ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΩΝ
Εν Πειραιεί τη 22α Ιουνίου 2026
ΑΓΙΟΙ ΑΠΟΣΤΟΛΟΙ: ΑΓΩΝΕΣ, ΔΙΩΞΕΙΣ ΚΑΙ ΘΥΣΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΙΑΔΟΣΗ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ
(Η νίκη του Ευαγγελίου απέναντι στα εμπόδια του κόσμου- Αφιέρωμα στην ιερή μνήμη τους)
Στις 29 Ιουνίου η Αγία μας Εκκλησία τιμά τη μνήμη των δύο Πρωτοκορυφαίων Αποστόλων, Πέτρου και Παύλου, ενώ την επομένη εορτάζει τη Σύναξη των Δώδεκα Αποστόλων. Η τιμή προς τα ιερά αυτά πρόσωπα είναι αυτονόητη και ανάγεται ήδη στα πρωτοχριστιανικά χρόνια, διότι οι Άγιοι Απόστολοι υπήρξαν οι συνεχιστές του σωτηριώδους έργου του Χριστού στον κόσμο. Εκείνοι διέδωσαν το Ευαγγέλιο στα πέρατα της οικουμένης και θεμελίωσαν την Εκκλησία σε ολόκληρο τον τότε γνωστό κόσμο. Πάνω στη δική τους μαρτυρία και στο δικό τους έργο οικοδομήθηκε η Εκκλησία και γι’ αυτό ονομάζεται «Αποστολική». Κατά τον λόγο του Αποστόλου Παύλου, οι πιστοί είναι «εποικοδομηθέντες επί τω θεμελίω των αποστόλων και προφητών, όντος ακρογωνιαίου αυτού Ιησού Χριστού» (Εφ.2,20).
Ως ελάχιστη απόδοση τιμής προς τους Αγίους Αποστόλους αφιερώνουμε την παρούσα ανακοίνωση σε αυτούς, εστιάζοντας κυρίως στις μεγάλες δυσκολίες και τις αντιξοότητες που αντιμετώπισαν κατά την επιτέλεση της ιεραποστολικής τους διακονίας.
Ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός ήρθε στον κόσμο για να λυτρώσει το ανθρώπινο γένος από την αιχμαλωσία του Σατανά, τη δουλεία της αμαρτίας, τη φθορά και τον θάνατο. Για την πραγματοποίηση του θείου σχεδίου της σωτηρίας επέλεξε συνεργάτες, οι οποίοι συγκροτούσαν διαφορετικούς κύκλους μαθητών. Στον στενό πυρήνα ανήκαν οι Δώδεκα Απόστολοι. Στον ευρύτερο κύκλο ανήκαν οι Εβδομήκοντα Απόστολοι, ενώ μια τρίτη ομάδα αποτελούσαν οι αφοσιωμένες γυναίκες που διακονούσαν τον Κύριο και συνέδραμαν το έργο Του, καθώς και πολλοί άλλοι, οι οποίοι είχαν πιστέψει σ’ Αυτόν.
Η λέξη «απόστολος» σημαίνει τον απεσταλμένο. Απόστολοι ονομάστηκαν οι εκλεγμένοι και προσκεκλημένοι από τον Κύριο μαθητές Του, οι οποίοι ανέλαβαν να συνεχίσουν το σωτήριο έργο Του μετά την ένδοξη Ανάληψή Του στους ουρανούς. Σύμφωνα μάλιστα με τη ρητή εντολή Του, έγιναν οι μάρτυρες της Αναστάσεώς Του «έως εσχάτου της γης» (Πράξ.1,8).
Η εκλογή και η κλήση των Αποστόλων, οι οποίοι έως την Πεντηκοστή αποκαλούνταν μαθητές, πραγματοποιήθηκε ήδη από την αρχή της δημόσιας δράσεως του Κυρίου στη Γαλιλαία. Αμέσως μετά τη Βάπτισή Του κατευθύνθηκε στις όχθες της λίμνης Γεννησαρέτ και απηύθυνε στους εκεί αλιείς το κάλεσμα: «δεύτε οπίσω μου και ποιήσω υμάς αλιείς ανθρώπων» (Ματθ.4,19). Εκείνοι ανταποκρίθηκαν χωρίς δισταγμό· «ευθέως αφέντες τα δίκτυα ηκολούθησαν αυτώ» (Ματθ.4,20). Άλλοι πάλι εγκατέλειψαν ακόμη και τον πατέρα τους, «αφέντες τον πατέρα αυτών Ζεβεδαίον εν τω πλοίω μετά των μισθωτών απήλθον οπίσω αυτού» (Μάρκ.1,20).
