Ἡ πρώτη Ἀπριλίου 1990 ἦταν ἡ πρώτη ἡμέρα πού ἐπάτησε τό πόδι μου στό ἀφρικάνικο ἔδαφος. Ποῦ ἤμουν; Μέ τόν τότε ἱερομ. Μελέτιο ταξιδεύσαμε ἀπό Ἑλλάδα Κύπρο καί τήν ἴδια νύκτα τήν 31ην Μαρτίου μπήκαμε σέ ἀεροπλάνο τῆς Ζάμπιας καί ἐφθάσαμε στήν πρωτεύουσα Λουσάκα τό πρωΐ στίς 8 ἡ ὥρα. Ἀπό ἐκεῖ μέ ἄλλη τοπική πτῆσι ἐφθάσαμε στό Λουμπουμπάσι. Καί σέ δύο ἡμέρες ὁ π. Κύριλλος μέ ἕνα σαράβαλο τζιπάκι, κίτρινο, τοῦ μακαριστοῦ π. Κοσμᾶ μᾶς ἔφερε στό Κολουέζι.
Τότε ἤμουν ὅλο στενοχώρια, διότι δέν ἤξερα οὔτε μία λέξη σουαχίλι. Μέ βοήθησε ὁ ἰθαγενής Μωϋσῆς, ὁ ὁποῖος ἔζησε τέσσερα χρόνια στήν μονή μας καί ἤξερε ἀρκετά καλά τά ἑλληνικά. Τόν ἐρωτοῦσα καθημερινά γιά λέξεις καί ξεκίνησα τήν ἐκμάθησι τῆς γλώσσας, χωρίς οὐσιαστικά μέθοδο, βιβλία καί δάσκαλο.
Τότε μοῦ ἔκανε ἐντύπωσι ὁ διάκο-Λάζαρος. Δέν εἶχε κάτι τό ἐξωτερικά ἐξαίσιο καί μεγαλοπρεπές. Ἕνας κοντός, ἁπλοϊκός καί γελαστός ἰθαγενής, πού ἔτρεχε ἀπό πίσω ἀπό τόν τότε ἱερομ. π. Μελέτιο. Ὁ τότε ἐπίσκοπος Κεντρώας Ἀφρικῆς κ. Τιμόθεος, εἶχε μετανοιώσει, ὅπως μᾶς ἔλεγε, πού τόν ἔκανε διάκονο. Γι᾿ αὐτό καί μᾶς ἔλεγε ὅτι τόν διάκο Λάζαρο δέν θά τόν κάνει παπᾶ, γιατί γελάει σάν βλάκας!
Καί τί ἔκανε καθημερινά στήν Ἱεραποστολή ὁ διάκο-Λάζαρος τῆς ἡλικίας τότε τῶν 50 περίπου ἐτῶν; Τυφλή ὑπακοή καί μόνο, ἀκούραστος στήν ἁγία μοναχική ἀρετή τῆς ὑπακοῆς! Ἔκαμε ὅλες τίς ἐργασίες πού τοῦ ἀνέθετε ὁ π. Μελέτιος. Ἐσήκωνε τά ἄκρα του ζωστικοῦ του, ἔβαζε μπότες καί ἄρχισε νά σκουπίζει τήν ἐκκλησία καί μετά νά τήν σφουγγαρίζει μέ τό λάστιχο.
Μετά ἄλλη ἐντολή νά βοηθήσει στήν παρασκευή φαγητοῦ τῶν παιδιῶν τοῦ οἰκοτροφείου. Ἄλλη ἐντολή νά φτιάξει τά πρόσφορα τῆς ἑβδομάδος. Μέσα στά ἄλευρα, στήν σκαφίδα, νά ζυμώνει ὁ ἴδιος νά ἱδρώνει καί νά σοῦ χαρίζει καί τό ταπεινό καί χαρούμενο χαμόγελό του!
