-Πάτερ Λάζαρε, θυμᾶσαι κάποια ἄλλη ἱστορία ἀπό τήν ζωή σου νά μοῦ διηγηθῆς;
-Κάποτε μέ ἔστειλε ὁ θεοφιλέστατος π. Μελέτιος σέ μία ἐνορία στό χωριό Μουσοκατάντα νά λειτουργήσω. Ἐκεῖ ἡ ἐκκλησία ἦταν ἀκόμη χορτοκαλύβα. Πρώτη μου δουλειά, τό ἀπόγευμα πού ἔφθασα ἐκεῖ, ἦταν νά βάλω ἕνα σεντόνι, πάνω ἀπό τό τραπέζι πού θά χρησιμεύσει γιά Ἁγία Τράπεζα, γιά νά μή πέφτουν χόρτα ἤ ζωΰφια ἐπάνω στό τραπέζι. Μετά νά τοποθετήσω στό τέμπλο, πού ἦταν 4-5 πάσαλλοι, χάρτινες εἰκόνες, νά στρώσω μέ καλύμματα πού ἔφερα μαζί μου στά δυό τραπέζια (Προσκομιδῆς καί Ἁγίας Τραπέζης) καί μετά νά κάνω τόν Ἑσπερινό».
Κατά τό δικό τους τυπικό, μετά τόν Ἑσπερινό, οἱ Χριστανοί, ἀλλά καί πολλοί κάτοικοι τοῦ χωριοῦ κι ἀπό ἄλλες ἐκκλησίες μαζεύονται ἔξω ἀπό τήν ἐκκλησία, ἀνάβουν φωτιά, κάθονται τριγύρω κι ἀκοῦν τά μαθήματα τοῦ ἱεραποστόλου. Ἐπιστρέφουν ἀργά στά σπίτια τους γιά ξεκούρασι. Τό πρωΐ στίς 7 , εἶναι ὅλοι σχεδόν στήν ἐκκλησία.
Ὁ π. Λάζαρος συνέχισε νά διηγῆται:
-Ἑτοιμάσθηκα τό πρωΐ νά λειτουργήσω. Μπήκαμε κανονικά στήν θεία Λειτουργία. Ἄρχισε ἔξω μία δυνατή νεροποντή. Τά ντουβάρια τῆς ἐκκλησίας-χορτοκαλύβας, κτισμένα ἀπό ἄψητους πλίνθους, ἤδη εἶχαν διαποτισθῆ ἀπό τήν βροχή. Καί τό κακό δέν ἄργησε νά γίνη. Τό ἀνατολικό ντουβάρι σωριάσθηκε κάτω κι ἔπεσαν πολλοί πλίνθοι ἐπάνω στήν «Ἅγια Τράπεζα», τήν στιγμή πού εἶχε ἐπιτελεσθῆ ἡ Θεία Ἀναφορά. Καί, ἀλλοίμονο, ἔπεσε κάτω τό Ἅγιο Ποτήριο μέ τήν Θεία Κοινωνία!»
Ὁ π. Λάζαρος ἐξεπλάγη ἀπό τό κακό πού τόν βρῆκε. Ἄρχισε νά κλαίει. Σίγουρα, σκέφθηκε, αὐτό ἦταν ἔργο τοῦ σατανᾶ. Καί τώρα τί θά κάνη, πού τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ εἶχε διαποτίσει τούς ἤδη βρεγμένους πλίνθους, πού εἶχαν διαλυθῆ;
Σκέφθηκε λίγο καί πῆρε τήν ἀμετάκλητη ἀπόφασι. Ἔφαγε μέ τίς χοῦφτες του περί τά δύο κιλά λασπωμένο χῶμα! Ὅπως ὁ ἴδιος μοῦ εἶπε.
Δέν ἔπαθε φυσικά τίποτε, ἀφοῦ ἀνάμεσα στά λασπωμένα χώματα εἶχαν εἰσχωρήσει οἱ σάρκες τοῦ Ζωοδότου τῶν ψυχῶν μας Ἰησοῦ Χριστοῦ!
Μία ἄλλη φορά προσκλήθηκε νά λειτουργήση στήν ἐκκλησία τοῦ ἁγίου Δημητρίου, τοῦ χωριοῦ Τσιαμουτέντε, πού ἀπέχει 17 χλμ. ἀπό τό Κολουέζι.
Στήν ὥρα τῆς Θείας Κοινωνίας πολλοί χριστιανοί, κυρίως τά μικρά παιδιά παρατάχθηκαν νά κοινωνήσουν. Ἕνας ἔφηβος, μετά τήν Θεία Κοινωνία, ἐπειδή ἦταν ἄρρωστος, στό μέσον τοῦ ναοῦ ἔκαμε ἐμετό! Εἶδε τό φοβερό αὐτό γεγονός ὁ π. Λάζαρος καί ἄρχισε νά κλαίει. Ἄφησε τό Ἅγιο Ποτήριο στήν Ἁγία Τράπεζα. Ἔδωσε ἐντολή κανείς ἐκεῖ νά μή πλησιάσει. Ἀφοῦ τελείωσε τήν Λειτουργία καί κατέλυσε τήν Θεία Κοινωνία, ἔτρεξε καί μέ τήν γλῶσσα του ἔγλυψε καί καθάρισε τό δάπεδο τῆς ἐκκλησίας! Ἐνῶ οἱ χριστιανοί του τόν κυττοῦσαν ἐκστατικοί!
