
Όλοι θυμόμαστε το «I can’t breathe» του Τζορτζ Φλόιντ, λίγα λεπτά πριν ξεψυχήσει από το γόνατο Αμερικανού αστυνομικού που συνέθλιβε τον λαιμό του. Πέρα από τη βαρβαρότητά του, οι λόγοι που μας εντυπώθηκε τόσο βαθιά αυτό το τραγικό περιστατικό, ήταν η τεράστια προβολή που απέκτησε και κυρίως το κάψιμο όλης της Αμερικής που επακολούθησε, από μανιασμένα πλήθη που διαμαρτύρονταν για την αστυνομική βία.
Φαίνεται όμως ότι η ασφυξία αλλάζει βαρύτητα σύμφωνα με το χρώμα δέρματος. Ο 18χρονος Βρετανός, Χένρι Νόβακ (Henry Nowak), φώναξε κι εκείνος «I can’t breathe», δολοφονήθηκε κι εκείνος από αστυνομική μεροληψία, αλλά κανείς δεν ενδιαφέρθηκε για εκείνον για πέντε ολόκληρους μήνες, μέχρι που κάποιοι ανέδειξαν τη σοκαριστική υπόθεση του.
Το σκηνικό της επίθεσης και η πλεκτάνη
Ο Χένρι Νόβακ ήταν πρωτοετής φοιτητής λογιστικής και χρηματοοικονομικών στο Πανεπιστήμιο του Σαουθάμπτον. Το βράδυ της 3ης Δεκεμβρίου 2025, είχε βγει βόλτα με συμφοιτητές και συμπαίκτες του από την πανεπιστημιακή ομάδα ποδοσφαίρου, για να γιορτάσουν το τέλος του εξαμήνου. Την ώρα που επέστρεφε σπίτι περίπου στις 11:30 τη νύχτα, ο Χένρι παρατήρησε στον δρόμο έναν άντρα να περπατά με ένα τεράστιο μαχαίρι (21 εκατοστών) πάνω του.
Αυτός ο άντρας ήταν ο Ινδός Βίκρουμ Ντίγκουα (Vickrum Digwa) και το μαχαίρι που κρατούσε ήταν ένα τελετουργικό εγχειρίδιο της Σιχιστικής (Σιχ) θρησκείας του. Να σημειωθεί ότι ο αγγλικός νόμος επιτρέπει στους Σιχ να φέρουν δημοσίως μαχαίρι (!) που ονομάζεται Κιρπάν, ωστόσο η λάμα του πρέπει να είναι λίγα εκατοστά και να μη βγαίνει ποτέ από τη θήκη του. Να σημειώσω ότι για τους υπόλοιπους Βρετανούς που δεν υπάγονται σε αυτή τη θρησκευτική εξαίρεση του νόμου, απαγορεύεται να φέρουν δημόσια μαχαίρι και αν βρεθεί ακόμα και αποθηκευμένο στην τσάντα τους, πρέπει να παρουσιάσουν «εύλογη αιτία» στις Αρχές για να μη συλληφθούν.
Μόλις ο Χένρι είδε τον Ντίγκουα να κουβαλά μια ολόκληρη χατζάρα, του είπε πειραχτικά ότι μοιάζει με «κακό άνθρωπο» και άρχισε να τον βιντεοσκοπεί. Ο Ινδός απάντησε «ναι, είμαι κακός άνθρωπος» και ξεκίνησε να κυνηγά με το μαχαίρι τον έκπληκτο 18χρονο. Τον προλαβαίνει και βυθίζει τη λάμα 5 φορές στο σώμα του. Η μία μαχαιριά τρύπησε τον πνεύμονα προκαλώντας σφοδρή αιμορραγία.
Η οικογένεια του Ντίγκουα, γνωρίζοντας καλά τη ρατσιστική υστερία κατά των λευκών που διακατέχει το βρετανικό σύστημα, αποφασίζει να την μετατρέψει σε άλλοθι. Ο αδερφός του δολοφόνου καλεί την αστυνομία και ισχυρίζεται ψευδώς ότι ο αδερφός του και ο ίδιος, δέχθηκαν ρατσιστική επίθεση από τον Χένρι Νόβακ. Οι αστυνομικοί φτάνουν στο σημείο και «καταπίνουν» αμέσως το απατηλό αφήγημα. Δεν υποπτεύονται τους αρτιμελείς άντρες με τουρμπάνια που στέκονται πάνω από τον Χένρι που σφαδάζει, αλλά τον ίδιο τον Χένρι.
Μάλιστα ο Ντίγκουα λέει σαν κακομαθημένο νιάνιαρο στον αστυνομικό ότι δέχθηκε… μπουνιά δείχνοντας το μάτι του όπου δεν υπάρχει το παραμικρό σημάδι. Επίκληση σε ένα διεστραμμένο συναίσθημα, όπου ο αστυνομικός είναι ο δεδομένος «μπαμπάς» των «ευάλωτων» με τις χαντζάρες. Κοίτα μπαμπά έκανα… βαβά, είναι σαν να έλεγε ο μαχαιροβγάλτης, την ώρα που το δύστυχο θύμα του ξεμάτωνε αβοήθητο.