Ἄλλη ἐντολή νά ποτίσει τούς κήπους, νά πλύνει τούς βαπτιστικούς χιτῶνες, ὅταν εἶχαν προηγηθῆ βαπτίσεις. Να συμμετέχει στό πρόγραμμα ἀποστολῆς φαγητοῦ στούς φυλακισμένους καί στά νοσοκομεῖα τῆς πόλεως. Κι ἐκεῖ νά διαβάζει μία εὐαγγελική περικοπή, νά τήν ἀναλύει καί νά συμβουλεύει πάντα μέ τό χαμόγελο τῆς ἀγάπης καί τῆς ἀδελφικῆς στοργῆς. Καί δέν σταματᾶ ὁ κατάλογος τῶν καθημερινῶν του διακονημάτων, πού τά ἐπιτελοῦσε ὅλα μέ πρωτοφανῆ ὑπομονή, ἀγάπη καί ὑπακοή! Μετά ἀπό χρόνια φάνηκε πλέον ἡ χρυσή ἀρετή τοῦ π. Λαζάρου. Κι ἀναγκάσθηκα ἀπό τόν ἐπίμονο λογισμό μου, τό 2013, νά τόν καλέσω σέ διάλογο. Συνομιλοῦμε στά σουαχίλι.
-Πάτερ Λάζαρε, τήν εὐχή σου. Θέλεις λίγο νά κουβεντιάσουμε, νά μοῦ εἰπῆς κάτι ἀπό τήν ζωή σου;
-Ναί, πάτερ, ὅ,τι θέλεις, ρώτησέ με. Εἶμαι ἀγράμματος. Ἀλλά ἄν ξέρω κάτι θά σοῦ εἰπῶ.
-Κατ᾿ ἀρχήν πές μου πού γεννήθηκες καί πῶς μεγάλωσες.
-Γεννήθηκα στό χωριό Σακανάμα τῆς ἐπαρχίας Σαντόα τό 1942. Οἱ γονεῖς μου ἦταν προτεστάντες, Μεθοδιστές στό θρήσκευμα. Εἴμασταν ἑπτά ἀδέλφια. Ἀπέθαναν τά πέντε και ἔμεινα ἐγώ μέ μία ἀδελφή μου, πού τώρα εἶναι παντρεμμένη στό Μουσονόϊ, γειτονικό χωριό τοῦ Κολουέζι. Σέ ἡλικία 12 ἐτῶν ἐπῆγα στήν πόλι Κάμινα. Ἡ μητέρα μου ἀπέθανε ἕνα χρόνο, ἀφοῦ μέ γέννησε, δηλ. τό 1943 σέ ἡλικία 21 ἐτῶν, ἐνῶ ὁ πατέρας μου πέθανε στό 1947 σέ ἡλικία 30 ἐτῶν. Ἔτσι μέ μεγάλωσε ἡ γιαγιά μου, μάννα τῆς μάννας μου. Ἀλλά μετά ἀπό ἕνα χρόνο, τό 1944, πέθανε καί ἡ γιαγιά μου. Ἔτσι, ἔμεινα μέ τήν μάννα τοῦ πατέρα μου, ἡ ὁποία μέ κτυποῦσε σκληρά καί μέ ὕβριζε. Κάθε ἡμέρα ἤμουν στενοχωρημένος ἀπό τά βάσανα πού μοῦ προκαλοῦσε.
