Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2026

Η στημένη έρευνα που υποστήριξε την γονεϊκότητα των ομοφυλόφιλων ζευγαριών

Η προσεκτική της αξιολόγηση αποδεικνύει την μεροληψία και τις ελλείψεις της

Από το «Μαμά, Μπαμπάς και Παιδιά»

Η ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, βάσει του νόμου 5089/2024 περί ισότητας στον πολιτικό γάμο (γάμος ομοφυλοφίλων), αποφάσισε στις 30 Μαΐου 2025 ότι «η αναγνώριση της δυνατότητας τέλεσης γάμου μεταξύ ομοφύλων και η συνακόλουθη δυνατότητα των ομόφυλων έγγαμων ζευγαριών να υιοθετούν παιδί (είτε από κοινού, είτε ο ένας σύζυγος το νόμιμο παιδί, θετό ή βιολογικό του άλλου) είναι σύμφωνες με στις διατάξεις του άρθρου 21 παρ.1 (περί προστασίας της οικογένειας, του γάμου, της μητρότητας και της παιδικής ηλικίας) και του άρθρου 4 παρ. 1 (περί ισότητας) του Συντάγματος». Έκρινε δηλαδή ότι ο νόμος που προβλέπει ανατροφή των παιδιών από ομόφυλα ζεύγη δεν προσβάλλει την προστασία της οικογένειας, του γάμου, της μητρότητας και της παιδικής ηλικίας όπως εννοούνται από το Σύνταγμα.

Στο ΣτΕ είχαν προσφύγει τρία Σωματεία τα οποία ενεργοποιούνται στην προστασία της παιδικής ηλικίας και στην στήριξη του θεσμού της παραδοσιακής οικογένειας και του γάμου. Αυτά τα σωματεία προσέφυγαν, λόγω της βαθιάς τους ανησυχίας για το μέλλον της οικογένειας και από αγάπη για τα παιδιά, όταν είδαν να επιβάλλεται νομικά μια άνευ προηγουμένου, πειραματική αντίληψη σύμφωνα με την οποία η στέρηση του παιδιού από την μάνα ή τον πατέρα του ή και τους δύο, όπως συμβαίνει στην ομοφυλόφιλη γονεϊκότητα, είναι καλό και ισότιμο με το να τους έχει το παιδί και να το ανατρέφουν από κοινού. Κατά την ακροαματική διαδικασία, παρέμβαση υπέρ του κύρους της προσβαλλόμενης πράξης έκανε η Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΕΔΑ)(1)Τα σωματεία δεν δικαιώθηκαν. Όπως αποφάνθηκε το ΣτΕ, η παραδοσιακή οικογένεια δεν υπερτερεί από την ομοφυλόφιλη.

Πού βασίστηκαν οι πολιτικοί και οι νομικοί που πήραν αυτή την απόφαση; Είχαν ιδία εμπειρία; Κινήθηκαν με βάση την κοινή λογική, την παιδαγωγική επιστήμη, την ανθρώπινη φύση και την συνολική πορεία της ανθρωπότητας; Ή προς εξυπηρέτηση ιδεολογικά υποκινούμενων ομάδων, εις βάρος των παιδιών και της οικογένειας, με βάση επιλεγμένες και μειονεκτικές μελέτες;

Παρουσιάζουμε κριτική(2) στις εργασίες που χρησιμοποιήθηκαν για να νομιμοποιηθεί ο ομοφυλόφιλος «γάμος» στις Η.Π.Α. το 2015. Αυτή η απόφαση άνοιξε τον δρόμο για την νομιμοποίηση του ομόφυλου γάμου σε πολλές άλλες χώρες και σε εμάς. Μέσα από αυτή την κριτική θα φανεί πόσο μεροληπτική και ψευδής μπορεί να γίνει η επιστημονική έρευνα όταν έχει αποφασίσει να εξυπηρετήσει μια ιδεολογία.

Σε αυτό τον έλεγχο και την κριτική διαπιστώθηκε πως όταν οι ερευνητές επέλεξαν εκείνοι σε ποιους ομοφυλόφιλους «γονείς» θα απευθυνθούν για την έρευνά τους, τα παιδιά φαίνονταν να φροντίζονται καλά. Όταν τα υπό μελέτη παιδιά επιλέχθηκαν τυχαία ή μέσα από τις κυβερνητικές λίστες, η εικόνα αντιστράφηκε. «Αυτό δεν λέγεται επιστήμη – αυτό λέγεται στημένη έρευνα», σχολίασε η Katy Faust του οργανισμού για τα δικαιώματα των παιδιών «Them Before Us».(2)

Στις διαφωνίες για τον «γάμο» των ομοφυλόφιλων και για την ομοφυλόφιλη «γονεϊκότητα» οι υπέρμαχοι απαντούν με αυτό που θεωρούν το δυνατό τους χαρτί: ένα link της ιστοσελίδας του Πανεπιστημίου Cornell(3) που ισχυρίζεται ότι 75 από τις 79 μελέτες ομοφυλόφιλης γονεϊκότητας απέδειξαν ότι τα παιδιά ομοφυλόφιλων ή λεσβιακών «γονέων» δεν τα πάνε χειρότερα από άλλα παιδιά.

