Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2026

Ἰωάννης Δαμασκηνὸς – Λίβελλος περὶ Ὀρθοδόξου Φρονήματος

 PG 94, 1421-1432

Γράφει ὁ κ. Παντελεήμων Τομάζος, ὑπ. δρ. Δογματικῆς Θεολογίας

  Στὸ παρὸν κείμενο θὰ συνοψίσουμε τὸν Λίβελλο περὶ Ὀρθοδόξου Φρονήματος, ἔργο τοῦ ἁγίου Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ. Ὅπου κρίνουμε ἀπαραίτητο, θὰ προχωρήσουμε σὲ σχόλια καὶ παρεμβάσεις ποὺ σχετίζονται μὲ τὴ σύγχρονη θεολογικὴ πραγματικότητα. Τὸ κείμενο διαρθρώνεται σὲ τέσσερις ἑνότητες γιὰ τὴν εὐκολότερη κατανόησή του: 1) στὴν τριαδολογία, 2) στὴ χριστολογία, 3) στὸ φυσικὸ καὶ γνωμικὸ θέλημα, καὶ 4) στὴν ταυτότητα τῆς ὑπόστασης παρότι ὑπάρχουν δύο θελήσεις καὶ ἐνέργειες στὸ Χριστό.

Τριαδολογία. Τὰ θεῖα πρόσωπα τῆς ἀκτίστου θεότητας διαφέρουν μόνο κατὰ τὰ ὑποστατικὰ ἰδιώματα, ἤτοι κατὰ τὴν ἀγεννησία, τὴ γέννηση καὶ τὴν ἐκπόρευση. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, σύμφωνα μὲ τὸν ἅγιο Ἰωάννη Δαμασκηνό, ἔχει ὡς ἀποκλειστικὴ πηγὴ τὸν Πατέρα, καθὼς προέρχεται μόνο ἀπὸ Αὐτὸν ἐκπορευτῶς (1424Α), ἀποτελώντας ἕνα ἄλλο αἰτιατὸ τρόπο ὕπαρξης, διαφορετικὸ ἀπὸ τὴ γέννηση τοῦ Υἱοῦ, καὶ ἐντελῶς ἄγνωστο στὴν ἀνθρώπινη διάνοια. Ἡ γέννηση καὶ ἡ ἐκπόρευση ἀποτελοῦν τὸ μέγα μυστήριο τῆς Ἁγίας Τριάδας, γιὰ τὸ ὁποῖο δὲν μποροῦν νὰ βρεθοῦν ἀπαράλλακτες εἰκόνες στὴν κτιστὴ πραγματικότητα. Στὴ συνέχεια ὁ ἅγ. Ἰωάννης ἀναφέρει ὅτι οἱ ὑποστάσεις τῆς Ἁγίας Τριάδας δὲν διακρίνονται ὡς πρὸς τὴ δύναμη, τὴ βούληση ἢ τὴν ἐνέργεια, καὶ οὔτε κάθε θεῖο πρόσωπο δρᾶ πρὸς τὸν κόσμο ἀνάλογα μὲ τὸ ὑποστατικό του ἰδίωμα, ὅπως ὑποστηρίζει ἡ σχολαστικὴ θεολογία καὶ φιλοσοφία. Αὐτὴ ἡ ἀδιακρισία τῶν τριαδικῶν ὑποστάσεων ὅσον ἀφορᾶ τὴ φύση καὶ τὰ φυσικά τους προσόντα εἶναι ποὺ τὶς καθιστᾶ ἕνα Θεὸ καὶ ὄχι τρεῖς. Ἐν ὀλίγοις, ἡ περιχώρηση, ἡ ὁποία δὲν ἑρμηνεύεται ὡς ἀμοιβαία σχέση, ὅπως στὴν ρωμαιοκαθολικὴ θεολογία, ἀλλὰ ὡς οὐσιώδης, βουλητικὴ καὶ ἐνεργειακὴ ταυτότητα, δείχνει ὅτι οἱ τρεῖς ὑποστάσεις εἶναι ἕνας Θεὸς (1424ΑΒ). Συνεπῶς, ἕνας εἶναι ὁ Θεὸς καὶ μία ἡ ἀρχὴ τῶν ὅλων, ἡ Ἁγία Τριάδα (1424C), καὶ ὄχι μόνο ὁ Πατήρ, ὅπως ὑποστηρίζει ἡ περσοναλιστικὴ θεολογικὴ σκέψη. Στὸ σημεῖο αὐτὸ ἀξίζει νὰ ἀναφέρουμε ὅτι ἡ θεολογικὴ ἄποψη ὅτι ὁ Πατὴρ ἀποτελεῖ τὴν ἀρχὴ κάθε εἴδους ἐκπόρευσης ἢ ἀπόρροιας, εἴτε ἀΐδιας εἴτε ἐξοτριαδικῆς, συναντᾶται στὸν φραγκισκανὸ θεολόγο καὶ φιλόσοφο τοῦ 13ου αἰώνα Μποναβεντούρα (I Sent. 2, q. 2). Ἀκόμη, ἡ ἄποψη ὅτι ὁ Πατὴρ εἶναι ἡ ἀρχὴ τῶν φυσικῶν, καὶ ὄχι μόνο τῶν ὑποστατικῶν, ἔχει ἀναδιατυπωθεῖ καὶ ἀπὸ ἀρκετοὺς σύγχρονους μεταπατερικοὺς θεολόγους.