Μαζί της ἔμεινα 4 χρόνια καί μετά μέ πῆρε ὁ θεῖος μου, ἀδελφός τῆς μάννας μου. Αὐτός μέ ἐπῆγε στήν πόλι Καπάνγκα (700 χλμ. μακριά ἀπό τό Κολουέζι). Μέ ἄφησε ἐκεῖ καί ἐκεῖνος ἐπῆγε στήν Κάμινα νά ἀσχοληθῆ μέ τό ἐμπόριο. Τότε ἀρώστησα ἀπό ἑλονοσία καί ἐπρόκειτο νά πεθάνω. Μέ ἄφησαν στόν τρίτο θεῖο μου, τόν πρόεδρο τοῦ χωριοῦ Μουσούμπα, πού ζοῦσε μέ δύο γυναῖκες. Αὐτές μέ ταλαιπωροῦσαν, διότι δέν μοῦ ἔδιναν φαγητό καί τό κρατοῦσαν μόνο γιά τά παιδιά τους. Κατόπιν μ᾿ ἔδιωξαν καί μέ ἔστειλαν σέ μία ἄλλη γιαγιά στήν πόλι Σαντόα. Ὁ θεῖος μου πού εἶχε πάει στήν Κάμινα γιά ἐμπόριο, ἦλθε στήν Σαντόα μέ ποδήλατο, ἀπόστασι 360 χλμ. νά μέ πάρη διότι ἐκινδύνευα νά πεθάνω ἀπό ἑλονοσία. Ἀλλά καί ὁ θεῖος μου εἶχε ἰσχυρούς πονοκεφάλους ἀπό τήν ἴδια ἀρρώστεια. Ὅμως μέ τό ποδήλατο μέ ἔφερε πάλι στήν Κάμινα, ὅπου ἐφθάσαμε σέ δύο ἑβδομάδες. Ἤθελε ὁ θεῖος μου ἐκεῖ νά μέ σπουδάσει, ἀλλά δέν εἶχε χρήματα. Κάποιος ἀπό τό Κασάζι μοῦ ἔδωσε ροῦχα καί μέ ἔστειλε στό σχολεῖο, ὅπου ἐπῆγα μέχρι τήν 5ην Δημοτικοῦ, σέ σχολεῖο τῶν Μεθοδιστῶν. Τότε μέ πῆρε ἕνας Βέλγος στό σπίτι του, ὀνόματι Βάντρι Λούϊς καί ἐδούλευα σάν οἰκιακός βοηθός του.
Κοντά του ἔμεινα περίπου 5 χρόνια. Εἶχε φάρμα μέ ἀγελάδες. Ἔκανα κι ἐκεῖ ὑπακοή σέ ὅ,τι μοῦ ἔλεγε. Κατόπιν ἐπῆγα στήν πόλι Καμίνα, πού ἀπέχει 20 χλμ. γιά σπουδές. Ἔμενα σέ ἕναν ἄλλο Βέλγο, ὅπου ἐδούλευσα στόν φοῦρνο του τρία χρόνια. Κουραζόμουν πάρα πολύ. Μετά τό ψήσιμο τοῦ ψωμιοῦ τό ἔπαιρνα καί ἔβγαινα στήν πόλι Καμίνα νά τό πουλήσω. Ἦταν τότε τό 1960. Μετά μέ ἐπῆραν γιά στρατιώτη, ὅπου ἔμεινα μόνο ἕνα μῆνα. Ὁ θεῖος μου, πού ἦταν πρόεδρος τοῦ χωριοῦ, ἐπλήρωσε λίγα χρήματα καί ἔφυγα ἀπό τόν στρατό.
Στό διάστημα αὐτό πού ἤμουν στήν πόλι Κάμινα, το 1962, κάποια ἡμέρα ἀρώστησα καί σέ λίγες ἡμέρες ἀπέθανα. Δέν ἤξερα ἀκόμη τίποτε γιά τόν Χριστό. Ἤμουν εἰδωλολάτρης ἤ μᾶλλον ἀδιάφορος γιά κάθε θρησκευτική πεποίθησι. Ἐνῶ εἶχα πεθάνει, ἦλθε κοντά μου ἕνας εὐρωπαῖος παπᾶς με μαῦρα ράσα και μέ ἐρώτησε:
-Ποιός εἶσαι ἐσύ;
-Λέγομαι Ὄσκαρ, τοῦ εἶπα. Ἄν μπορεῖς πάρε με κοντά σου, γιατί ὑποφέρω.
-Να ἰδοῦμε το ὄνομά σου, ἄν εἶναι στόν πίνακα, μοῦ εἶπε.
Κατόπιν ἐδιάβασε πολλά ὀνόματα καί στάθηκε στό δικό μου ὄνομα και κατόπιν μοῦ εἶπε:
-Δέν ἦλθε ὁ καιρός σου νά φύγης τώρα. Πρέπει νά γυρίσεις πίσω.
