς δὲν βαπτίζουν μὲ τὸν τρόπο ποὺ διδάχθηκαν, βαπτίζουν ὅμως στὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, χρησιμοποιώντας τὸ λόγο κάποιας οἰκονομίας καὶ πρόνοιας, καὶ ἐπὶ πλέον, ὅτι ἡ γνώμη αὐτὴ ταιριάζει μὲ τὴν περίπτωση καὶ τὸν κατεπείγοντα χαρακτήρα της, μεθοδεύοντας ἔτσι, ὥστε αὐτὴ ἡ μυστικὴ καὶ ἱερὴ πράξη νὰ γίνει πρὸς τὸ συμφέρον καὶ νὰ εἶναι ἀποδεκτὴ ἀπὸ ἐκείνους ποὺ προσέρχονται στὸ κήρυγμα. Αὐτὸ δηλαδὴ ποὺ ἔβλεπαν νὰ προέχει περισσότερο στὰ πλήθη καὶ νὰ τοὺς δημιουργεῖ πρόβλημα καὶ ταραχή, αὐτὸ φρόντιζαν νὰ προλάβουν νὰ θεραπεύσουν ἀπὸ τὴν ἀρχὴ καὶ νὰ τὸ λύσουν. Καὶ προεῖχε καὶ θεωροῦσαν ὅτι δὲν ἦταν εὔκολα παραδεκτὸ νὰ ὁμολογήσουν Σωτήρα τὸν Χριστό, καὶ μάλιστα Υἱὸ τοῦ Θεοῦ καὶ Θεό, καὶ νὰ πειθαρχήσουν στὰ παραγγέλματά του. Ἐκεῖνο λοιπὸν ποὺ ἔβλεπαν νὰ χρειάζεται κυρίως διδασκαλία, αὐτὸ ἔβαζαν πρὶν ἀπὸ τὰ ἄλλα, καὶ σύμφωνα μ’ αὐτὸ προσπαθοῦσαν νὰ διδάξουν τὰ πλήθη ποὺ τοὺς πλησίαζαν. Γι’ αὐτὸ καὶ βαπτίζοντας δὲν βάπτιζαν στὸ ὄνομα τοῦ Πατέρα καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ἀλλά, ἐπικαλούμενοι τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου μας ’Ιησοῦ, καθάριζαν ἀπὸ τὰ μολύσματά τους μὲ τὸ λουτρὸ τῆς παλιγγενεσίας ἐκείνους ποὺ βαπτίζονταν. Παραχωροῦσαν βέβαια μὲ τὴν ἱερὴ τελετὴ τὸ δῶρο ἐπικαλούμενοι τὸ ὄνομα τοῦ Διδασκάλου καὶ μέσω αὐτοῦ δίδασκαν ὅτι ἀποκτοῦσαν τὴν υἱοθεσία ὅσοι γίνονταν ἄξιοι τῆς κάθαρσης, υἱοὺς ὅμως τοῦ Θεοῦ κατὰ χάρη μόνο Ἐκεῖνος μπορεῖ νὰ κάνει, Ἐκεῖνος ποὺ εἶχε ἀπὸ τὴ φύση του καὶ αἰώνια τὴν ἰδιότητα τῆς υἱότητας καὶ τῆς θεότητας, μέσω τοῦ ὁποίου νοεῖται καὶ ἀποκαλύπτεται ἡ κοινὴ φύση τοῦ Πατέρα, τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Ὅσοι λοιπὸν πίστεψαν ὅτι δέχθηκαν τὴν υἱοθεσία μέσω τοῦ Υἱοῦ, δὲν θ’ ἀργοῦσαν νὰ καταλάβουν, ὅτι εἶναι Θεὸς αὐτὸς ποὺ δωρίζει αὐτήν. Ἔτσι λοιπόν σκέφτηκαν μερικοὶ ὅτι βρίσκει ἡ ἀπορία τὴ λύση της.

2 Ἐγὼ ὅμως δὲν μπορῶ νὰ καταλάβω, πῶς θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ προσπαθήσει μὲ ἄλλα καὶ ὄχι μ’ αὐτὰ νὰ λύσει τὴν ἀπορία, καὶ ἀντὶ νὰ τὴ λύσει, νὰ μὴ τὴ δέσει περισσότερο καὶ νὰ τὴν κάνει ἰσχυρότερη. Καθόσον αὐτὸ θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι ἀπόδειξη μᾶλλον καὶ αἰτία τῆς διαφωνίας τῶν μαθητῶν μὲ τὸ δάσκαλό τους. Γιατί ἡ αἰτία τῆς διαφωνίας, ὄχι μόνο δὲν εἶναι ἀναίρεση τῆς διαφωνίας, ἀλλὰ ἐπιπλέον προσθέτει σ’ αὐτὴν καὶ κρίση καὶ στὴ θέση τοῦ θελήματος τοῦ Κυρίου προβάλλει προμελετημένα τὸ δικό της θέλημα.

Ποιό ἄλλο θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι περισσότερο κατεπεῖγον ἀπὸ τὴν ἀποκάλυψη τῆς γνώσης τοῦ Θεοῦ ποὺ παρουσιάζει τὴν κοινὴ φύση καὶ δύναμη τῆς Τριάδος μὲ τρόπο συνοπτικό; Καὶ μάλιστα τότε ποὺ δὲν ἦταν πιὰ στὴν ἀρχὴ τῆς μαθητείας τους καὶ δὲν ἐξακολουθοῦσαν νὰ εἶναι ἀτελεῖς οἱ μαθητές, οὔτε ἔμελλαν ἀκόμα νὰ τελεστοῦν τὰ ἑκούσια καὶ σωτήρια πάθη καὶ ἡ διδασκαλία ἀπαιτοῦσε νὰ συσκιαστεῖ ὁ ἀκριβὴς καιρὸς τῆς κρίσης, ἀλλὰ μετὰ τὸ σταυρό, μετὰ τὴν ταφή, ἀφοῦ εἶχαν λεηλατηθεῖ τὰ βασίλεια τοῦ ᾅδη καὶ εἶχε παραδοθεῖ ὁ πολέμιος τοῦ ἀνθρώπινου γένους στὰ δεσμά, ὅταν εἶχε ἀναστηθεῖ ἐγκαινιάζοντας καὶ τὴν κοινὴ ἀνάσταση, τότε πιὰ αὐτὸς ποὺ εἶχε ἀπὸ τὴ θεϊκὴ του φύση τὴν ἐξουσία ὅλων τῶν ἐπίγειων καὶ οὐράνιων πραγμάτων, ἀφοῦ τὴ δέχθηκε καὶ σὰν ἄνθρωπος, τότε τὸν βασιλικὸ αὐτὸ καὶ σωτήριο νόμο τὸν χάραξε ὄχι σὲ πλάκες λίθινες, ἀλλὰ ἀνώτερες, ὄχι φτιαγμένες ἀπὸ ἐπίγειο ὑλικό, ἀλλὰ στὶς διάνοιες τῶν μαθητῶν του, ἀπλώνοντας μὲ αὐτὲς κατὰ κάποιο τρόπο κάποια προεξαγγελτικὰ διατάγματα καὶ προγράμματα σ’ ὅλη τὴν οἰκουμένη, σύμφωνα μὲ τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ διδαχθοῦν καὶ νὰ ὁλοκληρωθοῦν ὅσοι προσχωροῦσαν στὴν εὐσέβεια. Γιατί λέει· «πηγαίνετε καὶ διδάξετε ὅλα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντας αὐτοὺς στὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, καὶ διδάσκοντάς τους νὰ τηροῦν» (ἐννοεῖται καὶ πρὶν ἀπὸ τὰ ἄλλα αὐτὸ ποὺ τοὺς παραγγέλλει τώρα) «ὅλα ὅσα σᾶς ἔχω παραγγείλει».

3 Ποιό ἄλλο λοιπὸν θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι πιὸ κατεπεῖγον ἀπὸ αὐτὸ τὸ ἱερὸ καὶ σωτήριο παράγγελμα; Καὶ ποιό χρειάζεται τὴν ἀνθρώπινη ἔγκριση, ὅταν ἡ φωνὴ τοῦ Κυρίου διδάσκει αὐτὸ τὸ ἱερὸ δόγμα καὶ ἀσφαλέστερα ἀπὸ κάθε σφραγίδα τὸ περιβάλλει μὲ τὴν ψῆφο του; Ἄν καὶ βέβαια μολονότι καὶ οἱ δύο μοιράζονταν τὸ κατεπεῖγον πρὸς ἴση καὶ ὅμοια ὠφέλεια, δηλαδὴ ὁ σωτήριος νόμος καὶ ἡ γνώμη τῶν μαθητῶν, καὶ δὲν διέφεραν σὲ κανένα νόημα, οὔτε ἔτσι γινόταν ἀνεκτὸ νὰ μπαίνει ἡ γλώσσα τοῦ δούλου μπροστά ἀπὸ τὴ δεσποτικὴ διδασκαλία. Κι ἄν τὴν παραδοχὴ τῶν μαθητῶν τὴν ἀκολουθεῖ ἡ ἀναίρεση τοῦ δασκάλου, πῶς δὲν φτάνει σὲ θρασύτητα μὲ τὴν ὁποία ὑβρίζεται ἡ δωρεὰ τῆς συγγνώμης, ὥστε νὰ μὴ θεωρεῖται ἡ κρίση τοῦ Κυρίου πὼς εἶναι ἀπὸ τὰ κατεπείγοντα, ἀλλ’ ὅτι εἶναι ἡ σκέψη τῶν δούλων, καὶ νὰ παραβλέπομε ἔτσι αὐτὸ ποὺ δὲν μποροῦμε νὰ ὁμολογήσομε χωρὶς παραλογισμὸ ὅτι παραβλέφθηκε, νὰ δεχόμαστε ὅμως καὶ νὰ προτάσσομε ἐκεῖνο ποὺ ἡ ἐκλογή του εἶναι τιμωρία ἐκείνου ποὺ κάνει τὴν ἐκλογή; Ἀλλὰ βέβαια καὶ οἱ ἴδιοι, παραβλέποντας καὶ παραβαίνοντας φανερὰ τόσο σημαντικὴ καὶ μεγάλη ἐντολή, ἄν ἦταν ἀληθινὰ ἔνοχοι παραβάσεως, πῶς θὰ μποροῦσαν νὰ συμβουλεύουν τοὺς ἀκροατὲς τῶν ἱερῶν μαθημάτων νὰ πειθαρχοῦν στὴ δεσποτικὴ ἐντολὴ καὶ νὰ ρυθμίζουν τὴ ζωή τους καὶ σύμφωνα μ’ αὐτὴ νὰ φροντίζουν τὴν πολιτεία τους; Γιατί εἶναι τὸ ἴδιο νὰ προσπαθεῖ κανεὶς νὰ κάνει φύλακες τῶν ἐντολῶν μὲ τὴν ἀθέτησή τους, καὶ νὰ ἀπαιτεῖ ἀπὸ αὐτοὺς νὰ ἀθετήσουν αὐτὸ ποὺ δὲν πρέπει νὰ παραβοῦν. Ἀπὸ αὐτὸ τί ἄλλο θὰ μποροῦσε νὰ βρεῖ ὁ ἐχθρός, μὲ τὸ ὁποῖο καὶ θὰ ἀλαζονευτεῖ ὅτι νοθεύει τὴ διδασκαλία, καὶ ὅτι ἔχει προσάψει τὴν ἔσχατη ὕβρη στὸ κήρυγμα;

4 Αὐτὰ λοιπὸν καὶ πολλὰ ἄλλα ὅμοια ποὺ προέρχονται ἀπὸ εὐσεβεῖς καὶ ἀντικειμενικοὺς συλλογισμοὺς καὶ ποὺ κατηγοροῦν τὴν ὑποτιθέμενη λύση μας, θέλουν νὰ ἐρευνήσομε μιὰ ἄλλη ἑρμηνεία τοῦ ζητήματος, μὲ τὴν ὁποία καὶ ἡ δυσκολία τῆς ἀπορίας ἀνοίγεται σὲ μιὰ κατανόηση ἀπρόσκοπτη καὶ ὁμαλή, καὶ τὸ πλῆθος τῶν ἀμφιβολιῶν θὰ διασκορπιστεῖ. Ὅτι βέβαια οἱ πανάγιες καὶ τελεστικὲς πράξεις τῆς εὐσέβειας τῶν ἱερῶν ἀποστόλων τελώντας τὸ ἱερὸ βάπτισμα, λέγονται ὅτι τὸ ἐκτελοῦν στὸ ὄνομα τοῦ ’Ιησοῦ Χριστοῦ, κανένας ἀπὸ ὅσους ἔχουν ὑγιῆ ἀκοὴ δὲ θὰ μπορέσει νὰ τὸ ἀντικρούσει. Ποιό ὅμως εἶναι τὸ νόημα ποὺ οἱ λέξεις αὐτὲς καὶ τὰ ὀνόματα ἀναπτύσσουν καὶ ἑρμηνεύουν δὲν εἶναι τοῦ καθενὸς νὰ τὸ κατανοήσει. Λέει λοιπὸν ὁ κορυφαῖος Πέτρος ἀσκώντας τοὺς ’Ιουδαίους σὲ μετάνοια καὶ εὐαγγελιζόμενος συγγνώμη τοῦ μιαροῦ φόνου· «ἂς βαπτιστεῖ ὁ καθένας σας στὸ ὄνομα τοῦ ’Ιησοῦ Χριστοῦ γιὰ συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν». Καὶ πάλι μὲ θεία ἔμπνευση, ἀφοῦ ἔλαβε τὴν προτροπὴ νὰ βαπτίσει τὸν ἑκατόνταρχο, κρίνει ἀξίους γιὰ τὴν ἀναγέννηση τὸν ἴδιο τὸν Κορνήλιο καὶ τοὺς γύρω ἀπὸ αὐτόν, παρέχοντας τὸ ἱερὸ δῶρο τῆς ἄφεσης στὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου. Καὶ στὴν Ἔφεσο ἐπίσης ὑπῆρχαν μαθητὲς ποὺ εἶχαν βαπτιστεῖ μόνο μὲ τὸ βάπτισμα τοῦ ’Ιωάννη, στοὺς ὁποίους, γράφει ἡ ἁγία Γραφή, ἀκούοντας ὅτι ὁ Παῦλος διδάσκει, ἔβαλε ὁ ’Απόστολος ἐπάνω τους τὰ ἐξιλαστήρια χέρια του στὸ ὄνομα τοῦ ’Ιησοῦ Χριστοῦ γιὰ νὰ δεχθοῦν τὸ οὐράνιο δῶρο τῆς υἱοθεσίας καὶ ν’ ἀπολαύσουν τὴν ἐπιφοίτηση τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Καὶ ἄπειρα ἄλλα παρόμοια ἐκφρασμένα μὲ τὸν ἴδιο τύπο τῶν λέξεων τοῦ βαπτίσματος μποροῦμε νὰ βροῦμε χωρὶς κόπο. Ἀλλά, ὅπως εἴπαμε, πολλὲς φορὲς ἡ πρόχειρη ἑρμηνεία κατεβαίνοντας στὸ βάθος τοῦ ἱεροῦ νοήματος, ἄν δὲν λάβει ὡς βοηθὸ τὴ φιλοσοφικὴ βάσανο καὶ μελέτη, δὲ μπορεῖ ν’ ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὴν ἀσάφεια καὶ ἀπὸ τὴ φανερὴ ἀντίφαση τῆς γνώμης. Γιατί ἡ ἀδιάκριτη συγκατάθεση στὶς λέξεις καὶ ἡ παραδοχὴ τῶν λέξεων ἀπὸ τὸν ἦχο τους, καὶ πολλὰ ἄλλα ἄτοπα γέννησε πολλὲς φορὲς σὲ πολλὰ ζητήματα, καὶ τώρα θὰ μποροῦσε νὰ διαιρέσει ὄχι σὲ δύο μόνο τελετὲς τὸ φρικτὸ μυστήριο τῆς παλιγγενεσίας, ἀλλὰ νὰ παρουσιάσει καὶ μύριες ἄλλες ποὺ προκύπτουν ἀπὸ τὴ διαίρεση, ἄν ἀπὸ τὸ πρῶτο ξεκίνημα βρεῖ ἀφορμή νὰ προστεθοῦν καὶ ἄλλες, καὶ ἔτσι νὰ κατατμηθεῖ σὲ πλῆθος τὸ ἑνιαῖο καὶ ἀκατάτμητο τῆς εὐσέβειας καὶ τὸ κοινὸ στὴ μορφὴ καὶ στὸν τρόπο τῆς θείας διδασκαλίας, καὶ αὐτὲς οἱ τελετὲς δὲν μποροῦν νὰ παραγραφοῦν, ἄν δὲν παραγραφεῖ μαζί τους καὶ ἡ διαφορὰ ποὺ πρώτη ξεκίνησε καὶ νόθευσε τὸ προνόμιο τῆς ἐντολῆς τοῦ Κυρίου.