Ο Κύριος δεν επέλεξε τους Αποστόλους Του από την ελίτ της θρησκευτικής, πνευματικής ή πολιτικής αριστοκρατίας της εποχής, ούτε από τους κύκλους των ισχυρών, των πλουσίων ή των διανοουμένων. Η πνευματική τύφλωση, η ηθική παρακμή και η αλαζονεία χαρακτήριζαν σε μεγάλο βαθμό τις ομάδες αυτές. Αντιθέτως, επέλεξε απλούς, ταπεινούς και κοινωνικά ασήμαντους ανθρώπους, οι οποίοι βίωναν εντονότερα τις συνέπειες της πτώσεως και της αμαρτίας και διατηρούσαν ζωντανή στην καρδιά τους την ελπίδα της θείας λυτρώσεως.
Ωστόσο, παρά τη μαθητεία τους κοντά στον Χριστό, τη συμμετοχή τους στις περιοδείες Του, την ακρόαση της θείας διδασκαλίας Του και τη βίωση των θαυμάτων Του, παρέμεναν σε σημαντικό βαθμό επηρεασμένοι από τη διαδεδομένη ιουδαϊκή αντίληψη περί Μεσσία. Τον ανέμεναν ως έναν ισχυρό εγκόσμιο ηγέτη, ο οποίος θα απελευθέρωνε το έθνος τους, θα συνέτριβε τους εχθρούς του Ισραήλ και θα εγκαθίδρυε μια παγκόσμιας εμβέλειας βασιλεία. Χαρακτηριστικό είναι το περιστατικό κατά το οποίο οι αδελφοί Ιάκωβος και Ιωάννης ζήτησαν να καταλάβουν τις πρώτες θέσεις στη μέλλουσα βασιλεία Του (Μάρκ.10,35-44).
Ο Χριστός, όμως, δεν τους επέτρεπε να παραμένουν προσκολλημένοι σε τέτοιες αντιλήψεις. Τους αποκάλυπτε σταδιακά ότι η αποστολή Του υπερέβαινε τα στενά όρια του Ιουδαϊσμού και αφορούσε τη σωτηρία ολόκληρης της ανθρωπότητας. Δεν τους υποσχέθηκε αξιώματα, τιμές, ανέσεις ή ασφάλεια. Αντίθετα, τους προειδοποίησε ότι η αποστολή τους θα συνοδευόταν από διωγμούς, θλίψεις και μαρτύρια.
Αντίθετα, τους προειδοποίησε με απόλυτη σαφήνεια για τις δοκιμασίες που επρόκειτο να αντιμετωπίσουν: «Ιδού εγώ αποστέλλω υμάς ως πρόβατα εν μέσω λύκων. Προσέχετε δε από των ανθρώπων· παραδώσουσι γαρ υμάς εις συνέδρια και εν ταις συναγωγαίς αυτών μαστιγώσουσιν υμάς· και επί ηγεμόνας δε και βασιλείς αχθήσεσθε ένεκεν εμού εις μαρτύριον αυτοίς και τοις έθνεσιν. όταν δε παραδώσωσιν υμάς, μη μεριμνήσητε πώς ή τι λαλήσετε· δοθήσεται γαρ υμίν εν εκείνη τη ώρα τι λαλήσετε. ου γαρ υμείς εστε οι λαλούντες, αλλά το Πνεύμα του πατρός υμών το λαλούν εν υμίν. Παραδώσει δε αδελφός αδελφόν εις θάνατον και πατήρ τέκνον, και επαναστήσονται τέκνα επί γονείς και θανατώσουσιν αυτούς· και έσεσθε μισούμενοι υπό πάντων δια το όνομά μου· ο δε υπομείνας εις τέλος, ούτος σωθήσεται» (Ματθ.10,16-22). Τους προανήγγειλε ότι θα παραδοθούν σε συνέδρια, θα μαστιγωθούν στις συναγωγές, θα οδηγηθούν ενώπιον ηγεμόνων και βασιλέων εξαιτίας του ονόματός Του και θα γίνουν αντικείμενο μίσους και διωγμών. Παράλληλα, όμως, τους διαβεβαίωσε ότι το Άγιο Πνεύμα θα τους ενίσχυε στις κρίσιμες στιγμές και θα τους χάριζε σοφία και δύναμη, ώστε να ομολογούν με παρρησία την αλήθεια.
Παρόμοιες προειδοποιήσεις διασώζει και ο Ευαγγελιστής Λουκάς, σύμφωνα με τον οποίο, ο Κύριος προείπε ότι οι μαθητές Του θα γνωρίσουν φυλακίσεις, διώξεις, προδοσίες ακόμη και από συγγενικά τους πρόσωπα, αλλά τους κάλεσε να διατηρήσουν ακλόνητη την υπομονή και την εμπιστοσύνη τους στον Θεό, διαβεβαιώνοντάς τους ότι η θεία πρόνοια δεν θα τους εγκαταλείψει ποτέ. «Επιβαλούσιν εφ’ υμάς τας χείρας αυτών και διώξουσι, παραδιδόντες εις συναγωγάς και φυλακάς, αγομένους επί βασιλείς και ηγεμόνας ένεκεν του ονόματός μου· […] παραδοθήσεσθε δε και υπό γονέων και συγγενών και φίλων και αδελφών, και θανατώσουσιν εξ υμών, και έσεσθε μισούμενοι υπό πάντων δια το όνομά μου» (Λουκ.21, 12-19).
