Πατερικά

ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

ΤΟΤΕ ΑΝΗΧΘΗ Ο ΙΗΣΟΥΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΕΡΗΜΟΝ

ΥΠΟ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΠΕΙΡΑΣΘΗΝΑΙ ΥΠΟ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ

ΟΜΙΛΙΑ ΙΓ΄ Ματθ. δ΄ 1-11

Τότε ο Ιησούς οδηγήθηκε στην έρημο από το Πνεύμα, για να πειραχθεί από τον διάβολο.

«Τότε»· πότε ακριβώς; Μετά την κάθοδο του Πνεύματος, μετά τη φωνή που ήρθε από επάνω και έλεγε: «Αυτός είναι ο Υιός μου ο αγαπητός, στον οποίο ευαρεστήθηκα». Και το πιο θαυμαστό είναι ότι Αυτός που Τον οδήγησε εκεί ήταν το Άγιο Πνεύμα· διότι αυτό λέει η Γραφή, ότι το Πνεύμα Τον οδήγησε εκεί. Διότι όλα όσα έπραττε και υπέμεινε, τα έκανε για τη διδασκαλία μας· γι’ αυτό δέχτηκε και την οδήγηση εκεί και τη μάχη με τον διάβολο, ώστε ο καθένας από τους βαπτιζόμενους, αν μετά το βάπτισμα υπομείνει ακόμα μεγαλύτερους πειρασμούς, να μην ταράζεται σαν να συνέβη κάτι απροσδόκητο, αλλά να τα υπομένει όλα με γενναιότητα, θεωρώντας ότι αυτό συμβαίνει κατά φυσική ακολουθία.

Πράγματι, γι’ αυτό ακριβώς έλαβες όπλα: όχι για να μένεις άπρακτος, αλλά για να πολεμάς. Γι’ αυτό και ο Θεός δεν εμποδίζει τους πειρασμούς να έρθουν επάνω μας· πρώτον, για να μάθεις ότι έγινες πολύ ισχυρότερος· δεύτερον, για να παραμένεις μετριόφρων και να μην υπερηφανεύεσαι για το μέγεθος των δωρεών, αφού οι πειρασμοί μπορούν να σε συγκρατούν· προς τούτοις, για να πληροφορηθεί ο πονηρός εκείνος δαίμονας, που μέχρι τότε αμφέβαλλε για την αποστασία σου, μέσα από την ταλαιπωρία των πειρασμών, ότι πράγματι Τον άφησες εντελώς και απομακρύνθηκες από αυτόν· τέταρτον, για να γίνεις ισχυρότερος και πιο ανθεκτικός από κάθε σίδερο μέσα από αυτή τη διαδικασία· πέμπτον, για να λάβεις ξεκάθαρη απόδειξη των θησαυρών που σου εμπιστεύτηκαν. Διότι ο διάβολος δεν θα έφευγε καθόλου, αν δεν έβλεπε ότι εσύ έχεις φτάσει σε ακόμα μεγαλύτερη τιμή.

Από αυτόν λοιπόν τον λόγο και εξαρχής επιτέθηκε στον Αδάμ, επειδή τον είδε να απολαμβάνει τόση μεγάλη αξία. Γι’ αυτό παρατάχθηκε εναντίον του Ιώβ, επειδή τον είδε να στεφανώνεται και να ανακηρύσσεται από τον Θεό των όλων. Και τότε πώς λέει «Προσεύχεσθε να μην μπείτε σε πειρασμό»; Γι’ αυτό δεν σου δείχνει τον Ιησού να πηγαίνει εκεί μόνος Του απλώς, αλλά να οδηγείται σύμφωνα με το σχέδιο της θείας οικονομίας, υπονοώντας με αυτά ότι δεν πρέπει εμείς να ριχνόμαστε μόνοι μας στον πειρασμό, αλλά όταν μας τραβούν, να στεκόμαστε γενναία. Και πρόσεξε πού ακριβώς τον πήγε το Πνεύμα: όχι σε πόλη και αγορά, αλλά στην έρημο. Διότι ήθελε να προκαλέσει τον διάβολο να επιτεθεί, και του έδωσε αφορμή όχι μόνο με την πείνα, αλλά και με τον τόπο. Πράγματι, ο διάβολος επιτίθεται πιο εύκολα όταν βλέπει κάποιον μόνο του, απομονωμένο. Έτσι έκανε και στην αρχή με τη γυναίκα (την Εύα): την βρήκε μόνη της, χωρίς τον άνδρα της, και της επιτέθηκε. Όταν όμως βλέπει ανθρώπους μαζί, ενωμένους και δυνατούς, δεν τολμά το ίδιο εύκολα να πλησιάσει. Γι’ αυτό και εμείς πρέπει, ιδιαίτερα για αυτόν τον λόγο, να είμαστε συνεχώς μαζί με τους άλλους αδελφούς, ώστε να μην είμαστε εύκολος στόχος για τον διάβολο.