Ένα εντυπωσιακό PDF με τίτλο: «Τι λέει η ακαδημαϊκή έρευνα για την ευημερία των παιδιών με ομοφυλόφιλους ή λεσβίες γονείς;» «έτυχε» να παρουσιαστεί την παραμονή της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου SCOTUS των Η.Π.Α. το 2015, η οποία θα νομιμοποιούσε τον «γάμο» των ομοφυλοφίλων. Το μήνυμα της έκθεσης είναι αδιαμφισβήτητο: 75 από τις 79 μελέτες δηλώνουν ότι δεν υπάρχει διαφορά. Επομένως, η επιστήμη έχει αποφανθεί, η συζήτηση έχει τελειώσει και η έρευνα υποτίθεται ότι αποδεικνύει ότι δεν υπάρχει κάτι μειονεκτικό στον ομόφυλο γάμο.

i stimeni erevna pou ypostirikse tin goneikotita ton omofylofilon zevgarion 01


Μόλις, όμως, κοιτάξετε πέρα 
​​από τον τίτλο και εξετάσετε εις βάθος αυτές τις μελέτεςη εικόνα αλλάζει δραματικά.

Όταν αναζητήσετε στις μελέτες που αφορούν στην ευημερία των παιδιών τις βασικές επιστημονικές προδιαγραφές, τα ίδιες που θα απαιτούσατε σε οποιονδήποτε άλλο τομέα έρευνας, θα διαπιστώσετε ότι οι περισσότερες από τις 75 μελέτες της «καμίας διαφοράς» πάσχουν από σοβαρά μεθοδολογικά προβλήματα, λόγω των οποίων θα αποκλείονταν από οποιονδήποτε επιστημονικό χώρο.

Πρώτον, πολλοί συμμετέχοντες είχαν ενημερωθεί ότι ο σκοπός τους ήταν η διερεύνηση της «γονεϊκότητας» μεταξύ ομοφυλοφίλων και ίσως έδωσαν «εξωραϊσμένες» απαντήσεις για να έχουν το επιθυμητό αποτέλεσμα.

Δεύτερον, οι συμμετέχοντες συχνά επιστρατεύονταν μέσα από δίκτυα φίλων ή οργανώσεων υπεράσπισης, με αποτέλεσμα δείγματα «γονέων» ίδιου φύλου που ήταν πλουσιότεροι, πιο μορφωμένοι και κοινωνικά πιο σταθεροί από τον γενικό πληθυσμό των γονέων του ίδιου φύλου.

Τρίτον, το μέσο μέγεθος δείγματος ανά μελέτη ήταν κάτω από 40 παιδιά, το οποίο ουσιαστικά εγγυάται ότι δεν θα υπάρξουν στατιστικά σημαντικές διαφορές μεταξύ των ομάδων.

Τέταρτον, ελάχιστες μελέτες εξέτασαν τα πραγματικά αποτελέσματα των παιδιών – όπως τα ιατρικά τους αρχεία, τις κάρτες σχολικής αξιολόγησης ή ακόμα και τις αναφορές των ίδιων των παιδιών μόλις μεγάλωναν. Η συντριπτική πλειοψηφία βασιζόταν σε αυτοαναφορές των γονέων. Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι τα παιδιά με δύο «μπαμπάδες» παρουσιάζουν τα λιγότερα εξωτερικευμένα και εσωτερικευμένα προβλήματα όταν η μέθοδος συλλογής δεδομένων είναι η «αναφορά του ίδιου του ομοφυλόφιλου πατέρα».

Πέμπτον, σε αυτά τα παιδιά αυτά η έρευνα δεν συμπεριέλαβε τα μακροπρόθεσμα δεδομένα για την ψυχική και την σωματική τους υγεία, πόσο καλή ήταν η ανταπόκριση στους ρόλους τους ως σύζυγοι και γονείς, στην σταθερότητα του γάμου τους εάν υπήρξε, την διαμόρφωση της ταυτότητάς τους, την αξιολόγηση της ανατροφής από τα ίδια και γενικότερα την προσωπική και την κοινωνική πορεία τους έχοντας τα βιώματα της ομόφυλης γονεϊκότητας. Όλα αυτά είναι στοιχεία που ενδιαφέρουν, τόσο γιατί επιδρούν στο παιδί όσο και γιατί διαμορφώνουν την μελλοντική κοινωνία.