Ακόμη πιο χαρακτηριστικοί είναι οι λόγοι του Κυρίου, όπως τους καταγράφει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης: «Ει ο κόσμος υμάς μισεί, γινώσκετε ότι εμέ πρώτον υμών μεμίσηκεν. ει εκ του κόσμου ήτε, ο κόσμος αν το ίδιον εφίλει· ότι δε εκ του κόσμου ουκ εστέ, αλλ’ εγώ εξελεξάμην υμάς εκ του κόσμου, δια τούτο μισεί υμάς ο κόσμος. […] Ταύτα λελάληκα υμίν ίνα μη σκανδαλισθήτε. αποσυναγώγους ποιήσουσιν υμάς· αλλ' έρχεται ώρα ίνα πας ο αποκτείνας υμάς δόξη λατρείαν προσφέρειν τω Θεώ. και ταύτα ποιήσουσιν, ότι ουκ έγνωσαν τον πατέρα ουδέ εμέ» (Ιωάν.15, 18-21 και 16,1-3)». Ο Χριστός κατέστησε σαφές ότι η αντίδραση του κόσμου απέναντι στους μαθητές Του δεν θα ήταν παρά συνέχεια της εχθρότητας που εκδηλώθηκε εναντίον του ιδίου. Τους προετοίμασε για διωγμούς, αποβολές από τις συναγωγές και ακόμη για τον θάνατο, τον οποίο ορισμένοι θα θεωρούσαν ως θρησκευτικό καθήκον, Με τον τρόπο αυτό θέλησε να τους θωρακίσει πνευματικά, ώστε να μη σκανδαλισθούν όταν θα έβλεπαν τις προρρήσεις Του να επαληθεύονται.
Λίγο πριν από την ένδοξη Ανάληψή Του, ο Κύριος τους ανέθεσε την παγκόσμια αποστολή της Εκκλησίας: «πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη» (Ματθ.28,19). Μετά την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος κατά την ημέρα της Πεντηκοστής, οι Απόστολοι εξήλθαν στον κόσμο για να κηρύξουν το Ευαγγέλιο της σωτηρίας «έως εσχάτου της γης» (Πράξ.1,8).
Η μεταμόρφωσή τους υπήρξε πραγματικά συγκλονιστική. Οι άλλοτε απλοί, άσημοι και φοβισμένοι ψαράδες της Γαλιλαίας αναδείχθηκαν σε φωτισμένους και χαρισματούχους άνδρες, «πλήρεις Πνεύματος Αγίου και σοφίας». Ενισχυμένοι από τη χάρη του Παναγίου Πνεύματος και έχοντας ως αδιάσειστη βεβαιότητα την εμπειρία της Αναστάσεως του Χριστού, κατέστησαν πανίσχυρες πνευματικές προσωπικότητες, οι οποίες ανέλαβαν να φωτίσουν τα έθνη και να οδηγήσουν τους ανθρώπους από το σκοτάδι της άγνοιας στο φως της αληθείας.
Οι Απόστολοι διασκορπίστηκαν σε ολόκληρη την οικουμένη για να μεταδώσουν το σωτήριο μήνυμα του Ευαγγελίου. Σε έναν κόσμο βυθισμένο στην πνευματική σύγχυση, τη δεισιδαιμονία και την ηθική παρακμή, κήρυξαν την αλήθεια του Χριστού και κάλεσαν τους ανθρώπους σε μετάνοια και αναγέννηση. Όπως είχε προφητευθεί, εκείνοι που βρίσκονταν «εν χώρα και σκιά θανάτου» είδαν να ανατέλλει γι’ αυτούς το φως της σωτηρίας (Ματθ.4,16).
Με το κήρυγμά τους διέλυσαν τα σκοτάδια της πλάνης και της ειδωλολατρίας και μετέδωσαν το ελπιδοφόρο μήνυμα της εν Χριστώ λυτρώσεως. Οι καρδιές τους, φλεγόμενες από θείο ζήλο, και ο ανιδιοτελής αγώνας τους συγκίνησαν πλήθη ανθρώπων, τα οποία ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα του Ευαγγελίου. Ο σπόρος του θείου λόγου, που έσπερναν ακούραστα σε κάθε γωνιά της γης, καρποφορούσε θαυμαστά και η Εκκλησία αυξανόταν με ταχύτητα που υπερέβαινε κάθε ανθρώπινη προσδοκία.
