Δευτέρα 23 Μαρτίου 2026

ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΕΣ: ΟΙ ΠΑΡΑΓΚΩΝΙΣΜΕΝΟΙ ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΜΑΣ ΠΑΛΙΓΓΕΝΕΣΙΑΣ

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΩΝ

Εν Πειραιεί τη 23η Μαρτίου 2026

 

ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΕΣ: ΟΙ ΠΑΡΑΓΚΩΝΙΣΜΕΝΟΙ ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΜΑΣ ΠΑΛΙΓΓΕΝΕΣΙΑΣ

 

        Θα εορτάσουμε και εφέτος την Εθνική μας Εορτή, τιμώντας τους ηρωικούς προγόνους μας, οι οποίοι, καθ’ όλη τη διάρκεια της μακραίωνης οθωμανικής δουλείας, δεν υποδουλώθηκαν ψυχικά και πνευματικά, αλλά έδωσαν τιτάνιους αγώνες για την ελευθερία του Γένους μας. Ιδιαιτέρως θα τιμήσουμε τους ήρωες της Μεγάλης Εθνικής μας Επανάστασης, οι οποίοι ξεκίνησαν τον άνισο αγώνα εναντίον των αλλοεθνών και αλλοθρήσκων τυράννων, πέρα από κάθε λογική, και μας χάρισαν την ελευθερία, την εθνική μας αποκατάσταση και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.

     Τις ημέρες αυτές θα ακουστούν πολλοί έπαινοι για την ανδρεία και την αυταπάρνηση των ηρώων στους καθιερωμένους πανηγυρικούς λόγους. Θα εκφωνηθούν διθύραμβοι για τα ηρωικά τους κατορθώματα· για τους ηγέτες που κράτησαν το Γένος ζωντανό· για εκείνους που οργάνωσαν τις περίφημες «Κοινότητες», στηριγμένες στη κοινωνική διδασκαλία της Εκκλησίας μας· για τους επαναστάτες που κατά καιρούς ξεσηκώθηκαν – περισσότερες από δεκαεπτά εξεγέρσεις στα τετρακόσια χρόνια της δουλείας – δείχνοντας στους τυράννους ότι η ελληνική ψυχή ουδέποτε υποδουλώθηκε και κρατώντας αναμμένη τη σπίθα της ελευθερίας, με την ελπίδα ότι «πάλι με χρόνους, με καιρούς».

     Θα μνημονευθεί ακόμη ο ορθόδοξος κλήρος, ο οποίος στάθηκε στο πλευρό του υπόδουλου Γένους και, διασώζοντας την ορθόδοξη πίστη, διέσωσε συγχρόνως και την ελληνική μας ταυτότητα.

     Ωστόσο, δυστυχώς, μία μεγάλη κατηγορία ανθρώπων, η οποία προσέφερε ανεκτίμητες υπηρεσίες στην Εκκλησία και στο Γένος μας, συχνά παραμένει εκτός των επαίνων. Πρόκειται για τους πολυπληθείς Νεομάρτυρες, οι οποίοι, καθ’ όλη τη διάρκεια της δουλείας, παραμένοντας ακλόνητοι στην Ορθόδοξη Πίστη, εξέφραζαν το αντιστασιακό φρόνημα του υπόδουλου Ελληνισμού και των άλλων ορθοδόξων βαλκανικών λαών. Με τον ηρωισμό τους, όπως θα δούμε, έδειχναν στους τυράννους ότι, όσα χρόνια κι αν περάσουν, δεν θα υποδουλωθεί η ψυχοσύνθεση των Ορθοδόξων Ελλήνων. Διακήρυτταν ότι τίποτε δεν έχει τελειώσει και ότι κάποια ημέρα θα έλθει «το ποθούμενο», η ελευθερία του Γένους.

     Μετά την απελευθέρωση, όμως, εμφανίστηκε μια νέα πνευματική και πολιτική ελίτ, αποτελούμενη από δυτικοσπουδαγμένους Έλληνες, οι οποίοι, επηρεασμένοι από τα διδάγματα του άθεου και χριστιανομάχου «Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού» και από τη φραγκική και παποπροτεσταντική δυσπιστία και εχθρότητα προς την Ελληνοορθοδοξία, δεν θεώρησαν ότι οι Νεομάρτυρες είχαν και αυτοί ουσιαστική συμβολή στον αγώνα του Έθνους. Δεν αναγνώρισαν ότι τα μαρτύρια και οι ποταμοί των αιμάτων τους αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της εθνικής μας αντίστασης κατά της οθωμανικής δουλείας.

     Οι άνθρωποι αυτοί, μετά την απελευθέρωσή μας, κατέλαβαν τις κρατικές εξουσίες και χάραξαν μια πολιτική γραμμή διαφορετική από την ελληνορθόδοξη παράδοση. Υποβάθμισαν τον πρωταρχικό ρόλο της Εκκλησίας στη διάσωση του Γένους και, μαζί με αυτήν, έθεσαν στο περιθώριο και το μέγιστο κεφάλαιο των Νεομαρτύρων. Θεωρούσαν ότι, εφόσον οι Νεομάρτυρες ήταν ορθόδοξοι και μαρτύρησαν για την Ορθόδοξη Πίστη, δεν αξίζουν καμιάς τιμής!

      Η σύγχρονη ιστοριογραφία, σε μεγάλο βαθμό, τους αγνοεί, όπως και η εκπαίδευσή μας, κανένα σχολικό βιβλίο δεν τους αναφέρει. Όπως τόνισε η καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αθηνών Μ. Μαντούβαλου: «Το θέμα των Νεομαρτύρων αντιμετωπίστηκε μέχρι σήμερα κατά τρόπο ελλειπτικό τόσο από τους ιστορικούς και φιλολόγους όσο και από θεολόγους»[1].

      Ευτυχώς, όμως, υπάρχει η αείτροφος του Γένους μας Εκκλησία, η οποία, τιμώντας τους Νεομάρτυρες, μας υπενθυμίζει και την ανεκτίμητη προσφορά τους στον λαό και το Έθνος μας. Προβάλλει τα ιερά τους συναξάρια ως τεκμήρια της συμβολής τους στην Εκκλησία και στην υπόθεση της ελευθερίας. Διατήρησε τη μνήμη τους, τους ενέταξε στη χορεία των Αγίων Της και όρισε οι ημέρες του μαρτυρίου τους να τιμώνται από τους πιστούς. Αν η Εκκλησία δεν είχε διαφυλάξει τη μνήμη τους, θα είχαν χαθεί στη λήθη του χρόνου και μαζί η μεγάλη εθνική τους προσφορά.

      Στην παρούσα ανακοίνωση θα ασχοληθούμε με τους Νεομάρτυρες και τη μεγάλη συμβολή τους στην υπόθεση της ελευθερίας του Γένους μας. Σκοπός μας είναι να γνωρίσουν οι αγαπητοί αναγνώστες ότι υπάρχει και αυτή η κατηγορία αληθινών και ηρωικών προγόνων μας, στους οποίους οφείλουμε — όπως και στους άλλους αγωνιστές — βαθιά ευγνωμοσύνη.

     Ας θεωρηθεί, λοιπόν, η παρούσα ανακοίνωση ως ένα αφιέρωμα στον εορτασμό της Εθνικής μας Επετείου. Να καταδείξουμε ότι, μαζί με τους Εθνομάρτυρες και οι Νεομάρτυρες πότισαν με το αίμα τους το δένδρο της ελευθερίας. Ότι ο νέος Ελληνισμός γεννήθηκε κυρίως χάρη στους αγώνες και τις θυσίες των Νεομαρτύρων και των Εθνομαρτύρων και πολύ λιγότερο χάρη στις πολυδιαφημιζόμενες «πέννες» ορισμένων «άκαπνων κονδυλοφόρων», όπως ο Κοραής και οι ομοϊδεάτες του, οι οποίοι «πολεμούσαν» από τα ασφαλή και άνετα σαλόνια της Ευρώπης.

      Κανείς δεν αμφισβητεί ότι και εκείνοι είχαν τη δική τους, όποια, συμβολή. Εκείνο που αμφισβητούμε είναι τη δική τους αμφισβήτηση της συμβολής των Νεομαρτύρων στην υπόθεση της ελευθερίας του Γένους και της εθνικής μας αποκατάστασης.

      Οι Νεομάρτυρες δεν αποτελούσαν κάποια ιδιαίτερη κοινωνική τάξη. Προέρχονταν από τον υπόδουλο ελληνικό λαό και βίωναν μαζί με αυτόν τα βάσανα της ανελέητης οθωμανικής τυραννίας. Ήταν σάρκα από τη σάρκα του λαού. Αντιστάθηκαν στον εχθρό του λαού μας, σε εκείνον που καταπατούσε κάθε ίχνος ανθρώπινου δικαιώματος, θεωρώντας τους υπόδουλους χριστιανούς ως ανδράποδα.

     Όπως είναι γνωστό, το οθωμανικό κράτος λειτουργούσε ως χαλιφάτο, δηλαδή ως κράτος του Αλλάχ, αναγνωρισμένη ισλαμική χαλιφεία — τουλάχιστον επίσημα από το 1517. Οι Σουλτάνοι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας έφεραν και τον τίτλο του Χαλίφη, δηλαδή του τοποτηρητή του Αλλάχ και ανώτατου θρησκευτικού ηγέτη του ισλαμικού κόσμου.

      Επρόκειτο, ουσιαστικά, για ένα αυστηρό θεοκρατικό καθεστώς, του οποίου υπέρτατος νόμος ήταν το Κοράνιο, ενώ ολόκληρη η ζωή των υπηκόων ρυθμιζόταν από τις διατάξεις της Σαρία, δηλαδή του ισλαμικού θρησκευτικού νόμου.

      Είναι επίσης γνωστό τι επιτάσσει το Κοράνιο για τους μη μουσουλμάνους. Τους χαρακτηρίζει «απίστους», δηλαδή ανθρώπους κατώτερης κατηγορίας, χρήσιμους κυρίως για να υπηρετούν τους μουσουλμάνους, οι οποίοι θεωρούνταν οι γνήσιοι πολίτες του οθωμανικού κράτους και απολάμβαναν όλα τα προνόμια.

      Οι χριστιανές γυναίκες συχνά προορίζονταν να γεμίζουν τα χαρέμια των πλουσίων Τούρκων και να ικανοποιούν τις κτηνώδεις ορέξεις τους. Η ζωή των υπόδουλων χριστιανών εξαρτιόταν απόλυτα από τη θέληση των κατακτητών και, κυρίως, από την καταβολή δυσβάστακτων φόρων.

      Ιδιαίτερα βαρύς ήταν ο λεγόμενος «κεφαλικός φόρος», αλλά και το διαβόητο παιδομάζωμα, η αρπαγή δηλαδή των αρσενικών παιδιών των χριστιανών, προκειμένου να τροφοδοτείται το σώμα των γενιτσάρων, οι οποίοι, όπως είναι γνωστό, μεγάλωναν και εκπαιδεύονταν να είναι τα τυραννικότερα όργανα του οθωμανικού κράτους, στους υπόδουλους Ρωμηούς. 

       Αφόρητα καταπιεστική ήταν και η θρησκευτική κατάσταση την οποία βίωναν οι υπόδουλοι χριστιανοί. Οι όποιες ελευθερίες στην άσκηση των θρησκευτικών καθηκόντων των υπόδουλων χριστιανών υπήρχαν κυρίως στη θεωρία. Στην πράξη η κατάσταση ήταν εξαιρετικά δύσκολη.

      Οποιαδήποτε ενέργεια ενός χριστιανού μπορούσε εύκολα να θεωρηθεί δήθεν προσβολή προς τη μουσουλμανική θρησκεία. Στην περίπτωση αυτή οδηγούνταν ενώπιον των κατήδων — των ισλαμικών ιεροδικαστών — και αντιμετώπιζαν βαριές ποινές, σκληρά βασανιστήρια ή ακόμη και θανατική καταδίκη, εάν δεν δέχονταν να εξισλαμισθούν. Ακόμη και μια απλή συζήτηση για θρησκευτικά ζητήματα με μουσουλμάνο μπορούσε να θεωρηθεί απόπειρα προσηλυτισμού και να επισύρει την ποινή του θανάτου. Το ίδιο ίσχυε και για όσους εξισλαμισμένους χριστιανούς επέστρεφαν στην Ορθοδοξία.  Ακόμη και ένας αθώος αστεϊσμός κάποιου χριστιανού, ότι δήθεν είναι μουσουλμάνος, ή η απλή χρήση τουρκικών ενδυμάτων μπορούσε να εκληφθεί ως εξισλαμισμός. Εάν το άτομο αυτό στη συνέχεια δεν αποδεχόταν να δηλώσει πίστη στο Ισλάμ, οδηγούνταν σε βασανιστήρια και συχνά σε μαρτυρικό θάνατο.

      Όσοι κατηγορούνταν ως «υβριστές» της ισλαμικής θρησκείας συλλαμβάνονταν και οδηγούνταν ενώπιον των ανακριτικών αρχών. Εκεί εξαναγκάζονταν να αλλαξοπιστήσουν, ώστε να αποφύγουν τα βασανιστήρια και τον θάνατο. Δυστυχώς, πολλοί υπέκυπταν σε αυτές τις πιέσεις.

    Η παιδεία των υποδούλων γινόταν ελάχιστα ανεκτή και λειτουργούσε συχνά κρυφά, στα γνωστά «Κρυφά Σχολεία», με την πρωτοβουλία της Εκκλησίας. Η Εκκλησία θεωρητικά απολάμβανε κάποια ελευθερία, στην πράξη όμως λειτουργούσε πάντοτε υπό την ανοχή και τη θέληση των κατακτητών.

       Ανώτεροι και κατώτεροι κληρικοί που δεν συμμορφώνονταν με τις επιταγές των οθωμανικών αρχών διώκονταν και συχνά θανατώνονταν. Πολλοί Οικουμενικοί Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως υπέστησαν διώξεις, εξορίες και φυλακίσεις, ενώ αρκετοί θανατώθηκαν — με απαγχονισμό, δηλητηρίαση ή στραγγαλισμό — ιδιαίτερα κατά τον 17ο αιώνα και την περίοδο της Ελληνικής Επανάστασης. Ιστορικές πηγές αναφέρουν ότι περισσότεροι από δέκα Πατριάρχες θανατώθηκαν άμεσα ή πέθαναν εξαιτίας των κακουχιών και των βασανιστηρίων που υπέστησαν. Ακόμη περισσότεροι από εβδομήντα αρχιερείς και πολλές χιλιάδες κληρικοί και μοναχοί βρήκαν τραγικό θάνατο κατά τη διάρκεια της δουλείας.

      Εξ αρχής το οθωμανικό κράτος επιδίωκε την εξαφάνιση της χριστιανικής θρησκείας, διότι γνώριζε τη μεγάλη πνευματική της δύναμη και την καθοριστική επιρροή της στους υπόδουλους χριστιανικούς πληθυσμούς. Για τον λόγο αυτόν προωθούσε συστηματικά τον εξισλαμισμό. Χιλιάδες χριστιανοί εξισλαμίζονταν, είτε με τη θέλησή τους είτε υπό την πίεση και τη βία.

       Χάνοντας τη χριστιανική τους πίστη, έχαναν σταδιακά και την ελληνική τους συνείδηση, ακόμη και αν διατηρούσαν τη γλώσσα και ορισμένα έθιμα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι Τουρκοκρήτες, οι οποίοι, αν και παρέμειναν ελληνόφωνοι, έχασαν την εθνική τους ταυτότητα και ενσωματώθηκαν πλήρως στον οθωμανικό κόσμο.

      Χαρακτηριστική είναι η αναφορά του διδασκάλου του Γένους Κωνσταντίνου Οικονόμου του εξ Οικονόμων για την απάνθρωπη μεταχείριση των υπόδουλων χριστιανών: «Πάσης άλλης θρησκείας άνθρωπος, για τους Τούρκους, είναι σκύλου χειρότερος, άπιστος, γκιαούρ. Τους ετεροθρήσκους χρεωστούν να τους φονεύουν, αν δεν γίνουν Τούρκοι»[2].

       Αυτή τη φρικτή πραγματικότητα βίωναν οι υπόδουλοι Ορθόδοξοι. Μέσα σε αυτή τη ζοφερή πραγματικότητα, το υπόδουλο Γένος όρθωνε πάντοτε ισχυρές αντιστάσεις. Μία από τις πλέον ανυπότακτες μορφές αντίστασης κατά τη μακραίωνη περίοδο της δουλείας υπήρξε εκείνη των Νεομαρτύρων, οι οποίοι αναδείχθηκαν σε σημαντικούς φορείς πνευματικής αντίστασης απέναντι στην οθωμανική εξουσία. Με θάρρος και παρρησία ομολογούσαν την πίστη τους στην Ορθοδοξία και στη μοναδικότητα της εν Χριστώ σωτηρίας. Παράλληλα, είχαν το θάρρος να απορρίπτουν την ισλαμική πίστη ως ψευδή.

      Με την γενικότερη αντιστασιακή τους στάση απέναντι στο οθωμανικό κράτος, αναχαίτιζαν και το πρόβλημα των εξισλαμισμών, το οποίο έτεινε να αφανίσει το Γένος. Σχετικά με το ζήτημα αυτό, ο μακαριστός π. Γεώργιος Καψάνης σημείωσε: «Αντιστεκόμενοι οι άγιοι Νεομάρτυρες στη βία των κρατούντων και στη θέλησή τους να τους εξισλαμίσουν, ενίσχυαν και παραδειγμάτιζαν όλους τους ορθοδόξους λαούς να υπομείνουν την καταπίεση και να μη τουρκέψουν. Κάθε Νεομάρτυς είναι ένα ισχυρό ανάχωμα στην πλημμύρα του εξισλαμισμού και του εκτουρκισμού. Χωρίς τους Νεομάρτυρες είναι αμφίβολο εάν θα διατηρούνταν η Ορθοδοξία και ο Ελληνισμός»[3]. Ο ιστορικός και ερευνητής Κωνσταντίνος Πίχλιαβας επιβεβαιώνει επίσης ότι «οι Νεομάρτυρες έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη στήριξη των υπόδουλων ορθοδόξων και στον περιορισμό του φαινομένου των εξισλαμισμών»[4]. Με άλλα λόγια, οι Νεομάρτυρες υπήρξαν ένας ισχυρός κυματοθραύστης απέναντι στο κύμα του εξισλαμισμού, το οποίο απειλούσε με αφανισμό το Γένος.

       Με την ομολογία της πίστης τους γίνονταν ταυτόχρονα και ομολογητές της ελευθερίας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Και αυτό διότι, όπως σημείωσε ο θεολόγος, νομικός και ιστορικός Ιωάννης Ελ. Σιδηράς, «οι Νεομάρτυρες συνδύαζαν δύο βασικές ιδιότητες: ήταν χριστιανοί και Έλληνες. Ήταν φορείς δύο παραδόσεων, της Χριστιανικής Ορθοδοξίας και της Ελληνικής παράδοσης, μέσα στις οποίες έζησαν, βίωσαν τις πνευματικές αξίες τους, τις διακήρυξαν και μαρτύρησαν γι’ αυτές»[5].

      Ενώπιον των τουρκικών ανακριτικών και δικαστικών αρχών στέκονταν ταυτόχρονα ως πιστοί Ορθόδοξοι χριστιανοί και ως Έλληνες. Και αυτό διότι η Ορθοδοξία και ο Ελληνισμός υπήρξαν επί αιώνες αλληλένδετες πραγματικότητες. Η ελληνορθόδοξη παράδοση και ο τρόπος ζωής συγκρότησαν τη Ρωμηοσύνη, μία από τις σημαντικότερες πολιτισμικές εκφράσεις της ανθρώπινης ιστορίας.

     Οι Νεομάρτυρες ενσάρκωναν τον διαχρονικό ηρωισμό της ρωμαίικης παράδοσης, αψηφώντας αφενός τις κολακείες και τα υποσχόμενα ανταλλάγματα των τυράννων και αφετέρου τα φρικτά βασανιστήρια και τον θάνατο που τους περίμεναν. Η ηρωική και αγέρωχη στάση τους ενώπιον των τουρκικών αρχών αποτελούσε ταυτόχρονα και ένα ζωντανό κήρυγμα ελευθερίας απέναντι στους κατακτητές.

     Ο ηρωισμός και η καρτερία τους κατά τη διάρκεια των βασανιστηρίων και του μαρτυρικού τους τέλους ντρόπιαζε τους βασανιστές τους και συγχρόνως αναπτέρωναν την ελπίδα των υποδούλων για ελευθερία και εθνική αποκατάσταση. Με το ασυμβίβαστο φρόνημά τους δήλωναν στους τυράννους ότι, παρά τη φαινομενική δύναμή τους, το υπόδουλο Γένος διέθετε πανίσχυρες ψυχικές και πνευματικές δυνάμεις, πολύ ισχυρότερες από οποιαδήποτε κοσμική εξουσία και οποιαδήποτε μορφή τυραννίας. Ότι κάποτε θα γκρεμιστεί το βάρβαρο, απάνθρωπο και τυραννικό καθεστώς τους.   

      Ο μακαριστός π. Γεώργιος Καψάνης έγραψε χαρακτηριστικά για την ιδιότυπη αντιστασιακή στάση των Νεομαρτύρων και την ανεκτίμητη υπηρεσία τους προς το Γένος: «Οι άγιοι Νεομάρτυρες είναι οι κατ’ εξοχήν αντιστασιακοί της Τουρκοκρατίας. Την αντίστασή τους δεν την πραγματοποίησαν με πράξεις δολιοφθοράς κατά του κατακτητή, που θα προκαλούσαν σκληρά αντίποινα και θα στοίχιζαν τη ζωή σε χιλιάδες αθώους. Αντίθετα, αντιστάθηκαν με τη γενναία δημόσια ομολογία της πίστεώς τους και με τον έλεγχο που ασκούσαν απέναντι στον κατακτητή. Έτσι η οργή του στρεφόταν εναντίον αυτών των ίδιων και όχι εναντίον ολόκληρου του λαού. Με τον τρόπο αυτό οι Νεομάρτυρες γίνονταν, κατά κάποιον τρόπο, εξιλαστήρια θύματα για τον υπόλοιπο λαό»[6].

      Παρόμοια άποψη εκφράζει και ο καθηγητής του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης Μ. Γ. Βαρβούνης, ο οποίος θεωρεί τους Νεομάρτυρες και ως Εθνομάρτυρες. Όπως σημειώνει: «Ο Νεομάρτυρας αντιπροσωπεύει ένα πρότυπο ανθρώπου της Τουρκοκρατίας. Υπάρχει και ένα δεύτερο πρότυπο δράσης, εκείνο του κλέφτη και του αρματολού. Και οι δύο μορφές αντιστέκονται στη βία και στην καταπίεση, αλλά με διαφορετικούς τρόπους. Μέσα στον υπόδουλο ελληνισμό συνυπάρχουν η μεταφυσική προοπτική των Νεομαρτύρων και η αγωνιστική δράση των κλεφταρματωλών. Οι δύο αυτές μορφές αντίστασης — η πνευματική και η ένοπλη — εκφράζουν τη βαθιά επιθυμία του λαού για ελευθερία»[7]. Στα πρόσωπα των Νεομαρτύρων υπήρξε η αθόρυβη δυναμική αντίσταση του Γένους, η οποία επιδρούσε βαθύτατα στις ψυχές των υποδούλων χριστιανών. Με το παράδειγμά τους κρατούσαν ζωντανή την ελπίδα της ελευθερίας.

      Ο ηρωισμός των Νεομαρτύρων και η θαρραλέα ομολογία της πίστης τους είχαν τεράστια επίδραση στο υπόδουλο Γένος. Μετά από κάθε μαρτυρικό θάνατο ενός Νεομάρτυρα αναπτερωνόταν το ηθικό των σκλαβωμένων Ρωμηών και διατηρούνταν ζωντανή η κρυμμένη σπίθα της ελευθερίας. Τα ηρωικά αυτά βλαστάρια της Ρωμηοσύνης διακήρυτταν στους αλλόθρησκους κατακτητές ότι τίποτε δεν είχε χαθεί και ότι η προσδοκία «πάλι με χρόνια και καιρούς πάλι δικά μας θα ’ναι» δεν ήταν απλώς μια ουτοπία, αλλά μια βαθιά ριζωμένη ελπίδα που κάποτε θα οδηγούσε στην πραγμάτωση του «ποθουμένου», δηλαδή στην ελευθερία του Έθνους.

      Η δράση των Νεομαρτύρων λειτούργησε επίσης ως ανάχωμα απέναντι σε έναν ακόμη θανάσιμο κίνδυνο για το Γένος μας της εποχής: τον εκλατινισμό και τον εκπροτεσταντισμό. Πλήθος αιρετικών παπικών και προτεσταντών ιεραποστόλων επιχειρούσαν, με την ανοχή των οθωμανικών αρχών, να προσελκύσουν ορθοδόξους στον δικό τους χώρο. Αλλά οι Νεομάρτυρες, όμως, με τη σταθερότητά τους στην Ορθοδοξία και με το μαρτύριό τους, γίνονταν ζωντανά παραδείγματα πίστης και αφοσίωσης στην αλήθεια της Εκκλησίας και αφορμή αποτροπής στους δόλιους προσηλυτισμούς των αιρετικών δυτικών.

      Παράλληλα, αρκετοί μουσουλμάνοι, βλέποντας την ακλόνητη πίστη των Νεομαρτύρων, συγκλονίζονταν και ασπάζονταν και οι ίδιοι τον Χριστιανισμό και επέλεγαν να ζουν στο εξής ως Ρωμηοί. Αυτοί είναι, όπως προαναφέραμε, οι λεγόμενοι «εξ Αγαρηνών Νεομάρτυρες», οι οποίοι πλήρωναν επίσης με τη ζωή τους τη μεταστροφή τους στην Ορθοδοξία. Μάλιστα δείκνυαν οι Οθωμανοί ιδιαίτερη σκληρότητα απέναντι στους μουσουλμάνους που ασπάζονταν τον Χριστιανισμό. Το μαρτύριό τους προξενούσε μεγάλη επίδραση στους Ρωμηούς. Βλέποντας ότι ακόμη και μουσουλμάνοι ασπάζονταν την πίστη τους και μαρτυρούσαν γι’ αυτήν, ενισχύονταν ακόμη περισσότερο στην πίστη τους και αποτρέπονταν από τον εξισλαμισμό.

     Με βάση όλα τα παραπάνω, οι Νεομάρτυρες μπορούν να θεωρηθούν ταυτόχρονα και Εθνομάρτυρες, διότι η θυσία τους ενίσχυσε όχι μόνο την Εκκλησία, αλλά και το ίδιο το Γένος. Το πλήθος των Νεομαρτύρων — κληρικών και λαϊκών, ανδρών και γυναικών, μορφωμένων και απλών ανθρώπων, πλουσίων και φτωχών, ακόμη και παιδιών — έδωσε τη δική του μαρτυρία για την αλήθεια της Ορθόδοξης πίστης και για την υπεράσπιση της ελευθερίας και της ρωμαίικης συνείδησης. Επισφράγισαν με το αίμα τους την πεποίθηση ότι για τα ιδανικά αυτά αξίζει να ζει κανείς και, αν χρειαστεί, να πεθάνει. Οι θυσίες των Νεομαρτύρων και των Εθνομαρτύρων αποτελούν μια ενότητα που εκφράζει την ισχυρή θέληση του Γένους μας για απελευθέρωση από τη σκληρή δουλεία και για εθνική, πνευματική και κοινωνική αποκατάσταση, την βίωση και πραγμάτωση του ελληνορθόξου ιδεώδους, του πλέον ευγενούς πολιτισμικού μεγέθους της ιστορίας.

      Περαίνουμε την ανακοίνωσή μας με την προτροπή να αποδώσουμε τη θέση που αρμόζει στους πολυπληθείς Νεομάρτυρες των δύσκολων χρόνων της δουλείας μέσα στην εθνική μας ιστορία. Η Αγία μας Εκκλησία τους τιμά ως καλλίνικους μάρτυρες του Χριστού και της Ορθόδοξης πίστης. Ο πιστός λαός, με το αλάνθαστο πνευματικό του αισθητήριο, αναγνώριζε την αγιότητά τους αμέσως μετά το μαρτύριό τους, ακόμη και πριν από την επίσημη αγιοκατάταξή τους. Δυστυχώς, όμως, το νεοελληνικό κράτος συχνά παρέλειψε (και παραλείπει) να αποδώσει την οφειλόμενη τιμή σε αυτούς τους μεγάλους μάρτυρες της πίστης και της πατρίδας.

     Οι Νεομάρτυρες, όπως έγραψε ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, αποτελούν «την αλλοίωσιν της δεξιάς του Υψίστου», ένα ανεκτίμητο δώρο του Θεού προς τον πολύπαθο ορθόδοξο λαό μας. Στο έργο του «Νέον Μαρτυρολόγιον» σημειώνει χαρακτηριστικά ότι η εμφάνιση των Νεομαρτύρων είναι ένα θαύμα για το Γένος μας, «Θαύμα παρόμοιον ωσάν να βλέπη τινάς μέσα εις την καρδίαν του χειμώνος, εαρινά άνθη και τριαντάφυλλα· μέσα εις την βαθυτάτην νύκτα, ημέραν και ήλιον· μέσα εις το ψηλαφητόν σκότος, φώτα λαμπρότατα· εν τω καιρώ της αιχμαλωσίας, να βλέπη ελευθερίαν· και εν τω καιρώ της τωρινής ασθενείας, υπερφυσικήν δύναμιν. Όθεν και αναγκάζομαι να ειπώ, ότι αυτή η αλλοίωσις είναι βέβαια της δεξιάς του Υψίστου· ούτος ο δάκτυλος, είναι του Θεού· αύτη η δύναμις είναι θεία, ή τις εν ασθενεία τελειούται…» [8].

     Και βέβαια, μόνον ως θαύμα, ως επέμβαση του Θεού, πρέπει να θεωρούμε την παρουσία και το έργο των Νεομαρτύρων στην εθνική μας υπόθεση, καθώς και ως θαύμα και δώρο Θεού, την πραγμάτωση της ελευθερίας του Γένους μας, όπως την έβλεπαν και οι αείμνηστοι πρόγονοί μας Αγωνιστές της Εθνικής μας Παλιγγενεσίας!       

     Τιμή και δόξα στους Νεομάρτυρες και Εθνομάρτυρες προγόνους μας!

 

Εκ του Γραφείου επί των Αιρέσεων και Παραθρησκειών



[1] Μ. Μαντούβαλου Ερευνητικές προσεγγίσεις του φαινομένου των Νεομαρτύρων.

[2] Ι. Μπουγάτσου, η συμβολή του Κωνσταντίνου Οικονόμου του εξ’ Οικονόμων εις την Επανάστασιν του 1821. Αθήνα 1966, σελ.77

[5] Όπου ανωτέρω

[7] Μ.Γ. Βαρβούνη, Λαογραφικά των Νεομαρτύρων, ΔΠΘ, Κομοτηνή 1998, σελ. 71-73

[8] Νικοδήμου Αγιορείτου,  Νέον Μαρτυρολόγιον, Αθήναι 1961