Διηγήματα τοῦ Φιλήμονα γιά νέους καί μεγάλους
-Θά βγεῖ ἡ Παναγία...! Θά βγεῖ ἡ Παναγία...!», φώναζε λαχανιασμένος ὁ Δημοσθένης τρέχοντας στήν μάνα του!
-Ἡσύχασε παιδί μου, πρόσεχε μή φᾶς τά μοῦτρα σου! Ἀπό ποῦ θά βγεῖ ἡ Παναγία;
-Θά βγεῖ ἡ εἰκόνα της, τό «Ἄξιον ἐστί», ἀπό τό Ἅγιον Ὄρος στή Θεσσαλονίκη. Θά βγεῖ, ὅπως ἔμαθα, ἀπό τό περιβόλι Της, μέ τήν εὐκαιρία τῆς ἑορτῆς τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, γιά δεύτερη φορά στά χρονικά. Εὐκαιρία καί εὐλογία μεγάλη νά τήν προσκυνήσεις καί ἐσύ μητέρα!
-Πράγματι, εἶναι καλή εὐκαιρία καί μεγάλη εὐλογία! Νά πάρουμε τό λεωφορεῖο, παιδί μου, καί νά πᾶμε. Ὁ πατέρας σου δέν πρόκειται νά μᾶς πάει...
Ἡ Εὐδοκία ἦταν εὐλαβής γυναῖκα καί εἶχε μεταλαμπαδεύσει μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ, αὐτήν τήν φυσική εὐλάβεια στόν γιό της, τόν Δημοσθένη. Καί λέμε μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ, διότι ὁ πατέρας του, ὁ Μανόλης, δέν τά πήγαινε καλά μέ αὐτά τά πράγματα, γιά νά τό ποῦμε λιγάκι εὐγενικά. Καμάρωνε πώς ἦταν ἄθεος. Τώρα πῶς τήν πάτησε ἡ Εὐδοκία καί παντρεύτηκε ἕναν ἄθεο, αὐτό εἶναι μιά ἄλλη ἱστορία.
* * *
Εἶχε διαβάσει γι’ αὐτήν τήν ἱερή εἰκόνα τῆς Παναγίας ἡ Εὐδοκία. Βρίσκονταν σέ ἕνα κελλί στίς Καρυές τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἀφιερωμένο στήν Κοίμηση τῆς Θεοτόκου, ὅπου ζοῦσε ἕνας γέροντας Ἱερομόναχος μέ τόν ὑποτακτικό του. Ὅταν ὁ γέροντας πῆγε σέ κάποια ἀγρυπνία καί ὁ ὑποτακτικός ἔμεινε μόνος του, ἐπισκέφθηκε τό κελλί ἕνας ἄγνωστος μοναχός. Φιλοξενήθηκε τό βράδυ καί νωρίς τό πρωί, «ὄρθρου βαθέως», σηκώθηκαν οἱ δυό μοναχοί γιά νά ψάλουν τήν ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου. Ὅταν ἔφθασαν στό τροπάριο «Τήν τιμιωτέραν τῶν Χερουβίμ», ὁ ὑποτακτικός ἔψαλε μόνο τό γνωστό μέχρι τότε: «Τὴν τιμιωτέραν τῶν χερουβίμ καὶ ἐνδοξοτέραν, ἀσυγκρίτως τῶν σεραφίμ, τὴν ἀδιαφθόρως Θεὸν Λόγον τεκοῦσαν, τὴν ὄντως Θεοτόκον σὲ μεγαλύνομεν». Τότε ὁ ἄγνωστος μοναχός εἰσήγαγε, ψάλλοντας, ἕναν νέο ὕμνο, τό «Ἄξιον ἐστιν ὡς ἀληθῶς μακαρίζειν σέ τήν Θεοτόκον, τήν ἀειμακάριστον καί παναμώμητον, καί Mητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν» τόν ὁποῖο ἐπισύναψε στήν «Τιμιωτέραν».
Ὅταν ὁ ὑποτακτικός ἄκουσε τόν νέο ὕμνο, θαύμασε καί παρακάλεσε τόν ἄγνωστο νά τόν γράψει γιά νά μήν τόν ξεχάσει. Μή ἔχοντας ὅμως, χαρτί καί μολύβι, ὁ ἄγνωστος μοναχός, πού ἦταν ὁ Ἀρχάγγελος Γαβριήλ, ἔγραψε το «Ἄξιον ἐστιν» μέ τό δάκτυλό του χαράσσοντάς το, σέ μία πέτρινη πλάκα. Ἀπό τότε, ἀπό τόν 10ο αἰῶνα ψάλλεται σέ αὐτή τή μορφή ὁ ἀγγελικός ὕμνος πρός τήν Κυρία Θεοτόκο καί ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας πού βρίσκονταν στό κελί[1] καί μπροστά της ψάλθηκε ἀπό τόν Ἀρχάγγελο τό «Ἄξιον ἐστιν», ὀνομάσθηκε ἔτσι.
