Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2026

Ὑπάρχουν κρυπτοχριστιανοὶ σήμερα;

  «Ἦραν οὖν λίθους ἵνα βάλωσιν ἐπ’ αὐτόν. Ἰησοῦς δὲ ἐκρύβη, καὶ ἐξῆλθεν ἐκ τοῦ ἱεροῦ διελθὼν διὰ μέσου αὐτῶν, καὶ παρῆγεν οὕτως» (Ἰωάν. η΄, 59). (:Κατόπιν λοιπὸν τῆς διαβεβαιώσεως αὐτῆς, ποὺ ἔκαμε διὰ τὸν ἑαυτόν του ὁ Ἰησοῦς, ἐπῆραν ἀπὸ τὸ ἔδαφος πέτρας διὰ νὰ τὰς ρίψουν κατ’ αὐτοῦ. Ὁ Ἰησοῦς ὅμως διὰ θαυμαστῇς ἐπεμβάσεως τῆς θείας Προνοίας ἐχάθη ἀπὸ τὰ μάτια τους καὶ ἐβγῆκεν ἀπὸ τὸ ἱερόν, ἀφοῦ ἐπέρασεν ἀπαρατήρητος διὰ μέσου αὐτῶν. Καὶ ἐβάδιζεν ἔτσι, χωρὶς νὰ φαίνεται εἰς αὐτούς).

  Ἔτσι ἀκριβῶς δὲν σκεπάζει ἡ Χάρις τοῦ Κυρίου καὶ τοὺς ἀδελφούς μας Κρυπτοχριστιανοὺς ποὺ ζοῦν μέσα στὴ φωλιὰ τοῦ ἐχθροῦ;

  • Πίστη χρειάζεται λέγει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος:

  « Ἡ πίστη χρειάζεται τὴ βοήθεια καὶ τὴν παραμονὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, γιὰ νὰ μένη ἀσάλευτη, ἐνῶ ἡ βοήθεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος συνήθως παραμένει μὲ καθαρὸ τρόπο ζωῆς καὶ ἄψογη συμπεριφορά. Ἑπομένως ἄν θέλουμε νὰ ἔχουμε σταθερὴ τὴν πίστη, ἐπιβάλλεται νὰ ἔχουμε ἄψογη συμπεριφορὰ ποὺ πείθει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα νὰ μένη καὶ νὰ συγκρατῆ τὴ δύναμη ἐκείνης. Γιατὶ δὲν εἶναι δυνατό, πραγματικὰ δὲν εἶναι, νὰ μὴ κλονίζεται καὶ στὴν πίστη ἐκεῖνος ποὺ κάνει ἁμαρτωλὴ ζωή».

  • Στὸ περιοδικὸ Χριστιανικὴ Σπίθα (Νοε.- Δεκ. 24) ὁ κ. Χρῆστος Νικολόπουλος, Δρ. Θεολογίας-Βυζαντινολόγος, ἀναφέρει ἕνα περιστατικὸ Ποντίων κρυπτοχριστιανῶν.