5 Καὶ πρόσεχε σὲ πόσα κομμάτια κατατέμνει καὶ χωρίζει τὴ θεία καὶ οὐράνια δωρεὰ τῆς υἱοθεσίας ἡ ἀβασάνιστη, ὅπως εἴπαμε πολλὲς φορές, προσοχὴ στὶς λέξεις καὶ τὸ νὰ μὴ θέλομε νὰ εἰσδύσομε στὸ βάθος τῆς ἀλήθειας. Ἡ μία δηλαδή, σύμφωνα μὲ τὴ θεωρία ἐκείνων ποὺ μένουν προσηλωμένοι στὶς λέξεις, βαπτίζει στὸ ὄνομα τοῦ ’Ιησοῦ Χριστοῦ, καὶ ἡ ἄλλη στὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου μόνο. Ποιά λοιπὸν ἀπὸ τὶς δύο ἐκδοχὲς θὰ ἐφαρμόσομε στὴν ἱεροπραξία τῆς δωρεᾶς; Γιατί δὲν ἔχουν οἱ λέξεις παραλλαγὴ οὔτε προεπιλογὴ στὴ χρήση τους ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ θέλουν. Κι ὅποιος διαγράφει μιὰν ἀπὸ ὅσες ἀναφέραμε, ἀνοίγει τὸ δρόμο γιὰ νὰ ἰσχύσουν καὶ οἱ διαγραφὲς τῶν ἄλλων. Καὶ ἔτσι ἐκεῖνοι ποὺ δὲν τελοῦν τὸ βάπτισμα σύμφωνα μὲ τὴ Δεσποτικὴ διδασκαλία θὰ ἐξωθήσουν ὅλες νὰ πολεμοῦν ἐναντίον ὅλων. Κι ἄν ἔχει δοθεῖ κατὰ τὶς ἐκφωνήσεις τῆς μυστικῆς υἱοθεσίας τὸ ἕνα νὰ ἀφαιρεῖται καὶ τὸ ἄλλο νὰ προστίθεται, τί ἐμποδίζει πάλι ὅσους θέλουν νὰ ἐπινοοῦν, ἐκτὸς ἀπὸ αὐτὲς ποὺ ἀναφέραμε, καὶ ἄλλες τελετές; Καὶ πόσο πολὺ περισσότερο δίκαιο καὶ ἀναντίρρητο εἶναι στὴ θέση ἐκείνων ποὺ δὲν ἀναφέρθηκαν νὰ τηρεῖται σταθερὰ αὐτὴ ποὺ ἡ γλώσσα τῆς ἴδιας τῆς ἀλήθειας νομοθέτησε καὶ σύμφωνα μ’ αὐτὴν νὰ τελεῖται τὸ μυστήριο τῆς παλιγγενεσίας;

6 Καὶ δὲν ἀνέφερα ἀκόμα τὸ ἀκαταμάχητο τῶν ἐλέγχων αὐτῆς τῆς γνώμης, ὅτι ὅσοι ἐγκατέλειψαν ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τὴ δεσποτικὴ διδασκαλία, ἀκόμα κι ἂν δὲν θέλουν, μὲ τὴν τελετὴ θὰ παραχωρήσουν ἄπειρες τελετὲς γιὰ τὴ μία υἱοθεσία, καὶ θὰ ὁδηγήσουν ἔτσι τὸ χάρισμα σὲ χλευασμό. Θὰ βαπτίσουν καὶ χωρὶς νὰ λέει ὁ ἱερέας ποὺ ἱερουργεῖ τὶς θεῖες ἐκφωνήσεις, ἀλλὰ ὁ ἴδιος ὁ βαπτιζόμενος προτοῦ βαπτιστεῖ θὰ ἁρπάζει τὴν ἱερὴ διαδικασία τῆς μυσταγωγίας, καὶ τότε δὲ θὰ καθαρίζει ἄλλους μὲ τὸ λουτρὸ τῆς παλιγγενεσίας, ἀλλὰ τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό του. Βέβαια μπορεῖ νὰ βρεῖ κανεὶς στὶς ἴδιες τὶς ἅγιες Πράξεις τῶν ἀποστόλων, ὅτι ὁ Ἀνανίας, ποὺ ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς μαθητές, ὅταν τὸν διέταξε θεῖο ὅραμα νὰ ὁδηγήσει στὸ χορὸ τῶν ἀποστόλων τὸ διώκτη καὶ φοβερὸ πολέμιο τῆς εὐσέβειας, ποὺ ἀκόμα δὲν εἶχε γίνει Παῦλος, ὅταν ὁ μυσταγωγὸς ἀφαίρεσε μὲ τὸ ἄγγιγμα τῶν χεριῶν του τὸ σωματικὸ σκότος τῶν ματιῶν τοῦ μυσταγωγούμενου, τότε ἀκριβῶς ὁ Ἀνανίας πρὸς αὐτόν, ποὺ ἀπὸ τὸ σκοτάδι εἶχε περάσει στὸ φῶς καὶ εἶχαν μεταβληθεῖ ὁ νοῦς καὶ τὰ μάτια του, λέει· Τί ἀργεῖς; Σήκω, βαπτίσου καὶ πλύνε τὶς ἁμαρτίες σου, ἐπικαλούμενος τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου. Ἐσὺ ὁ ἴδιος νὰ ἐπικαλεστεῖς τὸ ὄνομά του, καὶ κανένας ἄλλος νὰ μὴν τελέσει καὶ νὰ μὴν πεῖ τὶς θεῖες ἐκφωνήσεις. Μὰ τί εἶναι αὐτὸ ποὺ λέγεις; Ἐκεῖνος ποὺ μυούνταν καὶ δὲν εἶχε ἀκόμα γίνει ἡ μύησή του, τελοῦσε τὴ μύησή του; Ἐκεῖνος ποὺ εἶχε ἀνάγκη τὴν παλιγγενεσία, αὐτὸς τελοῦσε ὁ ἴδιος τὴν παλιγγενεσία; Ἐκεῖνος ποὺ δεχόταν τὴν τελείωση ἀπὸ τὰ χέρια καὶ τὰ χείλη τοῦ ἱερέα, αὐτός, ἁρπάζοντας τὸ ἀξίωμα ἐκείνου, ἔδινε στὸν ἑαυτό του τὴν τελειότητα; Τὸ γράμμα δηλαδή, στὸ ὁποῖο στηρίζουν τὴν πεποίθησή τους καὶ διαγράφουν τὴν ἐντολὴ τοῦ Κυρίου, μὲ μιὰ πρώτη ἀνάγνωση ἀπαιτεῖ νὰ ἔχουν αὐτὴ τὴν ἰδέα ἔστω κι ἂν δὲ θέλουν.

Αὐτὸς λοιπὸν εἶναι ἕνας ἄλλος τρόπος μύησης ποὺ δὲ μοιάζει μὲ κανέναν ἄλλο ἀπὸ ὅσους ἀναφέραμε. Ὅταν ὁ κορυφαῖος, γράφοντας τὶς καθολικὲς παραινέσεις του στοὺς Ἰουδαίους τῆς διασπορᾶς, καθοδηγοῦσε μὲ τὰ δυό του χέρια τὴν πορεία τοῦ λόγου του καὶ τὴν ταχύτητα τῆς γραφῆς, νομοθέτησε τὸ βάπτισμα τῆς ἀγαθῆς συνείδησης, ὄχι χρησιμοποιώντας τριπόδι μαντικό, ἀλλὰ μιλώντας μὲ ψυχὴ θεοπαρμένη. Δὲ θὰ πιαστεῖς λοιπὸν ἐσὺ πάλι ἀπὸ τὶς λέξεις καὶ δὲ θὰ κηρύξεις τὴν εἰσήγηση ἄλλης διδασκαλίας, ἐγκαινιάζοντας καὶ λουτρὸ κάθαρσης τῶν ἁμαρτημάτων, τελούμενο ὄχι στὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, οὔτε διδασκόμενο σύμφωνα μὲ κάποιο λόγο διαφορετικὸ ἀπὸ ὅσους εἴπαμε, ἀλλὰ σὰν ἕναν ἐρώτημα στὸ Θεὸ μιᾶς ἀγαθῆς συνείδησης; Βλέπεις σὲ πόσα ἄτοπα παρέδωσαν τὸν ἑαυτό τους μὲ τὰ ὀνόματα ἐκεῖνα, ποὺ ἡ ἀβασάνιστη προφορά τους προτιμήθηκε ἀντὶ τῆς ἀλήθειας τῶν πραγμάτων; Ἀλλὰ γιατί δὲν ἀναφέρω καὶ κάτι ἄλλο, ποὺ δὲν εἶναι ἐλαφρότερο ἀπὸ κανένα ἀπὸ τὰ ἄλλα, γιὰ νὰ μὴ πῶ καὶ βαρύτερο ἀπὸ ὅλα; Ἡ μεγαλόφωνη σάλπιγγα τοῦ Πνεύματος, ὁ Παῦλος, ποὺ ὑψώθηκε ὥς τὸν οὐρανό, δίνει σάλπισμα μέγα καὶ λαμπρό, ὅτι ἐμεῖς βαπτισθήκαμε στὸ θάνατο τοῦ Χριστοῦ. Ἀκούεις, ἄνθρωπέ μου; Ἀλλὰ τὸ εἶπε πρῶτος αὐτὸς ὁ ἴδιος· «Ὅσοι βαπτισθήκαμε στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ». Ἑπομένως ἔχομε ταυτόχρονα δύο μυσταγωγίες, σύμφωνα μὲ τὴ θεωρία ἐκείνων ποὺ διδάσκουν νὰ χρησιμοποιοῦνται χωρὶς διάκριση τὰ ὀνόματα, ἡ μία ποὺ βαπτίζει στὸ θάνατο τοῦ Χριστοῦ, καὶ ἡ ἄλλη στὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, καὶ ὄχι στὸ θάνατό του.

7 Τί πρέπει λοιπὸν νὰ ποῦμε; Γιατί ἡ ἴση συνεξέταση αὐτῶν τῶν ἐλέγχων, δὲν ἔχει τὸ ἀπαράγραπτο δικαίωμα νὰ ἐλέγχει ἐκείνους μόνο ποὺ διδάσκουν ψευδῶς, ὅτι οἱ μαθητὲς παρουσίασαν διαφορετικὲς μυσταγωγίες ἐκτὸς ἀπὸ τὴ Δεσποτική, ἀλλὰ φαίνεται ὅτι παρεισάγουν, ἐνῶ ὑπάρχει ἡ ἱερὴ διδασκαλία τοῦ Κυρίου, ἄλλες ἐκφράσεις, ποὺ δὲν εἶναι ἀδικαιολόγητο νὰ ποῦμε, ὅτι δὲν διασώζουν σὲ ὅλα τὸ ἀπαράλλακτο πρὸς αὐτήν. Ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι ἔτσι. Γιατί δὲν ἀντινομοθετοῦν νὰ πράττομε ἀντίθετα μὲ τὸν ὅρο καὶ τὸ θέσπισμα ἐκείνης, οὔτε περιορίζουν στὸν ἑαυτό τους τὸ προοίμιό της, ἀλλὰ σ’ αὐτὴν μονάχα ἀναφέρουν τὸ λόγο τῆς παλιγγενεσίας κι αὐτὴν δηλώνουν καὶ κηρύττουν μὲ τὴν ποικιλία τῶν ὀνομάτων. Τί πρέπει λοιπὸν νὰ ποῦμε; Τί ἄλλο ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ἤδη εἴπαμε; Καὶ γιὰ νὰ μιλήσω παραβολικά, ὅλα τὰ ἀνόμοια, ὅσα δηλώνουν τὴν παλιγγενεσία, εἶναι σὰν κάποιες λαμπάδες ποὺ σκορπίζουν τὸ φῶς καὶ ἀνεβαίνουν πρὸς ἐκεῖνο τὸ θεῖο καὶ πηγαῖο καὶ ἄφθαρτο καὶ ἀστείρευτο φῶς. Ὅμως δὲν εἶναι αὐτὲς τὸ πῦρ τὸ καθάρσιο, οὔτε γίνεται σύμφωνα μ’ αὐτὲς ἡ ἀναγέννηση, ἀλλ’ εἶναι ἕνα ἐκεῖνο τὸ πῦρ ποὺ χαρίζει τὴν πάνω ἀπὸ κάθε λόγο χάρη καὶ υἱοθεσία, ἐνῶ οἱ λαμπάδες δηλώνουν ἐκεῖνο, ἄλλες καθαρότερα καὶ ἄλλες πιὸ αἰνιγματικὰ καὶ ὑποσημαίνουν μυστικὰ καὶ συνοπτικὰ τὴ μιὰ καὶ τὴν ἴδια μυσταγωγία. Γιατί γι’ αὐτοὺς ποὺ ἀγαποῦν τὴ θεία θεωρία κι ἔχουν λάβει ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τὴ χάρη νὰ ἐννοοῦν τὴ σημασία τῶν ὀνομάτων καὶ τῶν ρημάτων, καθένα ἀπὸ τὰ ἐπιμέρους λεγόμενα δηλώνουν τὸ βάπτισμα στὸ ὄνομα τοῦ Πατέρα καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Ὅσοι ὅμως δέχονται τὸν ἦχο τῆς λέξης ὥς τὴν πύλη τῆς ἀκοῆς τους καὶ εἶναι κουφὸ τὸ ἐσωτερικό τους κριτήριο, εἶναι πιθανὸ νὰ πέφτουν σ’ ἄπειρα παραπτώματα.