  Χριστολογία. Ὁ Υἱός, ἀπὸ ἀγαθότητα καὶ φιλανθρωπία, πῆρε σάρκα ἀσπόρως ἀπὸ τὴν Παναγία καὶ ἐκ Πνεύματος Ἁγίου (1424C). Ὁ Υἱὸς ἔγινε, μὲ τὴ σάρκωση, αὐτὸ ποὺ δὲν ἦταν πρίν, δηλαδὴ ἄνθρωπος, παραμένοντας συνάμα αὐτὸ ποὺ ἦταν, ἤτοι Θεὸς (1424D). Ὁ Υἱός, ὡς Θεός, γεννᾶται ἐκ Πατρὸς ἄνευ μητρὸς καί, ὡς ἄνθρωπος, γεννᾶται ἐκ μητρὸς ἄνευ ἐπιγείου πατρὸς (1425A). Ὅμως, στὴ σύγχρονη ἐποχὴ ἀρκετοὶ μεταπατερικοὶ θεολόγοι ἔχουν ὑποστηρίξει ὅτι ὁ Χριστὸς θὰ μποροῦσε νὰ γεννηθεῖ ἀπὸ ἀνθρώπινο πατέρα. Στὴ σύγχρονη ἑλλαδικὴ πραγματικότητα, τέτοια θέση ἔχει ἐκφραστεῖ ἀπὸ τὸν Χρ. Γιανναρὰ καὶ τὸν Χρ. Σταμούλη, οἱ ὁποῖοι, ὑποτίθεται γιὰ νὰ ἀνατιμήσουν τὸ μυστήριο τοῦ γάμου ἢ τὸν ἔρωτα γενικότερα, ὑπέθεσαν τέτοιου εἴδους θεωρήματα, τὰ ὁποῖα ὁδηγοῦν ξεκάθαρα σὲ αἱρέσεις, ὅπως θὰ δοῦμε ἀμέσως παρακάτω. Ἐὰν ὁ Χριστὸς γεννιόταν ὡς ἄνθρωπος ἀπὸ ἐπίγειο πατέρα, ὅπως ἀναφέρει ὁ ἅγ. Ἰωάννης Δαμασκηνός, τότε θὰ εἶχε δύο ὑποστάσεις ἢ πρόσωπα, τὴν θεία καὶ τὴν ἀνθρώπινη (νεστοριανισμός). Ἐπίσης, ἐὰν ὁ Χριστὸς εἶχε δύο ὑποστάσεις, τότε θὰ λατρεύαμε τετράδα, δηλαδὴ τὴν Ἁγία Τριάδα καὶ τὸν υἱὸ τῆς Παρθένου ἢ τὸν ἄνθρωπο Ἰησοῦ (1425A). Ἔτσι, ὅποιος ὑποστηρίζει τὴ δυνατότητα γέννησης τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ ἀπὸ ἐπίγειο πατέρα, ὑποστηρίζει ἐντέλει τὴν ἀδυνατότητα τῆς ἴδιας τῆς σάρκωσης, γιατί ἡ σάρκωση ὁπωσδήποτε ἀπαιτεῖ ἡ ἀνθρώπινη φύση τοῦ Λόγου νὰ εἶναι ἀνυπόστατη, οὕτως ὥστε ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ νὰ μπορεῖ νὰ γίνει ἡ ὑπόσταση τῆς ἀνυπόστατης ἀνθρώπινης φύσης, αὐτὸ ποὺ καλοῦμε ἐνυπόστατο. Ἄλλη σάρκωση μὲ ἄλλο τρόπο δὲν θὰ μποροῦσε νὰ συμβεῖ, εἰδάλλως δὲν θὰ ἦταν σάρκωση, ἤτοι ὑποστατικὴ ἕνωση, ἀλλὰ ἁρπαγή, ἤτοι ἕνωση ἠθικὴ ἤ, ἀλλιῶς, ἕνωση διὰ τῆς ἐγκατοίκησης, ὅπως μᾶς λέει ὁ ἅγ. Ἰωάννης Δαμασκηνός.

  Φυσικὸ καὶ γνωμικὸ θέλημα. Τὸ φυσικὸ θέλημα τοῦ ἀνθρώπου δὲν εἶναι ἐνάντιο στὸν Θεό, καθότι τὰ φυσικὰ εἶναι δῶρα τοῦ Θεοῦ (1428Β). Τὰ ὑποστατικὰ καὶ γνωμικὰ θελήματα εἶναι αὐτὰ ποὺ εἶναι ἐνάντια στὸ θεῖο νόμο, καθότι δηλώνουν τὴ διαστροφὴ τῆς κτιστῆς ὑποστάσεως καὶ τὴν ἁμαρτητικὴ εὐχαρίστηση ποὺ προκύπτει ἀπὸ τὴ διαστροφὴ τοῦ φυσικοῦ θελήματος (1428BC). Βλέπουμε ἐδῶ ὅτι οἱ σύγχρονες θεωρίες ὁρισμένων ἀκαδημαϊκῶν θεολόγων σχετικὰ μὲ ἕνα οὐδέτερο γνωμικὸ θέλημα, τὸ ὁποῖο  στρέφεται εἴτε πρὸς τὸ καλὸ εἴτε πρὸς τὸ κακό, δὲν μποροῦν νὰ εὐσταθοῦν ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ. Κάτι τέτοιο ὑποστηρίζει ὁ καθ. π. Νικόλαος Λουδοβῖκος, τόσο σὲ κείμενά του ὅσο καὶ σὲ ὁμιλίες του στὸ Youtube. Ὅμως, ἐὰν τὸ γνωμικὸ θέλημα δὲν ταυτίζεται μὲ τὴν ἴδια τὴν ἁμαρτία, τότε γιατί ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς δὲν τὸ προσέλαβε; Συνεπῶς, τὸ γνωμικὸ θέλημα εἶναι πάντοτε διαστροφικὸ τοῦ φυσικοῦ θελήματος καί, ὡς ἐκ τούτου, δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ ταυτίζεται μὲ τὸ ἴδιο τὸ κακό, δηλαδὴ μὲ τὴν ἑκούσια ἀστοχία τοῦ κατὰ φύσιν ἀγαθοῦ.

  Ταυτότητα τῆς ὑπόστασης παρότι ὑπάρχουν δύο θελήσεις καὶ ἐνέργειες στὸ Χριστό. Στὸν Χριστὸ ὑπάρχουν δύο φυσικὰ θελήματα, τὸ θεῖο καὶ τὸ ἀνθρώπινο. Ἕνας, ὅμως, εἶναι αὐτὸς ποὺ ἐνεργεῖ τὰ θεῖα καὶ τὰ ἀνθρώπινα, καθότι ἡ ὑπόσταση εἶναι ὁ ἐνεργῶν. Ἔτσι, ὁ σαρκωθείς Λόγος τὰ θεῖα τὰ ἐνεργεῖ μὲ θεία θέληση καὶ τὰ ἀνθρώπινα τὰ ἐνεργεῖ μὲ ἀνθρώπινη θέληση (1429A). Ἡ θεότητα τοῦ Χριστοῦ ἐνεργεῖ μέσῳ τῆς ἀνθρωπότητάς του, καθότι ἡ δεύτερη εἶναι πλήρως θεωμένη διὰ τῆς ὑποστατικῆς ἑνώσεως καὶ ὄχι διὰ ἁρπαγῆς. Μὲ τὸν ἀνωτέρω τρόπο ἐξηγεῖται ὀρθῶς καὶ ὁ ὅρος «θεανδρικὴ ἐνέργεια», δίχως νὰ ὁδηγεῖ στὸν μονοενεργητισμὸ καὶ κατ’ ἐπέκταση στὸν μονοφυσιτισμό. Γι’ αὐτὸν τὸ λόγο ὁ ἅγ. Ἰωάννης Δαμασκηνὸς ἀναφέρει ὅτι ἡ ἀνθρωπότητα τοῦ Χριστοῦ θέλει αὐτὰ ποὺ θέλει καὶ ἡ θεία θέληση, ἤτοι τὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων.

orthodoxostypos.gr