  «Τὴ Μεγάλη Σαρακοστὴ τοῦ 195…, ὁ Ἀρχιμανδρίτης Γαβριὴλ Διονυσιάτης βρισκόταν σὲ μία ὀρθόδοξη ἐκκλησία, στὴν πε­ριοχὴ Γαλατᾶ, τῆς Κωνσταντινούπολης. Ἦταν ἡ πρώτη ἐπίσκεψη τοῦ ἱερέα στὴν Πόλη. Ὁ τοπικὸς ἐφημέριος τοῦ ναοῦ τὸν ὁδήγησε σὲ ἕνα σκοτεινὸ παρεκκλήσιο καὶ τοῦ ἔδειξε μία μικρὴ σκάλα. Τοῦ ἀνέφερε ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀνέβει πάνω, γιὰ νὰ ἐξομολογήσει κάποιους ξένους, ποὺ ἐρχόντουσαν ἀπὸ μακριά. Ὁ ἐφημέριος ἔπρεπε νὰ φύγει γιὰ νὰ λειτουργήσει καὶ σὲ ἄλλο ναό. Ὁ Ἀρχιμανδρίτης ἀνέβαινε τὴ σκάλα καὶ συλλογιζότανε, πῶς θὰ συνεννοηθεῖ μαζί τους, ἀφοῦ ἄλλη γλῶσσα ἐκτὸς ἀπὸ τὰ Ἑλληνικὰ δὲν ἤξερε. Ἐκεῖ στὸ λίγο φῶς ἀν­τίκρυσε καμμιὰ δεκαριὰ ἄνδρες χωρικούς, ὅπου ὅλοι τοῦ ἔβα­­λαν μετάνοια. Ὁ πιὸ ἡλικιωμένος τοῦ εἶπε σὲ ποντιακὴ διάλεκτο: «Ἦμες χριστιανοί, πάτερ, ἀ σὸν Πόντον καὶ λαλεύομεν τὰ πόδα σου, νὰ ξαγουρεύομεν καὶ μεταλάβομεν σήμερον καὶ ἀπὲς νὰ λέομεν στὴν ἁγιωσύνην σου ντὸ θέλομεν ἕνα κι ἄλλον». Οἱ χωρικοὶ τοῦ ἀνέφεραν ὅτι δὲν ἐπιτράπηκε στὸ χωριό τους νὰ φύγουν, μὲ τὴν ἀνταλλαγὴ πληθυσμῶν τοῦ 1923, ἐπειδὴ εἶχαν τουρκικὰ ὀνόματα καὶ στὶς ταυτότητες ἦταν μουσουλμάνοι, ἐνῷ στὴν πραγμα­τικότητα ἦταν Ἕλληνες κρυπτοχριστιανοί. Στὶς ταυτότητες εἶχαν ὀνόματα ὅπως Χασάνηδες καὶ Μεμέτηδες, ἀλλὰ τὰ πραγματικά τους ὀνόματα ἦταν Γεώργιος, Παναγιώτης κ.λπ. Δὲν πραγματο­ποιοῦσαν περιτομή, οὔτε τηροῦσαν τὰ ραμαζάνια καὶ τὰ μπαϊράμια, ἀλ­λὰ μυστικά, σὲ διάφορες ὑπόγειες ἐκκλησίες, γιόρταζαν χρι­στι­ανικὰ τὸ Πάσχα, τὰ Χριστούγεννα καὶ τὴν Κοίμηση τῆς Θεοτόκου. Τὰ παιδιά τους τὰ ἔφερναν ἐκ περιτροπῆς στὴν Κωνσταντινούπολη, δῆθεν γιὰ δουλειές, γιὰ νὰ τὰ βαπτίζουν. Μετὰ τὴν ἐξομολόγηση κατέβηκαν ὅλοι ἀθόρυβα στὸ σκοτεινὸ παρεκκλήσι, γιὰ νὰ παρακολουθήσουν τὴ λειτουργία τῶν Προηγιασμένων, χωρὶς νὰ τοὺς βλέπει κάποιος ἀπὸ τὸν ναό. Μετὰ τὴ λήξη τῆς λειτουργίας καὶ ἀφοῦ ἀνεχώρησαν καὶ οἱ τελευταῖοι ἐκκλησια­ζόμενοι, ὁ ἀρχιμανδρίτης κλείδωσε τὴν πόρτα τῆς ἐκκλησίας καὶ μπῆκε στὸ παρεκκλήσι καὶ κοινώνησε τοὺς κρυπτοχριστιανούς.

 Στὴ συνέχεια, τὴν ἄλλη μέρα τὸ βράδυ ἦλθαν καὶ οἱ γυναῖκες τους, ἐξομολογήθηκαν καὶ βάπτισαν καὶ τέσσερα παιδάκια. Ὅλοι εἶχαν διανυκτερεύσει στὸ δωμάτιο τοῦ ἐφημέριου. Τὴν ἑπόμενη μέρα ὁ ἀρχιμανδρίτης πραγματοποίησε εὐχέλαιο, παράκληση στὴν Παναγία καὶ κήρυγμα, γιὰ νὰ τονώσει τὴν πίστη τους. Οἱ Πόντιοι κρυπτοχριστιανοὶ εἶχαν φέρει καὶ ἕνα σακὶ μὲ χῶμα, ἀπὸ τὸ κοιμητήριο τους, γιὰ νὰ διαβάσει ὁ Ἀρχιμανδρίτης τὴν νεκρώσιμη ἀκο­λουθία μὲ τὰ ὀνόματα τῶν δικῶν τους ἀνθρώπων ποὺ εἶχαν κοιμηθεῖ, τὶς τελευταῖες δεκαετίες, στὸ χωριό τους, χωρὶς ὀρθόδοξη κηδεία. Ὁ π. Γαβριὴλ Διονυσιάτης εἶπε στὸν γεροντότερο ἀπὸ ὅλους νὰ πάρει κεριὰ ἀπὸ τὸ παγκάρι τῆς ἐκκλησίας καὶ νὰ τὰ μοιράσει σὲ ὅλους τοὺς κρυπτοχριστιανοὺς τοῦ χωριοῦ του καὶ ὅλοι μαζὶ ἐκεῖ νὰ ψάλλουν μυστικὰ τό «Χριστὸς Ἀνέστη» καὶ οἱ βαπτισμένοι νὰ μεταλάβουν ἀπὸ τὴ Θεία Κοινωνία ποὺ θὰ τοὺς ἔδινε. Στὸ τέλος, πραγματοποίησε τὴν Ἀναστάσιμη ἀκολουθία καὶ ὅλοι μαζὶ ἔψαλαν τό «Χριστὸς Ἀνέστη». Ὅλοι τους ἦταν ἀγκαλιασμένοι καὶ ἔκλαι­γαν, ἐνῷ καὶ ὁ ἴδιος ὁ ἀρχιμανδρίτης πῆρε στὴν ἀγκαλιά του τὰ νεοφώτιστα λέγοντάς τους: «τὸ Γένος θὰ ἀναστηθεῖ μίαν ἡμέραν ὁλόκληρον καὶ ἑνωμένον θὰ ἑορτάζει πλέον τὴν Ἀνάστασιν τοῦ Κυρίου, ὡς μία οἰκογένεια».