8 Καὶ ὄχι μόνο ὡς πρὸς αὐτὸ τὸ ζήτημα πολλοὶ ἀφήνουν τὰ πράγματα κι ἀσχολοῦνται μὲ τὶς κούφιες λέξεις, ἀλλὰ καὶ σὲ μύρια ἄλλα, ἐξαιτίας τῶν ὁποίων φύτρωσαν τὰ ζιζάνια τῶν αἱρέσεων στὴν Ἐκκλησία, ποὺ δὲν παρέχουν κανένα καρπὸ κατάλληλο γιὰ τροφή, ἀλλὰ βλαστάνουν φαρμακερὰ δηλητήρια. Ἡ εὐσέβεια ὅμως δὲν εἶναι τέτοια, ἀλλ’ ἀκολουθεῖ σὲ κάθε περίπτωση τὸ πνεῦμα κι ὄχι τὸ γράμμα, καὶ τρυγᾶ τοὺς καρπούς της κι ἀπολαμβάνει τὴν τροφὴ ποὺ δε νοθεύεται ἀπὸ καμμιὰ πρόσθετη σπορὰ τοῦ δράκοντα, ἀλλ’ οὔτε καὶ κανένα ἴχνος δείχνει τοῦ παλαιοῦ φιδιοῦ. Γιατί πῶς μποροῦμε νὰ ποῦμε, ὅτι ἡ βάπτιση στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἕνας διάφορος τρόπος βαπτίσματος; Καὶ πῶς εἶναι ἄλλος τρόπος βαπτίσματος ἡ βάπτιση στὸ θάνατο τοῦ Χριστοῦ; Γιατί, ἂν καθένας ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς τρόπους ἀποτελοῦσε χωριστὸ νόμο τῆς μυσταγωγίας, θὰ ἦταν νόμοι συγκρουόμενοι μεταξύ τους, καὶ μὲ ἐκεῖνα ποὺ θὰ ἐπιχειροῦσε κάποιος ν’ ἀνατρέψει τὸν ἕνα, θ’ ἀνέτρεπε μ’ αὐτὰ καὶ τὸν ἄλλο. Κι ἂν αὐτὰ εἶχαν τὸ δικαίωμα εἰσαγωγῆς νόμων, δὲ θὰ ἦταν παράλογο νὰ περνᾶ στὸ ἄχρηστο καὶ τὸ περιττὸ ἡ μυσταγωγία ποὺ ὅρισε ὁ Κύριος, καὶ ἡ ἴδια πάλι θὰ πρότεινε τὴν ἀναίρεση ὅλων αὐτῶν μὲ λαμπρότερη δύναμη καὶ κῦρος. Ἄρα λοιπὸν τὸ μονότροπο καὶ δεσποτικὸ ἐκεῖνο βάπτισμα ἀποκτᾶ μεγαλύτερη ἰσχὺ καὶ ἀναγνωρίζεται καὶ ἀπὸ τὴ διαφορὰ ποὺ ὑπάρχει ἀνάμεσα στὶς λέξεις ποὺ πολλὲς φορὲς ἔχουν ἀναφερθεῖ, ἐνῶ ἐκείνων τίποτε δὲν μεταπίπτει οὔτε μετατίθεται στὸ προνόμιο αὐτῆς τῆς μυσταγωγίας.

Τί θὰ μποροῦσες ἐπίσης νὰ πεῖς, γι’ αὐτὸ ποὺ λέγει πάλι ἡ γλώσσα τοῦ Πνεύματος, ἡ ὁποία καθιστᾶ ρητὰ τὰ ἄρρητα καὶ ἐρευνᾶ μὲ ἀκρίβεια τὰ οὐράνια προτοῦ ἀποθέσει τὴ σάρκα; Γιατί λέει, «ὅλοι βαπτισθήκαμε σὲ ἕνα σῶμα»; Ἆραγε θὰ νομίσεις ὅτι κι αὐτὸ νομοθετεῖ νόμο ἀντίθετο πρὸς τὸ παράγγελμα τοῦ Κυρίου καὶ θὰ τελέσεις τὸ βάπτισμα τῆς ἄφεσης τῶν ἁμαρτημάτων σύμφωνα μ’ αὐτό; Μὴ τὸ κάνεις αὐτὸ σύ, ἂν σὲ πείθουν τὰ λόγια μου, ἢ καλύτερα, κι ἂν ἀκόμα δὲν σὲ πείθουν· γιατί αὐτὸ δὲν διαφέρει καθόλου ἀπὸ τὰ παιδιὰ ποὺ παίζουν στὴν ἄμμο, ποὺ ἀπὸ τὴ μιὰ χτίζουν μὲ πολὺ πάθος οἰκίες καὶ πόλεις, καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη μὲ μεγαλύτερο πάθος τὶς καταστρέφουν. Γιατί τὸ νὰ νομίζει κανεὶς ἄλλοτε αὐτὸ μυσταγωγία, καὶ ἄλλοτε πάλι ἄλλο, αὐτὸ διασπᾶ σὲ ἄπειρα τὸ ἑνιαῖο τοῦ βαπτίσματος, συντελεῖ στὴ γρήγορη κατάργησή του, καὶ καταστρέφει μὲ αὐθάδεια καὶ ὁδηγεῖ στὴν ἀνυπαρξία τὸ μεγάλο αὐτὸ καὶ θεοπρεπέστατο δῶρο.

Βάπτιζαν λοιπὸν οἱ ἀπόστολοι σύμφωνα μὲ τὴν ἐντολὴ τοῦ Σωτήρα καὶ παρέδιδαν τὴν ἐξουσία καὶ σὲ ἄλλους νὰ βαπτίζουν στὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, καὶ τὸ δόγμα ἁπλωνόταν παντοῦ καὶ ὁ νόμος ἔδειχνε τὴν ἰσχύ του μὲ τὴν ἔμπρακτη ἐφαρμογή του καὶ τὸ κήρυγμα διαδιδόταν στὴν οἰκουμένη. Καὶ λεγόταν ὅτι βάπτιζαν στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ καὶ στὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου καὶ στὸ θάνατο τοῦ Χριστοῦ καὶ ὅσα παρόμοια, ὄχι ὅτι τὸ δῶρο τῆς παλιγγενεσίας τὸ ἐπιτελοῦσαν κατὰ τὶς ἱερὲς τελετὲς μὲ τὴν ἐπίκληση αὐτῶν τῶν ὀνομάτων, ἀλλ’ ὅτι σύμφωνα μὲ τὸ νόμο ἐκείνου καὶ τὴ μυσταγωγία ποὺ δωρήθηκε σ’ αὐτούς, σύμφωνα μὲ αὐτὴ παρεῖχαν τὴ χάρη τοῦ βαπτίσματος στοὺς μυουμένους. Ὅταν λοιπὸν ἀκούσεις, ὅτι οἱ ἀπόστολοι βάπτιζαν στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, καὶ εἰς Χριστόν, καὶ στὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου, σκέψου καλὰ καὶ κατανόησε, ὅτι γι’ αὐτὸ λεγόταν ὅτι βάπτιζαν ἔτσι, ἐπειδὴ παντοῦ βαπτίζοντας ἐφάρμοζαν τὸ νόμο τοῦ Χριστοῦ, χωρὶς νὰ ἀφαιροῦν τίποτε, χωρὶς νὰ προσθέτουν τίποτε, ἀλλὰ τελοῦσαν τὴν καθαρτικὴ μυσταγωγία κατὰ τὶς ἱερὲς τελετὲς σὲ ἐκείνους ποὺ προσέρχονταν στὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Ἐκεῖνοι λοιπὸν στοὺς ὁποίους οἱ βαπτίζοντες ἀνακήρυτταν τὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστὸ εἰσηγητὴ καὶ μυσταγωγὸ τῆς ἱερᾶς αὐτῆς τελετουργίας, αὐτοὶ ἑπόμενο ἦταν καὶ νὰ γνωρίζουν καὶ λένε ὅτι βάπτιζαν στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ καὶ ἐπικαλούμενοι τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, καὶ ὅσα παρόμοια διατυπώνονται σύμφωνα μὲ τὸν ἴδιο τύπο διατύπωσης· βάπτιζαν δηλαδὴ οἱ ἀπόστολοι ἔτσι ὅπως παρέλαβαν τὸ βάπτισμα, ὅπως τοὺς τὸ παρέδωσε ὁ διδάσκαλος, ὅπως παραγγέλλει τὸ πρόσταγμα τοῦ Κυρίου, ὅπως κηρυσσόταν ἡ δόξα ἐκείνου ποὺ τοὺς μυσταγωγοῦσε.

Ἄλλωστε καὶ τὸ ὄνομα λέγεται ὄχι μόνο γιὰ νὰ δηλώσει τὸ κύριο καὶ ξεχωριστὸ τῆς ὑπόστασης, ἀλλὰ καθόλου λιγότερο γιὰ νὰ δηλώσει καὶ τὴ δόξα καὶ τὴν τιμὴ καὶ τὸν ἔπαινο· γιατί γίνεται μεγάλη χρήση αὐτῆς τῆς λέξης μὲ αὐτὴ τὴ σημασία, ὄχι μόνον ἀπὸ ἐμᾶς τοὺς Χριστιανούς, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ἡ φιλόδοξη ἀσχολία τους μὲ τὶς λέξεις θεωρεῖται μεγάλο δεῖγμα σοφίας. Ἔτσι λοιπὸν ἀκοῦμε νὰ λένε, ὅτι «ἄφησε ὄνομα στὴ ζωή», ἀντὶ τοῦ «ἄφησε γιὰ τὸν ἑαυτό του δόξα καὶ ἔπαινο»· καὶ «τὸ ὄνομά του βρισκόταν στὸ στόμα ὅλων», ἀντὶ τοῦ «ἀπὸ ὅλους στεφανωνόταν ἀπὸ ἐπαίνους καὶ ἀπολάμβανε πολλὴ τιμή», καὶ πολλὰ παρόμοια. Καὶ ἀπὸ ἐμᾶς λέγεται ὁ ἱερὸς λόγος, «εἶναι θαυμαστὸ τὸ ὄνομά σου σὲ ὅλη τὴ γῆ», ἀντὶ τοῦ «ἡ δόξα σου καὶ ἡ ἐξαιρετικὴ τιμή».

Ἀλλὰ βέβαια καὶ ὁ σοφὸς ὡς πρὸς τὰ θεῖα καὶ τὰ ἀνθρώπινα, ἐννοῶ τὸν Παῦλο, τὸ καύχημα τῶν ἀποστόλων, φαίνεται ἔτσι νὰ χρησιμοποιεῖ τὴ λέξη· γιατί λέει· «δὲν βάπτισα κανένα ἄλλο, παρὰ μόνο τὸν Κρήσπο καὶ τὸν Γάιο· βάπτισα ἐπίσης καὶ τὴν οἰκία τοῦ Στεφανᾶ», καὶ μετὰ ἀπὸ λίγο· «γιὰ νὰ μὴ πεῖ κάποιος, ὅτι βάπτισα στὸ δικό μου ὄνομα». Δὲν λέει βέβαια αὐτό, μακριά μιὰ τέτοια σκέψη, ὅτι «τὴν τελετὴ τοῦ βαπτίσματος δὲν φάνηκε νὰ τὴ μυσταγωγεῖ στὸ ἴδιο ὄνομα»· γιατί καὶ τὴν οἰκία τοῦ Στεφανᾶ καὶ τοὺς ἄλλους ποὺ βάπτισε, δὲν τοὺς χάριζε τὴν ἀναγέννηση ἐπικαλούμενος τὸν Παῦλο (κανένας καὶ ἀπὸ τοὺς πιὸ ἀθεότερους δὲ θὰ μποροῦσε νὰ ἐπιρρίψει αὐτὴ τὴν συκοφαντία στὸν Παῦλο)· γιατί καὶ ἐκεῖνος φρόντιζε νὰ ἀνατρέψει τὴν τερατεία αὐτοῦ τοῦ εἴδους. Ἀλλὰ τί τέλος πάντων ἦταν αὐτὸ ποὺ λέει, παρὰ αὐτό, ὅτι δηλαδὴ γι’ αὐτὸ δὲν ἔβαλα σὲ πρώτη θέση τὸ βάπτισμα, γιὰ νὰ μὴ συμβεῖ καὶ δώσω, μὲ τὸ πλῆθος ἐκείνων ποὺ βαπτίζω, πρόφαση γιὰ διαβολὴ στοὺς φθονερούς, καὶ ποῦν ὅτι ἐπιδιώκω νὰ δοξαστῶ, καὶ κάνουν ἔργο τῆς ζωῆς τους νὰ τοξεύουν μὲ τὸ φθόνο τὰ ὡραιότατα, καὶ καπηλευθοῦν ἔτσι τὴ σωτηρία ἐκείνων ποὺ ἀναγεννιοῦνται, περιυβρίζοντας τὸ δένδρο τοῦ Πνεύματος μὲ τοὺς αὐτοεπαίνους. Καὶ μὲ ἄπειρα ἄλλα χωρία μποροῦμε νὰ δοῦμε ὅτι μὲ τὸ ὄνομα σημαίνεται ἡ δόξα καὶ ὁ ἔπαινος καὶ ἡ τιμή.