Και ἐκεῖνο τό βράδυ, στίς πέντε παρά τέταρτο, ἀναστήθηκα. Ἐπανῆλθε ἡ ψυχή μου στό σῶμα μου. Ἰδιαίτερη ἐντύπωσι μοῦ ἔκανε ὅτι αὐτός ὁ Ἅγιος πού με ἐπισκέφθηκε, εἶδα νά διαβάζει ὀνόματα ἀπό ὅλο τόν κόσμο, πού ἦταν γραμμένα σέ μία κατάστασι. Δηλαδή και λευκοί καί μαῦροι και κίτρινοι και κόκκινοι. Εἴμεθα ὅλοι γραμμένοι σε ἕνα πίνακα! Ὅταν αὐτός ὁ Ἅγιος μοῦ εἶπε ὅτι «πρέπει νά γυρίσεις πίσω», καθώς ἔφευγε μοῦ ἔλεγε δυνατά και διαπεραστικά: «Γύρισε πίσω νά κάνης ἔργο ἀποστολικοοοοοό».
Τό 1963 ὁ Τσιόμπε (τοπικός κυβερνήτης) ἐδημιούργησε δική του κυβέρνησι στήν ἐπαρχία Κατάγκας. Ἐπῆγε καί στήν Ρωσσία νά συνεργασθῆ μαζί τους. Οἱ Ἀμερικάνοι σέ συνεργασία μέ τούς Βέλγους, φοβούμενοι ὅτι θά ἀποκόψη τήν Κατάγκα ὁ Τσιόμπε ἀπό τό ὑπόλοιπο Κογκό, τόν δηλητηρίασαν. Τότε ἔγινε πόλεμος κι ἐγώ ἐπῆγα στήν Σαντόα μέ τά πόδια. Τό 1964 ἦλθα στό Κολουέζι καί ἐδούλεψα σάν μάγειρας στό σπίτι κάποιου Βέλγου, ἐπί 4 χρόνια. Ἀπό τό 1968 ἕως τό 1983, δηλαδή ἐπί 15 χρόνια ἔφτιαχνα μόνος μου ψωμιά καί γλυκά καί τά πωλοῦσα κι ἔτσι εἶχα τά ἀναγκαῖα γιά τήν ζωή μου. Τό 1983 παντρεύθηκα. Τό πρῶτο παιδί μας ἀπέθανε σέ ἡλικία 3 ἐτῶν. Στήν συνέχεια ἀπέθαναν κι ἄλλα παιδιά μας. Ἀπό τά 10 πού ἀποκτήσαμε μέ τήν σύζυγό μου, μᾶς ἀπέθαναν 7 καί ἔμεινα μέ τρία, τήν Ἀθηνᾶ, τήν Εὐθυμία καί τόν Νικόλαο.
Ἡ γυναῖκα μου ἀπό πλευρᾶς θρησκείας ἀκολουθοῦσε μιά ντόπια προτεστάντικη κοινότητα, ὀνόματι Μαλέμπα. Τῆς ὑποσχέθηκα ὅτι θά πηγαίνω κι ἐγώ. Τελικά δέν ἐπῆγα. Εἶδα ὄνειρο. Μοῦ εἶπε κάποιος, πού ἦταν σάν ἄγγελος: «Μή πηγαίνεις ἐκεῖ, Ὄσκαρ». Αὐτό ἦταν τό πρῶτο ὄνομά μου. Εἶπα στήν γυναῖκα μου ὅτι δέν ἔρχομαι κι ἐκείνη μοῦ εἶπε: «Ἔχεις δαιμόνιο, γι᾿ αὐτό δέν ἔρχεσαι στήν ἐκκλησία μου». Τῆς εἶπα ὅτι ὁ Θεός μοῦ ἀπαγορεύει. Περιμένω νά μοῦ εἰπῆ ὁ Θεός ποιά ἐκκλησία νά ἀκολουθήσω.