Βρήκε λοιπόν τον Ιησού στην έρημο, σε μια έρημο ακατοίκητη και απρόσιτη (γιατί τέτοια ήταν η έρημος, όπως φανερώνει ο Μάρκος όταν λέει «ήταν με τα θηρία»), και πρόσεξε με πόση πονηριά και κακία πλησιάζει και πόση ευκαιρία περιμένει. Δεν Του επιτέθηκε όσο νήστευε, αλλά όταν πείνασε. Για να μάθεις εσύ πόσο μεγάλο αγαθό είναι η νηστεία, πόσο ισχυρό όπλο είναι εναντίον του διαβόλου, και ότι μετά το βάπτισμα (το «λουτρό») δεν πρέπει να ακολουθεί τρυφή, μέθη και πλούσια τράπεζα, αλλά νηστεία. Γι’ αυτό ακριβώς και ο ίδιος ο Ιησούς νήστεψε: όχι επειδή το είχε ανάγκη ο Ίδιος, αλλά για να μας διδάξει. Διότι τα αμαρτήματα που έγιναν πριν το βάπτισμα προέρχονταν από τη δουλεία της κοιλιάς. Όπως ακριβώς αν κάποιος θεραπεύσει έναν άρρωστο και μετά του πει «πρόσεχε μην ξανακάνεις αυτά που σε αρρώστησαν», έτσι και ο Χριστός, μετά το βάπτισμα (το «λουτρό»), εισήγαγε τη νηστεία. Πράγματι, η ακρασία της κοιλιάς έδιωξε τον Αδάμ από τον Παράδεισο, αυτή προκάλεσε τον κατακλυσμό επί των ημερών του Νώε, αυτή έφερε τους κεραυνούς πάνω στα Σόδομα. Και ακόμα κι αν η κύρια αμαρτία εκεί ήταν η πορνεία, η ρίζα και των δύο τιμωριών βγήκε από εκεί. Αυτό και ο Ιεζεκιήλ υπαινισσόταν όταν έλεγε: «Μόνο αυτό ήταν το αμάρτημα των Σοδόμων: ότι ζούσαν μέσα στην υπερηφάνεια, στην πλησμονή άρτων και στην αφθονία των αγαθών». Έτσι και οι Ιουδαίοι έκαναν τα μεγαλύτερα κακά, όταν από τη μέθη και την τρυφή κατέληξαν στην ανομία. Γι’ αυτό λοιπόν και ο ίδιος ο Χριστός νηστεύει σαράντα ημέρες, δείχνοντάς μας τα φάρμακα της σωτηρίας, και δεν συνεχίζει περισσότερο, ώστε η υπερβολή του θαύματος να μην κάνει κάποιους να αμφιβάλλουν για την αλήθεια της θείας οικονομίας. Γιατί αν συνέχιζε περισσότερο, πολλοί θα θεωρούσαν αναξιόπιστη και από αυτό μόνο το γεγονός την πρόσληψη της σάρκας.

Νηστεύσας λοιπόν σαράντα ημέρες και τόσες νύχτες, «ύστερα πείνασε»· δίνοντας έτσι στον διάβολο αφορμή να πλησιάσει, ώστε όταν συμπλακούν να δείξει πώς πρέπει να νικά κανείς και να υπερνικά. Έτσι ακριβώς κάνουν και οι αθλητές: διδάσκοντας τους μαθητές τους πώς να νικούν και να υπερνικούν, εθελοντικά συμπλέκονται με αντιπάλους στην παλαίστρα, αφήνοντας στα σώματα των αντιπάλων να δουν και να μάθουν τον τρόπο της νίκης.