Το έργο τους, ωστόσο, δεν εξελίχθηκε χωρίς αντιδράσεις και εμπόδια. Ο διάβολος, ο οποίος αντιστρατεύεται το θέλημα του Θεού και επιδιώκει την απώλεια του ανθρώπου, κινητοποίησε κάθε δύναμη εναντίον τους. Υποκίνησε ανθρώπους και εξουσίες να εγείρουν εχθρότητα, να προκαλέσουν διωγμούς και να παρεμποδίσουν τη διάδοση του Ευαγγελίου.
Οι διώξεις ξεκίνησαν από τους Ιουδαίους και στη συνέχεια επεκτάθηκαν στον εθνικό κόσμο. Ο παλαιός κόσμος, εγκλωβισμένος στις πλάνες, τα συμφέροντα και τις προκαταλήψεις του, αντιστάθηκε σθεναρά στην επέλαση της αλήθειας. Έτσι, οι προρρήσεις του Κυρίου επαληθεύθηκαν πλήρως.
Οι Απόστολοι δεν διέθεταν καμία ανθρώπινη δύναμη που θα μπορούσε να εγγυηθεί την επιτυχία τους. Δεν υποστηρίζονταν από πολιτικούς άρχοντες, δεν διέθεταν οικονομικούς πόρους ούτε στρατιωτική ισχύ. Μοναδικά τους εφόδια ήταν η ακλόνητη πίστη στον Θεό, η δύναμη του Αγίου Πνεύματος και ο φλογερός πόθος για τον ευαγγελισμό του κόσμου.
Γι’ αυτό και ο Απόστολος Παύλος περιγράφει με συγκλονιστικό τρόπο τις στερήσεις, τις ταπεινώσεις και τις δοκιμασίες που υπέστησαν οι Απόστολοι: «ημάς τους αποστόλους εσχάτους απέδειξεν, ως επιθανατίους, ότι θέατρον εγεννήθημεν τω κόσμω, και αγγέλοις και ανθρώποις, ημείς μωροί δια Χριστόν, υμείς φρόνιμοι εν Χριστώ, ημείς ασθενείς, υμείς δε ισχυροί ΄υμείς ένδοξοι, ημείς δε άτιμοι. Άχρι της άρτι ώρας και πεινώμεν και διψώμεν και γυμνητεύομεν και κολαφιζόμεθα και αστατούμεν και κοπιώμεν εργαζόμενοι ταις ιδίαις χερσί΄ λοιδορούμενοι ευλογούμεν, διωκόμενοι ανεχόμεθα, βλασφημούμενοι παρακαλούμεν΄ ως περικαθάρματα του κόσμου εγεννήθημεν, πάντων ερίψημα έως άρτι» (Α΄Κορ.4,9-13)
Υπό τις συνθήκες αυτές, η επιτυχία του αποστολικού έργου δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί θαυμαστή. Παρά τα ανυπέρβλητα εμπόδια που συνάντησαν, το Ευαγγέλιο διαδόθηκε σε ολόκληρη την οικουμένη και η Εκκλησία εδραιώθηκε σε πλήθος λαών και εθνών. Ο κόσμος, αν και σε μεγάλο βαθμό προετοιμασμένος από τη θεία πρόνοια να δεχθεί το μήνυμα της σωτηρίας, πρόβαλε ισχυρές αντιστάσεις στο αποστολικό κήρυγμα.
Ας αναφέρουμε συνοπτικά ορισμένα από τα σημαντικότερα εμπόδια που αντιμετώπισαν οι Άγιοι Απόστολοι.
1) Η αντίδραση του Ιουδαϊσμού
Πρώτο και σοβαρό εμπόδιο υπήρξε ο Ιουδαϊσμός, τόσο σε επίπεδο θρησκευτικής και πολιτικής ηγεσίας όσο και σε μεγάλο μέρος του λαού. Οι περισσότεροι Ιουδαίοι δεν αποδέχθηκαν τον Ιησού Χριστό ως τον αναμενόμενο Μεσσία, διότι είχαν διαμορφώσει την αντίληψη ενός επίγειου και πανίσχυρου ηγέτη, ο οποίος θα απελευθέρωνε το έθνος τους από τους ξένους κατακτητές και θα αποκαθιστούσε την πολιτική του ισχύ.
Παράλληλα, αδυνατούσαν να αποδεχθούν το μέγα μυστήριο της θείας Ενανθρωπήσεως. Η πίστη σε έναν Θεό που έγινε άνθρωπος αποτελούσε γι’ αυτούς «σκάνδαλον» (Α΄ Κορ.1,23). Γι’ αυτό όχι μόνο απέρριψαν τον Χριστό, αλλά Τον θεώρησαν επικίνδυνο για τη θρησκευτική και κοινωνική συνοχή του έθνους τους, οδηγώντας Τον τελικά στον σταυρικό θάνατο.