* * *
Ἀνέβηκαν στό λεωφορεῖο ἀπό τήν Κοζάνη, ὅπου διέμεναν, νωρίς τό πρωί καί ἔφθασαν στόν προορισμό τους στή Θεσσαλονίκη. Ὁ ναός τοῦ ἁγίου Δημητρίου, ὅπου θά φιλοξενοῦνταν ἡ εἰκόνα, ἦταν κατάμεστος μέ κόσμο. Ὑπῆρχε μιά τεράστια «οὐρά» προσκυνητῶν μέχρι ἔξω, σέ ὅλο τό προαύλιο. Ὅλοι περίμεναν ὑπομονετικά γιά νά προσκυνήσουν τήν Παναγία. Ἡ «οὐρά» δέν ἄδειαζε καθόλου, διότι, ἄν καί προχωροῦσε, ἀμέσως συμπληρώνονταν ἀπό τούς πιστούς πού κατέφθαναν συνεχῶς. Δεξιά καί ἀριστερά, δύο χοντρά σχοινιά, κρατοῦσαν τήν «οὐρά» ἀνάμεσά τους, γιά λόγους τάξεως.
Κάποια στιγμή, καί ἐνῶ ἡ Εὐδοκία καί ὁ Δημοσθένης βρίσκονταν στή μέση τῆς οὐρᾶς, σκοτείνιασε ὁ οὐρανός, καί τά σύννεφα, μή ἀντέχοντας ἄλλο τό βάρος τοῦ ὕδατος, ξέσπασαν σέ δυνατή μπόρα. Κατακλυσμός!
-Κατακλυσμός, τί κατακλυσμός Παναγία μου! Ψιθύρισε, σχεδόν ἀπό μέσα της, καί ἡ Εὐδοκία.
Καί ἐδῶ συνέβη τό παράδοξο γεγονός πού θά χαράσσονταν βαθιά στήν ψυχή τοῦ Δημοσθένη σέ ὅλη του τή ζωή, ὡς μιά γλυκιά ἀνάμνηση, καθώς καί μιά θαυμαστή ἐμπειρία, ἡ ὁποία στερέωσε τήν πίστη του:
Ἔξω ἀπό τά σχοινιά ἔβρεχε καταρρακτωδῶς καί ὁ κόσμος ἔτρεχε πανικόβλητος νά γλυτώσει τό μουσκίδι. Μέσα ἀπό τά σχοινιά, ὅπου βρίσκονταν ἡ «οὐρά» δέν ἔπεφτε οὔτε σταγόνα. Ὁ πιστός κόσμος ἔβγαζε αὐθόρμητες κραυγές ἔκπληξης! Δέν πίστευε στά μάτια του!
-Τί γίνεται τώρα;
-Πῶς γίνεται αὐτό;
Ἄλλοι, ἔμειναν ἄναυδοι, νά κοιτάζουν ἀποσβολωμένοι τά θαυμάσια τοῦ Θεοῦ!!! Τό βίωμα ὅμως ἦταν ἀδιάψευστο.Ἔβγαζε ὁ Δημοσθένης τό χέρι του ἔξω ἀπό τό σχοινί καί βρέχονταν· τό ἔβαζε μέσα, οὔτε σταγονίτσα!
-Μαμά, μᾶς σκεπάζει ἡ Παναγία μέ τήν ὀμπρέλα Της!
* * *
Ἐπέστρεψαν στό σπίτι, μάνα καί γιός, μέ δυό καρδιές πλήρεις ἀγαλλιάσεως. Ὁ Μανόλης περίμενε βαριεστημένα, χωρίς νά καταλαβαίνει τόν λόγο, τόν χαμένο χρόνο, κόπο καί χρῆμα μιᾶς τέτοιας ἐνέργειας. Νά σηκωθεῖς στά καλά καθούμενα καί νά πᾶς νά δεῖς μιά ζωγραφιά, ἄς εἶναι καί τῆς Παναγίας.
-Τί ἔγινε; Ἀδύνατον... δέν γίνονται αὐτά τά πράγματα... Δέν ἐξηγοῦνται ἐπιστημονικῶς... Ψέλλισε ὁ Μανόλης πού πίστευε μόνο ὅ,τι τοῦ κατέβαζε ἡ κούτρα του!
Κι ὅμως, Μανόλη, γίνονται...! Γίνονται καί παραγίνονται...!