Μετά ἀπό τρεῖς μῆνες, τό 1980, ἐπῆγα στήν ἐκκλησία τῶν Μεθοδιστῶν. Ἀκολούθησα τά μαθήματά τους καί σέ ἕξι μῆνες μᾶς ἐκάλεσε ὁ πάστορας νά πᾶμε γιά βάπτιση στό ποτάμι. Ἡ ψυχή μοῦ ἀντιδροῦσε καί δέν ἐπῆγα. Ὁ ὑπεύθυνος τῆς κοινότητος μέ ἔδιωξε ἀπό τήν «ἐκκλησία»του, ὁπότε ἐπῆγα στήν «ἐκκλησία» τῶν Πεντηκοστιανῶν. Καί ἐκεῖ ἄκουσα τά μαθήματά τους. Καί ἐδῶ οἱ προετοιμασίες γιά τίς βαπτίσεις τους, ἀλλά καί πάλι μία φωνή μέσα μου δέν μέ ἄφηνε νά τούς ἀκολουθήσω. Τήν ἑπομένη, πρίν μέ διώξουν κι ἀπό ἐκεῖ, εἶχα πάει στήν ἐκκλησία τους. Ἤμουν ἕτοιμος νά μπῶ μέσα, ὄντας στό κατώφλιο τῆς πόρτας εἰσόδου, καί αἰσθάνομαι κάποιο χέρι νά μέ πιάνει ἀπό τό σβέρκο. Ἤθελα νά τόν ἰδῶ ποιός εἶναι καί γιατί μοῦ ἀπαγορεύει νά μπῶ στήν «ἐκκλησία» μου. Ἀλλά δέν μποροῦσα νά στρίψω πίσω τό κεφάλι μου καί νά κυττάξω. Ἀκούω, λοιπόν, μόνο τήν φωνή του:
-Ὄσκαρ, ὁ Θεός σ᾿ ἀγαπᾶ καί θέλει νά σέ σώσει, ἀλλά ἡ ἐκκλησία αὐτή πού πηγαίνεις δέν εἶναι ἡ ἀληθινή!
-Ποιός εἶσαι ἐσύ, Κύριε, πού μοῦ ἀπαγορεύεις νά μπῶ στήν «ἐκκλησία» μου;
-Ὁ ἀληθινός Θεός μ᾿ ἔστειλε, καί θά κάνεις ὅ,τι θά σοῦ εἰπῶ γιά νά βρῆς τήν σωτηρία σου.
Ἡ ἀληθινή Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι μόνο ἡ Ὀρθόδοξη. Σ᾿ αὐτήν θά πᾶς, νά κατηχηθῆς καί νά βαπτισθῆς γιά νά σωθῆς.
-Καί ἐδῶ στό Κολουέζι ὑπάρχει; Ποῦ θά πάω νά τήν βρῶ.
-Φῦγε ἀπ᾿ ἐδῶ καί βάδισε αὐτό τόν δρόμο. Κοντά σέ μιά πλατεῖα, πλησίον τοῦ ταχυδρομείου εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.
Ἔφυγε ὁ Ὄσκαρ χαρούμενος, ἀλλά ἦταν καί ἀρκετά προβληματισμένος μ᾿ αὐτά πού ἄκουσε ἀπό τόν ἄγνωστο ἐπισκέπτη. Βαδίζοντας συνάντησε μπροστά του δεξιά μία ἐκκλησία. Χωρίς νά σκεφθῆ πλησίασε στήν πόρτα γιά νά μπῆ μέσα. Ἀλλά καί πάλι ὁ ἄγνωστος καί δυναμικός ἐκεῖνος ἄνδρας, ἐμφανίσθηκε καί πάλι. Τόν ἔπιασε ἀπό τόν σβέρκο καί τόν ἀκινητοποίησε.
-Ποῦ σοῦ εἶπα νά πᾶς;
-Στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, Κύριε.
-Αὐτή λέγεται ἐκκλησία τοῦ πάπα. Δέν εἶναι αὐτή ἡ ἀληθινή ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Ἔβγα ἔξω καί συνέχισε τόν δρόμο εὐθεῖα. Σέ 700 μέτρα θά βρῆς μία πλατεῖα. Ἐκεῖ εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, ἀπέναντι ἀπό τό κτίριο τοῦ ταχυδρομείου.