9 Καὶ βέβαια μὲ αὐτὰ ἡ ἑρμηνεία αὐτὴ πηγαίνει καὶ σὲ καθένα ἀπὸ αὐτὰ τὰ ὀνόματα, τὰ ὁποῖα φυσικὰ κάνουν τὸ διαχωρισμὸ καὶ τὴ διάκριση τῶν προσώπων, καὶ ἄλλοτε δηλώνει κάποια μίμηση καὶ παρομοίωση μὲ τὸ πρόσωπο ποὺ ἔχει κάνει ἀρχὴ σὲ μιὰ πράξη μεγαλοπρεπή, ἄλλοτε πάλι ὑπογραμμίζει τὴ φύλαξη καὶ τὴν τήρηση τῶν παραγγελμάτων. Ἔτσι λοιπὸν καὶ οἱ Ἰουδαῖοι λέγεται ὅτι βαπτίστηκαν στὸ ὄνομα τοῦ Μωυσῆ, ἐπειδὴ κατὰ κάποιο τρόπο μιμήθηκαν ἐκεῖνον καὶ πέρασαν πεζοπορώντας τὸ ὑγρὸ στοιχεῖο χωρὶς νὰ βραχοῦν τὰ πόδια τους, καὶ κάνοντάς τον ἀρχηγό τους καὶ ἀναθέτοντας ὅλη τους τὴν ἐλπίδα στὸ πρόσωπό του, ἀποδείχθηκαν νικητὲς τῆς αἰγυπτιακῆς ἐπιβολῆς. Καὶ ἔτσι μέσα στὰ κύματα ἐκεῖνα, στὰ ὁποῖα αὐτοὶ δὲν ἔβρεξαν κἂν τὰ πόδια τους, ἔβλεπαν τοὺς διώκτες τους νὰ βουλιάζουν σ’ αὐτά, κι ἀπολάμβαναν διπλὴ χαρά· μιὰ ἀπὸ τὴν παράδοξη πανωλεθρία τῶν ἐχθρῶν τους, καὶ τὴν ἄλλη ἀπὸ τὴ δική τους πάνω ἀπὸ κάθε λόγο σωτηρία.

Αὐτοῦ περίπου τοῦ νοήματος εἶναι καὶ αὐτὰ ποὺ λέει ὁ διδάσκαλος τῆς οἰκουμένης· «ὅσοι βαπτισθήκαμε στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, βαπτισθήκαμε στὸ θάνατό του». Γιατί μὲ τὴ φράση, «βαπτισθήκαμε στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ», διακηρύττει ὅτι πρέπει κι ἐμεῖς νὰ ἐπιτελοῦμε τὴν ἀναγέννησή μας σύμφωνα μὲ τὴ μυσταγωγία ἐκείνου καὶ τὴν τελετὴ ποὺ μᾶς ἔχει παραδοθεῖ, ἐνῶ μὲ τὴ φράση, «στὸ θάνατό του», δὲ λέει ἀσφαλῶς ὅτι τελοῦμε τὸ λουτρὸ τῆς παλιγγενεσίας ἐπικαλούμενοι τὸ θάνατο τοῦ Κυρίου μας, μακριά μιὰ τέτοια σκέψη (γιατί αὐτὴ ἡ παρανομία εἶναι τόλμημα τοῦ ἀνόμοιου Εὐνόμιου), ἀλλ’ ὅτι ὅσοι βαπτίζονται στὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος μιμοῦνται τὸ θάνατο τοῦ Σωτήρα μὲ ἱερὰ σύμβολα καὶ μυστικὰ κατὰ κάποιο τρόπο αἰνίγματα, καὶ ὑπογραμμίζουν καὶ διατυπώνουν αὐτὰ ποὺ ἐκεῖνος θέλοντας ὑπέμεινε· τὴν τριήμερη παραμονή του στὸν ᾅδη τὴν ἐξεικονίζομε μὲ τὴν τριπλὴ κατάδυση, ἐνῶ μὲ τὶς ἰσάριθμες πάλι ἀναδύσεις ἐξεικονίζεται ἡ τριήμερη ἀνάστασή του, χάρη στὴν ὁποία ἔγινε ἡ ἀποκατάσταση γιὰ μᾶς καὶ ἡ ἀνακαίνιση τοῦ Ἀδὰμ ποὺ εἶχε παλαιωθεῖ. Γιατί καὶ ἡ βάπτιση στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ καὶ στὸ θάνατό του, καὶ σὲ ἕνα σῶμα καὶ στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, καὶ τὰ ὅμοια, ὡς πρὸς τὸ σχῆμα βέβαια τῶν ὀνομάτων καὶ τῶν λέξεων δὲ δείχνουν καμμιά μεγάλη παραλλαγή, ὡς πρὸς τὴ σημασία ὅμως τοῦ νοήματος καὶ τὴ διάκριση καὶ τὸ πρᾶγμα ποὺ διακηρύττουν, παρουσιάζουν πάρα πολὺ μεγάλη διαφορά.

10 Ὅτι βέβαια τὸ ὄνομα καὶ μὲ ἄλλο τρόπο δείχνει τὴ δύναμη τοῦ κηρύγματος, μᾶς τὸ δείχνει μὲ σαφήνεια ὁ μυσταγωγὸς τοῦ Παύλου Ἀνανίας, ὅταν ἐκδηλώνει τὸ φόβο του μήπως πάθουν ὅσα ἦταν φυσικὸ νὰ ὑπονοεῖ ὅτι θὰ κάνει ὁ Σαῦλος. Γιατί πρὸς ἐκεῖνον ποὺ τοῦ παράγγειλε μέσω ὁράματος νὰ ὁδηγήσει στὴν πίστη τὸ διώκτη, λέει· «Κύριε, ἄκουσα ἀπὸ πολλοὺς γιὰ τὸν ἄνθρωπο αὐτὸν πόσα κακὰ ἔκανε στοὺς πιστούς σου στὴν Ἱερουσαλήμ». Κι ἔπειτα πρόσθεσε· «κι ἐδῶ ἔχει ἐξουσία ἀπὸ τοὺς ἀρχιερεῖς νὰ παραδώσει στὰ δεσμὰ ὅλους ὅσοι ἐπικαλοῦνται τὸ ὄνομά σου», ἂν καὶ βέβαια δὲν ἦταν ἔργο οὔτε καὶ ἔγνοια τῶν πιστών νὰ ἐκφωνοῦν πρὸς κανένα ἔτσι ἁπλὰ τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, οὔτε χωρὶς τὴ δογματικὴ ὀρθότητα καὶ τὴν πίστη ποὺ ἐκεῖνος δίδαξε νὰ κάνομε μὲ τὰ χείλη μας τὴν ἐπίκλησή του. Ἀλλὰ σ’ αὐτὴ τὴ περίπτωση ἐπικαλούμενους τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ λέει ἐκείνους, ὅσους κοσμοῦσε ἡ πίστη πρὸς αὐτόν, καὶ μποροῦσε κανεὶς νὰ δεῖ στὸ πρόσωπό τους τοὺς ἐραστὲς τῆς διδασκαλίας του καὶ ποὺ ἀγωνίζονταν γιὰ τὴν ἀκριβὴ τήρηση τῆς πίστης τους. Κι αὐτὸ τί ἄλλο δήλωνε, παρὰ τὸ νὰ πιστεύουν καὶ νὰ κηρύττουν ὅτι ὁ Σωτήρας μας εἶναι Υἱὸς τοῦ Θεοῦ καὶ ὁμοούσιος μὲ τὸν Πατέρα (γιατί λέει, «Ἐγὼ καὶ ὁ Πατέρας μου εἴμαστε ἕνα»), καὶ βέβαια καὶ τὸ πανάγιο Πνεῦμα, ἀφοῦ ἐκπορεύεται ἀπὸ τὸν Πατέρα καὶ δὲν εἶναι ξένο ἀπὸ τὴ δόξα καὶ τὴ θεότητά του; Γιατί αὐτὸ ποὺ προέρχεται κατὰ τὴ φύση ἢ μᾶλλον μὲ ὑπερφυέστατο καὶ ἄφραστο τρόπο ἀπὸ τὴν πατρικὴ οὐσία, αὐτὸ γνωρίζει ὅτι φέρει μέσα του τὴ δόξα καὶ τὴν ἐξουσία καὶ τὴ δύναμη ἐκείνου ἀπὸ τὸν ὁποῖο προῆλθε καὶ ὅτι διατηρεῖ ἀπαραχάρακτη ἐπάνω του τὴ σφραγίδα τῆς πάνω ἀπὸ κάθε λόγο οὐσίας. Εἶναι λοιπὸν φανερὸ ὅτι καὶ ὁ Υἱός, ποὺ εἶναι φῶς ἀπὸ τὸ φῶς τοῦ Πατέρα, ἔχει μέσα του ὅλα ὅσα γεννώντας τον ὁ Πατέρας ἐξωράϊσε μὲ τὶς ἀκτίνες τῆς θεότητας τὴ μορφὴ τοῦ Υἱοῦ του, διακηρύττοντας ἔτσι τὴ συγγένειά τους. Μὲ αὐτὴ λοιπὸν τὴ διδασκαλία γιὰ τὴ θεότητα μυσταγωγοῦνταν τὰ πλήθη τῶν πιστῶν, καὶ εὔλογα θὰ μποροῦσε νὰ λεχθεῖ, ὅτι ἐπικαλοῦνταν τὸ ὄνομα τοῦ Σωτήρα, ἐπειδὴ αὐτοὶ διατηροῦσαν τὴν ὀρθότητα τῆς διδασκαλίας ποὺ διδάσκαλος ἦταν ἐκεῖνος.

11 Τὴ συνέχεια τῆς γνώμης αὐτῆς προχωρώντας ὁ λόγος θὰ παρουσιάσει ὄχι λιγότερο καὶ μὲ ἄλλα ἐπιχειρήματα. Γιατί λέει ἐκεῖνος ποὺ ἔδωσε τὴν παραγγελία μέσω τοῦ ὁράματος, θέλοντας νὰ βγάλει ἀπὸ τὴν πολλὴ ἀγωνία καὶ τὸ φόβο τὸν μυσταγωγὸ τοῦ Παύλου, ὅτι αὐτὸς ποὺ σὲ τρόμαξε καὶ φοβᾶσαι ὡς ἐχθρὸ τοῦ σωτήριου κηρύγματος, «αὐτὸς εἶναι ὄργανο τῆς ἐκλογῆς μου, γιὰ νὰ φέρει καὶ νὰ παρουσιάσει τὸ ὄνομά μου μπροστά σὲ ἔθνη καὶ βασιλεῖς καὶ τοὺς υἱοὺς τοῦ Ἰσραήλ», ἀντὶ νὰ πεῖ· Δὲν ἀποσκίρτησε αὐτὸς μόνο ἀπὸ τὴν φάλαγγα τῶν ἐχθρῶν, ἀλλὰ θ’ ἀναδειχθεῖ καὶ σὲ ὑπερασπιστὴ τῆς πίστης ποὺ πολεμεῖται. Γιατί τὸ θεῖο κήρυγμα, ποὺ τὸ πολιορκοῦν καὶ τὸ κλονίζουν οἱ ἀσεβεῖς, θὰ τὸ βαστάξει αὐτὸς καὶ θὰ τὸ στηρίξει καὶ θὰ τὸ δείξει ἀκλόνητο. Γιατί αὐτὸ διακηρύττει ἐδῶ ἡ δύναμη τοῦ ὀνόματος, τὴν ἀληθινὴ πίστη, τὸ εὐσεβὲς φρόνημα, τὸ κήρυγμα τῆς θείας διδασκαλίας, τὸ μυστήριο τῆς σάρκωσης τοῦ Λόγου. Γιατί τί τὸ δύσκολο ἦταν καὶ ποιά στηρίγματα χρειαζόταν, νὰ προσφωνοῦμε ἔτσι ἁπλὰ καὶ μὲ μιὰ λέξη τὸν Κύριο, τὴ στιγμὴ ποὺ καὶ αὐτοὶ οἱ δαίμονες μερικές φορὲς φωνάζουν τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου μὲ κάποια προσθήκη σ’ αὐτό; Ἀλλὰ εἶναι φανερὸ ὅτι τώρα «ὄνομα» ὀνομάζει τὸ λόγο ποὺ κηρύττει ὁ Παῦλος καὶ τὸ σεβασμὸ ποὺ ἀποδίδομε στὸ Θεό, γιὰ χάρη τοῦ ὁποίου ὁ πρὶν διώκτης ὑπέμεινε κάθε μέρα εὐχαρίστως ἄπειρους θανάτους, διδάσκοντας, συμβουλεύοντας, μυσταγωγώντας, κηρύττοντας τὴν πίστη, σύμφωνα μὲ τὴ θεία διδασκαλία ποὺ τοῦ ἀποκάλυψε ὁ Σωτήρας· γιατί λέει· «ἐγὼ θὰ τοῦ ὑποδείξω ὅσα αὐτὸς πρέπει νὰ πάθει γιὰ τὸ ὄνομά μου».