Και οι ένστολοι το χάφτουν σαν προγραμματισμένα κουτορνίθια, ενώ βλέπουν τον Χένρι να ψυχορραγεί στον δρόμο και να φωνάζει ότι δεν μπορεί να αναπνεύσει γιατί προφανώς ο πνεύμονας του γέμιζε με αίμα. Κόντρα σε κάθε λογική ανθρωπιάς, τον γυρίζουν μπρούμυτα και του περνούν χειροπέδες. Εκείνος εκλιπαρεί για βοήθεια λέγοντας ότι τον μαχαίρωσαν και ο ένας αστυνομικός απαντά κυνικότατα: «δε νομίζω φιλαράκο». Λίγες στιγμές αργότερα, η σπαρακτική φωνή του Χένρι παύει να ακούγεται και σιωπά για πάντα. Στις 00:37 διαπιστώνεται ο θάνατός του, στο ίδιο σημείο που τον πέταξε αιμόφυρτο ο Ντίγκουα.
Λίγο μετά οι αρχές ερευνούν βίντεο από το κινητό του Χένρι Νόβακ (συγκεκριμένα από το Snapchat) και από κάμερες ασφαλείας της περιοχής. Διαπιστώνουν ότι ο Χένρι μαχαιρώθηκε εντελώς αναίτια από τον τρομοκράτη Σιχ, χωρίς να επιτεθεί και χωρίς να προκαλέσει. Η επίθεση είχε όλα τα χαρακτηριστικά ρατσιστικού εγκλήματος, αλλά με την αντίστροφη φορά από εκείνη που υπέθεσαν οι λοβοτομημένες Αρχές.
Μια woke δολοφονία με συνένοχο το κράτος
Οι σφοδρές επικρίσεις που έχουν ξεσπάσει στο συντηρητικό μέρος της Βρετανίας, κάνουν λόγο για «αστυνόμευση δύο ταχυτήτων», αλλά τι διαφυλετική δικαιοσύνη να περιμένει κανείς από ένα κράτος που επέτρεψε το σκάνδαλο Ρόδεραμ, όπου περισσότερα από 1.400 παιδιά (κυρίως λευκά κορίτσια βρετανικής καταγωγής) έπεσαν θύματα κακοποίησης μεταξύ 1997 και 2013 από πακιστανικό κύκλωμα παιδεραστών, με την απόλυτη κάλυψη (και συγκάλυψη) του κράτους; Πως να μην νιώσουν «θεοί» αυτά τα κτήνη που είτε σκοτώνουν – είτε βιάζουν και έπειτα απολαμβάνουν μεταχείριση a-priori αθώου;
Η διόγκωση του κινήματος BLM (Black lives matter) έφτασαν τον ρατσισμό στο άλλο άκρο της ιστορίας: τη στοχοποίηση του λευκού άνδρα ως δεδομένο ένοχο έως αποδείξεως του αντιθέτου. Οι λεγόμενες «αντιρατσιστικές» ντιρεκτίβες που επιβάλλονται στα αστυνομικά σώματα, ενέπνευσαν μια κουλτούρα εκκαθάρισης των Καυκάσιων, προφανώς γιατί το να κατηγορηθεί ένας ένστολος για ρατσισμό, αποτελεί πλέον χειρότερο υπηρεσιακό εφιάλτη, και από το να αφήσει έναν αθώο (λευκό) να πεθάνει.
Στις επίσημες κατευθυντήριες γραμμές της βρετανικής αστυνομίας, αναφέρεται ότι η αστυνομία δεν πρέπει να είναι «τυφλή απέναντι στο χρώμα» (colour blind), εννοώντας στην ουσία να μεταχειρίζεται προνομιακά όλα τα χρώματα εκτός από το λευκό. Ο wokeισμός έχει γίνει επιχειρησιακός κανονισμός και αστυνομική δεοντολογία. Δεν υπάρχουν πολίτες ισότιμοι απέναντι στο νόμο, αλλά φυλές και σεξουαλικοί προσανατολισμοί σε κατανομή «ορατότητας».
Είχαμε δίκιο όσοι λέγαμε από την πρώτη στιγμή ότι ο δογματικός «αντί – ρατσισμός» θα γινόταν η χειρότερη μορφή ρατσισμού. Αν κάποτε η αστυνομική προκατάληψη παρεξηγούσε το διαφορετικό, σήμερα απεχθάνεται το κοινό και το συλλογικό. Η «πολιτική ορθότητα» έχει εξελιχθεί στη χειρότερη απειλή για τη δικαιοσύνη, αλλά και την ίδια την έννοια της ανθρωπιάς. Η εξιχνίαση της σκηνής ενός εγκλήματος πέφτει σε δεύτερη μοίρα, αφού υπερέχει η επίδειξη «αρετής» στη θρησκεία της «συμπερίληψης».
Κάθε συμπλοκή λευκών με «ευάλωτες» ομάδες, ιεραρχείται πρώτα απ’ όλα ως πιθανό «έγκλημα μίσους» με προκαθορισμένο θύτη και θύμα. Ακόμα και όταν ο υποτιθέμενος «θύτης» πνίγεται μέσα στο ίδιο του το αίμα, έχοντας όμως την ατυχία να ξεχωρίζει ακόμα το λευκό χρώμα του δέρματός του…