Η ίδια εχθρική στάση συνεχίσθηκε και απέναντι στους Αποστόλους. Οι διωγμοί που υπέστη η πρώτη Εκκλησία στα Ιεροσόλυμα, οι φυλακίσεις, οι ανακρίσεις ενώπιον του Συνεδρίου και ο λιθοβολισμός του Πρωτομάρτυρος Στεφάνου (Πραξ.7,51-53), αποτελούν χαρακτηριστικές εκδηλώσεις αυτής της αντιδράσεως.
2) Η ειδωλολατρική κοινωνία και η πνευματική της παρακμή
Ένα δεύτερο σημαντικό εμπόδιο ήταν ο εθνικός, ειδωλολατρικός κόσμος της εποχής. Παρά την πολιτιστική του ανάπτυξη, βρισκόταν σε βαθιά πνευματική και ηθική κρίση. Η ειδωλολατρεία, η δεισιδαιμονία, οι μαγικές πρακτικές και οι ποικίλες παγανιστικές λατρείες είχαν ριζώσει βαθιά στη συνείδηση των ανθρώπων.
Το αποστολικό κήρυγμα καλούσε τους ανθρώπους να εγκαταλείψουν τα πατροπαράδοτα θρησκευτικά σχήματα και να προσχωρήσουν στη νέα πίστη. Αυτό απειλούσε άμεσα τα συμφέροντα των ειδωλολατρικών ιερατείων, των μάντεων, των μάγων και όσων αποκόμιζαν οικονομικά οφέλη από τις παγανιστικές λατρείες.
Γι’ αυτό οι Απόστολοι συνάντησαν πολλές φορές σφοδρές αντιδράσεις. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν ο μάγος Ελύμας στην Κύπρο (Πραξ.13,6-12) και η εξέγερση των αργυροχόων της Εφέσου, (Πραξ.κεφ.19), οι οποίοι φοβήθηκαν ότι η διάδοση του Χριστιανισμού θα έπληττε τα οικονομικά τους συμφέροντα.
Επιπλέον, η ηθική χαλαρότητα που επικρατούσε στον εθνικό κόσμο δυσχέραινε την αποδοχή της χριστιανικής διδασκαλίας περί εγκρατείας, καθαρότητας και αγιότητας. Παρ’ όλα αυτά, η έμπρακτη αγάπη των χριστιανών προκαλούσε τον θαυμασμό πολλών ανθρώπων και γινόταν ισχυρό μέσο προσελκύσεως στη νέα πίστη. Δεν είναι τυχαία η γνωστή μαρτυρία του Τερτυλλιανού, ο οποίος αναφέρει ότι οι εθνικοί έλεγαν με θαυμασμό για τους χριστιανούς: «Δείτε πώς αγαπούν ο ένας τον άλλον».
3) Η αντίδραση της φιλοσοφικής και πνευματικής ελίτ
Ιδιαίτερη αντίσταση προήλθε και από τους εκπροσώπους της φιλοσοφικής και πνευματικής ελίτ του ελληνορωμαϊκού κόσμου. Οι άνθρωποι αυτοί, αναζητώντας κυρίως τη σοφία και τη γνώση, δυσκολεύονταν να αποδεχθούν αλήθειες που υπερέβαιναν τα όρια της ανθρώπινης λογικής.
Η διδασκαλία περί Ενανθρωπήσεως του Θεού και η πίστη σε έναν σταυρωμένο και αναστάντα Κύριο θεωρούνταν από πολλούς «μωρία» (Α΄ Κορ.1,23). Η φιλοσοφική παράδοση της εποχής δυσκολευόταν να συμβιβάσει την ιδέα ενός υπερβατικού Θεού με την πραγματική είσοδό Του στην ανθρώπινη ιστορία.
Χαρακτηριστική είναι η παρουσία του Αποστόλου Παύλου στον Άρειο Πάγο των Αθηνών. Παρότι οι ακροατές του άκουσαν με ενδιαφέρον το κήρυγμά του, όταν αναφέρθηκε στην ανάσταση των νεκρών πολλοί τον «ἐχλεύαζον» Πράξ.17,32). Το γεγονός αυτό αποκαλύπτει τη δυσκολία με την οποία η ανθρώπινη σοφία αποδεχόταν την υπέρλογη αλήθεια της θείας αποκαλύψεως.
Κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες, πολλοί εθνικοί φιλόσοφοι και λόγιοι επιχείρησαν να αντικρούσουν και να εξαφανίσουν τον Χριστιανισμό μέσω της φιλοσοφικής επιχειρηματολογίας. Ωστόσο, η δύναμη της αλήθειας του Ευαγγελίου και η μαρτυρία της ζωής των πιστών αποδείχθηκαν ισχυρότερες από κάθε πολεμική.