Σε κάθε πεδίο έρευνας, όλοι οι ανωτέρω παράγοντες έχουν σημαντικό αντίκτυπο στην αξιοπιστία των αποτελεσμάτων. Όταν, όμως, ληφθεί υπ΄ όψιν το πολιτισμικό/πολιτικό τοπίο που οδήγησε στον επαναπροσδιορισμό του γάμου, είναι σαφές ότι κάτι άλλο έξω από την επιστημονική έρευνα έπαιξε ρόλο στα αποτελέσματα της έρευνας περί της «γονεϊκότητας» των ομοφυλοφίλων. Τι ήταν αυτό; Η μεροληψία του ερευνητή. Όταν το αποτέλεσμα είναι προαποφασισμένο, η «επιστήμη» μετατρέπεται σε υπεράσπιση με υποσημειώσεις.

Το 2015 έγινε μια ολοκληρωμένη ανασκόπηση των εν λόγω εργασιών με τίτλο «Μια Ανασκόπηση και Κριτική της Έρευνας για την Ομόφυλη Γονεϊκότητα και την Υιοθεσία»(4), η οποία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι: «δεδομένης της υψηλής γονεϊκής αστάθειας, των περιορισμένων δεδομένων για τα υιοθετημένα παιδιά που μεγαλώνουν από ομόφυλα ζευγάρια και της μεγάλης εξάρτησης της έρευνας από αυτοαναφορές των γονέων, οι ισχυρισμοί για καμία απολύτως διαφορά είναι πρόωροι».

Με λίγα λόγια, ιδεολογικά υποκινούμενοι ερευνητές έχτισαν έναν ουρανοξύστη βεβαιότητας σε θεμέλια από άμμο.

 

i stimeni erevna pou ypostirikse tin goneikotita ton omofylofilon zevgarion 01


Μόνο μία από αυτές τις αδυναμίες
– ότι οι συμμετέχοντες ήταν επιλεγμένοι και όχι τυχαίοι – αλλάζει δραματικά τα αποτελέσματα. Άλλη ανάλυση(5) αποκάλυψε ότι:

Όταν οι μελέτες επέλεξαν τα παιδιά και τις ομόφυλες ενώσεις φάνηκε ότι στο 79,3% των περιπτώσεων, τα αποτελέσματα ήταν ευνοϊκότερα για τα παιδιά με γονείς του ίδιου φύλου σε σχέση με την ομάδα ελέγχου. Αυτά τα ευνοϊκά αποτελέσματα όμως δεν επιβεβαιώθηκαν στις μελέτες που εφάρμοσαν τυχαία δειγματοληψία παιδιών.

Αυτό σημαίνει πως όταν οι ερευνητές επέλεξαν τους γονείς, τα παιδιά φαίνονταν να είναι σε πολύ καλή κατάσταση. Όταν τα παιδιά επιλέχθηκαν τυχαία ή μέσω των κυβερνητικών δεδομένων η εικόνα αντιστράφηκε. Αυτό δεν είναι επιστήμη, αλλά προκατάληψη και στημένη έρευνα.

Γιατί οι ερευνητές βασίστηκαν σε δείγματα που επιλέχθηκαν; Ένας λόγος είναι ότι η εύρεση παιδιών που, πραγματικά, ανατράφηκαν από ομόφυλα ζευγάρια είναι δύσκολη. Σύμφωνα με την απογραφή του 2010 στις Η.Π.Α.:

  • Υπήρχαν 594.000 νοικοκυριά ομόφυλων ζευγαριών (περίπου το 1% όλων των νοικοκυριών)
  • Μόνο τα 115.000 ανέφεραν ότι μεγάλωσαν παιδιά (0,02% όλων των νοικοκυριών των Η.Π.Α.)

Η προσέγγιση ενός πληθυσμού-στόχου που είναι στο 0,02% είναι σαν να ψάχνεις για μια δημογραφική βελόνα σε μια γεωγραφική στοίβα άχυρα. Η τυχαία αναζήτησή τους είναι δαπανηρή, χρονοβόρα και μεθοδολογικά δύσκολη και εκείνο τον καιρό οι πολιτικά υποκινούμενοι κοινωνιολόγοι δεν μπορούσαν να περιμένουν. Αυτή η δυσκολία είναι ένας λόγος για τον οποίο οι ερευνητές βασίστηκαν στα λάθος δείγματα «οικογενειών».

Οι Wainright και Patterson δεν χρησιμοποίησαν επιλεγμένα δείγματα στην μελέτη τους. Βασίστηκαν στην βάση δεδομένων της National Longitudinal Study of Adolescent Health και κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι οι έφηβοι με λεσβίες «γονείς» δεν διακρίνονταν από τους συνομηλίκους τους που μεγάλωσαν από ετεροφυλόφιλους γονείς όσον αφορά την ακαδημαϊκή επίδοση, την ψυχολογική υγεία, την παραβατικότητα και την κοινωνική λειτουργικότητα.