12 Καὶ πρόσεχε ὅτι ἡ χρήση τοῦ ὀνόματος εἶναι συνεχής. Γιὰ ποιό λόγο; Μὲ σκοπὸ ἡ ἐπιμονὴ στὸ ὄνομα, ἐπισημαίνοντας πολλὲς φορὲς τὸ ἴδιο πρᾶγμα, νὰ ἐντυπώσει κατὰ κάποιο τρόπο στοὺς λογισμοὺς μέσω τῆς ἀκοῆς τὸ μυστήριο τῆς πίστης, κι ἔχοντάς το σὰν μυστικὸ βασιλικὸ ἐπισφράγισμα πάνω στὸ νοῦ μας κι ἔχοντας στραμμένο τὸ βλέμμα μας σ’ αὐτό, νὰ μὴν ἐκτρεπόμαστε καὶ βαδίζομε στοὺς πολλοὺς δρόμους ποὺ ἀνοίγουν τὰ διάφορα ὀνόματα. Προασπίζοντας αὐτὸ τὸ μυστήριο καὶ τὴν ἀκρίβεια τῆς πίστης ὁ Παῦλος ἔπασχε τὰ ἀνήκουστα πάθη. Γιατί δὲν περιόριζε τὸ φρικτὸ καὶ πελώριο μυστήριο τῆς πίστης σὲ ἕνα ἁπλὸ ὄνομα, οὔτε σὲ μιὰ μικρὴ σύνθεση συλλαβῶν. Γι’ αὐτὸ μποροῦμε πάλι ν’ ἀκούσομε νὰ μᾶς λένε τὰ ἱερὰ λόγια· «Δὲν εἶναι αὐτὸς ποὺ καταδίωξε στὴν Ἱερουσαλήμ τὸ ὄνομα αὐτό;». Πῶς λοιπὸν καταδιωκόταν μιὰ λέξη ποὺ περιορίζεται σ’ ἕνα μικρὸ πλῆγμα τοῦ ἀέρα, καὶ ποὺ δὲν εἶχε καθ’ αὐτὴν καμμιά ἔννοια οὔτε γνώμη θεολογικὴ οὔτε μποροῦσε νὰ ἐντυπώσει μέσα στὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων κάποια ἀκρίβεια δογμάτων καὶ ποὺ ἡ ὕπαρξή της δὲν διαρκεῖ περισσότερο ἀπὸ τὸ χρόνο τῆς γέννησῆς της; Ἀλλ’ εἶναι φανερὸ ὅτι τώρα μὲ τὴ λέξη «ὄνομα» δὲν πρέπει νὰ ἐννοοῦμε τὸ προφερόμενο συνήθως καὶ ἀπὸ ὅλους, ἀλλὰ αὐτὸ ποὺ κηρύττει καὶ δηλώνει ὅλο τὸ μυστήριο τῆς πίστης καὶ τὴν ἀκρίβεια τοῦ κηρύγματος ποὺ περνᾶ διαμέσου ὅλης τῆς θεολογίας μας. Γιατί τὸ ὄνομα αὐτό, δηλαδὴ ἡ τελείωση τῆς πίστης, καὶ στὸ βάθος τῆς διάνοιάς μας προχωρεῖ καὶ θεμελιώνεται ἑδραῖα στὴ φιλόθεη γνώμη τῶν πιστῶν καὶ στὴ στερεότητα τοῦ φρονήματος. Αὐτὸ τὸ ὄνομα ὁ πρὶν Σαῦλος καταδίωκε, καὶ ὁ μετέπειτα Παῦλος ὑπεράσπιζε μπροστά σὲ ἔθνη καὶ βασιλεῖς, ἀποδεικνύοντάς το ἀμετάβλητο καὶ ἀκαταγώνιστο μὲ τοὺς δικούς του ἀγῶνες, καὶ μεταθέτοντας πολλὰ ἔθνη ἀπὸ τὴν ἀσέβεια στὴν εὐσέβεια καὶ διδάσκοντάς τα αὐτήν. Πρέπει λοιπόν, ὅταν ἡ Γραφὴ λέει, ὅτι οἱ μαθητὲς βάπτιζαν «στὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ», ἢ χρησιμοποιοῦσαν κάποια ἄλλη παραπλήσια ἔκφραση, νὰ τὸ ἐννοοῦμε μὲ νόημα θεοπρεπὲς καὶ σύμφωνο μὲ τὸν παραπάνω τύπο τῆς ἐκφώνησης, καὶ νὰ μὴ σκεφτόμαστε τίποτε ἀνάξιο γιὰ τοὺς μαθητές, ἀλλὰ νὰ ὁμολογοῦμε ὅτι οἱ ἀπόστολοι τελοῦσαν τὴν ἀναγέννηση σύμφωνα μὲ τὸ κήρυγμα καὶ τὴ διδασκαλία τοῦ Σωτήρα, διδάσκοντας καὶ τοὺς ἄλλους νὰ κάμνουν τὸ ἴδιο, χωρὶς νὰ σκέφτονται οὔτε νὰ λένε οὔτε νὰ πράττουν τίποτε πέρα ἀπὸ τὴν ἐντολὴ τοῦ Κυρίου.

13 Ἴσως ὅμως σκεφτοῦν μερικοὶ νὰ ζητήσουν τὸ λόγο, γιὰ νὰ μὴν πῶ, ἀρχίσουν νὰ φιλονεικοῦν, ὅτι ἂν οἱ μαθητὲς βάπτιζαν στὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, γιατί τέλος πάντων λέγεται ὅτι βάπτιζαν στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ ἢ στὰ παρόμοια; Αὐτὸ βέβαια μὲ ὅσα εἴπαμε ἤδη ἔχει ἀποδειχθεῖ ἱανοποιητικά. Γιατί ἔφτανε, ἀντὶ πολλῶν ἄλλων, νὰ ἀποδώσομε τὴν αἰτία αὐτὴ στὴ συνήθεια τῆς ἁγίας μας Γραφῆς καὶ νὰ δείξομε ὅτι αὐτὴν ἀκολουθεῖ αὐτή, καὶ νὰ μὴ προτιμοῦμε τὴ σχολαστικὴ πολυλογία ἀπὸ τὴ φιλοσοφία. Γιατί σὲ κάθε εἶδος λόγου βρίσκομε πολλὰ ἄλλα ἰδιώματα τὰ ὁποῖα τὸ καθορίζουν, καὶ κανένας, ποὺ γνωρίζει τὸ ἰδίωμα, δὲν ἀφήνει τὸ νοῦ του νὰ παραπλανηθεῖ σὲ ἄλλη ἀναζήτηση. Κι αὐτὸ μποροῦμε νὰ τὸ δοῦμε ὄχι μόνο στοὺς λόγους τῆς θείας σοφίας, ἀλλὰ καὶ μὲ ὅσα θεωρεῖ τιμή της νὰ στολίζεται ἡ ἀττικὴ γλώσσα. Ὅμως τίποτε δὲν ἐμποδίζει νὰ ἀναλύσομε πλατύτερα αὐτὸ τὸ ἰδίωμα, ἂν καὶ βέβαια οὔτε αὐτὸ τὸ προσπέρασε προηγουμένως ὁ λόγος, καὶ δὲν ἔχει στερηθεῖ τὴν αἰτιολογία του. Γιατί «στὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ» καὶ στὰ παραπλήσια (ποὺ μέσα στὴ διαφορετικότητα τῶν λόγων τὸ νόημα εἶναι ἀδιάφορο καὶ ἕνα) δίκαια μπορεῖ ν’ ἀναφερθεῖ ἡ πίστη ποὺ ἐκεῖνος δίδαξε στοὺς μαθητές του καὶ μέσω τῶν μαθητῶν στὸν κόσμο, καὶ τὸ ὄνομα «πίστη» αὐτὸ ὑποδηλώνει, ἐπειδὴ αὐτὸς ἔγινε ἀρχηγὸς τῆς πίστης στὸ Θεό, καὶ ἐπειδὴ στὴν ἀναφορὰ τοῦ Ἰησοῦ καὶ Κυρίου μας διδασκόμαστε ὅτι συγκεφαλαιώνεται καὶ συνεμφανίζεται τὸ μυστήριο ὅλης τῆς γιὰ χάρη μας οἰκονομίας τοῦ Λόγου, καὶ μπορεῖ ὁ κάθε πιστὸς νὰ σπεύδει καὶ ν’ ἀπευθύνεται μ’ αὐτὸ τὸ ὄνομα πρὸς τὴν τέλεια γνώση τοῦ Θεοῦ, χωρὶς νὰ πιέζει οὔτε νὰ συνθλίβει μὲ τὴ συντομία τῆς διατύπωσης τὸ νόημα τῶν δογμάτων (γιατί αὐτὸ ἴσως εἶναι ἡ ἁπλὴ προφορὰ τῆς λέξης), ἀλλὰ νὰ πλατύνεται καὶ νὰ καταρτίζεται μὲ τὴν πίστη καὶ τὴν τελειότητα τῆς εὐσέβειας.

Κι ἂν θέλεις, ὁ Υἱὸς εἶναι ἀχώριστος κι ἑνωμένος μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Πνεῦμα, ἐπειδὴ ἔχει τὴν ἴδια ὑπερούσια οὐσία καὶ δύναμη καὶ ἐξουσία. Τὸν εἶδαν καὶ τὸν ψηλάφησαν ὅταν εἶχε λάβει ὁ Υἱὸς τὴ δική μας σάρκα, καὶ μποροῦσαν νὰ τὸν δοῦν τὰ μάτια μας καὶ νὰ τὸν ψηλαφήσει ἡ ἁφή μας. Γιατί λέει· «αὐτὸ ποὺ εἴδαμε καὶ ψηλάφησαν τὰ χέρια μας, γιὰ τὸν Λόγο τῆς ζωῆς, καὶ ἡ ζωὴ φανερώθηκε». Ἀπὸ τὸν ἕνα λοιπόν, ποὺ μὲ τὸ ἀπερίγραπτο πέλαγος τῆς φιλανθρωπίας του ἔγινε γνωστὸς σ’ ἐμᾶς περισσότερο καὶ μᾶς δίδαξε κατὰ μυστικὸ τρόπο τὰ πάνω ἀπὸ κάθε λόγο τῆς ὁμοούσιας καὶ παντοκρατορικῆς Τριάδας, τὸ ὑπερούσιο καὶ τὸ ἑνιαῖο αὐτῆς, καὶ χειραγωγηθήκαμε ἀπὸ αὐτὸν στὴν ἄλλη θεωρία τοῦ μυστηρίου, εὔλογα ἄρα καὶ ὅταν κάνομε κάτι σύμφωνα μὲ τὴ διδασκαλία ποὺ μᾶς ἔχει παραδοθεῖ, κρίνομε σωστὸ νὰ ἀναφερόμαστε σ’ ἐκεῖνον ποὺ μᾶς τὰ παρέδωσε αὐτά.

14 Πῶς λοιπὸν καὶ ὁ Παῦλος κήρυττε τὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ καὶ μὲ ποιό νόημα τοῦ ὀνόματός του, γίνεται φανερὸ κι ἀπὸ δῶ, ἢ καλύτερα ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ἡ χάρη τῶν λόγων του ἄγγιξε τὴν καρδιά τους δὲν εἶναι ἄγνωστο σὲ κανένα. Γιατί ἄλλοτε ἔβλεπαν νὰ διδάσκει καὶ νὰ κηρύττει τὸ φρικτὸ καὶ φιλάνθρωπο μυστήριο τῆς σάρκωσής του, κι ἄλλοτε παρουσιαζόταν νὰ θεολογεῖ γιὰ τὴν Τριάδα, κηρύττοντας μαζί καὶ τὴν ἄλλη δύναμη καὶ θεϊκότητα τοῦ μυστηρίου, καὶ ποὺ βέβαια τίποτε ἄλλο δὲν τὸ δηλώνει ἔτσι, ὅπως αὐτὸ ποὺ ἀκούεις νὰ λέει αὐτὸς ὁ ἴδιος· «ὁ ὁποῖος, ὄντας ἀπαύγασμα τῆς δόξας καὶ σφραγίδα τῆς ὑπόστασής του» (δηλαδὴ τοῦ Πατέρα ὁ Υἱός), «δὲ θεώρησε πὼς ἦταν ἁρπαγὴ ἡ ἰσότητά του μὲ τὸ Θεό». Δὲν ἔλαβε δηλαδὴ τὸν κλῆρο τῆς θεότητας ἀπὸ διαδοχή, οὔτε ἐπιτέθηκε καὶ ἁρπάζοντάς τον ἀπὸ κάποιον ἄλλο, ἔδωσε τὴν ἐξουσία στὸν ἑαυτό του, ἀλλὰ τὴν εἶχε ἀπὸ τὴν ἀρχή, ἐπειδὴ ἦταν ἀπὸ τὴν ἴδια οὐσία καὶ φύση, καὶ ἀπὸ τὴ φύση του δὲν ἦταν δυνατὸ νὰ ὑποστεῖ καμμιά ἀφαίρεσή της. Γι’ αὐτό, ἐπειδὴ καμμιά ἀπολύτως δυσκολία δὲν ἀρνιόταν, «ἐκένωσε τὸν ἑαυτό του κι ἔλαβε μορφὴ δούλου». Καὶ πάλι λέει· «ἕνας Θεὸς ὑπάρχει καὶ Πατέρας, ἀπὸ τὸν ὁποῖο προῆλθαν τὰ πάντα, καὶ ἕνας Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, μὲ τὸν ὁποῖο ἔγιναν τὰ πάντα, καὶ ἕνα ἅγιο Πνεῦμα, μέσα στὸ ὁποῖο ὑπάρχουν τὰ πάντα». Μὲ τὸν ἴδιο ἀκριβῶς τρόπο κήρυττε καὶ τὴ σάρκωση τοῦ Λόγου καὶ βεβαίωνε τὴν ἔννοια τῆς Τριάδας· πρῶτα μὲ τὸ νὰ μὴν ἀφαιρεῖ τὸν ἑνιαῖο χαρακτήρα ἀπὸ καμμιά ἀπὸ τὶς τρεῖς ὑποστάσεις, ἀλλὰ ἀναφέροντας σ’ αὐτὸν ὁμότιμα αὐτές, καὶ δεύτερον, ἀπὸ τὸ ὅτι δὲν κυβερνᾶ καὶ φροντίζει ἡ μία ὑπόσταση τὰ πάντα καὶ ἡ ἄλλη μερικά, ἀλλὰ καὶ οἱ τρεῖς ἔλαβαν μέρος στὴ δημιουργία ὅλων τῶν ὄντων μὲ τὴν ἴδια δύναμη καὶ ἰσοτιμία καὶ τὰ κυβερνοῦν καὶ προνοοῦν γι’ αὐτά.

15 Βλέπεις πῶς ὁ διδάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας σήκωνε τὸ βάρος τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ; Κι ἀκόμα πρόσεχε· «Παῦλος, δοῦλος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ποὺ κλήθηκε νὰ γίνει ἀπόστολος, ξεχωρισμένος νὰ κηρύξει τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Θεοῦ, ποὺ προανήγγειλε μέσω τῶν προφητῶν του στὶς ἅγιες Γραφές, γιὰ τὸν Υἱό του ποὺ προῆλθε ἀπὸ τὴ γενιὰ τοῦ Δαβίδ». Πάλι ἐδῶ κηρύσσεται ἡ Τριάδα, ὁ Θεός, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ καὶ τὸ ἅγιο Πνεῦμα, καὶ μαζὶ κηρυσσόμενη καὶ ἡ σάρκωση τοῦ Λόγου. Κι ἀφοῦ μίλησε γιὰ τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, προσθέτει τὰ γνωρίσματα ποὺ διακρίνουν τὸν Υἱό. Αὐτὸς ἀναγνωρίστηκε, λέει, καὶ διακρίθηκε κι ἀπὸ πολλὰ ἄλλα ἰδιώματα ποὺ δὲν ὑπάρχουν σὲ κανέναν ἄλλον, καὶ ἀπὸ τὸ ὅτι ἔγινε αὐτουργὸς τῆς ἀνάστασής του, πρᾶγμα ποὺ δὲν εἶχε ξανασυμβεῖ ποτέ. Ὄχι λιγότερο βέβαια κι ἀπὸ τὸ ὅτι τὸ Πανάγιο Πνεῦμα καὶ κατὰ τὴ γέννησή του ἐπισκίασε τὸν ὁμοούσιο Λόγο, συνεργώντας νὰ προέλθει ἀπὸ τὴ γενιὰ τοῦ Δαβίδ, καὶ μαρτυρώντας κατὰ τὸ βάπτισμα τὴν ἀναμφισβήτητη υἱότητά του καὶ τὴν ὁμοούσια θεότητα. Καὶ νομίζω θὰ ποῦν, ὅτι κουράζω τοὺς ἀκροατές καὶ σπαταλῶ τὴν ὅλη προσπάθειά μου στὰ περιττά, ἂν ἀναφέρω ἐδῶ ὅλα τὰ χωρία τοῦ θεσπέσιου Παύλου, μὲ τὰ ὁποῖα θεολογοῦσε γιὰ τὴν Τριάδα καὶ κήρυττε τὸ μυστήριο τῆς σάρκωσης, βαστάζοντας μπροστά σὲ ἔθνη καὶ βασιλεῖς τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου. Γι’ αὐτὸ θὰ ἀρκεστῶ σὲ ὅσα εἶπα, καὶ δὲν ἀφήνω πολλὴ δουλειά γιὰ νὰ συλλέξουν τὰ ὑπόλοιπα ὅποιοι θέλουν.