Πράγματι βγῆκε ὁ Ὄσκαρ, εἶχε μαζί του κι ἕνα φίλο του, προτεστάντη, τόν Συμεών, καί μαζί περπατοῦσαν γρήγορα. Σχεδόν ἀπό τήν χαρά τους πετοῦσαν. Ἔφθασαν στήν Ἐκκλησία. Ὁ π. Λάζαρος μοῦ διηγήθηκε ὡς ἑξῆς τήν πρώτη αὐτή ἐπίσκεψη:
«Ὅταν ἔφθασα στήν πόρτα, πού ἐκείνη τήν στιγμή ἦταν ἀνοικτή, γονάτισα κάτω καί εἶπα: «Θεέ μου, βοήθησέ με. Ἦλθα ἐδῶ, γιατί Ἐσύ μέ ἔφερες. Μετά μπῆκα μέσα, ἡ καρδιά μου σάν νά χόρευε ἀπό χαρά. Αἰσθανόμουν ὅτι δέν πατοῦσα στήν γῆ. Εἶπα στόν φίλο μου ὅτι ἔχω μέσα μου μεγάλη χαρά. Ἐκύτταζα τίς εἰκόνες τῶν Ἁγίων. Μέ ἐκύτταζαν καί οἱ Ἅγιοι, σάν νά μοῦ χαμογελοῦσαν. Ἐκείνη τήν στιγμή ἕνας Εὐρωπαῖος ἱερέας ἔκανε τήν ἀκολουθία τοῦ Ἑσπερινοῦ. Μετά βγῆκα ἔξω καί κουβέντιαζα μέ τόν φίλο μου. Ἐκεῖνος μοῦ εἶπε:
-Ὁ Θεός σέ ἀγαπᾶ καί σ᾿ἔφερε ἐδῶ. Αὐτός ὁ ἄγνωστος ἄνδρας σέ ἔδιωξε ἀπό τούς προτεστάντες μετά σ᾿ ἔδιωξε κι ἀπό τήν καθολική «ἐκκλησία», καί ὁ Θεός σέ ἔφερε ἐδῶ. Ὁπότε αὐτή εἶναι ἡ ἀληθινή Ἐκκλησία.
-Ἔχω πολλή χαρά στήν καρδιά μου, Συμεών, σάν νά γεννήθηκα δεύτερη φορά, τοῦ εἶπα.
Μετά ἐπῆγα στό σπίτι μου καί συνωμίλησα μέ τήν γυναῖκα μου. Τῆς εἶπα ἐπιτακτικά:
«Νά ἔλθης στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία». Τελικά ἐκείνη, ἀφοῦ ἄκουσε ὅλη τήν διήγησι, δέχθηκε καί ἦλθε.
Κάθε Τετάρτη παρακολουθούσαμε κατηχητικά μαθήματα μέ δάσκαλο τόν ἱερέα π. Κοσμᾶ Γρηγοριάτη ἐπί τρία χρόνια. Τότε εἴμασταν 20 κατηχούμενοι. Τήν 1ην Ἰουνίου 1983 βαπτίσθηκα μέ τήν γυναῖκα μου καί τά τρία παιδιά μας. Συνολικά ἐκείνη τήν ἡμέρα βαπτίσθηκαν 350 ἄτομα, διότι εἶχαν ἔλθει ἀπό πολλές γειτονικές ἐνορίες τοῦ Κολουέζι.
Στήν κατάστασι εἶχαν γράψει τελευταῖο τό ὄνομά μου. Τότε εἶπε ὁ π. Κοσμᾶς στόν γραμματέα Ναουέζι, νά μέ γράψη πρῶτον στήν σειρά.