Οι ερευνητές άντλησαν δεδομένα από κυβερνητικά αρχεία (αυτό ήταν καλό), έτσι ώστε οι συμμετέχοντες να μην γνωρίζουν τους στόχους της μελέτης (ήταν καλό), είχαν ικανοποιητικό μέγεθος δείγματος, 44 (τυπικό) και ερεύνησαν τα πραγματικά αποτελέσματα των παιδιών (ήταν καλό). Επειδή ήταν μία από τις λίγες μελέτες «χωρίς διαφορά» που χρησιμοποίησε την πρότυπη μεθοδολογία, υπάρχει αναφορά σε αυτή σε 12 από τις άλλες 74 μελέτες ως «αξιόπιστη, αποδεικτική, από ικανό δείγμα» για να αποδειχθεί ότι τα παιδιά με «γονείς» του ίδιου φύλου τα πήγαιναν «εξίσου καλά» με τα παιδιά με ετεροφυλόφιλους γονείς.

Το πρόβλημα ήταν ότι οι Wainright και Patterson έκαναν ένα άλλο λάθος. Είχαν ταξινομήσει λανθασμένα τους συμμετέχοντες, κωδικοποιώντας τους εφήβους ότι ανατρεφόταν από «λεσβίες γονείς», εάν η μητέρα τους αυτοπροσδιοριζόταν ως λεσβία, ακόμη και αν ο έφηβος δεν είχε ζήσει ποτέ με δύο γυναίκες ως ομόφυλους γονείς. Αυτό δεν είναι ασήμαντο τυπογραφικό λάθος, καθώς οι συγγραφείς παρακολούθησαν και κατέγραψαν δεδομένα από λάθος παιδιά.

Ο Dr. Paul Sullins αργότερα επαναταξινόμησε το σύνολο των δεδομένων αυτής της μελέτης με βάση την πραγματική σύνθεση του νοικοκυριού. Οι αρχικές 44 περιπτώσεις παιδιών με «γονείς» του ίδιου φύλου μειώθηκαν σε μόλις πάνω από 12. Μόλις διορθώθηκαν τα σφάλματα κατηγοριοποίησης, τα αποτελέσματα άλλαξαν: τα υποτιθέμενα «μη διακρινόμενα» παιδιά έδειξαν στην πραγματικότητα σαφή μειονεκτήματα. Σε αυτήν την διορθωμένη ομάδα, οι έφηβοι που μεγάλωσαν από δύο γυναίκες εμφάνισαν:

  • Συχνότερα συμπτώματα κατάθλιψης,
  • Περισσότερο καθημερινό φόβο/κλάμα,
  • Χαμηλότερη αυτονομία,
  • Υψηλότερο άγχος,
  • Ελαφρώς καλύτερη σχολική επίδοση.

Επίσης, ο Sullins διαπίστωσε ένα σοκαριστικό γεγονός. Τα παιδιά των Wainright και Patterson που ζούσαν με «παντρεμένους» ομοφυλόφιλους «γονείς» τα πήγαιναν χειρότερα από εκείνα με άγαμους ομόφυλους «γονείς»:

  • Πάνω του μέσου όρου συμπτώματα κατάθλιψης: 50% → 88%,
  • Καθημερινός φόβος/κλάμα: 5% → 32%
  • Μέσος Όρος Σχολικής βαθμολογίας : 3,6 → 3,4
  • Αναφερόμενη σεξουαλική κακοποίηση παιδιών από γονέα: 0% → 38%
  • Το σημαντικότερο. όσο περισσότερο χρόνο βρισκόταν ένα παιδί σε ομόφυλο νοικοκυριό, τόσο χειρότερα ήταν τα αποτελέσματα.

Αυτά απαντούν στον ισχυρισμό ότι ο ομοφυλοφιλικός «γάμος» είναι μια συνολικά ευεργετική «προσφορά» προς τα παιδιά. Όπως φάνηκε, ο «γάμος» ενίσχυσε τα προβλήματα των παιδιών τα οποία το κίνημα επέμενε ότι δεν υφίσταντο καν.

Τι συμβαίνει όταν επιδιώξουμε τις προβλεπόμενες προδιαγραφές στις 79 μελέτες;

Θα πρέπει τότε:

  • Οι συμμετέχοντες να μην γνωρίζουν τους στόχους της μελέτης.
  • Να έχουμε μεγάλα μεγέθη δειγμάτων.
  • Τα δεδομένα να συλλέγονται τυχαία ή να προέρχονται από τα στοιχεία της κυβέρνησης.
  • Τα στοιχεία να είναι αντικειμενικά ή να προέρχονται από άμεση αυτοαναφορά των παιδιών/νεαρών ενηλίκων.

Όταν εφαρμόζονται αυτά τα φίλτρα, η επιχειρηματολογία Cornell καταρρέει. Αντί για «75 μελέτες που δεν δείχνουν καμία βλάβη», παραμένουν ελάχιστες, στη πράξη μόνο μία δεν βρήκε «καμία διαφορά».