4) Η εχθρότητα των πολιτικών εξουσιών
Σημαντικό εμπόδιο υπήρξε επίσης η στάση των πολιτικών αρχών, και ιδιαίτερα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Το Ευαγγέλιο πρόβαλλε μια νέα θεώρηση του ανθρώπου, βασισμένη στην ισότητα, την αξιοπρέπεια και την καθολική αδελφοσύνη.
Η διδασκαλία ότι όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι ενώπιον του Θεού, ανεξαρτήτως καταγωγής, κοινωνικής τάξεως ή φύλου, αποτελούσε μια βαθιά ανατρεπτική αντίληψη για την εποχή. Ο λόγος του Αποστόλου Παύλου είναι χαρακτηριστικός: «Οὐκ ἔνι Ἰουδαῖος οὐδὲ Ἕλλην, οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδὲ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ· πάντες γὰρ ὑμεῖς εἷς ἐστε ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ» (Γαλ.3,28).
Οι αρχές φοβήθηκαν ότι η νέα αυτή αντίληψη θα μπορούσε να κλονίσει τις κοινωνικές δομές πάνω στις οποίες στηριζόταν η αυτοκρατορία και κυρίως δια της κατάργησης της δουλείας, η οποία, στον αρχαίο κόσμο είχε πρωταρχική σημασία για την υπηρεσία των ολίγων. Για τον λόγο αυτό εξαπολύθηκαν κατά καιρούς σκληροί διωγμοί εναντίον των χριστιανών.
Το γεγονός καθίσταται ακόμη πιο εντυπωσιακό αν αναλογιστεί κανείς ότι το ρωμαϊκό κράτος επέδειξε συνήθως ανεκτικότητα απέναντι σε ποικίλες θρησκευτικές λατρείες, ακόμα και προς αυτές τις πλέον αποκρουστικές, παράλογες και επικίνδυνες. Ωστόσο, απέναντι στον Χριστιανισμό εκδηλώθηκε συχνά ιδιαίτερη εχθρότητα, επειδή διέκρινε σε αυτόν μια δύναμη ικανή να μεταμορφώσει ριζικά τον άνθρωπο και την κοινωνία.
5) Οι κίνδυνοι των ιεραποστολικών περιοδειών
Τέλος, δεν πρέπει να παραβλέψουμε τις αμέτρητες δυσκολίες που συνόδευαν τις ιεραποστολικές περιοδείες των Αποστόλων. Σε μια εποχή χωρίς σύγχρονα μέσα μεταφοράς και επικοινωνίας, ήταν αναγκασμένοι να διανύουν τεράστιες αποστάσεις πεζοί ή με πλοία, αντιμετωπίζοντας καθημερινά σοβαρούς κινδύνους.
Στις μετακινήσεις τους εκτίθεντο σε ληστές, σε κακοκαιρίες, σε πείνα και δίψα, σε ασθένειες και σε ποικίλες στερήσεις. Τα θαλάσσια ταξίδια ήταν ιδιαίτερα επικίνδυνα, καθώς οι τρικυμίες και τα ναυάγια αποτελούσαν συχνό φαινόμενο.
Παράλληλα, σε πολλές πόλεις συναντούσαν εχθρότητα, προπηλακισμούς, βιαιοπραγίες, φυλακίσεις και απειλές κατά της ζωής τους. Συχνά αντιμετώπιζαν τη χλεύη, την περιφρόνηση και τις ταπεινώσεις, χωρίς ποτέ να εγκαταλείπουν την αποστολή τους.
Ο ίδιος ο Απόστολος Παύλος περιγράφει με συγκλονιστικό τρόπο τις προσωπικές του δοκιμασίες: «εν κόποις περισσοτέρως, εν πληγαίς υπερβαλόντως, εν φυλακαίς περισσοτέρως, εν θανάτοις πολλάκις...» (Β΄Κορ.11,23 κ.ε.). Οι λόγοι αυτοί αποκαλύπτουν το μέγεθος των θυσιών που απαιτούσε το αποστολικό έργο και τη γενναιότητα με την οποία οι Απόστολοι ανταποκρίθηκαν στην κλήση του Θεού.
Οι δυσκολίες και οι διωγμοί που αντιμετώπισαν οι Άγιοι Απόστολοι δεν υπήρξαν περιστασιακά γεγονότα, αλλά η μόνιμη πραγματικότητα της αποστολικής τους διακονίας. Εντούτοις, τίποτε δεν στάθηκε ικανό να ανακόψει την πορεία του Ευαγγελίου. Με ακλόνητη πίστη, απαράμιλλο θάρρος και απόλυτη αφοσίωση στον Κύριο, συνέχισαν τον αγώνα τους μέχρι τέλους, προσφέροντας ολόκληρη τη ζωή τους στη διακονία της Εκκλησίας.