Καὶ εἶναι φανερό, ὅτι σύμφωνα μ’ αὐτὰ μιλοῦσε καὶ ὁ θεῖος χορὸς τῶν ἄλλων μαθητῶν, καὶ ὅπως κήρυτταν, ἔτσι βάπτιζαν καὶ κήρυτταν, ὅπως τοὺς δίδαξε ἡ ἐνυπόστατη σοφία νὰ μιλοῦν περὶ Θεοῦ καὶ νὰ κηρύττουν, ἕνα ἀπὸ τὰ ὁποῖα, κι ἀπὸ κανένα ἀπὸ τὰ ἄλλα δόγματα μικρότερο, ἦταν τὸ ὅτι τελοῦσαν τὸ λουτρὸ τῆς ἀναγέννησης στὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος καὶ μὲ τὴν ἐπίκληση καὶ τῶν τριῶν ὁδηγοῦσαν στὴν ἀναγέννηση ἐκείνους ποὺ βαπτίζονταν. Ἔτσι ὁ χορὸς τῶν ἀποστόλων, ὁ ἐκλεγμένος ἀπὸ τὸ Θεό, μυσταγωγοῦσε τὸ δῶρο τῆς συγχώρησης, ἔτσι ὁ Παῦλος βάπτισε ὅσους βάπτισε, ἔτσι στεκόταν μὲ παρρησία μπροστά στὰ ἔθνη καὶ τοὺς βασιλεῖς βαστάζοντας τὸ ὄνομα τοῦ Σωτήρα, καὶ μ’ αὐτὸ τὸ πνεῦμα φώναζε· «σᾶς παρακαλῶ λοιπόν, ἀδελφοί μου, στὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, νὰ λέτε ὅλοι τὸ ἴδιο».

16 Θέλεις νὰ σοῦ ἔρθει μάρτυρας καὶ ὁ κορυφαῖος; Κι ἂν ἀκόμα σοῦ φαίνεται ὅτι δὲ συμφωνεῖ ἡ ἔκφραση τοῦ λόγου του μὲ τὴ συνήθεια καὶ τὴν πρακτικὴ τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλ’ ἂν ἐξεταστεῖ μὲ φιλαλήθεια καὶ πολλὴ προσοχὴ ὁ σκοπός του, καθόλου λιγότερο, ἂν ὄχι καὶ περισσότερο, ἐπικροτεῖ καὶ στηρίζει αὐτήν. Πράγματι μὲ τὶς θαυματουργίες του, ὄχι λιγότερο ἀπὸ ὅ,τι μὲ τὴν θεοσεβὴ διδασκαλία του, περιοδεύοντας τὴν Ἰουδαία, ἐκεῖνον ποὺ καθόταν μπροστά στὴν ὡραία πύλη καὶ τοῦ ὁποίου τὰ πέλματα τῶν ποδιῶν του καὶ τὰ σφυρὰ ἦταν παραλυμένα, συναρθρώνοντας τὰ πόδια του μὲ τὸ λόγο του καὶ δείχνοντάς τον κατὰ θαυματουργικὸ τρόπο ὑγιή, λέει· «στὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, σήκω καὶ περπάτησε». Ἡ διατύπωση βέβαια τοῦ λόγου του συμπορεύτηκε ἔτσι μὲ τὴν πέρα ἀπὸ τὴ λογικὴ ἐνέργεια τῆς χάριτος, ἐνῶ ἐκεῖνος, ἀναπτύσσοντας τὴ σημασία τῆς λέξης κι ἑρμηνεύοντας τὸ τί θέλει νὰ δηλώσει τὸ ὄνομά του, ἐκείνους ποὺ ἦταν κατάπληκτοι ἀπὸ τὸ θαῦμα τοὺς δίδασκε, ὅτι ἐκεῖνος ποὺ ἐξουθενώθηκε ἀπὸ αὐτοὺς καὶ καταδικάστηκε σὲ σταυρικὸ θάνατο, αὐτὸς εἶναι ποὺ θεράπευσε τὴν ἀθεράπευτη νόσο. Καὶ ἀκόμα δίδασκε, ὅτι καὶ τὸ ὄνομά του τώρα δηλώνει τὴ συγκαφαλαίωση καὶ τὴν ὁμολογία τῆς πίστης. Γιατί πρόσεχε τί λέει· «ὁ Θεὸς τοῦ Ἀβραὰμ καὶ τοῦ Ἰσαὰκ δόξασε τὸ παιδί του τὸν Ἰησοῦ». Καὶ διευκρινίζοντας περισσότερο τὴ σκέψη του προσθέτει· «καὶ μὲ τὴν πίστη στὸ ὄνομά του, αὐτὸν ποὺ βλέπετε καὶ τὸν γνωρίζετε, τὸν στερέωσε στὰ πόδια του τὸ ὄνομά του». Πρόσεχε· Ἀλλὰ «καὶ ἡ πίστη, ποὺ δόθηκε μέσω τοῦ Χριστού, τοῦ ἔδωσε αὐτὴ τὴν πλήρη σωματική του ἀκεραιότητα». Ἀρχίζοντας τὸ θαῦμα, διακηρύττει ὅτι τὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ εἶναι ποὺ ἐνεργεῖ τὴ θεραπεία. Ἔπειτα χρησιμοποιεῖ τὸ ὄνομα δηλώνοντας τὴν πίστη, ποὺ εἶναι τὸ μυστήριο τῆς εὐσέβειας. Κι ἔπειτα πάλι «ὄνομα» καλεῖ τὴν πίστη σ’ αὐτόν, σὰ νὰ φοβᾶται μήπως λησμονήσουν οἱ ἀκροατές, ὅτι τὸ ὄνομά του χρησιμοποιήθηκε στὴ θέση τῆς πίστης. Κι ἔπειτα προσθέτει· «καὶ ἡ πίστη ποὺ δόθηκε μέσω αὐτοῦ (τοῦ Χριστοῦ)», δηλαδὴ ποὺ κηρύχθηκε ἀπὸ αὐτόν. Βλέπεις ὅτι τὸ ὄνομα τώρα δηλώνει τὴν πίστη σ’ αὐτόν, ἐνῶ ἡ πίστη τὸ σεβασμὸ πρὸς τὸ Θεὸ ποὺ κήρυξε αὐτός, καὶ τὸ κήρυγμα στερεώνει τὰ πόδια τοῦ χωλοῦ; Ὥστε, ἂν δὲν εἴχαμε καμμιά ἄλλη μαρτυρία, ἔφτανε τοῦ κορυφαίου μόνο νὰ προσκομιστεῖ καὶ νὰ παραστήσει λαμπρά τί σημαίνουν τὰ Ἱερὰ Λόγια, λέγοντας ὅτι «βαπτίζονταν ὅσοι προσέρχονταν στὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ» καὶ τὰ ὅμοια. Αὐτὰ βέβαια ἔλεγε ὁ Πέτρος ὅταν ἐμφάνιζε τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ, ὁ ἀγαπημένος μαθητὴς δίδασκε τὰ ἴδια μαζί του, ὁ Λουκᾶς ἔγραφε αὐτά, καὶ ὁ Παῦλος δίδασκε, καὶ μαζὶ μ’ αὐτοὺς καὶ ὁ ὑπόλοιπος χορὸς τῶν ἀποστόλων κήρυττε τὰ ἴδια (γιατί οὔτε κἂν μποροῦσε νὰ περάσει ἀπὸ τὸ νοῦ τους νὰ ἔχουν διαφορὲς στὰ οὐσιώδη). Ἔτσι «ὄνομα τοῦ Χριστοῦ» εἶναι ἡ πίστη στὸ Χριστό, ἐνῶ «πίστη στὸ Χριστό» εἶναι ἡ θεολογία ποὺ παραδόθηκε ἀπὸ αὐτὸν στοὺς αὐτόπτες καὶ ὑπηρέτες τοῦ Λόγου, καὶ τὸ μυστήριο τῆς οἰκονομίας.

17 Ἐσὺ ὅμως, ἂν σὲ κυρίευσε κάποια ἐπιθυμία νὰ διαθέτεις περισσότερα ἐπιχειρήματα γι’ αὐτὴ τὴν ὑπόθεση, κι ἀπὸ ἐδῶ δέ θὰ ἀποτύχεις στὴν πρόθεσή σου. Πρῶτον βέβαια εὐλογότερη λύση τῆς ἀρχικῆς ἀπορίας δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ὑπάρξει ἄλλη ἀπὸ αὐτὴν ποὺ ἀναφέραμε, ποὺ μὲ σαφήνεια ἐμφανίζει τὴ γνώση τοῦ ζητήματος. Δεύτερον, κι ἂν μερικοὶ ἐπινόησαν λύση, δὲν μπόρεσε νὰ ξεφύγει τὴν κατηγορία· καὶ πράγματι ἤδη ἔδωσε ὄχι λίγες ἀφορμές, κι ἂν θέλεις μπορεῖ νὰ δώσει καὶ περισσότερες. Ἂν δηλαδὴ ἐμπόδιζε ἐκείνους ποὺ προσέρχονταν στὴν ἀρχὴ στὴν πίστη καὶ μόνη ἡ προφορὰ τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ, πῶς ἦταν τόση ἀνάγκη νὰ τὸ χρησιμοποιοῦν ὅταν βάπτιζαν; Οὔτε βέβαια θὰ πρόσφερε κάποια θεραπεία σὲ ἐκεῖνον ποὺ ἔκανε τὸ θόρυβο ἂν προτεινόταν αὐτὸ ποὺ προκαλοῦσε λύπη, ἀλλὰ θὰ ἐρέθιζε περισσότερο καὶ θὰ ἀναζωπύρωνε τὸ θυμό τους. Γιατί αὐτὸ ποὺ στενοχωρεῖ καταπραΰνει τοὺς στενοχωρούμενους ὅταν ἀποσιωπᾶται μᾶλλον, παρὰ ὅταν λέγεται.

Κι αὐτὸ ποὺ ἀκόμα περισσότερο ἄναβε τὴν ὀργή, ἦταν τὸ ὅτι ἀποσιωποῦσαν καὶ παραμέριζαν ἐκεῖνα ποὺ οἱ πολλοὶ Ἰουδαῖοι γνώριζαν, ἐννοῶ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Πνεῦμα, καὶ στὴ θέση τους πρόβαλλαν τὴν ἐπίκληση τοῦ Ἰησοῦ, ποὺ τοὺς προκαλοῦσε λύπη ἀκόμα καὶ ὅταν ἄκουγαν τὸ ὄνομά του. Καὶ φυσικὰ ὅταν προφερόταν μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο τοὺς ἐνοχλοῦσε ἀκόμα περισσότερο. Ἀντίθετα, ὅταν κατατασσόταν μαζὶ μὲ τὰ τιμώμενα, ὁ ἀκροατὴς μοιραζόταν πρὸς καθένα ἀπὸ τὰ δυό μέρη, πρὸς ἐκεῖνο ποὺ προκαλοῦσε τὴ λύπη, καὶ πρὸς τὸ ἄλλο ποὺ χαροποιοῦσε, καὶ ἔνιωθε ταραχὴ σὲ μιὰ καινοτομία τῆς προσθήκης. Ἐνῶ ὅταν τὰ γνωστὰ καὶ τιμώμενα ὀνόματα καλύπτονταν μὲ τὴ σιγὴ καὶ κηρυσσόταν στὴ θέση τους αὐτὸ ποὺ τοὺς προκαλοῦσε, πῶς δὲν ἦταν εὐλογότερο νὰ ξεσηκώνονται ἀμέσως καὶ νὰ φράζουν τὰ αὐτιά, καθὼς τοὺς χτυποῦσαν διπλές, ἢ καλύτερα πολλαπλές καινοτομίες, καὶ τοὺς τρυποῦσε ὀδυνηρότερο καὶ σκληρότερο τὸ βέλος τῆς λύπης, πράγματα ποὺ συντελοῦσαν στὴν τέλεια ἐκτράχυνσή τους καὶ γινόταν ἐντελῶς ἀδύνατο τὸ νὰ πλησιάσουν στὸ κήρυγμα;