 

Μελέτη Rosenfeld (2010): Οι μή παραδοσιακές οικογένειες και η σχολική πρόοδος.

 

i stimeni erevna pou ypostirikse tin goneikotita ton omofylofilon zevgarion 01

  • Στοιχεία από την απογραφή του 2000, υπάρχει εθνική αντιπροσώπευση.
  • Εξετάστηκαν ~3.500 παιδιά σε νοικοκυριά ομόφυλων ζευγαριών.
  • Αποτέλεσμα που μετρήθηκε: Επιτυχία στους βαθμούς /σχολική πρόοδος.
  • Αντικειμενική μελέτη, στοιχεία από την κυβέρνηση, όχι από αυτοαναφορά γονέων.
  • Ομάδα ελέγχου ως προς την κοινωνικοοικονομική κατάσταση, φυλή, περιοχή και γονεϊκή εκπαίδευση.
  • Αποτέλεσμα: Καμία στατιστικά σημαντική διαφορά με τις ομάδες ελέγχου.
  • Περιορισμοί της μελέτης: Δεν στάθηκε δυνατό να επιβεβαιωθεί ότι τα παιδιά ανατράφηκαν από την γέννησή τους από ένα ζευγάρι του ίδιου φύλου. Τα νοικοκυριά του ίδιου φύλου είναι σπάνια. Η διάρκεια έκθεσης στην ομόφυλη γονεϊκότητα είναι ασαφής.

Αυτό σημαίνει ότι το περίφημο «75 από 79» δεν είναι καν ερευνητικό εύρημα. Είναι ένα σλόγκαν μάρκετινγκ χτισμένο σε στατιστική κινούμενη άμμο.

Από την άλλη πλευρά, οι 3 από τις 4 μελέτες του Cornell που υποστηρίζουν «την διαφορά» τήρησαν το επιστημονικό gold standard της έρευνας.

 

i stimeni erevna pou ypostirikse tin goneikotita ton omofylofilon zevgarion 01


Μελέτη Allen (2013): Δεδομένα από την Καναδική Απογραφή

  • Στοιχεία από το 1% της Καναδικής Απογραφής. Αντιπροσωπευτικά από όλη την χώρα, συλλεγμένα από την κυβέρνηση.
  • Αρκετές εκατοντάδες παιδιά σε νοικοκυριά γονέων του ίδιου φύλου.
  • Αποτέλεσμα που εκτιμήθηκε: Βαθμοί αποφοίτησης Λυκείου.
  • Αντικειμενικά, επαληθευμένα από την απογραφή εκπαιδευτικά δεδομένα.
  • Ομάδες ελέγχου ως προς την ηλικία, περιοχή, εισόδημα, γονεϊκή εκπαίδευση, αστικό/αγροτικό περιβάλλον και αδέλφια.
  • Αποτέλεσμα: Τα παιδιά σε νοικοκυριά γονέων του ίδιου φύλου έχουν σημαντικά λιγότερες πιθανότητες να αποφοιτήσουν (κορίτσια ~70% λιγότερες, τα αγόρια ~65% λιγότερες έναντι των παιδιών παντρεμένων γονέων αντίθετου φύλου).
  • Περιορισμοί: Δεν είναι δυνατή η επιβεβαίωση της πλήρους έκθεσης στην παιδική ηλικία. Δεν είναι δυνατή η διάκριση μεταξύ βιολογικών και υιοθετημένων παιδιών. Δεν είναι δυνατή η μέτρηση ψυχολογικών συνεπειών.

i stimeni erevna pou ypostirikse tin goneikotita ton omofylofilon zevgarion 01


Μελέτη Regnerus (2012): Μελέτη Οικογενειακών Δομών Νέου Τύπου

 

  • εγάλη εθνική έρευνα (15.000 ενήλικες ηλικίας 18–39 ετών), αλλά όχι βασισμένη στον πληθυσμό των νοικοκυριών του ίδιου φύλου.
  • 248 ερωτηθέντες ανέφεραν ότι ο ένας γονέας του είχε σχέση με άτομο του ίδιου φύλου (όχι απαραίτητα νοικοκυριό του ίδιου φύλου).
  • Αποτελέσματα που εξετάστηκαν: ευημερία ενηλίκων (απασχόληση, ποινικό μητρώο, εκπαίδευση, οικογενειακή σταθερότητα, ψυχολογική υγεία).
  • Μείγμα στοιχείων αυτοαναφοράς και έρευνας.
  • Ομάδα ελέγχου για δημογραφικές μεταβλητές.
  • Αποτέλεσμα: Οι συμμετέχοντες των οποίων ο ένας γονέας είχε σχέση με άτομο του ίδιου φύλου ανέφεραν χειρότερα αποτελέσματα σε πολλαπλούς δείκτες ευημερίας ενηλίκων.
  • Περιορισμοί: Δεν εκτιμά τα παιδιά που μεγάλωσαν από την γέννησή τους από ζευγάρια του ίδιου φύλου. Καταγράφει την οικογενειακή αστάθεια/διαζύγιο και όχι την «γονεϊκότητα» του ίδιου φύλου αυτή καθαυτή. Ευρέως αμφισβητούμενα ζητήματα κωδικοποίησης και ταξινόμησης.