-Πάτερ Λάζαρε, τί αἰσθάνθηκες τήν ἡμέρα τῆς βαπτίσεώς σου;
Ὅταν βγῆκα ἀπό τό βαπτιστήριο αἰσθάνθηκα, ὡσάν νά ἔπεσε κάτι σάν τομάρι ἀπό τό σῶμα μου. Καί μετά αἰσθάνθηκα χαρά καί ἐλευθερία. Ἤθελα νά πετάξω ἀπό τήν χαρά μου. Σάν νά γεννήθηκα δεύτερη φορά! Καί στήν συνέχεια εἶδα μέ τά μάτια μου ἕνα περιστέρι νά πετᾶ πάνω ἀπό τά κεφάλια τῶν νεοφωτίστων ἀδελφῶν. Τό εἶδαν καί ἄλλοι ἀδελφοί.
Τό εἶπα στόν π. Κοσμᾶ κι ἐκεῖνος μοῦ εἶπε:
-Ἐσύ εἶσαι ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ!
-Ὁ Θεός μ᾿ ἔστειλε ἐδῶ. Ἐγώ δέν ξέρω τίποτε. Αὐτά τοῦ εἶπα.
Ὁ π. Κοσμᾶς μᾶς ἐξήγησε ὅτι τό περιστέρι συμβολίζει τό Ἅγιο Πνεῦμα, ὅπως συνέβη, ὅταν κατῆλθε, στήν Βάπτισι τοῦ Χριστοῦ στόν Ἰορδάνη ποταμό.
Μετά τήν βάπτισί μου μέ κράτησε ὁ π. Κοσμᾶς κοντά του καί μοῦ ἀνέθεσε νά μαγειρεύω τό φαγητό τῶν παιδιῶν τοῦ οἰκοτροφείου. Τότε εἴχαμε οἰκότροφα 70 παιδιά, στά ὁποῖα ἡ Ἱεραποστολή παρεῖχε τροφή, στέγη, δίδακτρα γιά τά σχολεῖα τους καί ρουχισμό.
-Καί πῶς ἔγινες διάκονος;
-Ὁ π. Κοσμᾶς τό 1985 μέ κάλεσε νά γίνω διάκονος. Ἐγώ ἀρνήθηκα λέγοντάς του, ὅτι εἶμαι ἀνάξιος καί ἁμαρτωλός. Ἐκεῖνος μοῦ εἶπε ἐπίμονα:
-Ἔχω ἐντολή ἀπό τόν Χριστό νά σέ κάνω κληρικό. Πρέπει νά δεχθῆς. Αὐτό εἶναι τό θέλημα τοῦ Θεοῦ γιά σένα.
Μέ πρότεινε στόν Δεσπότη μας, τόν Σεβ. κ. Τιμόθεο, γιά ν᾿ ἀναλάβω αὐτή τήν ὑψηλή διακονία. Θυμᾶμαι τό ἑξῆς περιστατικό. Ὅταν ἔσκυψα τό κεφάλι μου μπροστά στό Ἅγιο Θυσιαστήριο καί ὁ Δεσπότης ἔβαλε τό χέρι του ἐπάνω μου κι ἄρχισε νά διαβάζει τήν εὐχή, ἄναψε μέσα στήν καρδιά μου μιά φλόγα, σάν τοῦ κεριοῦ. Εἶχα τότε πολλή χαρά καί παρακαλοῦσα τόν Χριστό νά μή σβήσει αὐτή ἡ φλόγα ἀπό μέσα μου. Σέ λίγο καιρό λιγόστεψε. Παρακάλεσα τόν Χριστό νά μή μοῦ σβήσει τελείως. Μιά φωνή μέσα μου μέ παρηγόρησε λέγοντάς μου, ὅτι θά μένει πάντοτε μία μικρή σπίθα. Αὐτή τήν σπίθα τήν αἰσθάνομαι ἄλλοτε νά μεγαλώνει μέσα μου κι ἄλλοτε νά μικραίνει.
Κάποια φορά ἐρώτησα τόν μακαριστό Γέροντά μου π. Γεώργιο (Καψάνη), τί σημαίνει αὐτή ἡ μικρή φλόγα πού ἔμεινε στήν καρδιά τοῦ π. Λαζάρου γιά πάντα. Καί μοῦ εἶπε ὅτι αὐτή εἶναι ἡ Χάρις τῆς Ἱερωσύνης!
