«Πνευματική φαρέτρα τοῦ Ὀρθοδόξου Χριστιανοῦ»
283. Σπάνια θά συναντήσης ἄνθρωπο πού νά δίνη μία θρησκευτική ἔννοια στόν θάνατο, δηλαδή νά τόν περιμένη μέ χαρά, σάν μία σίγουρη λύτρωσι ἀπό τήν βασιλεία τῆς ἁμαρτίας.
284. Ὅταν ὁ ἀδελφός θάνατος μᾶς λύνει ἀπό τό θνητό μας σῶμα, μᾶς κάνει ἕνα μεγάλο καλό, χωρίς νά τό γνωρίζουμε καί χωρίς νά τό θέλουμε. Κάθε τι πού εἶναι κακό στόν κόσμο, ὅπως: ἄγνοια, ἀδυναμία, σκοτάδι, ἡ ἁμαρτία μέ τά χιλιάδες πλοκάμια της, ὅλα αὐτά διά τοῦ θανάτου καταπαύουν. Τό κακό τιμωρεῖται ἀπό τόν θάνατο, ὁπότε ὁ θάνατος εἶναι ἕνας καλός βοηθός μας. Δέν εἶναι τό σῶμα κακό, ἀλλά διά τοῦ θανάτου φονεύεται τό κακό τελείως καί κατόπον στόν δέοντα καιρό, τό σῶμα θά ἀναστηθῆ ἐκ τῶν νεκρῶν. Διά τοῦ θανάτου ἡ ἀνάστασις.
285. Οἱ ἄνθρωποι φεύγουν, ὅσο μποροῦν περισσότερο ἀπό τήν φρίκη τῆς γνώσεως-μιᾶς γνώσεως πού ἔχει σχέσι μέ τόν Θεό, μέ τήν ἀθανασία τῆς ψυχῆς καί τήν σχέσι τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ. Μ᾿ ἕνα λόγο, μέχρι τήν ὥρα τοῦ θανάτου ἀρνοῦνται ὁποιαδήποτε ὑπαρξιακή γνῶσι. Ἔτσι, κάθε τι πού αὐτοί δέν τό γνωρίζουν, ὄντας κυριευμένοι ἀπό τούς βιολογικούς νόμους, τούς φαίνεται ὅτι δέν εἶναι γεγονός καί κοιμοῦνται τόν καιρό τῆς ἐπιγείου ζωῆς τους ἔχοντες τά ἴδια πάντα αὐτιά.
Ἡ κατάστασις ἀλλάζει ἀπότομα τήν στιγμή τοῦ θανάτου. Ὅλα τά ἔργα τά ὁποῖα ἔπρεπε νά γνωρίζουν στήν περίοδο τῆς ζωῆς τους, ἀπεμακρύνθησαν ἀπ᾿ αὐτούς ἤ τά ἀρνήθηκαν, περιτυλιγμένοι σ᾿ αὐτά μέ μία ἀνεξάλειπτη ἀπογραφή. Στόν καιρό τῆς ἐπιγείου ζωῆς ἡ γνῶσις παραμένει στήν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου: Ἐάν θέλη νά γνωρίση, ἠμπορεῖ νά γνωρίση· ἐάν δέν θέλει νά γνωρίση, παραμένει στήν ἄγνοια. Ὅμως, ἀμέσως μετά τόν θάνατο, αὐτή ἡ ἐλευθερία ἀναστέλλεται καί ἡ ψυχή γνωρίζει, χωρίς νά θέλη, ἐκεῖνο τό ὁποῖο ἀπέφευγε νά κάνη, ὅταν ἀκόμη φοροῦσε τό ἀνθρώπινό της χιτῶνα (σῶμα).
286. Ἡ γνῶσις ἔχει δύο μεγάλα χρονικά ὁρόσημα: Τήν στιγμή τοῦ θανάτου, ὅταν ἡ ψυχή λύεται ἀπό τήν ἄγνοια καί τήν στιγμή τῆς ἀναστάσεως, ὅταν λύεται καί τό σῶμα ἀπό τήν ἀπιστία. Διότι ἡ ἀπιστία ἔχει τήν καταγωγή της περισσότερο ἀπό τήν συνύπαρξι τῆς ψυχῆς μέ τό σῶμα. Ὁπότε καί αὐτό πρέπει νά συνενώση τήν γνῶσι μέ τήν πίστι. Ὁ θάνατος λύνει τήν ψυχή ἀπό τό σῶμα καί ἔτσι ἡ ψυχή φθάνει στήν γνῶσι τῆς πνευματικότητος καί ἀθανασίας της· ἡ ἀνάστασις λύει τό σῶμα τελείως ἀπό τόν θάνατο καί τήν ἀπιστία. Ὁ θάνατος καί ἡ ἀνάστασις συμπληρώνουν, ὅσον ἀφορᾷ τήν γνῶσι καί τήν λύτρωσι ἀπό τό κακό, αὐτό τό ὁποῖον δέν ἠμποροῦν νά συμπληρώσουν οὔτε καί οἱ πλέον ἐντυπωσιακές ἀσκήσεις τῆς ἁγιότητος. Μέχρις ὅτου ἀκόμη περάσουμε αὐτές τίς πύλες, ἡ γνῶσις μας παραμένει ἐλλειπής καί εὔθραυστη.
ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΑΡΣΕΝΙΟΥ ΜΠΟΚΑ ΡΟΥΜΑΝΟΥ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ (+1910-1989) «ΜΕΓΑΣ ΚΑΘΟΔΗΓΟΣ ΨΥΧΩΝ», ΑΠΑΝΘΙΣΜΑ ΣΟΦΩΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΩΝ ΛΟΓΩΝ ΣΕ 500 ΚΕΦΑΛΑΙΑ, ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ - ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ Μον. Δαμασκηνός Γρηγοριάτης.