Αυτό ακριβώς συνέβη και τότε. Επειδή ο διάβολος ήθελε να Τον παρασύρει σε αυτό, έκανε φανερή την πείνα Του, Τον δέχτηκε όταν πλησίασε και, αφού Τον δέχτηκε, Τον έριξε κάτω μια, δύο και τρεις φορές με την ευκολία που Του άρμοζε.

Αλλά για να μην περάσουμε βιαστικά τις νίκες αυτές και στερήσουμε από σας την ωφέλεια, ας αρχίσουμε από την πρώτη επίθεση και ας εξετάσουμε κάθε μία με ακρίβεια.

Επειδή λοιπόν πείνασε, λέει η Γραφή, «προσελθών ο πειράζων είπε σ’ Αυτόν: Εάν είσαι Υιός του Θεού, πες να γίνουν αυτοί οι λίθοι άρτοι».

Διότι άκουσε τη φωνή από τον ουρανό που έλεγε «Αυτός είναι ο Υιός μου ο αγαπητός», άκουσε και τον Ιωάννη να μαρτυρεί τόσα πολλά γι’ Αυτόν, και έπειτα Τον είδε να πεινά· βρέθηκε λοιπόν σε αμηχανία, και ούτε μπορούσε να πιστέψει ότι ήταν απλός άνθρωπος εξαιτίας όσων είχαν ειπωθεί γι’ Αυτόν, ούτε πάλι να δεχτεί ότι ήταν Υιός του Θεού εξαιτίας της πείνας που έβλεπε. Γι’ αυτό, βρισκόμενος σε αμηχανία, άφησε αμφίβολες φωνές.

Και όπως ακριβώς πλησίασε τον Αδάμ στην αρχή και πλάθει τα μη όντα για να μάθει τα όντα, έτσι και εδώ, μη γνωρίζοντας σαφώς το απόρρητο μυστήριο της θείας οικονομίας και ποιος ακριβώς είναι ο παρών, επιχειρεί να πλέξει άλλα δίκτυα με τα οποία νόμιζε ότι θα μάθει το κρυμμένο και ασαφές. Και τι λέει; «Εάν είσαι Υιός του Θεού, πες να γίνουν αυτοί οι λίθοι άρτοι».

Δεν είπε «Επειδή πεινάς», αλλά «Εάν είσαι Υιός του Θεού»· νομίζοντας ότι θα Τον παρασύρει με τα εγκώμια. Γι’ αυτό και σίγησε την πείνα, ώστε να μην φανεί ότι Του το προφέρει για να Τον ελέγξει και να Τον κατηγορήσει. Διότι μη γνωρίζοντας το μέγεθος των οικονομουμένων, νόμιζε ότι αυτό ήταν γι’ Αυτόν αισχρό. Γι’ αυτό, κολακεύοντάς Τον υπούλως, θυμάται μόνο την αξία.

Τι λοιπόν ο Χριστός; Καθαίροντας τον τύφο του διαβόλου και δείχνοντας ότι το συμβάν δεν είναι άξιο αισχύνης ούτε ανάξιο της δικής Του σοφίας (πράγμα που εκείνος σιωπούσε κολακεύοντάς Τον), Αυτός το φέρνει στο μέσον και το θέτει λέγοντας: «Ουκ επ’ άρτω μόνω ζήσεται άνθρωπος». Από εκεί λοιπόν αρχίζει, από την ανάγκη της κοιλιάς. Εσύ όμως σκόπευσε τη δολιότητα του πονηρού εκείνου δαίμονα, και από πού αρχίζει τις παλαίστρες, και πώς δεν ξεχνά την τέχνη του. Από αυτά ακριβώς από τα οποία έδιωξε και τον πρώτο άνθρωπο και τον περιέβαλε σε άλλα κακά, από αυτά και εδώ πλέκει τον δόλο, εννοώ την ακρασία της κοιλιάς.