i stimeni erevna pou ypostirikse tin goneikotita ton omofylofilon zevgarion 01


Έρευνα Sullins (2015): Εθνική Έρευνα Υγείας των Η.Π.Α. (NHIS)

 

  • Στοιχεία από την Εθνική Έρευνα Υγείας, 1997–2013 (μεγάλη, εθνικά αντιπροσωπευτική βάση δεδομένων των Η.Π.Α.).
  • Περιλαμβάνει 207.000 παιδιά συνολικά, 512 αναγνωρίστηκαν ότι ζουν με «γονείς» του ίδιου φύλου.
  • Αποτέλεσμα: συναισθηματικά και αναπτυξιακά προβλήματα (ΔΕΠΥ, μαθησιακές δυσκολίες, συναισθηματικές δυσκολίες, χρήση ειδικής αγωγής, χρήση υπηρεσιών ψυχικής υγείας).
  • Μετρήσεις υγείας και λειτουργικότητας όπως αναφέρθηκαν από τους γονείς (επικυρωμένα στοιχεία υγείας παιδιών από το NHIS).
  • Ομάδες ελέγχου ως προς την ηλικία, το φύλο, την φυλή, την εκπαίδευση των γονέων, το εισόδημα του νοικοκυριού, την οικογενειακή κατάσταση, την περιοχή και το έτος έρευνας.
  • Αποτέλεσμα: Τα παιδιά με «γονείς» του ίδιου φύλου είχαν 2,4 φορές περισσότερες πιθανότητες να έχουν συναισθηματικά προβλήματα σε σύγκριση με τα παιδιά με παντρεμένους βιολογικούς γονείς. Υψηλότερα ποσοστά ΔΕΠΥ και μαθησιακών δυσκολιών.
  • Περιορισμοί: Δεν είναι δυνατή η επιβεβαίωση της πλήρους έκθεσης στην ομόφυλη «γονεϊκότητα» κατά την παιδική ηλικία. Δεν είναι δυνατή η διάκριση μεταξύ βιολογικών και υιοθετημένων παιδιών. Η ταξινόμηση της «γονεϊκότητας» του ίδιου φύλου εξαρτάται από την κωδικοποίηση της έρευνας.

Με άλλα λόγια, όταν τα δεδομένα δεν είναι επεξεργασμένα, δεν φιλτράρονται και δεν αλλοιώνονται, τα μειονεκτήματα της ομόφυλης γονεϊκότητας εμφανίζονται επανειλημμένα. Η πραγματικότητα διαλύει συνεχώς το ιδεολογικό αφήγημα.

Όταν αποκαλυφθεί ολόκληρη την κατάσταση, το αφήγημα του «καμία διαφορά» καταρρέει. Οι περισσότερες από τις 75 μελέτες που προβάλλει το Cornell βασίζονταν σε πολύ μικρά, μη αντιπροσωπευτικά, επιλεγμένα δείγματα, σε αυτοαναφορές γονέων ή ομάδες στρατολογημένες και ευθυγραμμισμένες με του ακτιβιστές, δηλ. σε μεθόδους που θα απορρίπτονταν εντελώς σε οποιονδήποτε άλλη έρευνα για την ευημερία των παιδιών.

Η μόνη μελέτη που φαινόταν αυστηρή εκ πρώτης όψεως, των Wainright και Patterson, αποδείχθηκε ότι βασιζόταν σε ένα βασικό σφάλμα ταξινόμησης. Όταν χρησιμοποιήθηκαν πραγματικά αντιπροσωπευτικά δεδομένα, συλλεγμένα από την εθνική απογραφή, αρχεία από κυβερνητικές υπηρεσίες, μεγάλα τυχαία δείγματα, τα αποτελέσματα έδειχναν σταθερά μειονεκτικότητα στα παιδιά σε ομόφυλα νοικοκυριά και όχι ισοτιμία.