18 Δὲν ἀνέχονταν, λέει, οἱ Ἰουδαῖοι νὰ ὁμολογήσουν Θεὸ τὸν Χριστό. Ἑπομένως γι’ αὐτὸ ὁ χορὸς τῶν ἀποστόλων βάπτιζε στὸ ὄνομα αὐτοῦ. Καὶ ποιά λογικὴ ἔχει αὐτὴ ἡ τακτικὴ νὰ καταπραΰνει κανεὶς μὲ τὸν ἀναφλογισμὸ καὶ νὰ θεραπεύει μὲ τὸ τραῦμα; Πῶς δέ θὰ ἦταν καλύτερο ὁ ἀντίθετος λόγος νὰ προτείνεται φυσικότερα καὶ συνετότερα; Οἱ ἀπόστολοι δὲν βάπτιζαν στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, γιατί ἐκεῖνοι ποὺ μυοῦνταν στὴν πίστη ἀντιμετώπιζαν μὲ δυσαρέσκεια κι αὐτὴν ἀκόμα τὴν ὀνομασία. Ἆρα δὲν θὰ ὁδηγοῦσαν στὴν ἀποτροπὴ μᾶλλον τοῦ βαπτίσματος, ἂν προσπαθοῦσαν νὰ βαπτίσουν μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο καὶ ἀντίθετα μὲ ὅ,τι δίδασκαν; Ἀλλὰ βάπτιζαν ὅπως ἤθελαν, καὶ ὄχι ὅπως δίδαξε ὁ Δεσπότης, καὶ ἐπικράτησε ἡ γνώμη μὲ τὴ συνήθεια καὶ τὸ χρόνο νὰ παραγράφει τὸ δόγμα τοῦ Διδασκάλου; Πῶς λοιπὸν πάλι κι ἀπὸ ποῦ κινήθηκε ἀπὸ τόσο ζῆλο καὶ δύναμη, ὥστε νὰ μπορέσει νὰ σώσει τὸ παράγγελμα τοῦ Σωτήρα ποὺ εἶχε παραδοθεῖ στὴ λησμονιά; Ἀλλὰ κι ἂν μιλήσουν, δὲν ἔχουν τί νὰ ποῦν. Γιατί ποιός θὰ πρόσεχε σ’ αὐτόν, ἂν εἶχε ἤδη παραβλεφθεῖ ἡ ἐντολὴ τοῦ Κυρίου, καὶ μάλιστα ὄχι ἀπὸ τοὺς τυχόντες, ἀλλὰ ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ἦταν τῆς χριστιανικῆς πίστης κήρυκες καὶ δάσκαλοι τῶν ἄλλων; Ποιός λοιπὸν ἄλλος ἐπανέφερε τὸ Δεσποτικὸ πρόσταγμα στὴ θέση του, τὴ στιγμὴ μάλιστα ποὺ ἡ σκέψη τῶν ἀποστόλων εἶχε ἁπλωθεῖ σ’ ὅλη τὴν οἰκουμένη, ὅπως θέλει ὁ λόγος τῶν ἀντιπάλων μας, καὶ ἦταν συνηθισμένη πιὰ σ’ ὅλους ὅσους μυοῦνταν στὴ χριστιανικὴ πίστη; Ἄν καὶ βέβαια δὲν εἶχε ἀκόμα διαδοθεῖ ἡ καινοτομία σχετικὰ μὲ τὸ βάπτισμα, ὅμως δὲν ἦταν τόσο δύσκολο νὰ ἑδραιωθεῖ τὸ νομοθέτημα τοῦ Κυρίου. Κι ὅταν αὐτὴ εἶχε καταλάβει τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης, ποιός θὰ ἦταν ὁ τόσο δυνατὸς ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ καταργήσει τὴ μυσταγωγία ποὺ εἶχε ἐπικρατήσει, ἐνῶ ἐκείνην ποὺ εἶχε δοθεῖ ἀπὸ τὴν ἀρχή, ἀλλὰ εἶχε ἀποσιωπηθεῖ ἐντελῶς, νὰ τὴν ἀνακαλέσει; Ἄν δηλαδὴ δὲν βρῆκε θέση ἡ σωτήρια ἐντολὴ ἐπειδὴ οἱ ἀκροατὲς δύσκολα ἀποδέχονται κάτι, ὁπότε καμμιά ἄλλη διδασκαλία δὲν προκατέλαβε τὴν ἀκοή τους οὔτε γράφτηκε καὶ ἐντυπώθηκε στὶς ψυχές τους, ὅταν κυριεύθηκαν καὶ ἁγιάστηκαν μὲ τὴν τελετὴ τῶν ἀποστόλων, πῶς θὰ μποροῦσε νὰ βρεῖ τρόπο νὰ διεισδύσει, τὴ στιγμὴ ποὺ δεχόταν τὴν ἀντιπαράθεση καὶ ἀντίσταση ἀπὸ ἐκείνη ποὺ εἶχε πιὰ ἀκαταμάχητη δύναμη; Βλέπεις ὅτι ἀποδεικνύεται ἀπὸ παντοῦ, ὅτι εἶναι ἀδύνατο, ἐκεῖνοι ποὺ ἄκουσαν μὲ τὰ αὐτιά τους τὸν Λόγο καὶ τὸν ὑπηρετοῦσαν ἀληθινά, καὶ τῶν ὁποίων ἡ ζωὴ καὶ ἡ πορεία τους ἦταν νὰ ἐπιβεβαιώσουν μὲ τὸ θάνατό τους τὴν ἀγάπη τοῦ Κυρίου, νὰ μὴ διατηρήσουν ἀπαράβατα καὶ ἀμετάβλητα τὰ θεσπίσματά του;

19 Τί μπορεῖς νὰ πεῖς, ποιά φρίκη καὶ ποιό δέος δέ θὰ σὲ καταλάβουν, ὅταν ἀκούσεις τὶς ἀποφάσεις μὲ τὶς ὁποῖες ἀπειλοῦν οἱ ἀποστολικοὶ θεσμοί, τὶς ὁποῖες ὄχι ἕνας μόνο οὔτε δύο οὔτε περισσότεροι, ἀλλ’ ὅλος ὁ χορὸς τῶν μαθητῶν διακήρυξε, ἐπιβεβαιώνοντας τὴν ἐντολὴ τοῦ Κυρίου καὶ ὄχι, μακριά μιὰ τέτοια σκέψη, καταργώντας την; Καὶ ποῦ μποροῦμε νὰ δοῦμε τὴ φρικτή τους κατάρα; Εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀκούσομε τὰ ἴδια τὰ λόγια ποὺ ἔχουν ἐπικυρωθεῖ μὲ τὴν ἀπόφαση τοῦ οὐρανοῦ, τὰ ὁποῖα φωνάζουν πολὺ δυνατά· «ἂν εἶναι κάποιος ἐπίσκοπος ἢ πρεσβύτερος» (πρόσεξε, ἄνθρωπε, ἢ καλύτερα οὔτε κἂν χρειάζεται ἐδῶ προσοχή· γιατί ἡ Δεσποτικὴ παράδοση ἐπικυρώνεται ἐδῶ περίλαμπρα), «ἂν λοιπόν κάποιος δὲν βαπτίσει σύμφωνα μὲ τὴν παραγγελία τοῦ Κυρίου στὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, νὰ καθαιρεῖται». Καὶ δέ σταματοῦν μέχρις ἐδῶ μόνο τὴν καταδίκη, ἀλλὰ καὶ ἂν ὅσοι βαπτίζουν ἐπιχειρήσουν τὴν ἐναλλαγὴ τῶν ὀνομάτων, χωρὶς νὰ ἐλαττώσουν τὸν ἀριθμὸ τῆς Τριάδας, οὔτε ἔτσι ἀποφεύγουν νὰ λάβουν τὴν ἴδια τιμωρία. Γιατί οὔτε αὐτοὶ καταχλευάζουν λιγότερο τὴ διδασκαλία τοῦ Κυρίου. Οὔτε βέβαια ἂν τηροῦν τὶς ἐπικλήσεις ὅπως τὶς ἔχουν παραλάβει, δὲν διασώζουν ὅμως μαζὶ μ’ αὐτὲς τὸν τρόπο κατάδυσης κατὰ τὸ βάπτισμα, ἀλλὰ ἁγιάσουν ἐκεῖνον ποὺ βαπτίζεται μὲ τὴ μία κατάδυση καὶ ὄχι μὲ τὶς τρεῖς, ἢ καλύτερα, γιὰ νὰ μιλήσω καταλληλότερα, ἂν συναγιάσουν, καὶ δὲν κάνουν καὶ τὰ λοιπὰ σημεῖα τῆς ἐντολῆς, ἀλλὰ βαπτίσουν στὸ θάνατο τοῦ Κυρίου, δὲν ἀπαλλάσσονται οὔτε ἔτσι ἀπὸ τὴν τιμωρία, ἀλλὰ πέφτουν στὸ ἴδιο παράπτωμα καὶ ἔγκλημα. Γιατί ἡ παράβαση τῶν ὅμοιων, δέχεται τὴν ἴδια τιμωρία. Γιατί ἐξίσου ἀποκλίνουν στὴν ἀθέτηση τῆς σεβαστῆς ἐντολής καὶ ὅσοι τόλμησαν νὰ βαπτίζουν μὲ κάποιο διαφορετικὸ τρόπο, ἀλλὰ καὶ ὅσοι πίστεψαν, ὅτι τὸ ἱερὸ βάπτισμα τελεῖται μὲ τὴν ἐπίκληση τοῦ Χριστοῦ ἢ τοῦ θανάτου.

20 Ἀκούς, Παῦλε; Ἑτοιμάσου λοιπὸν κι ἔπειτα ἀπὸ τὰ στεφάνια νὰ ἀποδυθεῖς σὲ ἀγῶνες. Πορθεῖς πάλι τὴν Ἐκκλησία, καὶ πάλι παίρνεις ἐπιστολὲς ἀπὸ τοὺς ἀρχιερεῖς τῶν Ἰουδαίων; κι ἀφοῦ εἶχες γίνει Παῦλος, γύρισες πάλι στὸν Σαῦλο; Καὶ πῶς, ἀφοῦ δίδαξες αὐτὰ τὰ πράγματα, λέγεις πάλι νὰ βαπτίζονται ὅλοι στὸ θάνατο τοῦ Χριστοῦ; Καὶ ἄλλοτε βέβαια μαζὶ μὲ τοὺς συναγωγιστὲς συναποστόλους σου ἀπαιτεῖς τὴν τιμωρία γιὰ ἐκείνους ποὺ τολμοῦν νὰ βαπτίζουν μὲ ἕναν ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς τύπους, ἄλλοτε πάλι βρίσκοντας τὸν ἑαυτό σου, ὄχι μόνο μιλᾶς, καὶ οὔτε σὲ μιὰ γωνιά μόνο, ἀλλὰ καὶ κηρύττεις· καὶ δὲν κηρύττεις βέβαια μόνο χωρὶς νὰ γράφεις, ἀλλὰ καὶ μ’ ἐπιστολή σου ποὺ γράφεις στοὺς Ρωμαίους κυρίως δίνεις ἀμάχητη ἰσχὺ νὰ βαπτίζονται οἱ βαπτιζόμενοι στὸ θάνατο τοῦ Χριστοῦ; Ἀλλ’ ὁ κήρυκας τῆς ἀλήθειας, ἐκείνους ποὺ εἰσάγουν τὸν νεωτερισμὸ τοῦ βαπτίσματος καὶ κατηγοροῦν κι ἐκεῖνον τὸν ἴδιο ἐπειδὴ τάχα συναινεῖ στὴ γνώμη τους, μπορεῖ νὰ τοὺς ἀποστομώσει ὡς ἑξῆς.

21 Ναί, λέει, ὁμολογῶ ὅτι ὅσοι βαπτίσθηκαν, βαπτίσθηκαν στὸ θάνατο τοῦ Χριστοῦ, δὲ δέχομαι ὅμως ὅτι τὸ βάπτισμα τελεῖται μὲ τὴν ἐπίκληση τοῦ θανάτου του, μὴ γένοιτο! ἀλλ’ αὐτὸ τὸ δῶρο τῆς ἄφεσης τελεῖται ὅπως ὁ ἴδιος ὁ Σωτήρας μᾶς παρέδωσε, στὸ ὄνομα δηλαδὴ τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, καὶ εἶναι αὐτὸ σύμβολο τοῦ θανάτου του, ποὺ μὲ τὴν τριπλὴ κατάδυση καὶ ἀνάδυση εἰκονίζει καὶ δίνει τὸν τύπο τῆς τριήμερης ταφῆς κι ἀνάστασής του. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν εἶπα ἁπλῶς, «βαπτισθήκαμε στὸ θάνατό του», ἀλλά, ἀφοῦ πρόταξα τό, «ὅσοι βαπτισθήκαμε», τότε πρόσθεσα, «βαπτισθήκαμε στὸ θάνατό του», καὶ μὲ τὴν παράθεση στὴ συνέχεια τῶν διαφόρων ἐννοιῶν καὶ ὀνομάτων δίδαξα ὅτι τὸ βάπτισμα δὲν γίνεται σύμφωνα μὲ καμμιά ἀπὸ αὐτὲς τὶς διατυπώσεις (γιατί ἀλλιῶς θὰ συλλαμβανόμουν ὅτι τὰ ἀντίθετα καὶ μάλιστα καὶ πιστεύω καὶ λέγω). Ἀλλὰ μὲ τὸ νὰ πῶ, «βαπτισθήκαμε στὸ Χριστό», ὑποδήλωσα ὅτι βαπτισθήκαμε σύμφωνα μὲ τὴ μυστικὴ διδασκαλία αὐτοῦ, ἐνῶ μὲ τὸ νὰ πῶ, «βαπτισθήκαμε στὸ θάνατό του», δήλωσα ὅτι τὸ σωτήριο βάπτισμα δίνει τὸν τύπο καὶ τὴν εἰκόνα τοῦ θανάτου του, ποὺ πήγασε γιὰ χάρη μας τὴν ἀθανασία. Εἶναι ἐντελῶς διαφορετικὸ νὰ ὑποστηρίζονται αὐτὰ ποὺ κι ἐμεῖς δεχόμαστε, καὶ ἄλλο νὰ λέμε ὅτι μὲ τὴν ἐπίκληση τοῦ θανάτου του, ποὺ καταδικάζομε, τελεῖται τὸ μυστήριο τῆς ἀναγέννησης.