Ἐκεῖ, λόγῳ φτώχειας καί κακῆς συνήθειας ἡ κλοπή εἶναι παντοῦ φοβερά διαδεδομένη. Φοβᾶται ὁ γείτονας τόν διπλανό του κι ὁ προϊστάμενος τόν ὑπάλληλό του. Ἔτσι καί ὁ π. Λάζαρος, σκέφθηκε νά κρατάει γιά ὕπνο καί ξεκούρασι τά 12 κατσίκια του μέσα στό σπιτάκι του, πού ἔχει χωμάτινο δάπεδο καί 2-3 κρεββάτια. Ὁπότε μέσα σέ τρία χωμάτινα δωμάτια ἐκοιμῶντο ἐννέα ἄτομα π. Λάζαρος, 3 παιδιά του, πέντε ἐγγόνια του καί τά 12 κατσίκια του! Μοῦ εἶπε ὅτι τά διατρέφει σέ γειτονικά χωράφια ὄχι γιά νά τά σφάζει, ἀλλά κατά καιρούς νά πουλάει τό μεγαλύτερο ἀπ᾿ αὐτά καί μέ τά χρήματα αὐτά νά πληρώνει τά δίδακτρα τοῦ σχολείου γιά τά ἐγγόνια του.
Ἕνα πρωϊνό ἐπῆγε στό γειτονικό μοναστήρι τοῦ ἁγίου Νεκταρίου νά λειτουργήσει, ἐνῶ ἡ γυναῖκα του εἶχε φύγει ἀπό τίς 5 τό πρωΐ στό χωράφι, μακριά 15 χλμ.νά σκάψει. Κλέπτες, προφανῶς γείτονες ἔκλεψαν τά κατσίκια, ἀφοῦ δέν ὑπῆρχε κανείς στό σπίτι. Ἐπέστρεψε ἀπό τήν λειτουργία ὁ π. Λάζαρος. Δέν βρῆκε τά κατσίκια του. Γονάτισε σέ ἱκεσία καί προσευχή μέ δάκρυα! Τό ἀπόγευμα ἐπῆγε νά κάνη τόν Ἑσπερινό. Ἐπέστρεψε σπίτι του καί ἐξεπλάγη. Ὅλα τά κατσίκια του ἦταν μέσα στό σπίτι. Δέν ἔμαθε ποιός τά ἐπῆρε καί ποιός τά ἔφερε. Φαίνεται ὅτι ὁ Ἅγιος Νεκτάριος, Προστάτης τῆς Μονῆς, ἀποδείχθηκε καί προστάτης καί τῆς περιουσίας τοῦ π. Λαζάρου!
Ἡ παπαδιά του, Μαρία τό ὄνομα ἔπασχε ἀπό χρόνια ὑψηλή πίεσι. Μέ τά 100 δολλάρια μισθό τοῦ π. Λαζάρου, θά ἔπρεπε κάθε ἡμέρα νά ἀγοράζουν καί τά φάρμακα τῆς κ. Μαρίας. Ἕνα ἀπόγευμα ἡ πίεσις εἶχε φθάσει στό 24. Ὁ π. Λάζαρος, δοσμένος ἀκλόνητα στόν Θεό, ἐπῆρε τήν παπαδιά του καί ἐπῆγαν στήν μονή τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου. Γονάτισαν μπροστά στήν εἰκόνα του. Δέν ἐπέστρεψαν σπίτι τους. Μέ δάκρυα καί προσευχές τόν παρακαλοῦσαν γιά τήν θεραπεία της ἀπό τό βράδυ ἐκεῖ μέχρι τό πρωΐ.
Καί ὁ Ἅγιος ἔκαμε τό θαῦμα του. Τό πρωΐ ἡ παπαδιά τελείως ὑγιής ἐπῆγε στό σπίτι της, ἐπῆρε τήν τσάπα της κι ἐπῆγε στό χωράφι. Αὐτή ὅμως ἡ ἀρρώστεια κάποια ἡμέρα μέ θέλημα Θεοῦ ὡδήγησε τήν παπαδιά στήν αἰώνια ἀνάπαυσι. Ὁ π. Λάζαρος συνεχίζει τούς ἀγῶνες του, ἀπό τό 2007 μόνος του, χωρίς ποτέ νά διαμαρτύρεται σέ κάτι ἀπέναντι στόν Θεό. Τά παιδιά του, τά ἐγγόνια του, τοῦ ζητοῦν χρήματα γιά τά σχολεῖα τους, ροῦχα, τρόφιμα κλπ. Κι ἐκεῖνος τούς λέγει: «Θά ζήσουμε μ᾿ αὐτά τά χρήματα πού μᾶς δίνει κάθε μῆνα ὁ Θεός»!
Μέ τήν εὐλογία τοῦ πατρός Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου
Δεῖτε καί:
Ο ΑΓΙΟΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΟΥ ΚΟΓΚΌ Ἱερεύς π. Λάζαρος WAZENG (1)
Ο ΑΓΙΟΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΟΥ ΚΟΓΚΌ Ἱερεύς π. Λάζαρος WAZENG (2)