Τώρα που έχει επιτευχθεί ο «γάμος» ομοφυλοφίλων, ο ρυθμός της έρευνας για τα ομόφυλα νοικοκυριά έχει επιβραδυνθεί. Ωστόσο υπήρξε μια μελέτη τα τελευταία δέκα χρόνια που αξίζει να επισημανθεί. Μια μελέτη του 2020 των Mazrekaj, De Witte & Cabus από την Ολλανδία η οποία χρησιμοποίησε αυστηρή μεθοδολογία και έδειξε ότι τα παιδιά με ομόφυλους «γονείς» από την γέννησή τους είχαν ίσα ή μερικές φορές καλύτερα ακαδημαϊκά αποτελέσματα με τα παιδιά που μεγάλωσαν από ετεροφυλόφιλα ζευγάρια. Ωστόσο, οι ερευνητές παραδέχτηκαν ότι μεγάλο μέρος του πλεονεκτήματος θα μπορούσε πιθανώς να αποδοθεί σε υψηλότερα κοινωνικοοικονομικά standards στα παιδιά που μεγάλωσαν από ομόφυλους «γονείς». Αυτό σημαίνει ότι ένας μεγαλύτερος μισθός, όχι δύο «μητέρες» ή δύο «μπαμπάδες», φάνηκε να ενισχύει την ακαδημαϊκή επιτυχία.

Συνολικά, εξακολουθούν να υπάρχουν πολύ λίγα στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι τα παιδιά με «γονείς» του ίδιου φύλου έχουν ίδια αποτελέσματα ανατροφής με τα παιδιά που μεγαλώνουν με την δική τους μητέρα και πατέρα. Η υποτιθέμενη «συναίνεση» για την ομοφυλόφιλη ανατροφή δεν βασίστηκε καθόλου στην επιστήμη, αλλά σε λανθασμένη ταξινόμηση, μικρά δείγματα, μεροληπτικές αυτοαναφορές και ιδεολογικά υποκινούμενες ερευνητικές απλουστεύσεις.

Ας σημειωθεί επιπλέον πως οι μελέτες δεν εξέτασαν καθόλου την μακροπρόθεσμη πορεία αυτών των παιδιών, ως ενήλικες, σε θέματα ταυτότητας συνολικά -και ταυτότητας φύλου-, την δυνατότητά τους να δημιουργήσουν σταθερή ετερόφυλη οικογένεια, τα δυσεπίλυτα ψυχολογικά τραύματα ως ενήλικες κλπ. Οι μαρτυρίες είναι πως τα παιδιά αντιμετωπίζουν ως ενήλικες πολλές και σημαντικές δυσκολίες σε όλα τα παραπάνω(6)

Αυτοί είναι οι τρόποι με τους οποίους μας παρουσιάζεται ότι ευδοκιμούν τα παιδιά και γι αυτούς τους λόγους, η υπόθεση της «καμίας διαφοράς» καταρρέει κάτω από το δικό της βάρος.


Τίποτα όμως από αυτά δεν πρέπει να μας εκπλήσσει

Η γενική συναίνεση στην κοινωνιολογία είναι ότι τα παιδιά τα πηγαίνουν καλύτερα όταν μεγαλώνουν με τους δικούς τους παντρεμένους μητέρα και πατέρα σε ένα σπίτι με χαμηλές συγκρούσεις. Παντού, εκτός από την συζήτηση για την «γονεϊκή φροντίδα» των ομοφυλόφιλων ζευγαριών, οι ερευνητές συμφωνούν σε τρεις πραγματικότητες:

  1. Το φύλο έχει σημασία στην ανατροφή και φροντίδα. Οι πατέρες και οι μητέρες έχουν συμπληρωματικούς τρόπους ανατροφής. Τα παιδιά έχουν ανάγκη και επωφελούνται ξεχωριστά από την μητρική και την πατρική αγάπη που μεγιστοποιεί την πρόοδο του παιδιού και τα βοηθά να διαμορφώσουν μια υγιή αίσθηση του εαυτού τους. Η απουσία του πατέρα, συχνά, συσχετίζεται με προβλήματα συμπεριφοράς στα αγόρια και πρώιμη σεξουαλική δραστηριότητα στα κορίτσια, ενώ η απουσία της μητέρας με αίσθημα εγκατάλειψης και έλλειψης φροντίδας.
  1. Η βιολογική συγγένεια έχει σημασία στην ανατροφή. Έρευνες σχετικά με το διαζύγιο, την θετή γονεϊκότητα και την υιοθεσία δείχνουν ότι οι βιολογικοί γονείς είναι στατιστικά οι πιο συνδεδεμένοι, οι πιο αφοσιωμένοι και οι πιο προστατευτικοί ενήλικες στην ζωή ενός παιδιού. Οι μη βιολογικοί φροντιστές, ανεξαρτήτως σεξουαλικού προσανατολισμού, αυξάνουν τους κινδύνους κακοποίησης και παραμέλησης του παιδιού. Επίσης, η μητέρα και ο πατέρας ενός παιδιού βοηθούν τα παιδιά να δημιουργήσουν μια σταθερή ταυτότητα συνδέοντάς τα με την κληρονομιά και το δίκτυο των συγγενών τους.    
  1. Τα παιδιά υφίστανται τραύμα, όταν χωρίζονται από έναν βιολογικό γονέα. Είναι ευρέως αναγνωρισμένο στην ψυχολογική κοινότητα ότι τα παιδιά υποφέρουν από τραύμα και, ως εκ τούτου, υπάρχουν αρνητικές συνέπειες όταν χάνουν τον έναν ή και τους δύο γονείς τους λόγω διαζυγίου, εγκατάλειψης (ακόμα και αν υιοθετηθούν στην συνέχεια), θανάτου ή αναπαραγωγής μέσω τρίτων. Η απώλεια ενός βιολογικού γονέα μπορεί να επηρεάσει αρνητικά την σωματική και την ψυχική υγεία, την συναισθηματική σταθερότητα και την κοινωνική ανάπτυξη.