Εἴπαμε ὅτι ὁ μακαριστός ἐπίσκοπος Τιμόθεος δέν ἤθελε νά τόν χειροτονήσει ἱερέα. Ὁ διάκο-Λάζαρος συνέχιζε ὅλες τίς καθημερινές του διακονίες, χωρίς τήν παρά μικρή ἀντιλογία. Πλησίαζε τά 55, ἀλλά οὔτε ὁ ἴδιος εἶχε ποτέ λογισμό νά γίνη καί παπᾶς. Ἄλλωστε τό εἶχε πῆ τόσες φορές στόν π. Κοσμᾶ ὅτι εἶναι ἀνάξιος νά γίνη κληρικός. Κι αὐτό τό ἔλεγε ἀπό τήν βαθειά του ταπείνωσι. Τελικά κάτω ἀπό τίς πιέσεις τοῦ διαδόχου του, τοῦ π. Μελετίου, συγκατένευσε ὁ ἅγιος Κεντρώας. Μετά ἀπό ἕνα χρόνο, τό 1995, ἦλθε στό Κολουέζι. Εἶπε στόν π. Μελέτιο νά ἑτοιμάσει τά ἄμφια γιά νά χειροτονήσει τόν διάκο-Λάζαρο ἱερέα. Τοῦ εἶπε ὅτι ἐπῆρε ἀπό τόν Θεό πληροφορία νά τόν χειροτονήσει. Καί τόν χειροτόνησε, ἡλικίας τότε 53 ἐτῶν. Τοῦ ἔδωσε ἐντολή νά λειτουργεῖ σέ μία γειτονική ἐνορία τοῦ χωριοῦ Σιέφ Καζέμπε, πού ἀπεῖχε 20 χλμ. ἀπό τό Κολουέζι. Ἄλλοτε μέ τά πόδια καί ἄλλοτε μέ τό ποδήλατο διήνυε αὐτή τήν διαδρομή κάθε Σάββατο μεσημέρι γιά νά φθάση στήν ἐνορία του, νά λειτουργήση καί νά διδάξη τό μικρό του ποίμνιο. Τήν περίοδο τῶν βροχῶν οἱ δρόμοι ἐγένοντο λασπόδρομοι καί ποταμόδρομοι. Καί ὅμως ὁ π. Λάζαρος ἀψηφοῦσε τά πάντα. Περπατοῦσε χιλιόμετρα μέσα στά νερά στίς λάσπες μέχρι νά φθάσει στήν ἐνορία του γιά νά κτυπήσει τήν καμπάνα.
Μετά ἀπό τόσους πνευματικούς ἀγῶνες ὁ Θεός τόν ἐχαρίτωσε καί τοῦ ἔδωσε ἁπλόχερα τήν Χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Γι᾿ αὐτό ὅποιος τόν συναντᾶ ἀμέσως ἐντυπωσιάζεται, διότι ἀντικρύζει ἕναν διαφορετικό κογκολλέζο, πού σέ μαγνητίζει μέ τήν γλυκύτητα τοῦ ἠλιοκαμμένου προσώπου του. Ἡ ἁπλότητά του εἶναι παροιμιώδης. Ἡ βαθειά του ταπείνωσις καί ἡ πίστις ἀνοίγουν τόν θόλο τοῦ οὐρανοῦ καί φθάνουν στόν θρόνο τοῦ Θεοῦ ὅλα τά μηνύματά του καί οἱ θερμές προσευχές του. Τόν ἀγαπᾶ λοιπόν ὁ Θεός καί τόν ἀκούει, διότι καί ὁ παπᾶ Λάζαρος Τόν ἀγαπᾶ καί τόν ὑπηρετεῖ μέ ἄκρα αὐταπάρνησι καί αὐτοθυσία. Ὁμοιάζει στήν ἀρετή, στήν ὑπομονή, στήν ἀγάπη γιά τόν Οἶκο τοῦ Θεοῦ μέ τόν Ἅγιο τῆς Ἀθήνας τόν παπᾶ Νικόλαο Πλανᾶ. Εἶναι ἕνας ἀγαθός λευΐτης τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ.