(…)

Τι λοιπόν ο μιαρός αυτός; Ηττημένος και μη μπορώντας να πείσει να κάνει το διατασσόμενο, και μάλιστα ενώ υπήρχε τόση πείνα, προχωρεί σε άλλο λέγοντας: «Εάν είσαι Υιός του Θεού, ρίξε τον εαυτό σου κάτω· γέγραπται γαρ: Ότι στους αγγέλους Του θα δώσει εντολή για σένα, και στα χέρια θα σε σηκώσουν».

Γιατί σε κάθε πειρασμό προσθέτει αυτό το «Εάν είσαι Υιός του Θεού»;

Ό,τι έκανε στους προηγούμενους, το ίδιο κάνει και τώρα. Όπως τότε δυσφήμησε τον Θεό λέγοντας «την ημέρα που θα φάτε θα ανοίξουν τα μάτια σας», θέλοντας να δείξει ότι εξαπατήθηκαν και απατήθηκαν και δεν ωφελήθηκαν σε τίποτε· έτσι και εδώ υπαινίσσεται το ίδιο λέγοντας ότι Εις μάτην σε κάλεσε Υιό, και σε εξαπάτησε με τη δωρεά· αφού αν δεν είναι έτσι, δώσε μας απόδειξη ότι είσαι από εκείνη τη δύναμη. Έπειτα, επειδή ο Χριστός του μίλησε από τις Γραφές, και αυτός φέρνει μαρτυρία από τον προφήτη.

Πώς λοιπόν ο Χριστός; Δεν αγανάκτησε, δεν παροξύνθηκε, αλλά με πολλή επιείκεια πάλι του μιλά από τις Γραφές λέγοντας: «Ουκ εκπειράσεις Κύριον τον Θεόν σου», διδάσκοντάς μας ότι κατά του διαβόλου δεν νικάμε με σημεία, αλλά με ανεξικακία και μακροθυμία, και ότι δεν πρέπει να πράττουμε τίποτε για επίδειξη και φιλοδοξία απλώς.

(…)

Αλλά ο Χριστός, ακόμα και μετά από όλα αυτά που ειπώθηκαν, δεν αποκαλύπτει ακόμα πλήρως τον εαυτό Του, αλλά συνομιλεί μαζί του ως άνθρωπος προς το παρόν. Το να πει «Ουκ επ’ άρτω μόνω ζήσεται άνθρωπος» και το «Ουκ εκπειράσεις Κύριον τον Θεόν σου» δεν ήταν πράξεις που αποκάλυπταν σαφώς ποιος είναι, αλλά δείχνουν ότι μιλούσε σαν ένας από τους πολλούς ανθρώπους. Μην απορείς όμως αν, ενώ συνομιλούσε με τον Χριστό, ο διάβολος ταραζόταν πολλές φορές. Όπως ακριβώς οι πυγμάχοι, όταν δέχονται καίριες πληγές, κυριολεκτικά λούζονται στο αίμα, σκοτεινιάζουν και περιφέρονται σαν μεθυσμένοι, έτσι και αυτός, χτυπημένος από την πρώτη και τη δεύτερη πληγή, λέει πια ό,τι του έρχεται στο στόμα χωρίς σκέψη· και προχωρά στην τρίτη επίθεση.

«Και αφού Τον ανέβασε σε ένα ψηλό όρος, Του έδειξε όλες τις βασιλείες και λέει: Όλα αυτά θα σου δώσω, εάν πέσεις και με προσκυνήσεις». Τότε του λέει: «Ύπαγε οπίσω μου, Σατανά· γέγραπται γαρ: Κύριον τον Θεόν σου προσκυνήσεις, και αυτώ μόνω λατρεύσεις».

Διότι πλέον ο διάβολος αμάρτανε εναντίον του Πατέρα, θεωρώντας ότι όλα όσα ανήκουν στον Πατέρα είναι δικά του, και προσπαθούσε να παρουσιάσει τον εαυτό του ως θεό και δημιουργό των πάντων. Τότε ο Χριστός τον επέπληξε, και ούτε τότε με σφοδρότητα, αλλά απλώς: «Ύπαγε, Σατανά»· πράγμα που ήταν περισσότερο εντολή παρά επίπληξη. Ταυτόχρονα του είπε «Ύπαγε» και τον έκανε να φύγει τρέχοντας· διότι δεν έφερε πια άλλους πειρασμούς.