Ας σημειωθεί σε σχέση με τα παραπάνω, ότι τα παιδιά με δύο «μητέρες» ή δύο «μπαμπάδες» είναι ΠΑΝΤΑ:

  • Στερημένα από μητρική ή πατρική αγάπη,
  • Μεγαλώνουν από τουλάχιστον έναν μη συγγενή ενήλικα,
  • Χωρίζονται από την φυσική τους μητέρα ή τον φυσικό τους πατέρα,
  • Στερούνται την μισή ή ολόκληρη την βιολογική τους ταυτότητα και την ευρύτερη οικογένειά τους,


Θα πρέπει να θεωρηθεί κοινωνιολογικό θαύμα η ύπαρξη μελετών που ισχυρίζονται ότι δεν υπάρχει «καμία διαφορά».

Το κύριο όφελος του γάμου για τα παιδιά είναι ότι προσπαθεί να τα εξασφαλίσει και να ανατραφούν από την δική τους μητέρα και τον δικό τους πατέρα. Αυτό δεν είναι ιδεολογία, αλλά είναι ανθρωπολογία, κοινωνιολογία, ψυχολογία και κοινή λογική, που όλα συναντώνται σε ένα ετερόφυλο νοικοκυριό. Αυτό δεν είναι ποτέ εφικτό σε ένα σπίτι με επικεφαλείς «γονείς» του ίδιου φύλου.

Με ή χωρίς νόμιμο «γάμο» μεταξύ ατόμων του ίδιου φύλου, αυτά τα ζευγάρια δεν θα είναι ποτέ ίσα με τα ετερόφυλα όσον αφορά την ευημερία των παιδιών. Ο γάμος μεταξύ ατόμων του αντίθετου φύλου συνδέει τα παιδιά με τους δικούς τους βιολογικούς γονείς. Ο «γάμος» μεταξύ ατόμων του ίδιου φύλου κάνει το αντίθετο.

Η επιστήμη δείχνει προς μία κατεύθυνση και είναι η ίδια κατεύθυνση που έχει δείξει η ανθρώπινη εμπειρία εδώ και χιλιετίες: τα παιδιά τα πάνε καλύτερα με την μητέρα και τον πατέρα που τα γέννησαν. Αυτό δεν σημαίνει ότι τα παιδιά που μεγαλώνουν σε ομόφυλα νοικοκυριά δεν μπορούν να ευδοκιμήσουν. Σημαίνει, όμως, ότι θα αντιμετωπίσουν σημαντικές και προβλέψιμες στερήσεις στην ανατροφή τους. Επίσης, η νομική κατοχύρωση μιας οικογενειακής δομής στην οποία τα παιδιά χάνουν αναγκαστικά έναν γονέα είναι αδικία εναντίον των παιδιών.

Άραγε, όταν το Συμβούλιο της Επικρατείας κατοχύρωσε το «δικαίωμα» της υιοθεσίας παιδιών στα ομόφυλα ζεύγη, έλαβε καθόλου υπ΄ όψιν του τα ανωτέρω ή κινήθηκε αποκλειστικά προς υπεράσπιση του ανύπαρκτου δικαιώματος ενός ενήλικα να αποκτήσει παιδί; Τα παιδιά δεν είναι αντικείμενα προορισμένα συμπληρώσουν το παζλ της ευτυχίας κάθε ενήλικα. Έχουν δικαιώματα, θα αναλάβουν τον κόσμο μας και αξίζουν την καλύτερη ανατροφή για την δική τους ευτυχία και για την ευημερία της μελλοντικής κοινωνίας. Η ομόφυλη ανατροφή δεν κινείται προς αυτή την κατεύθυνση.


Παραπομπές:

  1. https://www.naftemporiki.gr/society/1962833/ste-syntagmatikos-o-gamos-omofylon-zeygarion-prasino-gia-tis-yiothesies/
  2. https://thembeforeus.substack.com/p/75-to-1-how-we-exposed-the-rigged
  3. https://whatweknow.inequality.cornell.edu/topics/lgbt-equality/what-does-the-scholarly-research-say-about-the-wellbeing-of-children-with-gay-or-lesbian-parents/
  4. https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/27620690/
  5. https://pmc.ncbi.nlm.nih.gov/articles/PMC4771005/#C16
  6. https://thembeforeus.com/tag/lgbt-parents/

mumdadandkids.gr

orthodoxostypos.gr