Οι περισσότεροι από αυτούς επισφράγισαν την αποστολή τους με μαρτυρικό θάνατο. Το αίμα τους έγινε σπόρος νέων χριστιανών και θεμέλιο της εκκλησιαστικής ζωής. Μοναδική εξαίρεση υπήρξε ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος, ο οποίος, αφού υπέμεινε διωγμούς και εξορίες, κοιμήθηκε ειρηνικά σε βαθύ γήρας στην Έφεσο.
Σύμφωνα με την εκκλησιαστική παράδοση, όπως αυτή παραδίδεται στον Συναξαριστή του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου,[1] οι Δώδεκα Απόστολοι ολοκλήρωσαν την επίγεια πορεία τους ως εξής:
• Οι Πρωτοκορυφαίοι Απόστολοι Πέτρος και Παύλος μαρτύρησαν. Ο Πέτρος σταυρώθηκε με την κεφαλή προς τα κάτω, ενώ ο Παύλος αποκεφαλίστηκε στη Ρώμη.
• Ο Άγιος Ανδρέας ο Πρωτόκλητος μαρτύρησε στην Πάτρα, σταυρωμένος σε σταυρό σχήματος Χ.
• Ο Άγιος Ιάκωβος, αδελφός του Αγίου Ιωάννου, υπήρξε ο πρώτος από τους Αποστόλους που μαρτύρησε, αποκεφαλισμένος στα Ιεροσόλυμα από τον Ηρώδη Αγρίππα.
• Ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος εξορίστηκε στην Πάτμο και αργότερα κοιμήθηκε ειρηνικά στην Έφεσο.
• Ο Άγιος Φίλιππος μαρτύρησε διά σταυρώσεως στην Ιεράπολη.
• Ο Άγιος Θωμάς κήρυξε το Ευαγγέλιο έως τις Ινδίες και παρέδωσε τη ζωή του διά λογχισμού.
• Ο Άγιος Βαρθολομαίος υπέστη μαρτυρικό θάνατο κατά την ιεραποστολική του δράση στην Ανατολή.
• Ο Άγιος Ματθαίος μαρτύρησε ύστερα από σκληρά βασανιστήρια.
• Ο Άγιος Ιάκωβος ο του Αλφαίου τελείωσε τη ζωή του με σταυρικό θάνατο.
• Ο Άγιος Σίμων ο Ζηλωτής υπέστη μαρτύριο κατά το κήρυγμά του στην Αφρική.
• Ο Άγιος Ιούδας ο Θαδδαίος θανατώθηκε κατά την αποστολική του δράση στη Μεσοποταμία.
• Ο Άγιος Ματθίας, ο οποίος εξελέγη στη θέση του Ιούδα του Ισκαριώτη, υπέμεινε φρικτά βασανιστήρια και μαρτύρησε για τον Χριστό.
Χαρακτηριστική είναι και η αναφορά στα μαρτύρια των Αγίων Αποστόλων του Ιερού Χρυσοστόμου: «οι μύρια δεινά δι’ αυτήν υπομείναντες, εν φυλακαίς κατακλειόμενοι, υπό Ιουδαίων βδελυττόμενοι, υπό βαρβάρων συρόμενοι, υπό βασιλέων αικιζόμενοι, οι μηδέ αναπνείν συγχωρούμενοι και παύσασθαι της διδασκαλίας μη ανεχόμενοι, οι μέλος του σώματος κινήσαι μη δυνάμενοι διά το βάρος των δεσμών και πάσαν την οικουμένην δεδεμένην τη αμαρτία, δι’ επιστολών λύοντες…»[2].
Οι Άγιοι Απόστολοι υπήρξαν οι πρώτοι μεγάλοι Μάρτυρες της Εκκλησίας. Με τη θυσία τους άνοιξαν τον δρόμο για τη χορεία των αμέτρητων Μαρτύρων που ακολούθησαν στους επόμενους αιώνες. Το τίμιο αίμα τους πότισε την Εκκλησία και συνέβαλε καθοριστικά στην εξάπλωση και την εδραίωσή της σε ολόκληρη την οικουμένη. Γι’ αυτό η Εκκλησία τους περιβάλλει με ιδιαίτερη τιμή και ευλάβεια. Οι αγώνες, οι κόποι, οι θυσίες και τα μαρτύριά τους αποτελούν αδιάψευστη μαρτυρία της αλήθειας του Ευαγγελίου και της δυνάμεως του Αναστάντος Χριστού.
Δεν είναι τυχαίο ότι η υμνολογία της Εκκλησίας παρουσιάζει τους Μάρτυρες ως το πολυτιμότερο κόσμημά της. Στο Απολυτίκιο της Κυριακής των Αγίων Πάντων γίνεται λόγος για την «πορφύραν και βύσσον» με την οποία στολίζεται η Εκκλησία. Η πορφύρα συμβολίζει το αίμα της θυσίας και της βασιλικής αξιοπρέπειας, ενώ η βύσσος την αγνότητα και την καθαρότητα της ζωής. Με τα δύο αυτά πνευματικά ενδύματα κοσμήθηκε η Εκκλησία από τους Αγίους της και ιδιαιτέρως από τους Αγίους Αποστόλους.