Δὲν μεταστραφήκαμε λοιπὸν ἐμεῖς, οὔτε ἐπιστρέφαμε στὶς Ἰουδαϊκές ἐπιστολές ποὺ ἀποδοκιμάσαμε, μιὰ καὶ γράφαμε τὰ δόγματα τοῦ οὐρανοῦ ὄχι σὲ λίθινες πλάκες, ἀλλὰ στοὺς πολὺ στερεοὺς καὶ ἄθραυστους πίνακες τῆς ψυχῆς. Ἐκεῖνοι ὅμως προσπαθοῦν νὰ μετατρέψουν τὸν Παῦλο σὲ Σαῦλο, καὶ διασύρουν τὰ ἄλλα, ἔστω κι ἂν ντρέπονται νὰ τὸ ὁμολογήσουν, αὐτοὶ ποὺ τοὺς ἦρθε νὰ παρανοοῦν καὶ νὰ συκοφαντοῦν τοὺς λόγους μου. Γιατί τὶς κοινὲς ἀποφάσεις τῶν συναποστόλων μου τὶς δέχομαι κι ἐγὼ καὶ τὶς ἐπιβεβαιώνω, ἐνῶ αὐτοὺς ποὺ μὲ κάποιον ἄλλον τρόπο ἀποτολμοῦν νὰ βαπτίζουν, καὶ ὄχι σύμφωνα μὲ τὴ διδασκαλία τοῦ Κυρίου, ἀκόμα κι ἂν χρησιμοποιοῦν καὶ τὰ τρία ὀνόματα τῆς ἁγίας Τριάδας, ἀκόμα κι ἂν δὲν παραχαράττουν κανένα ἀπὸ τὰ ἄλλα στοιχεῖα, ἀλλὰ πραγματοποιοῦν μὲ μία κατάδυση τὸ βάπτισμα, ἀλλὰ κι ἂν οὔτε σὲ αὐτὰ μετέχουν, βαπτίζουν ὅμως μὲ τὴν ἐπίκληση τοῦ Χριστοῦ ἢ στὴν ἐπίκληση τοῦ θανάτου του, ἢ ἂν ἐπινοήσουν κάποιο ἄλλο νεωτερισμὸ στὴ θεία καὶ σωτήρια παράδοσή του, σὲ αὐτοὺς ἐγὼ δέ θὰ δείξω καμμιά συγκατάβαση, ἀλλ’ ἐκεῖνον ποὺ θὰ συλληφθεῖ σὲ μιὰ ἀπὸ αὐτὲς τὶς παραβάσεις ποὺ εἴπαμε ἢ σὲ κάποια παραπλήσια μ’ αὐτές, δέ θὰ μὲ δείτε νὰ μὴν τὸν θεωρήσω ἔνοχο γιὰ τὴν ἴδια τιμωρία. Γιατί δέ μετριάζει τὸ ἔγκλημα ἡ ἐναλλαγὴ τῆς ποιότητας τῶν ὀνομάτων, ἀλλὰ ἡ παράβαση τῆς ἐντολῆς προκαλεῖ στοὺς ἐνόχους τὴν ἴδια τιμωρία.

Αὐτὰ ὁ Παῦλος, ὁ ρήτορας τῆς Ἐκκλησίας, συμφωνώντας μὲ τὴ συνήθεια καὶ τὶς πράξεις της, καὶ συνάμα ἐπιβεβαιώνοντας τὴ σωτήρια ἐντολὴ κι ἀποστομώνοντας ἐκείνους ποὺ θέλησαν νὰ κλίνουν στὸ ἀντίθετο, ἐπισφραγίζει τὶς ἀποφάσεις ἐκείνων ποὺ προηγήθηκαν ἀπὸ αὐτὸν στὴν ἐκλογὴ καὶ τὴν ἀποστολή. Ἐσὺ τί θὰ πεῖς ἀκόμα; Εἶναι δυνατὸ ἄραγε ἄλλους νὰ κατηγοροῦν γιὰ παράβαση, καὶ νὰ γίνονται οἱ ἴδιοι δάσκαλοι τῆς παράβασης, καὶ νὰ ζητοῦν βέβαια τὴν τιμωρία τῶν ἄλλων, νὰ νομίζουν ὅμως τὸν ἑαυτό τους πὼς εἶναι ἀνεύθυνοι γιὰ τὴ θρασύτητά τους; Ἄν καὶ βέβαια γιὰ ὅσα ἁμάρταναν ἄλλοι, ἂν ἁμάρταναν, ἐκεῖνοι ἔπρεπε νὰ εἶναι οἱ ὑπόδικοι, ἐπειδὴ ἡ κατηγορία δόθηκε ἀπ’ αὐτοὺς σ’ ἐκείνους. Ἀλλ’ ἀρκετά, νομίζω, εἶναι κι αὐτά.

22 Εἶναι καιρὸς ὅμως νὰ δοῦμε μὲ πόσα ἐπιχειρήματα πραγματοποιήθηκε ἡ λύση τῆς ἀπορίας. Προχωρεῖ βέβαια κατὰ μία λογικὴ μὲ περιορισμὸ τῶν σημαινομένων τοῦ ὀνόματος καὶ μὲ διάκριση τῆς σύγχυσης, ὥστε νὰ γνωρίζομε μὲ σαφήνεια πότε τὸ ὄνομα σημαίνει αὐτὸ καθεαυτὸ τὸ κύριο, πότε δόξα καὶ τιμὴ αὐτοῦ ποὺ φέρει τὸ ὄνομα, καὶ πότε σημαίνει τὴ διδασκαλία του καὶ τὸ κήρυγμα. Συνηγορεῖ ὅμως στὴ λύση καὶ τὸ νὰ γνωρίσομε, ὅτι δὲν ἀκολουθεῖ πάντα τὸν τύπο τῆς φωνῆς ἡ ὁμοιότητα τῶν νοημάτων. Οὔτε δηλαδὴ ἡ διατύπωση νὰ βαπτισθοῦμε «στὸ θάνατο τοῦ Χριστοῦ», οὔτε «στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ», ἀλλ’ οὔτε βέβαια καὶ ἡ διατύπωση, «σὲ ἕνα σῶμα», θὰ παραστήσουν τὸ ἴδιο νόημα ἐξαιτίας τῆς διαμόρφωσης τῆς φωνῆς, ἀλλ’ ὅσον αὐτὰ μὲ τὴν προφορὰ τῶν λέξεων καὶ τῶν ὀνομάτων συμπαρατίθενται καὶ συμπλέκονται, τόσο καὶ δημιουργοῦν μεταξύ τους μεγάλη διαφορὰ νοημάτων. Καὶ μαζὶ μ’ αὐτὰ καὶ ὅσα δείξαμε μὲ τὶς λύσεις τῶν συνακόλουθων ἀτόπων, κι ἀκόμα, ὅτι δὲν ἦταν δυνατό, ἂν οἱ μαθητὲς νεωτέριζαν στὴ διδασκαλία τοῦ Σωτήρα, νὰ τὴν προσλάβομε ἀπὸ ἄλλη πηγή, ἀλλὰ κι αὐτὴ ἡ ἀθέτηση τῆς ἐντολῆς θὰ κρατοῦσε μέχρι σήμερα καὶ δέ θὰ εἶχε πάροδο ἡ κατάσταση ποὺ ἐπικρατεῖ σήμερα στὴν Ἐκκλησία. Ἐπίσης, ὅτι μάρτυρες αὐτῆς τῆς λύσης εἶναι οἱ κορυφαῖοι μαθητὲς Πέτρος καὶ Παῦλος, καὶ τὸ φρικτὸ καὶ φοβερό, ὅτι συνοδικὴ καὶ ἀμείλικτη ἀπόφαση τῶν ἀποστόλων δένει ὅσους τολμοῦν νὰ τελοῦν τὸ βάπτισμα μὲ τρόπο ἄλλον ἀπὸ αὐτὸν ποὺ θεσμοθέτησε ὁ Κύριος καὶ νὰ ἀντινομοθετοῦν στὴν ἐξουσία ἐκείνου. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ Ἐκκλησία ὁλόκληρης τῆς οἰκουμένης μὲ διαδοχὴ τῶν ἀποστολικῶν πράξεων καὶ κηρυγμάτων βαπτίζοντας στὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, μετὰ τὴν κάθαρση ἐκείνων ποὺ βαπτίζονταν καὶ ἀναγεννοῦνταν, συνήθισε νὰ ψάλλει μὲ μελωδικὸ τρόπο καὶ μεγαλόφωνα· «ὅσοι βαπτισθήκατε στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ντυθήκατε τὸν Χριστό», ἀνακηρύττοντας ὄχι λιγότερο ἔντονα ὅτι, ὅπως τώρα ὅσοι βαπτίσθηκαν στὸ ὄνομα τοῦ Πατέρα καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος λέμε ὅτι βαπτίσθηκαν στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ καὶ ὅτι ντύθηκαν τὸν Χριστό, ἔτσι καὶ ὁ χορὸς τῶν ἀποστόλων, ἱερουργώντας τὸ λουτρὸ τῆς ἀναγέννησης μὲ τὴν ἐπίκληση τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ἔλεγαν ὅτι βάπτιζαν στὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, καὶ τὰ λοιπά.

 

ΦΩΤΙΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ ΤΑ ΑΜΦΙΛΟΧΙΑ Α’ – ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΣΗ & ΑΠΟΔΟΣΗ ΣΤΗ ΔΗΜΟΤΙΚΗ: Ι.Ν.ΑΓΙΩΝ ΤΑΞΙΑΡΧΩΝ ΙΣΤΙΑΙΑΣ

 

 *   σημείωση entaksis:    Ἕνα ἀπὸ τὰ βασικὰ ἐπιχειρήματα τῆς λεγόμενης «ἀνώτερης κριτικῆς» τῶν βιβλικῶν κειμένων, τὸ ὁποῖο χρησιμοποιεῖται συχνὰ ἀπὸ ἀντιτριαδικοὺς κύκλους, ὅπως οἱ Μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ, εἶναι ὅτι τὸ ἐδάφιο Ματθαῖος 28:19 εἶναι δήθεν νόθο καὶ ὅτι προστέθηκε τὸν 4ο αἰῶνα, προκειμένου νὰ στηρίξει τὸ δόγμα ποὺ διατυπώθηκε στὴ Σύνοδο τῆς Νίκαιας. Ὁ ἰσχυρισμὸς αὐτὸς, ὅμως, δὲν στηρίζεται οὔτε στὰ χειρόγραφα δεδομένα οὔτε στὴν ἐκκλησιαστικὴ καὶ ἱστορικὴ πραγματικότητα.

Κατ’ ἀρχάς, δὲν ὑπάρχει οὔτε ἕνα ἀρχαῖο ἑλληνικὸ χειρόγραφο τοῦ Εὐαγγελίου κατὰ Ματθαῖον, ἀπὸ τὰ χιλιάδες ποὺ ἔχουν διασωθεῖ, τὸ ὁποῖο νὰ παραλείπει τὴ φράση «εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Ἀκόμη καὶ οἱ ἀρχαιότεροι καὶ σημαντικότεροι κώδικες, ὁ Σιναϊτικός, ὁ Βατικανός καὶ ὁ Ἀλεξανδρινός, ποὺ χρονολογοῦνται πολὺ πρὶν ἀπὸ τὸν 4ο αἰῶνα, περιέχουν τὸ ἐδάφιο αὐτοῦσιο. Ἄρα, ὁ ἰσχυρισμὸς περὶ μεταγενέστερης προσθήκης δὲν ἔχει καμία χειρογραφικὴ τεκμηρίωση.

Ἐπιπλέον, ἡ τριαδικὴ βαπτισματικὴ διατύπωση μαρτυρεῖται ἀπὸ πηγὲς πολὺ παλαιότερες ἀπὸ τὴ Νίκαια. Ἡ Διδαχὴ τῶν Δώδεκα Ἀποστόλων, ἕνα κείμενο ποὺ χρονολογεῖται στὰ τέλη τοῦ 1ου ἢ στὶς ἀρχὲς τοῦ 2ου αἰῶνα, δίνει σαφὴ ἐντολὴ νὰ τελεῖται τὸ βάπτισμα «εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Τὸ στοιχεῖο αὐτὸ εἶναι ἰδιαίτερα σημαντικό, διότι ἡ Διδαχὴ δὲν ἀποτελεῖ δογματικὸ σύγγραμμα, ἀλλὰ πρακτικὸ ὁδηγὸ ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, γεγονὸς ποὺ δείχνει ὅτι ἡ τριαδικὴ βάπτιση ἀνήκει στὴν πρωιμότατη παράδοση τῆς Ἐκκλησίας.

Ὁ Ἅγιος Ἰουστῖνος ὁ Μάρτυρας, στὰ μέσα τοῦ 2ου αἰῶνα, περιγράφει τὸ βάπτισμα ὡς τελούμενο στὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ Πατρός, τοῦ Σωτῆρος Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, γεγονὸς ποὺ φανερώνει ξεκάθαρα τὴν τριαδικὴ δομὴ τῆς βαπτισματικῆς πράξης. Λίγο ἀργότερα, ὁ Ἐιρηναῖος καὶ ὁ Τερτυλλιανὸς ἀναφέρονται ρητὰ στὴν ἐντολὴ τοῦ Ματθαίου 28:19, συνδέοντας τὴν τριαδικὴ ὁμολογία μὲ τὴν ἀποστολικὴ παράδοση.

Συχνὰ ἐπικαλούνται τὸν Εὐσέβιο Καισαρείας, ὁ ὁποῖος σὲ ὀρισμένα πρώιμα ἔργα του παραθέτει τὸ χωρίο συνοπτικὰ, μὲ τὴ φράση «ἐν τῷ ὀνόματί μου». Ἡ πρακτικὴ αὐτὴ, ὅμως, δὲν ἀποτελεῖ ἔνδειξη διαφορετικοῦ κειμένου, ἀλλὰ ἐλεύθερη παράφραση, κάτι ποὺ ὁ Εὐσέβιος κάνει κατ’ ἐπανάληψη καὶ σὲ ἄλλα βιβλικὰ χωρία. Στὰ μεταγενέστερα ἔργα του παραθέτει κανονικὰ τὸ πλήρες τριαδικὸ κείμενο, καὶ δὲν ὑπάρχει οὔτε ἕνα χειρόγραφο ποὺ νὰ στηρίζει τὴν ὑπόθεση ὅτι γνώριζε διαφορετικὴ γραφή.

Τέλος, ἰδιαίτερη βαρύτητα ἔχει καὶ τὸ ἐκκλησιολογικὸ ἐπιχείρημα, ὅπως διατυπώνεται ἔμμεσα καὶ ἀπὸ τὸν Ἅγιο Φώτιο. Ἂν τὸ βάπτισμα εἶχε ἀλλάξει κάποια στιγμή, πῶς θὰ μποροῦσε ἡ νέα πρακτικὴ νὰ ἐπιβληθεῖ ταυτόχρονα σὲ ὁλόκληρη τὴν οἰκουμένη; Ποιός θὰ εἶχε τὴ δύναμη νὰ καταργήσει μιὰ βαπτισματικὴ πράξη ποὺ ἤδη τελοῦνταν παντοῦ; Στὴν ἀρχαία Ἐκκλησία, κάθε μεταβολὴ στὴ λατρεία προκαλοῦσε ἔντονες ἀντιδράσεις καὶ καταγραφόταν ἱστορικά, ὅπως φαίνεται ξεκάθαρα στὸ ζήτημα τοῦ Πάσχα. Μιὰ ἀλλαγὴ στὸ Βάπτισμα θὰ εἶχε θεωρηθεῖ μέγιστο σκάνδαλο καὶ θὰ εἶχε ἀφήσει ἀναπόφευκτα τὰ ἴχνη της στὶς πηγές.

Με βάση ὅλα αὐτά, ὁ ἰσχυρισμὸς ὅτι τὸ Ματθαῖος 28:19 εἶναι μεταγενέστερη προσθήκη δὲν ἀντέχει στὸν ἔλεγχο τῶν χειρογράφων, τῆς πατερικῆς μαρτυρίας καὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας