Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2026

Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΑΡΜΟΝΙΑΣ ΤΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ

Ἐναγκαλισμοὶ μὲ τοὺς αἱρετικούς, διχαστικὸς πόλεμος μὲ ὅλας τὰς αὐτοκεφάλους Ἐκκλησίας.

 

Σχίσμα: Ὄχι πλάνη νοῦ, ἐπιμονὴ θελήσεως

Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΑΡΜΟΝΙΑΣ ΤΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ

Ἡ Ὀρθοδοξία συνιστᾶ Οὐρανόν “Ξανακτισμένον” εἰς τὴν Γῆν. Ἀλλά, Διωγμοὶ ἔξωθεν.

Αἱρέσεις ἔσωθεν. Καὶ Νόθευσις Ὑπερέσωθεν, ἀπό Θερσίτας, Λυκόφρονας, Ψυχοκαπήλους.

Τοῦ π. Διονυσίου Σλιόνοφ, Καθηγουμένου τῆς σταυροπηγιακῆς ἱερᾶς μονῆς Ἁγίου Ἀνδρέου τοῦ Στρατηλάτη Μόσχας,

καθηγητοῦ τῆς ἕδρας Φιλολογίας τῆς Θεολογικῆς Ἀκαδημίας Μόσχας, Δρ. Θεολογίας

 

  Εὐχαριστοῦμε θερμῶς τὸν πατέρα Διονύσιο γιὰ τὸ ἀξιόλογο πόνημά του. Πιστεύουμε ἀκράδαντα στὴν πανορθόδοξη ἑνότητα, ἡ ὁποία στὶς ἡμέρες μας ἔχει διαταραχθῆ σὲ τέτοιο βαθμό, ὥστε ἡ Ὀρθόδοξη Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία νὰ ὁδηγῆται σὲ σχίσμα, μὲ τὸν κίνδυνο αὐτὸ νὰ προσλαμβάνη ὁλοένα καὶ εὐρύτερες διαστάσεις.

  Ὁ Ὀρθόδοξος Τύπος πιστεύει – καὶ τὸ ἔχει ἀποδείξει ἔμπρακτα – ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ γίνη ἀποδεκτὴ ἡ ἀξίωση πὼς τὸ Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως εἶναι «πρῶτο ἄνευ ἴσων». Μόνον ἕνας γνήσιος καὶ εἰλικρινὴς διάλογος δύναται νὰ συμβάλη στὴν ἀποκατάσταση τῆς ἑνότητας ἐν τῇ ὀρθῇ πίστει. Μέσα ἀπὸ τὶς στῆλες τῆς ἐφημερίδας μας, ἐπιχειροῦμε νὰ καλλιεργήσουμε ἕνα οὐσιαστικὸ διάλογο μὲ τοὺς Ρώσους ἀδελφούς, προάγοντας μία δημιουργικὴ θεολογικὴ ἀντιπαράθεση μὲ τοὺς Ἕλληνες θεολόγους τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως.

  Σὲ μία ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποία προωθεῖται ἡ προσέγγιση μὲ ἑτεροδόξους καὶ αἱρετικούς, ἐνῶ ὁ σχετικὸς διάλογος χαρακτηρίζεται ὡς «διάλογος ἀγάπης», θεωροῦμε ἀδιανόητο νὰ μὴ τίθεται μὲ τὴν ἴδια σοβαρότητα τὸ ζήτημα τῆς πανορθόδοξης ἑνότητας ἐν τῇ πίστει τῶν Πατέρων. Εἴθε οἱ στῆλες τῆς ἐφημερίδας νὰ συμβάλουν οὐσιαστικὰ στὴν προώθηση αὐτοῦ τοῦ θεάρεστου ἔργου.

*  *  *

  Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία βιώνει σήμερα ἕνα μεγάλο σχίσμα, ποὺ προκλήθηκε ἀπὸ τὶς μονομερεῖς ἐνέργειες τῶν ἐκπροσώπων τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως. Ὡστόσο ἀπὸ τὴν ἄποψη τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησιολογίας ἡ Ἐκκλησία εἶναι μία, καὶ ἀκόμη καὶ στὴν περίπτωση, ποὺ ἕνα τμῆμα ἀποκόπτεται ἀπὸ αὐτή, δὲν χάνει τὴν ἑνότητά της. Ἓν γένοισθε, καθὼς ἓν ἐσμὲν μετὰ τοῦ πατρὸς (πρβλ. Ἰω. 17, 21), μᾶς διδάσκει ὁ Σωτὴρ Χριστός. Ἐπίσης ἀναγιγνώσκουμε ἢ ψάλλουμε στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως: «Πιστεύω εἰς Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικὴν καὶ Ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν».

  Ἡ ἑνότητα εἶναι μία ἐκ τῶν κομβικῶν ἰδιοτήτων τῆς Ἐκκλησίας. Μία ἄλλη παρόμοια ἰδιότητα εἶναι ἡ καθολικότητα. Ἐκτός τῆς ἑνότητας καὶ τῆς καθολικότητας ἡ διάρθρωση τῆς Ἐκκλησίας δύναται νὰ περιγραφεῖ μὲ τὴν ἔννοια τῆς ἁρμονίας. Ἐπὶ αὐτῆς τῆς ἔννοιας θὰ προσπαθήσουμε νὰ ἐπικεντρωθοῦμε στὸ πλαίσιο αὐτῆς τῆς συντόμου ἐπισκοπήσεώς μας.

  Ἡ ἁρμονία προβλέπει τὴ συνύπαρξη ἐνίων τμημάτων τοῦ συνόλου σὲ συμφωνία μεταξύ τους. Τὰ ἐν λόγω τμήματα δύνανται νὰ διαφέρουν τὸ ἕνα ἀπὸ τὸ ἄλλο, ἀλλὰ δὲν μποροῦν νὰ ἔρχονται σὲ ἀντίθεση μεταξύ τους, νὰ ἀγνοοῦν ἢ νὰ πολεμοῦν τὸ ἕνα τὸ ἄλλο. Τὰ τμήματα τῆς ἁρμονίας ὀφείλουν νὰ συνυπάρχουν βάσει τῆς ἀρχῆς τῆς ἀλληλοσυμπληρώσεως, καθὼς καὶ σὲ ἀλληλοβοήθεια καὶ σὲ ἀμοιβαία συμφωνία.

Σύμφωνα μὲ τὸ λεξικὸ Liddell H.G., Scott R. ἡ λέξη «ἁρμονία» εἶναι ἄκρως πολυσήμαντη: μέσο πρὸς συναρμογή, συμφωνία, τάξη κ.ο.κ.1

Ἡ ἁρμονία εἶναι ἀρχαία λέξη, ποὺ χρησιμοποιήθηκε στὰ ὁμηρικὰ ἔπη2, τὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ ποίηση3 καὶ ὡς  αἰσθητικὴ κατηγορία. Ἡ ποίηση ὡς πεδίο λεκτικῆς δημιουργίας κατὰ τὸ μέγιστο δυνατὸ προσεγγίζει τὴ μουσική. Ὁ Πυθαγόρας ἄκουσε τὴ «μελωδικὴ ἁρμονία» ἀφότου περιῆλθε σὲ ἔκ­στα­ση4. Ὁ φιλόσοφος Ἐμπεδοκλὴς δίδασκε περὶ τῆς οἰκουμενικῆς ἁρμονίας τοῦ παντός, συμπεριλαμβανομένης καὶ τῆς ἁρμονίας τῶν ἀστέρων5.

  Ὁ Φιλόλαος προσδιόριζε τὴν ἁρμονία ὡς «συνδυασμὸ» ἢ «μεῖγμα» τῶν «ἀντιθέτων» ἀρχῶν6.

  Ὁ Πλάτων ὡς ἁρμονία κατανοοῦσε τὴν πνευματικὴ «θεία» ἀρχὴ ἢ τὸν κόσμο τῶν ἰδεῶν (εἰδῶν), ἐνῶ ἡ λύρα ποὺ ἦταν ὄργανο γιὰ τὴν παραγωγὴ ἤχων, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται σὲ ἁρμονία, ἀποτελεῖ εἰκόνα τῆς γήινης ἀρχῆς7.

  Οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες φιλόσοφοι συζητοῦσαν τὸ ζήτημα, ἐὰν ἡ ψυχὴ ἦταν ἁρμονία καὶ ἔδιναν ἐπ’ αὐτοῦ διαφορετικὲς ἀπαντήσεις8.

  Στὸν Πλάτωνα ἀπαντᾶται ὁ ἄκρως σημαντικὸς ὁρισμὸς τῆς «ἁρμονίας» ὡς «συμφωνίας», ὅπου δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρχει καμία διαίρεση ἢ ἀντίθεση:

«Ἡ γὰρ ἁρμονία συμφωνία ἐστίν, συμφωνία δὲ ὁμολογία τις – ὁμολογίαν δὲ ἐκ διαφερομένων, ἕως ἂν διαφέρωνται, ἀδύνατον εἶναι· διαφερομένων δὲ αὖ καὶ μὴ ὁμολογοῦν ἀδύνατον ἁρμόσαι…»9.

  Ὁ Ἀριστοτέλης ἐπίσης ἐφαρμόζοντας τὴν ἔννοια τῆς ἁρμονίας ἔναντι τῆς ψυχῆς ἔγραφε ὅτι ἡ ἁρμονία εἶναι μίγμα ἀντιθέτων ἀρχῶν, ἀλλὰ στὴν ψυχὴ τέτοιες ἀρχὲς δὲν ὑφίστανται10.

  Στὴ χριστιανικὴ παράδοση ἡ ἔννοια τῆς ἁρμονίας ἐφαρμοζόταν ἔναντι τοῦ συνδυασμοῦ τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος, γιὰ τὸν ὁποῖο ἕνας ἐκ τῶν πρώτων ἔγραψε ὁ Ἅγιος Ἰουστῖνος ὁ Μάρτυρας11.

  Ὁ Ἅγιος Εἰρηναῖος Λουγδούνου ἐφάρμοσε τὸν ὄρο «ἁρμονία» ὡς πρὸς τὰ Πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος, χρησιμοποιώντας τὴν ἔκφραση «ἁρμονία πατρὸς»12.

  Μὲ τὴ σειρὰ του ὁ Κλήμης ὁ Ἀλεξανδρεὺς ἔγραψε ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ: «Τοῦτό εἰμι ἐγώ, τοῦτο βούλεται ὁ θεός, τοῦτο συμφωνία ἐστί, τοῦτο ἁρμονία πατρός, τοῦτο υἱός, τοῦτο Χριστός, τοῦτο ὁ λόγος τοῦ θεοῦ, βραχίων κυρίου, δύναμις τῶν ὅλων, τὸ θέλημα τοῦ πατρὸς»13.

  Στοὺς μεταγενέστερους ἁγίους πατέρες καὶ χριστιανοὺς συγγραφεῖς ὁ ὅρος «ἁρμονία» χρησιμοποιεῖτο καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοια τῆς συνένωσης τῶν ἀντιθέτων καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοια τῆς πλήρους συμφωνίας τῶν στοιχείων ἢ τμημάτων, ποὺ συγκροτοῦν τὴν ἁρμονία.

  Μετὰ τὴ σύντομη ἐπισκόπηση τῆς ἱστορίας ἡ ἔννοια τῆς ἁρμονίας δύναται νὰ ἀναλυθεῖ μὲ παράδειγμα τὴ διάρθρωση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας κατὰ τὴν α΄, τὴ β΄ καὶ στὶς ἀρχὲς τῆς γ΄ χιλιετίας.

Δύσις καὶ Ἀνατολὴ τὴν α΄ χιλιετίαν  (πρὸ τοῦ σχίσματος τοῦ 1054)

  Στὶς σχέσεις τῆς Δυτικῆς (Ρώμη) καὶ τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας (Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως καὶ τὰ λοιπὰ Πατριαρχεῖα) δύναται νὰ διαφανεῖ ὁρισμένη ἁρμονία. Τὴν πρώτη χιλιετία ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρώμης στὴ Δύση, ὅπως καὶ ἡ Ἐκκλησία Κωνσταντινουπόλεως στὴν Ἀνατολὴ (ἀρχίζοντας ἀπὸ τὸν 4ο αἰ. μ.Χ.) ἀπολάμβαναν συγκεκριμένα προνόμια, τὰ ὁποῖα δὲν παρεμπόδιζαν τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἑνότητα, ἀλλὰ συνέδραμαν στὴν ἐξασφάλιση τῆς ἐν λόγῳ ἑνότητας μέσα ἀπὸ τὸν ἀμοιβαῖο ἐμπλουτισμὸ (ἂν καὶ ὄχι χωρὶς δυσκολίες).

  Ἂς ἀπαριθμήσουμε τὰ πρεσβεῖα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρώμης:

  1. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρώμης ἦταν ἀποστολικῆς προελεύσεως. Ὁ ἱδρυτὴς της Ἀπόστολος Πέτρος, θεωρεῖται ἕνας ἐκ τῶν πρωτοκορυφαίων Ἀποστόλων. Ὁ Ἀπόστολος Πέτρος ἀξιώθηκε μίας ἰδιαίτερης ἐμπιστοσύνης ἀπὸ τὸν Σωτήρα Χριστό, ὅπως καταφαίνεται ἀπὸ τὰ ἑξῆς λόγια Του: «Σὺ εἶ Πέτρος, καὶ ἐπὶ ταύτῃ τῇ πέτρᾳ οἰκοδομήσω μου τὴν ἐκκλησίαν, καὶ πύλαι ἅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς» (Ματθ. 16, 18). Ὅμως ὡς «πέτρα» οἱ ἀνατολικοὶ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καὶ οἱ χριστιανοὶ συγγραφεῖς κατανοοῦσαν ὄχι τὸ πρόσωπο τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου, ἀλλὰ τὴν κοινὴ ἀρετὴ τῆς πίστεως καὶ ἄλλες ἀρετές.
  2. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρώμης εἶχε τὴν ἕδρα της στὴν πρωτεύουσα τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας, καὶ μετὰ τὴ δημιουργία τῆς Κωνσταντινουπόλεως, στὴν πρωτεύουσα τοῦ δυτικοῦ τμήματος τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας (μέχρι τὴν ἅλωση τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας τὸ 476). Σημειωτέον ὅτι τὴν ἐποχὴ τῆς Συνόδου ἐν Χαλκηδόνι (451 μ.Χ.) ὁ αὐτοκράτορας τοῦ δυτικοῦ τμήματος τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας κατεῖχε τὰ πρωτεῖα στὶς ἐπίσημες ὑπογραφές, ἐνῶ ὁ αὐτοκράτορας τοῦ ἀνατολικοῦ τμήματος τὰ δευτερεῖα14. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρώμης στηριζόταν ἐπὶ τοῦ πολιτικοῦ πρωτείου τῆς Ρώμης καὶ τὴν περίοδο ποὺ ὑπῆρχε, καὶ τὴν περίοδο ποὺ ἔπαυσε νὰ ὑπάρχει.
  3. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρώμης καταλάμβανε τὴν πρώτη θέση στὰ δίπτυχα τῶν Ἐκκλησιῶν, δηλαδὴ κατεῖχε τὰ πρωτεῖα τιμῆς.
  4. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρώμης ὑπερασπιζόταν τὸ ἄμωμο τῆς πίστεως καὶ βοηθοῦσε τὴν Ἀνατολικὴ Ἐκκλησία στὴν ἀντιμετώπιση τῶν αἱρέσεων, ὅπως λ.χ. στὴν πολεμικὴ κατὰ τοῦ ἀρειανισμοῦ καὶ ἀργότερα κατὰ τοῦ μονοφυσιτισμοῦ.
  5. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρώμης διεκδικοῦσε τὸ πρωτεῖο ὄχι μόνον τιμῆς, ἀλλὰ καὶ ἐξουσίας, ὅπως προκύπτει ἀπὸ τὴν ἑρμηνεία ποὺ ἔδιδε στοὺς κανόνες τῆς ἐν Σαρδικῇ Συνόδου σχετικὰ μὲ τὸ ἔκκλητο πρὸς τὸν Πάπα τῆς Ρώμης. Τὸ δικαστικὸ πρωτεῖο τῆς Ρώμης λειτουργοῦσε ἐνίοτε πρὸς ὄφελος τῆς Ἀνατολῆς, ὅπως, λ.χ. στὴν περίπτωση τῆς ἀθώωσης ἀπὸ τὸν Πάπα τῆς Ρώμης Ἰούλιο τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου, ὁ ὁποῖος διώκετο ἀπὸ τοὺς φιλοαρειανικοὺς ἐπισκόπους. Γενικότερα τόσο ἡ χριστιανικὴ Ἀνατολή, ὅσο καὶ ἡ Δύση δὲν ἀναγνώρισαν τὸ πρωτεῖο τῆς Ρώμης οὔτε θεωρητικά, ἀλλὰ οὔτε καὶ πρακτικὰ (ἐὰν θυμηθοῦμε τὴν αὐτοτελῆ θέση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Καρθαγένης, ποὺ δὲν ὑπαγόταν σ’ ἐκείνη τῆς Ρώμης).

Ὅλες οἱ Ἀνατολικὲς Ἐκκλησίες, ποὺ ἀπάρτιζαν τὴ λεγόμενη Πενταρχία ἢ Τετραρχία (χωρὶς τὴ Ρώμη) κατεῖχαν σειρὰ ἀπὸ δικά τους πρεσβεῖα:

  1. Καθεμία ἐξ αὐτῶν εἶχε ἀδιαμφισβήτητα ἀποστολικὴ προέλευση, ἐκτός της Κωνσταντινουπόλεως. Ὅπως εἶναι γνωστό, ἡ τελευταία μόνον τὸν 9ο αἰ. μ.Χ. συνέδεσε τὴν προέλευσή της μὲ τὸ κήρυγμα τοῦ Ἀποστόλου Ἀνδρέου τοῦ Πρωτοκλήτου.
  2. Ἀπὸ τὸν 4ο – 5ο αἰ. μ.Χ. ἀναδείχθηκαν σὲ ἀνεξάρτητα Πατριαρχεῖα, τὰ ὁποῖα συνέπιπταν ἐν πολλοῖς μὲ τὶς διοικήσεις τῆς Ρωμαϊκῆς/ Βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας (ὄχι ὅμως πλήρως).
  3. Κάθε Πατριαρχεῖο κατεῖχε τὴν οἰκεία αὐτοῦ θέση στὰ δίπτυχα τῶν Ἐκκλησιῶν, ἂν καὶ ὄχι τὴν πρώτη, πάντως μία ἀναγνωρισμένη θέση, ποὺ τοῦ ἐξασφάλιζε στὴν οὐσία ἴσα δικαιώματα στὶς σχέσεις μὲ τὰ ἄλλα Πατριαρχεῖα.
  4. Οἱ ἀνατολικοὶ ἅγιοι Πατέρες ἐπέδειξαν στὰ θέματα τῆς διδασκαλίας τῆς πίστεως ζῆλο ὄχι μικρότερο τῶν δυτικῶν. Ἡ προτεραιότητα τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γλώσσας στὸν ἀρχαῖο πολιτισμὸ δήλωνε κατὰ κάποιο βαθμὸ ἢ ὑπέδειξε καὶ τὴν προτεραιότητα τῆς ἑλληνικῆς θεολογίας, ποὺ ἀποτελοῦσε (τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν) τὸ πρωτότυπο ἑνὸς πίνακα, ἀπὸ τὸν ὁποῖο οἱ δυτικοὶ ζωγράφοι κατάφεραν νὰ ἀναπαραγάγουν ἕνα ποιοτικὸ ἀντίγραφο, ποὺ ἂν καὶ ἐμπλουτίσθηκε ἀπὸ τὴ δική τους ἐμπειρία, παρέμενε δευτερεύουσας σημασίας.
  5. Κάθε Πατριάρχης ἀσκοῦσε τὶς ἀνώτατες δικαστικὲς ἁρμοδιότητες ἐντὸς τῆς οἰκείας του δικαιοδοσίας.

  Ἡ Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως, σὲ ἀντιδιαστολὴ ἀπὸ τὶς ἄλλες Ἐκκλησίες τῆς Ἀνατολῆς, τὶς Ἀλεξανδρείας, Ἀντιοχείας, Ἱεροσολύμων καὶ τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Κύπρου, διέθετε μερικὰ δικά της ἀδιαμφισβήτητα πρεσβεῖα:

  1. Ἡ Κωνσταντινούπολη ἦταν πρωτεύουσα τοῦ ἀνατολικοῦ τμήματος τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας, ἡ ὁποία ἀπὸ τὸ 324 καὶ ἐφεξῆς ἄρχισε νὰ θεωρεῖται τὸ προνομιοῦχο τμῆμα τῆς αὐτοκρατορίας, ἀκόμη καὶ ὡς ἕδρα τοῦ μονάρχη κυβερνήτη (ἀπὸ τὸ 324 μ.Χ.), τοῦ αὐτοκράτορα Ἁγίου Κωνσταντίνου. Ὡς Ἐκκλησία τῆς πρωτεύουσας ἡ Ἐκκλησία Κωνσταντινουπόλεως ἔχαιρε ἰδιαίτερης ὑποστήριξης τοῦ αὐτοκράτορα.
  2. Τὰ δικαστικά, δικαιοδοτικὰ καὶ «ὑπερόρια» δικαιώματα (τὸ ζήτημα περὶ τῶν τελευταίων θὰ πρέπει νὰ ἐξετασθεῖ χωριστά) τοῦ Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως διατυπώθηκαν ἰδιαιτέρως στὸν 9ο, τὸν 17ο καὶ τὸν 28ο κανόνα τῆς ἐν Χαλκηδόνι Συνόδου. Στὴν πραγματικότητα ἦταν ἀποκλειστικῶς ἐνδοδικαιοδοτικὰ δικαιώματα. Ὡστόσο ὑπῆρξε καὶ προηγούμενο ὑπερορίων ἢ ἐξωδικαιοδοτικῶν πράξεων, ποὺ ἔγιναν μὲ συγκατάθεση τῶν πλευρῶν καὶ κατὰ κανόνα δὲν ἐπέφεραν ζημιὰ στὴν ἐκκλησιαστικὴ ἑνότητα καὶ ὁμόνοια.
  3. Στὸ κανονικὸ ἔδαφος τῆς Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως συνῆλθαν καὶ οἱ ἑπτὰ Οἰκουμενικὲς Σύνοδοι, ποὺ ἀποτελοῦν τὰ ἀνώτατα νομοθετικὰ καὶ διοικητικὰ ὄργανα τῆς Ἐκκλησίας. Καμία ἐκ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων δὲν συνῆλθε οὔτε στὴ Ρώμη, οὔτε στὸ ἔδαφος ἄλλου Πατριαρχείου, πρᾶγμα, ποὺ οὕτως ἢ ἄλλως ὑποδεικνύει μεταξὺ ἄλλων καὶ ἕνα ὁρισμένο κύρος τῆς Ἐκκλησίας τῆς πρωτεύουσας ἢ τῆς αὐτοκρατορίας γιὰ τὴν ἐπίλυση τῶν γενικῶν ἐκκλησιαστικῶν ζητημάτων.
  4. Μετὰ τὴν κατάκτηση ἀπὸ τοὺς Πέρσες καὶ στὴ συνέχεια ἀπὸ τοὺς Ἄραβες τοῦ ἐδάφους τῶν ἑδρῶν τῶν Ἐκκλησιῶν τῆς Ἀνατολῆς τὸν 7ο αἰ. μ.Χ. ἡ Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως παρέμεινε ἡ μόνη ἐλεύθερη Ἐκκλησία στὸ Βυζάντιο.

  Βάσει τῆς ἀρχῆς τῆς ἁρμονίας ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρώμης καὶ ἐκείνη τῆς Κωνσταντινουπόλεως (μαζὶ μὲ τὶς ὑπόλοιπες Ἐκκλησίες τῆς Ἀνατολῆς) συγκροτοῦσαν ἕνα ἑνιαῖο σύνολο, δηλαδὴ τὴ «Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία». Ἡ Ρώμη, ποὺ κατεῖχε τὸ πρωτεῖο τιμῆς, θὰ ἔπρεπε νὰ βρίσκεται σὲ ἁρμονικὲς σχέσεις μὲ τὴν Κωνσταντινούπολη ὡς πρωτεύουσα τοῦ Βυζαντίου. Οἱ Πάπες τῆς Ρώμης μποροῦσαν νὰ θεωροῦν τὸν ἑαυτὸ τους εἰδικοὺς φύλακες τῆς πίστεως, ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ ἔπρεπε εἰλικρινὰ νὰ δεχθοῦν ὅτι ἡ βασικὴ παράδοση τῆς διδασκαλίας τῆς πίστεως διαμορφωνόταν ὄχι τόσο στὴ Δύση, ὅσο στὴν Ἀνατολή. Ἀκριβῶς κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο σκεπτόταν ἀναμφίβολα ὁ ὑπέρμαχος τῆς ὀρθοδόξου πίστεως Πάπας Μαρτίνος, ὁ ὁποῖος προσκάλεσε στὴ Σύνοδο τοῦ Λατερανοῦ τὸν Ὅσιο Μάξιμο Ὁμολογητή, τὸν κορυφαῖο ὑπερασπιστὴ τῆς ὀρθοδόξου χριστολογίας ἐναντίον τῶν αἱρέσεων τοῦ μονοενεργητισμοῦ καὶ τοῦ μονοθελητισμοῦ.

  Ἂν καὶ ἡ Δύση καὶ ἡ Ἀνατολὴ εἶχαν κατὰ διαστήματα τεταμένες σχέσεις, κυρίως λόγῳ τῆς ἐπιδιώξεως ὄχι μόνον τοῦ (ἀποδεκτοῦ) πρωτείου τιμῆς, ἀλλὰ καὶ τοῦ (ἀπαράδεκτου σὲ ὑπερόριο ἐπίπεδο ἢ ἐκτός τῆς οἰκείας δικαιοδοσίας) πρωτείου ἐξουσίας, γενικότερα εὕρισκαν τὴν ἐσωτερικὴ δύναμη νὰ ὑποχωροῦν, νὰ μὴ ἐπιμένουν ὑπερβολικὰ στὶς θέσεις τους καὶ νὰ διαφυλάσσουν τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἑνότητα.

Ἐν τούτοις μετὰ τὸ 1054 χάθηκε αὐτὴ ἡ ἑνότητα καὶ δὲν ἔχει μέχρι σήμερα ἀποκατασταθεῖ.

Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μετὰ τὸ Μέγα Σχίσμα

  Μετὰ τὴν ἀπόσχιση τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὴν Ἀνατολικὴ τὸ 1054 ἐπῆλθε ἡ πνευματικὴ καταστροφή. Οἱ δυτικοὶ χριστιανοὶ κατὰ τὴν ἄποψη τῶν ἀνατολικῶν, περιῆλθαν ὄχι ἁπλῶς σὲ κατάσταση σχίσματος, ἀλλὰ καὶ αἱρέσεως, διότι πρέσβευαν τὴ λεγόμενη διδασκαλία τοῦ Filioque (περὶ ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὄχι μόνον ἐκ τοῦ Πατρός, ἀλλὰ καὶ τοῦ Υἱοῦ), ἀπαράδεκτη ἀπὸ τὴν ἄποψη τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας, ἀλλὰ καὶ ἀκολουθοῦσαν μερικὲς ἰδιαίτερες τελετουργικὲς πρακτικὲς (λ.χ. ἡ Θεία Μετάληψη μὲ τὰ ἄζυμα), οἱ ὁποῖες ἀπορρίπτονταν ὡς ἀπαράδεκτες καὶ ἐγκυμονοῦσες τὸν κίνδυνο κιβδηλώσεως τῆς πίστεως15. Οἱ ἴδιες οἱ Ἀνατολικὲς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες στὶς μεταξύ τους σχέσεις ἐξακολουθοῦσαν νὰ ἐφαρμόζουν τὴν ἀρχὴ τῆς ἁρμονίας. Ταυτοχρόνως εἶχαν ὡσὰν διατηρημένη τὴν πρώτη θέση στὰ Ἱερὰ Δίπτυχα γιὰ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ρώμης, ἡ ὁποία θὰ μποροῦσε νὰ τὴν ἀνακτήσει σὲ περίπτωση ποὺ διορθωνόταν. Παρὰ τὰ προφανῆ πρεσβεία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως ὡς Ἐκκλησίας τῆς αὐτοκρατορίας, αὐτὴ προσπαθοῦσε νὰ διαφυλάσσει ἰσότιμες σχέσεις μὲ τὶς ἄλλες Ἐκκλησίες καὶ κατὰ τὸ δυνατὸ ὑποστήριζε καὶ τὶς νεοπαγεῖς σλαβικὲς Ἐκκλησίες στὰ Βαλκάνια, δηλ. τῆς Βουλγαρίας καὶ Σερβίας, καὶ ἐν συνεχείᾳ καὶ τῆς Ρωσίας. Ἡ Ἐκκλησία Κωνσταντινουπόλεως τόνιζε τὴν προτεραιότητά της ἔναντί τους (ὡς Ἐκκλησία ἔχουσα πρωτεῖο τιμῆς), ἀλλὰ προσπαθοῦσε τὴν ἴδια στιγμὴ ὄχι τόσο νὰ ἐκμεταλλευθεῖ τὴ βοήθειά τους, ὅσο νὰ ὑπηρετήσει καὶ νὰ συνδράμει στὴ διάδοση τῶν χριστιανικῶν ἰδεωδῶν καὶ παραδόσεων.

Ἡ Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ ἡ Ρωσικὴ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία

  Μετὰ τὴν Ἅλωση τῆς Πόλεως τὸ 1453 ἔπαυσε ἡ ὑποστήριξη τῆς αὐτοκρατορικῆς ἐξουσίας. Μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι τὸ ἔτος 1453 σήμανε τὸ τέλος τοῦ κρατικοῦ ἢ αὐτοκρατορικοῦ χριστιανισμοῦ στὸ Βυζάντιο, ὅπως καὶ τοῦ Βυζαντίου καθεαυτοῦ. Ἀκριβῶς ἐκείνη τὴν ἐποχὴ ἡ Ρωσικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀναδείχθηκε πρῶτα ἀνεξάρτητη μητρόπολη (ἀπὸ τὸ 1448) καὶ ἀπὸ τὰ τέλη τοῦ ἑπόμενου αἰώνα καὶ Πατριαρχεῖο (ἀπὸ τὸ 1589 καὶ ὁριστικὰ ἀπὸ τὸ 1590/1593). Ἡ ἐν λόγῳ χρονολογία ἐπιβεβαιώνει ὁρισμένη διαδοχικότητα μεταξὺ τῶν δύο Ἐκκλησιῶν, ἐκ τῶν ὁποίων ἡ πρώτη ἀπώλεσε στὴν πράξη τὸ κρατικὸ στήριγμά της, ἐνῶ ἡ δεύτερη τὸ ἀπέκτησε, σὲ ἑτοιμότητα νὰ συνεχίσουν τὴν ἁρμονία τῶν διαμορφωθεισῶν σχέσεών τους.

  Τὴν περίοδο τῆς λεγόμενης τουρκοκρατίας συνέβαιναν οἱ ἑξῆς σημαντικὲς διαδικασίες.

  Ἡ Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἀντὶ τῆς ἥττας καὶ τῆς ἀπώλειας τῆς αὐτοκρατορικῆς της ταυτότητας, ἀπέκτησε νέα ἐπιπρόσθετα προνόμια καὶ δικαιώματα λόγῳ τοῦ ὅτι ὁ Μωάμεθ ὁ Πορθητὴς τὸ 1454 ὄχι μόνον ἀπεκατέστησε τὸν Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, ἀλλὰ καὶ τὸν διόρισε ἐθνάρχη, δηλαδὴ κοσμικὸ ἄρχοντα τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους μὲ ἁρμοδιότητες ἐπὶ σειρᾶς ζητημάτων (δίκαιο γάμου, δικαιώματα ἰδιοκτησίας κ.ἄ.). Ὡστόσο, τὸ Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως περιῆλθε σὲ μία ἀρκετὰ μειονεκτικὴ θέση καὶ θὰ ἔπρεπε μερικῶς νὰ «πληρώσει» γιὰ τὰ νέα του δικαιώματα μὲ τὴν ἐλευθερία τῆς Ἐκκλησίας. Ἀρχικὰ τὰ δικαιώματα τοῦ ἐθνάρχη Πατριάρχη ἴσχυαν μόνον ἔναντι τῶν ὀρθοδόξων χριστιανῶν τῆς οἰκείας αὐτοῦ δικαιοδοσίας, ἐνῶ μετὰ τὴν ὑποταγὴ τῆς Αἰγύπτου, τῆς Συρίας καὶ τῆς Παλαιστίνης στοὺς Ὀθωμανοὺς Τούρκους τὸ 1517, ἴσχυαν καὶ ἔναντι τῶν ὑπολοίπων Πατριαρχείων τῆς Ἀνατολῆς στὸ πλαίσιο τοῦ ἑνιαίου «ρωμαϊκοῦ γένους» (Rum Milleti) στὴν ἐπικράτεια τῆς Ὑψηλῆς Πύλης16.

  Ἔναντι τῶν ἄλλων Ἐκκλησιῶν τῆς Ἀνατολῆς ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ἀποκτοῦσε ὁλοένα καὶ περισσότερη, μεγαλύτερη ἐξουσία, ἡ ὁποία κατὰ τὸν 18ο-19ο αἰ. ἔφθασε στὸ ἀπόγειό της. Ἀπὸ πρῶτος τιμητικὰ στὴν «πολυπατριαρχικὴ» Ἐκκλησία τῆς Ἀνατολῆς ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως κατέστη στὴν πράξη πρῶτος καὶ τιμητικὰ καὶ ἐξουσιαστικά, μὲ τὴν προσωπικὴ ὑποστήριξη τῶν Τούρκων σουλτάνων, οἱ ὁποῖοι χρειάζονταν τὴν ἀτομικὴ ἐξουσία καὶ εὐθύνη του γιὰ τὸν χριστιανικὸ πληθυσμό. Τὰ «προνόμια» ἀπὸ τοὺς μουσουλμάνους κυβερνῆτες ἦταν ἕνα εἶδος ἐποικοδομήματος στὴν ἐκκλησιαστικὴ νομοθεσία, τὸ ὁποῖο ἐπέτρεπε νὰ διαπιστωθεῖ ὄχι τόσο ἡ ἐξασθένηση, ὅσο ἡ ἐνδυνάμωση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως.

  Αὐτὴ ἡ πανίσχυρη ἐξουσία τοῦ Πατριάρχη Κωσνταντινουπόλεως ὅμως δὲν ἐπεκτεινόταν ἐπὶ τῆς Ρωσικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ τῶν λοιπῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, οἱ ὁποῖες εὑρίσκονταν στὰ ἐδάφη ἀνεξαρτήτων ἀπὸ τὴν τουρκικὴ κυβέρνηση κρατῶν.

  Ἡ Ρωσικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μὲ τὴ σειρὰ της ἀποδείχθηκε ὅτι κατέχει τὰ ἑξῆς ἀδιαμφισβήτητα πρεσβεῖα:

  1. Στὴ Ρωσία ἡ Ἐκκλησία ἔχαιρε ἰδιαίτερης ὑποστήριξης ἐξαρχῆς ἀπὸ τοὺς μεγάλους πρίγκιπες καὶ ἀργότερα ἀπὸ τοὺς τσάρους καὶ τοὺς αὐτοκράτορες. Οἱ χριστιανοὶ τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας, τὴν ὁποία διοικοῦσε ὁ μουσουλμάνος σουλτάνος, γνώριζαν ὅτι ὑπάρχει ἕνα ἀνεξάρτητο ρωσικὸ κράτος, τὸ ὁποῖο διοικεῖ ἕνας ὀρθόδοξος τσάρος. Σημειωτέον ὅτι τὴν ἐποχὴ τοῦ ὕστερου Μεσαίωνα καὶ κατὰ τὴ Νεώτερη Ἐποχὴ ἡ Ρωσία ἦταν ἡ μόνη ὀρθόδοξη Αὐτοκρατορία, ἡ ὁποία ὄχι μόνον διαδέχθηκε, ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς ὁρισμένα κριτήρια ὑπερέβη τὸ ὀρθόδοξο Βυζάντιο. Ἡ κατὰ τὸν Πατριάρχη Ἱεροσολύμων Δοσίθεο17 «Θεόστεπτη αὐτοκρατορία» ἔπρεπε νὰ διασώσει τὸ γένος τῶν Ἑλλήνων ἀπὸ τὴ δουλεία.
  2. Σὲ ἐδαφικὴ ἔκταση τὸ κράτος τῆς Ρωσίας καὶ στὴ συνέχεια ἡ Ρωσικὴ Αὐτοκρατορία ὑπερέβη τὸ Βυζάντιο.
  3. Ἡ Ρωσία ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ ρωσικοῦ βασιλείου ἦταν πολυεθνικὸ κράτος, ποὺ δὲν περιοριζόταν ἀποκλειστικὰ στὸ ρωσικὸ ἔθνος, τὸ ὁποῖο ὡστόσο διαδραμάτισε καθοριστικὸ ρόλο πολιτιστικὰ καὶ πνευματικά.
  4. Ὅπως καὶ ἡ Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἔτσι καὶ ἡ Ρωσικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἦταν βέβαιη γιὰ τὴν ἀποστολική της προέλευση μέσῳ τοῦ Ἀποστόλου Ἀνδρέα, ὁ ὁποῖος κατέφθασε ὄχι μόνο στὰ τείχη τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἀλλὰ καὶ μέχρι τὸ Νόβγκοροντ.

  Βάσει τῆς ἀρχῆς τῆς ἁρμονίας ἄρχισαν σταδιακὰ νὰ οἰκοδομοῦνται οἱ σχέσεις μεταξὺ τῶν Ἐκκλησιῶν τῆς Ἀνατολῆς καὶ τῆς Ρωσικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Οἱ τακτικὲς ἐπισκέψεις τῶν ἱεραρχῶν τῆς Ἀνατολῆς στὴ Γῆ τῶν Ρῶς, συνοδεύονταν ἀπὸ ἐράνους καὶ συλλογὴ κάθε εἴδους οἰκονομικῆς βοήθειας, τὴν ὁποία τόση ἀνάγκη εἶχε ἡ Ὀρθόδοξη Ἀνατολή.

  Στὴ Γῆ τῶν Ρῶς ἀποδέχονταν τὸ πρωτεῖο τοῦ Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως (ὅπως διαφαίνεται ἀπὸ τὴν η΄ ἐρωταπόκριση τῶν Πατριαρχῶν τῆς Ἀνατολῆς τὸ ἔτος 1663), ἀλλὰ μόνον τότε ὅταν ἦταν ἀπαραίτητο γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση ἐσωτερικῶν σκοπῶν καὶ ζητημάτων. Καὶ στὴν Κωνσταντινούπολη ἀναγνώριζαν τὴν ἰσχὺ καὶ τὴ δύναμη τῆς Ρωσίας, τὶς ὁποῖες ἐπεδείκνυε ἡρωικὰ στοὺς λεγόμενους ρωσοτουρκικοὺς πολέμους (ἀνεξαρτήτως τοῦ πῶς ἐκτιμοῦν αὐτοὺς τοὺς πολέμους οἱ σύγχρονοι φιλοδυτικοὶ ἱστορικοὶ)18.

Ἡ Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ τὰ Βαλκάνια

  Σὲ ἰδανικὲς συνθῆκες ἡ Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως πρέπει νὰ εὑρίσκεται σὲ ἁρμονία ὄχι μόνον μὲ τὶς παλαίφατες ἀποστολικὲς Ἐκκλησίες, ἀλλὰ καὶ μὲ ὅλες τὶς ὑπόλοιπες, συμπεριλαμβανομένων ἐκείνων τῶν Βαλκανίων καὶ τὶς σλαβικές. Οἱ Ἐκκλησίες Σερβίας καὶ Βουλγαρίας θεωροῦνταν παλαιόθεν Αὐτοκέφαλες. «Αὐτοκέφαλη» στὸ κανονικὸ δίκαιο θεωρεῖται μία Ἐκκλησία μὴ πατριαρχικοῦ τύπου, ἐνῶ στὴν ἀρχική της ἔννοια ἡ «αὐτοκέφαλος» σημαίνει «αὐτοτελὴς/ἐλεύθερος».

  Οἱ παλαιὲς Ἐκκλησίες στὰ Βαλκάνια, ἀρχιεπισκοπὲς ἢ Πατριαρχεῖα, δὲν θεωροῦνταν ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως ὁλοκληρωμένες, ὅπως προκύπτει ἀπὸ τὸ σχετικὸ μήνυμα τοῦ Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ἁγίου Καλλίστου (14ος αἰ.) πρὸς τὸν εὐαγῆ κλῆρο καὶ τοὺς μονάζοντες τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Τυρνόβου19.

  Οἱ ἴδιες οἱ Βαλκανικὲς Ἐκκλησίες νοοῦσαν τὸν ἑαυτὸ τοὺς ὄχι τόσον ὑποταγμένο, ὅσο ἐλεύθερο. Ἴσως, σὲ μία τέτοια προσέγγιση κρυβόταν κάποια ὑπερβολικὴ φυγόκεντρη δύναμη. Ἀλλὰ γενικότερα τὰ προνόμια τῶν Βαλκανικῶν Ἐκκλησιῶν οἰκοδομοῦνταν ἐπὶ ἀγαθῶν θεμελίων.

  Ἡ α΄ Ἰουστινιανή, ποὺ τὴ δημιούργησε στὰ Βαλκάνια ὁ αὐτοκράτορος Ἰουστινιανὸς κατὰ τὸ ἥμισυ τοῦ 6ου αἰ. μ.Χ., ἦταν ἡ πρώτη στὰ Βαλκάνια Ἐκκλησία, ποὺ ἔλαβε ἰσότιμες μὲ τὴ Ρώμη καὶ τὴν Κωνσταντινούπολη δικαστικὲς ἁρμοδιότητες. Οἱ μεταγενέστερες Ἐκκλησίες Βουλγαρίας καὶ Μακεδονίας θεωροῦν τὸν ἑαυτὸ τους διάδοχες τῆς α΄ Ἰουστινιανῆς, πρᾶγμα ποὺ ἀποτυπώνεται καὶ στοὺς τίτλους τῶν Προκαθημένων τους.

  Ἐπὶ τοῦ παρόντος οἱ κανονολόγοι, ἱστορικοὶ καὶ θεολόγοι τῆς Κωνσταντινουπόλεως ὑπὸ τὴν ἐπίδραση τῆς ἐκκλησιαστικῆς – νομικῆς θεωρίας τοῦ μητροπολίτη Περιστερίου Γρηγορίου Παπαθωμᾶ ἐπιμένουν στὸ ὅτι οἱ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες τῶν Βαλκανίων ἦταν δευτέρας κατηγορίας, οἱ ὁποῖες τὸν 19ο αἰ. ὡσὰν νὰ ἐξανάγκασαν τὴν Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως νὰ τοὺς χορηγήσει αὐτοκέφαλο ὑπὸ τὴν πίεση πολιτικῶν συγκυριῶν. Στὴν πραγματικότητα τὰ αὐτοκέφαλά τους εἶναι πολὺ παλαιότερα καὶ τὸν 19ο αἰ. ἁπλῶς συνέβη ἡ ἀποκατάσταση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ καθεστῶτος καὶ τῆς τάξεως, ποὺ εἶχε ἀπολεσθεῖ λόγῳ περίπλοκων πολιτικῶν καὶ ἄλλων ἐξωτερικῶν παραγόντων.

  Οὕτως ἢ ἄλλως, ὅλες οἱ Ἐκκλησίες, ποὺ εὑρίσκονταν τόσο στὸ ἔδαφος τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας, ὅσο καὶ ἐκτὸς τῶν ὁρίων της, τελοῦσαν σὲ ἁρμονία, ἡ διατάραξη τῆς ὁποίας ὁδηγοῦσε στὴν ἀπώλεια τῆς πνευματικῆς ἑνότητας καὶ σὲ δυσθεράπευτα σχίσματα.

Ἡ διατάραξις τῆς ἁρμονίας τὸ 1872

  Τὸ 1872 ἡ Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως μὲ τὴν ὑποστήριξη τῶν ἄλλων Ἐκκλησιῶν τῆς Ἀνατολῆς καταδίκασε τὴ συσταθεῖσα τὸ 1870 Βουλγαρικὴ Ἐξαρχία ὡς ἔνοχη γιὰ «φυλετισμὸ» (προτίμηση τῶν ἰδιωτικῶν, ἐθνικῶν συμφερόντων ἔναντι τῶν κοινῶν ἐκκλησιαστικῶν). Στὴν ἐν λόγῳ καταδίκη ἐπικεντρώθηκε ἡ χαρακτηριστικὴ γιὰ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἀνατολῆς μονομέρεια ἐπὶ ἁπλῶς μίας ἄλλης φυλετικῆς βάσεως, τῆς ἑλληνικῆς.

  Ἡ καταδίκη του φυλετισμοῦ κατέστη ταυτοχρόνως θρίαμβος τῶν οἰκείων δικαιωμάτων τοῦ Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως μὲ καθιέρωση τῆς πραγματικῆς καὶ ἐν δυνάμει δυνατότητας γιὰ ἀκόμη μεγαλύτερη ἀνάπτυξη τῆς μονομέρειας, ἡ ὁποία κατὰ τὸν Μέγα Ἀθανάσιο «ἰσχύν οὐκ ἔχει»20. Ὁ λόγιος ἀρχειονόμος τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως στὰ τέλη τοῦ 19ου – ἀρχὲς τοῦ 20οῦ αἰ. Μανουὴλ Γεδεών ἐμφάνισε τὴ σύσταση τῆς Βουλγαρικῆς Ἑξαρχίας ὡς τὴν ἰσχυρότερη πρόκληση γιὰ τὰ προνόμια τοῦ Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως στὴ μακραίωνη ἱστορία του21.

  Ἡ Ρωσικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία προσπαθοῦσε νὰ ἀποφύγει τὶς δύο ἀκρότητες καὶ νὰ παρουσιάσει μία ἐπίλυση τῆς διαφορᾶς βάσει τῆς ἀρχῆς τῆς χρυσῆς τομῆς. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο ἡ Ρωσικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἔπαιξε τὸ ρόλο τοῦ «κατέχοντος» καὶ συμφιλιωτῆ, ἂν καὶ οἱ φιλικὰ πρὸς τὴν Κωνσταντινούπολη διακείμενοι ἰδεολόγοι ἔβλεπαν στὴ συνδρομὴ τῆς Ρωσίας πολὺ μεγαλύτερες ἀπειλὲς ἀπὸ ὅ,τι στὴν ἐξουσία τῶν Τούρκων22.

Τὸ ἀνώτατον ἐκκλησιαστικὸν δικαστήριον

  Τὸ ζήτημα τοῦ ἀνώτατου ἐκκλησιαστικοῦ δικαστηρίου εἶναι τῆς ἴδιας κατηγορίας, ὅπως καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἀπονομῆς αὐτοκεφάλου καὶ τῆς συγκλήσεως τῆς Συνάξεως Προκαθημένων τῶν Ἐκκλησιῶν, ποὺ θὰ ἐξετάζονται χωριστὰ στὰ ἑπόμενα δημοσιεύματα. Στὴν ἱστορικὴ ἀναδρομὴ οἱ ὑπερόριες πράξεις ἐπιτρέπονταν στὶς ἀποστολὲς καὶ ἐπὶ μεμονωμένων ἐκκλησιαστικῶν ζητημάτων. Ὡστόσο, σὲ περίπτωση νομιμοποιήσεως τῆς λειτουργίας τοῦ ἀνώτατου ἐκκλησιαστικοῦ δικαστηρίου στὸ πρόσωπο ἑνὸς καὶ μόνον ἀτόμου – τοῦ ἐπικεφαλῆς τῆς Ἐκκλησίας καὶ τιμητικὰ πρώτου – δημιουργεῖται μία ἄκρως ἐπικίνδυνη κατάσταση, ποὺ ἀπειλεῖ  τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας μὲ ἐπιπτώσεις τοῦ πλέον ἐπώδυνου σχίσματος.

  Ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως προσπαθεῖ νὰ καταδείξει τὶς ἀρχικές του δικαστικὲς ἁρμοδιότητες, οἱ ὁποῖες δῆθεν ἐπιβεβαιώνονται στοὺς κανόνες 9, 17 καὶ 28 τῆς ἐν Χαλκηδόνι Συνόδου καὶ στὴν προγενέστερη (καὶ μεταγενέστερη) πρακτική της Ἐκκλησίας. Ἀλλὰ στὴν πραγματικότητα τὸ δικαίωμα τοῦ ἀνώτατου δικαστηρίου δὲν εἶναι καὶ τόσο ἀδιαφιλονίκητο, ὅπως μπορεῖ νὰ φανεῖ ἐκ πρώτης ὄψεως ἀκόμη καὶ κατὰ τὸ ἀπόγειο τῆς ἐξουσίας τοῦ Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως. Σὲ κάθε περίπτωση οἱ ἀνώτατοι πνευματικοὶ δικαστὲς γιὰ τοὺς πιστούς τῆς μίας ἢ τῆς ἄλλης Τοπικῆς Ἐκκλησίας εἶναι οἱ οἰκεῖοι αὐτῶν Προκαθήμενοι. Αὐτὸς εἶναι ὁ ἀπαράγραπτος κανόνας, ἄλλος δὲν ὑπάρχει, οὔτε μπορεῖ νὰ ὑπάρξει.

  Οἱ παραπομπὲς στὴ Χαλκηδόνα, ὅπως καὶ στὶς ἑρμηνεῖες τοῦ Θεοδώρου Βαλσαμώνα 23 κ.ἄ., γίνονται ἀπὸ τοὺς ὀπαδοὺς τῆς θεωρίας τοῦ πρωτείου ἐξουσίας χωρὶς νὰ λαμβάνεται ὑπόψη ἡ ἀπολύτως νέα ἐποχή, ὅπου ἡ ἰσότητα τῶν Ἐκκλησιῶν, συμπεριλαμβανομένης καὶ τῆς νομικῆς, εἶναι οὐσιῶδες θεμέλιο γιὰ τὴν ὕπαρξη καὶ τὴν δράση τους, ἀκόμη καὶ στὸ πλαίσιο τῆς συνοδικῆς τους ἑνότητας.

  Στὴν οὐσία τὸ Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως διαμόρφωσε μία βάση ψευδῶν ἐπιχειρημάτων ἐκ μερικῶν κανόνων καὶ σχετικῶν ἑρμηνειῶν τους, ἡ ὁποία καλεῖται νὰ ὑποστηρίξει τὶς ἄδικες ἀξιώσεις του ὡς πρώτου σὲ ἐξουσία στὴν Ἀνατολή. Αὐτὴ ἡ «βάση» ἀνταποκρίνεται  θεωρητικὰ στὶς ἀκραῖες σκέψεις, ποὺ ἐκτέθηκαν στὴν «Ἐπαναγωγὴ» («Εἰσαγωγή»), ἕνα μνημεῖο τοῦ ἔτους 880 μ.Χ., τὸ ὁποῖο οὐδέποτε δὲν ἔγινε ἀποδεκτὸ σὲ κοινὸ ἐκκλησιαστικὸ ἐπιπεδο24.

  Ἡ ἄσκηση τῶν ὑπερορίων ἢ ἐξωδικαιοδοτικῶν δικαστικῶν ἁρμοδιοτήτων ἀποτελεῖ σήμερα τὴν πιὸ ἰσχυρὴ ἐκδήλωση τοῦ πρωτείου ἐξουσίας, ποὺ ὁδηγεῖ στὴν διαταραχὴ τῆς ἑνότητας, τῆς συνοδικότητας καὶ τῆς ἁρμονίας.

Ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἑνότης: ἀνεπίτευκτος ἢ πραγματικὴ

  Σήμερα λοιπὸν ἔχει προκληθεῖ ἀπώλεια τῆς συμφωνίας καὶ τῆς ἁρμονίας μεταξὺ τῶν κατὰ τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν. Δυστυχῶς, ὡς ἀποτέλεσμα τῶν μονομερῶν ἐνεργειῶν τοῦ Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως τὸ πρωτεῖο τιμῆς, ποὺ μετεξελίχθη σὲ πρωτεῖο ἐξουσίας, ὑπερέβη κάθε ἀποδεκτὸ ὅριο. Ἡ βαθιὰ πεποίθηση τῆς προφανῶς ἄδικης πλευρᾶς γιὰ τὸ δίκιό της ὁδήγησε στὴ συσπείρωση τῶν ὀπαδῶν τῆς θεωρίας τοῦ πρωτείου τιμῆς καὶ ἐξουσίας τοῦ Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, χωρὶς νὰ καταβληθοῦν προσπάθειες νὰ δοθεῖ μία σοβαρὴ ἐπιστημονικὴ θεολογικὴ ἢ ἐκκλησιαστικὴ ἱστορικὴ θεμελίωση, πρᾶγμα ποὺ ἀπὸ θέση ἀρχῆς εἶναι ἀδύνατο νὰ γίνει.

  Ἡ κοινὴ ἰδεολογία τῶν ὀπαδῶν τῆς θεωρίας τοῦ πρωτείου τιμῆς καὶ ἐξουσίας τοῦ Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως μὲ τὴν ὑποστήριξη τῶν ἐργαλείων τῆς δυτικοευρωπαϊκῆς καὶ ἀμερικανικῆς ἐπιστήμης ἐξακολουθεῖ ὡστόσο νὰ διατυπώνεται μὲ ὑπόβαθρο τὴν ἐπιφανειακὴ ἀληθοφάνεια.

  Οἱ προσπάθειες τῶν θεολόγων καὶ κανονολόγων τῆς Ρωσικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἀγνοοῦνται, δὲν εἰσακούονται, δὲν λαμβάνονται ὑπόψη, παραμένουν ἀναπάντητες ἢ λαμβάνουν μία τυπικὴ ἀπάντηση, ὄχι τόσο βάσει τῆς ἐπιστήμης, ὅσο βάσει ἰδεολογικῶν ἀρχῶν.

  Ἡ Ρωσικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὑποχώρησε στὸ Ἐσθονικὸ ζήτημα, ἀλλὰ δὲν μπορεῖ νὰ ὑποχωρήσει στὸ Οὐκρανικό. Γιατί; Ἡ ἀντικανονικότητα τῶν εἰλημμένων μέτρων εἶναι τόσο κραυγαλέα, ὥστε σὲ περίπτωση ἀναγνωρίσεώς τους ἀπὸ οἱαδήποτε Ἐκκλησία, ἀπειλεῖ μὲ σοβαρὴ διαίρεση ἢ ἀπόσπαση μερίδος πιστῶν, οἱ ὁποῖοι ὡς ἀφετηρία ἔχουν τὴ διαφύλαξη τῆς παραδόσεως καὶ τῶν παραδοσιακῶν πνευματικῶν ἀξιῶν.

  Ἡ μοναδικὴ ὁδὸς γιὰ θεραπεία τοῦ σχίσματος εἶναι ἡ ἀποποίηση τῶν ὑπερορίων μέτρων καὶ τῶν συνεπειῶν τους ἀπὸ τὸν Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, γεγονὸς ποὺ μὲ ὑπόβαθρο τὴ ρητορική του καὶ τὶς συγκεκριμένες μεταγενέστερες ἐνέργειες κρίνεται ἀπίθανο. Ὡστόσο, ὁ πεζοπόρος εἶναι ποὺ ὑπερνικᾶ τὸν δρόμο. Στὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας συνέβησαν ἀθρόες προσχωρήσεις σὲ σχίσμα ἢ στὴ μία ἢ τὴν ἄλλη αἵρεση, ποὺ σὲ τελικὴ ἀνάλυση ὑπερκεράσθηκαν.

  Ὁ ὄψιμος βυζαντινὸς θεολόγος Ἅγιος Νεῖλος Καβάσιλας ἔγραψε ὅτι μὲ «κοινὲς» ὑποθέσεις τῆς Ἐκκλησίας ὁ «πρῶτος» δύναται νὰ ἀσχοληθεῖ σὲ συμφωνία μὲ ὅλους τούς ὑπόλοιπους, ἀλλὰ ὄχι ἀπὸ μόνος του25. Εἶναι ἀποδεκτὸ τὸ πρωτεῖο τιμῆς, ἀλλὰ τὸ πρωτεῖο ἐξουσίας ἔρχεται νὰ πολεμήσει «τὴν κοινὴ εἰρήνη τῆς Ἐκκλησίας»26. Αὐτὲς οἱ σκέψεις εἶναι σήμερα ἐπίκαιρες ὅσο ποτὲ ἄλλοτε.

  Ἡ ἐφεξῆς συγγραφὴ ἐκκλησιαστικῶν ἱστορικῶν καὶ κανονικῶν-θεολογικῶν μελετῶν ἐπὶ τοῦ ἐπίμαχου ζητήματος θὰ μπορέσει, ὅπως τὸ νερὸ ποὺ λαξεύει τὴν πέτρα, νὰ δημιουργήσει προϋποθέσεις γιὰ τὴ διευθέτηση τῆς καταστάσεως καὶ τὴν ἀποκατάσταση τῆς ἀπολεσθείσης ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητας.

Σημειώσεις:

  1. Ἁρμονία // Liddell H.G., Scott R. A Greek-English Lexicon / ed. Jones H.S., McKenzie R. et al. Oxford, 1996. P. 244. 2. Homerus. Ilias. 22:255. 3. Πρβλ. στὸν Πίνδαρο: Pindarus. Pythia. 8:68. 4. <Pythagoras>. Fragmenta // The Pythagorean texts of the Hellenistic period / ed. H.Thesleff. Abo, 1965. P. 172:6-7. 5. Empedocles. Fragmenta. 129:2-4. 6. Philolaus. Testimonia Fr. 23:3-4. 7. Plato. Phaedo Stephanus P. 85e:3-5 – 86a:3. 8. Ibid. P. 95a:1-2; Dicaearchus. Fragmenta Fr. 12d:1-2. 9. Plato. Symposium Stephanus. P. 187b:1-7. 10. Aristoteles. De anima Bekker. P. 407b:27-34. 11. Βλ. Justinus Martyr. Dialogus cum Tryphone. 6, 2:2-8. 12. Βλ. Irinaeus. Adversus haereses (libri 1-2) 2, 54, 1:8-14. 13. Clemens Alexandrinus. Protrepticus. 12, 120, 4:1-5. 14. Πρβλ. Καραγιαννόπουλος Ι. Τό Βυζαντινὸ κράτος. Θεσσαλονίκη, 1996. σ. 88. 15. Βλ. Дионисий (Шлёнов), игум. Догматическая сторона споров об опресноках // Православное учение о церковных таинствах. Т. 2: Евхаристия: Богословие. Священство. [Доклад на V международной богословской конференции]. Москва, 2009. σ. 154-168. 16. Βαλάκου-Θεοδωρούδη Μ. Το νομικὸ περίγραμμα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου στὸ πλαίσιο τῆς διεθνοῦς κοινότητας. Θεσσαλονίκη, 2001. σ. 195. 17. Dositheus. Historia 11 // Δωδεκάβιβλος. σ. 14:35. 18. Βλ. Ὁ Ἀβύδου Κύριλλος Πρὸς τὸ Ἐκκλησιαστικὸ Πρακτορεῖο Εἰδήσεων Romfea.gr Σχολιασμὸς συνέντευξης τοῦ Μητροπολίτου Βολοκολὰμσκ κ. Ἱλαρίωνα. (26.01.21) // romfea.gr 19. Registrum patriarchatus Constantinopolitani (1350-1363) 264:30-31 // CFHB. SV. 19/3. S. 564, 566. «…ἐδωρήθη συγκαταβάσεως λόγῳ πρὸς τὸν Τρινόβου τὸ ὀνομάζεσθαι πατριάρχην Βουλγαρίας, οὐ μέντοι εἶναι καὶ συναρίθμιον τοῖς λοιποῖς ἁγιωτάτοις πατριάρχαις καὶ διατοῦτο μηδὲ μνημονεύεσθαι ἐν τοῖς ἱεροῖς διπτύχοις…». Ibid. 264:54-66 // Op. cit. P. 566, 568. «Ἐπειδὴ πέντε πατριάρχαι ἐτάχθησαν τὸ καταρχάς παρὰ τῆς καθολικῆς καὶ ἀποστολικῆς ἐκκλησίας Χριστοῦ, μέχρις ἂν συνῆν ἡμῖν καὶ ὁ πάπας Ρώμης, ἔκτοτε δὲ μέχρι τοῦ νῦν εἰσὶν ἡνωμένοι οἱ τέσσαρες, οἵτινες κοινωνίαν ἔχοντες ἀδιάσπαστον μνημονεύονται παρ’ ἀλλήλων ἐν ταῖς ἐκκλησιαστικαῖς πάσαις συνάξεσιν, ἔδει γοῦν τὸν Τρινόβου πατριάρχην, ἅμα μὲν δι’ ἥν ὤφειλεν ἔχειν ὑποταγὴν εἰς τὴν καθ’ ἡμᾶς ἁγιωτάτην του Θεοῦ Μεγάλην Ἐκκλησίαν, παρ’ ἧς εἴληφε καὶ τὸ εἶναι καὶ ὀνομάζεσθαι πατριάρχης, ἅμα δὲ καὶ διὰ τὸ περιποιεῖσθαι ἑαυτῷ τιμὴν καὶ κοινωνίαν τῆς ἡμῶν μετριότητος καὶ τῶν ἄλλων πατριαρχῶν, ἀνάγκην ἔχειν ἀναφέρειν ἀεὶ τὴν τε ἡμῶν μετριότητα καὶ τοὺς ἄλλους πατριάρχας ἐν τοῖς ἱεροῖς διπτύχοις καὶ οὕτως ἀποσώζειν καὶ αὐτὸν ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ αὐτοῦ τὸν τύπον τῆς ἐκκλησιαστικῆς καταστάσεως καντεῦθεν φαίνεσθαι ἡνωμένος καὶ συναρίθμιος ἡμῖν». 20. Athanasius Alexandrinus. Apologia contra Arianos sive Apologia secunda. 23, 4:1. 21. Βλ. Μανουὴλ Ἰω. Γεδεών. Αἱ φάσεις τοῦ παρ’ “ἡμῖν ἐκκλησιαστικοῦ ζητήματος. Κωνσταντινούπολις, 1910. 22. Βλ. Ὁ Ἀβύδου Κύριλλος Πρὸς τὸ Ἐκκλησιαστικὸ Πρακτορεῖο Εἰδήσεων Romfea.gr Σχολιασμὸς συνέντευξης τοῦ Μητροπολίτου Βολοκολὰμσκ κ. Ἱλαρίωνα. 23. Βλ. URL: romfea.gr 24. Βλ. ἀναλυτικότερα: Дионисий (Шлёнов), игум. Первенство Константинопольского епископа в Византии и Поствизантии: канонический и богословский аспект // Эстонская Православная Церковь: 100 лет автономии. Таллин, 2021. σσ. 50-82. 25. Nilus Cabasilas. De processione Spiritus Sancti. 15, 236:5-9. τῷ δὲ Ρώμης ἐπισκόπῳ (5) μόνῳ πόθεν τὸ ταῦτα δύνασθαι; Εἰ δὲ λέγοιεν διὰ τὸ πρωτεῖον, ἀλλ’ οὐ τοῦτο τοῖς ἀποστόλοις δοκεῖ· ἀπείρηται γὰρ τῷ πρώτῳ μηδὲν τι ποιεῖν τῶν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ κοινῶν, ἀγνοούντων τῶν ἄλλων, ὥσπερ δὴ καὶ τοῖς ἄλλοις, ἂν μὴ καὶ ὁ πρῶτος παρῇ. 26. Ibid. 15, 241:1-4. (241) Τὸ δὲ λέγειν πρὸς τὸ τοῦτο προσθεῖναι ἤρκεσεν ἡ τοῦ τῆς Ρώμης ἀρχιερέως ἐξουσία, παρ’ ἧς καὶ τὰς ἀρχαίας συνόδους εὕρηται βεβαιουμένας, πῶς οὐ φορτικόν, καὶ πολέμιον μὲν ταῖς ἀποστολικαῖς διατάξεσι, πολέμιον δὲ τῇ κοινῇ τῆς Ἐκκλησίας εἰρήνη.
https://orthodoxostypos.gr