Κλείνοντας το σύντομο αυτό αφιέρωμα, επαναλαμβάνουμε την ακλόνητη πεποίθησή μας ότι το έργο των Αγίων Αποστόλων υπήρξε έργο θεϊκό. Οι αμέτρητες δυσκολίες, οι διωγμοί, οι στερήσεις και τα μαρτύρια που αντιμετώπισαν δεν κατόρθωσαν να αναχαιτίσουν τη διάδοση του Ευαγγελίου. Αντιθέτως, το κήρυγμα της εν Χριστώ σωτηρίας εξαπλώθηκε στα πέρατα της γης και μεταμόρφωσε την ανθρώπινη ιστορία.
Το γεγονός αυτό δεν μπορεί να ερμηνευθεί μόνο με ανθρώπινα κριτήρια. Πίσω από τον αγώνα των ταπεινών εκείνων αλιέων της Γαλιλαίας αποκαλύπτεται η ενέργεια της θείας χάριτος, η οποία κατέστησε δυνατή την πνευματική αναγέννηση ολόκληρων λαών.
Οι Άγιοι Απόστολοι υπήρξαν πράγματι μεγάλοι ευεργέτες της ανθρωπότητας. Οι απλοί και άσημοι εκείνοι άνθρωποι φωταγώγησαν την οικουμένη με το φως του Χριστού. Με το κήρυγμα του Ευαγγελίου διαλύονταν τα σκοτάδια της πλάνης και της ειδωλολατρείας, ενώ οι δεισιδαιμονικές και ανελεύθερες αντιλήψεις υποχωρούσαν μπροστά στο φως της αποκεκαλυμμένης αλήθειας του Θεού. Το σωτηριώδες μήνυμα του Χριστού προσέφερε στον άνθρωπο την αληθινή ελευθερία, αποκαθιστώντας τη σχέση του με τον Δημιουργό του και ανοίγοντας τον δρόμο προς τη θέωση.
Οι ταπεινοί αλιείς της Γαλιλαίας, φωτισμένοι από τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, αναδείχθηκαν σε οικουμενικούς διδασκάλους της αλήθειας και όργανα της θείας οικονομίας. Με το αποστολικό τους έργο μεταμόρφωσαν τον κόσμο, θέτοντας τα θεμέλια ενός νέου τρόπου ζωής, βασισμένου στην αγάπη, τη δικαιοσύνη και τον σεβασμό του ανθρώπινου προσώπου.
Οι καταφρονημένοι και περιθωριοποιημένοι άνθρωποι της αρχαιότητας, οι οποίοι συχνά στερούνταν κάθε αναγνώρισης της αξίας τους, ανακαλύπτουν μέσα στην Εκκλησία την αληθινή τους ταυτότητα. Δεν αποτελούν πλέον απλώς μέλη μιας κοινωνίας, αλλά πρόσωπα πλασμένα «κατ’ εικόνα Θεού» και προορισμένα να φθάσουν στο «καθ’ ομοίωσιν» διά της εν Χριστώ ζωής.
Παράλληλα, πολλοί ισχυροί και άρχοντες συνειδητοποίησαν τη ματαιότητα της κοσμικής δόξας και εξουσίας, αναζητώντας τον αληθινό πλούτο της Βασιλείας του Θεού. Έτσι γεννήθηκε και εξαπλώθηκε στον κόσμο η Εκκλησία του Χριστού, το θεανθρώπινο Σώμα Του, ως χώρος κοινωνίας Θεού και ανθρώπων, αγάπης και ενότητας των λαών. Μέσα στον κόσμο της αμαρτίας και της φθοράς, η Εκκλησία συνεχίζει να προσφέρει τη δυνατότητα της σωτηρίας, της ανακαινίσεως και της εν Χριστώ ζωής, οδηγώντας τον άνθρωπο από τη δουλεία της αμαρτίας στην ελευθερία των τέκνων του Θεού.
Είθε το παράδειγμά τους να εμπνέει και εμάς, ώστε να παραμένουμε σταθεροί στην πίστη, πρόθυμοι στη διακονία της Εκκλησίας και αφοσιωμένοι στη μαρτυρία του Χριστού μέσα στον σύγχρονο κόσμο.
Εκ του Γραφείου επί των Αιρέσεων και Παραθρησκειών
[1] https://www.ekklisiaonline.gr/nea/agion-apostolon-giorti-pii-itan-i-dodeka-apostoli-mathites-tou-christou/
[2] Ι, Χρυσοστ. Εἰς τοὺς κορυφαίους ἀποστόλους Πέτρον καὶ Παῦλον (PG 50, στ. 725–730).