Και πώς ο Λουκάς λέει ότι «συνετέλεσε πάντα πειρασμόν»; Σε μένα φαίνεται ότι, αφού ανέφερε τα κεφάλαια των πειρασμών, εννοεί ότι τα είπε όλα, καθώς και τα υπόλοιπα περιλαμβάνονται μέσα σε αυτά. Τα μύρια κακά που μας κυριεύουν είναι αυτά: η δουλεία στην κοιλιά, το να πράττει κανείς κάτι για κενοδοξία, και το να είναι υπόλογος στη μανία των χρημάτων.

Αυτό λοιπόν, επειδή το κατάλαβε και ο μιαρός αυτός, το ισχυρότερο από όλα το έβαλε τελευταίο: την επιθυμία του πλεονάσματος. Από την αρχή προσπαθούσε να οδηγήσει εκεί, αλλά το κράτησε για το τέλος, επειδή ήταν το δυνατότερο από τα άλλα. Πράγματι, αυτός είναι ο νόμος της πάλης του: ό,τι φαίνεται ότι θα υποσκελίσει περισσότερο, αυτό το φέρνει τελευταίο. Το ίδιο έκανε και με τον Ιώβ. Γι’ αυτό και εδώ, αφού άρχισε από αυτά που φαίνονται πιο ασήμαντα και πιο αδύναμα, προχωρά στο ισχυρότερο.

(…)

Και «ιδού άγγελοι προσήλθον και διηκόνουν αυτώ». Όταν γίνονταν οι επιθέσεις, δεν τους άφησε να φαίνονται, για να μην τρομάξει έτσι το θήραμα· αλλά αφού τον έλεγξε σε όλα και τον έκανε να φύγει τρέχοντας, τότε φάνηκαν εκείνοι· ώστε και εσύ να μάθεις ότι και εσένα, μετά τις νίκες εναντίον εκείνου, άγγελοι θα σε δεχτούν, χειροκροτώντας και δορυφορώντας σε όλα.

(…)

Κι αν εκείνος προβάλλει δόξα και εξουσία και άπειρο πλήθος χρημάτων και σου διατάζει να προσκυνήσεις, στάσου πάλι γενναία. Διότι ο διάβολος δεν έκανε αυτό μόνο στον κοινό Δεσπότη όλων μας, αλλά και κάθε μέρα, σε κάθε έναν από τους δούλους εκείνου, φέρνει αυτές τις μηχανές· όχι μόνο σε όρη και ερημιές, ούτε μόνο δι’ εαυτού, αλλά και σε πόλεις και αγορές και δικαστήρια και μέσω των συγγενών μας ανθρώπων.

Τι λοιπόν πρέπει να κάνουμε; Να μην τον πιστεύουμε καθόλου, να φράζουμε τα αυτιά μας, να μισούμε όποιον μας κολακεύει, και όταν υπόσχεται μεγαλύτερα, τότε να αποστρεφόμαστε ακόμα πιο πολύ. Επειδή και την Εύα, όταν την εξύψωσε περισσότερο με τις ελπίδες, τότε την έριξε κάτω και έκανε τα μεγαλύτερα κακά. Πράγματι, είναι αδιάλλακτος εχθρός και ανέλαβε πόλεμο χωρίς κήρυξη εναντίον μας. Και δεν σπουδάζουμε εμείς τόσο για τη σωτηρία μας, όσο εκείνος για την απώλειά μας.

Ας τον αποστρέφουμε λοιπόν, όχι μόνο με λόγια, αλλά και με έργα· όχι μόνο με τη διάνοια, αλλά και με τις πράξεις· και ας μην πράττουμε τίποτε από αυτά που εκείνος εγκρίνει, ώστε έτσι να πράττουμε όλα όσα εγκρίνει ο Θεός. Πράγματι, υπόσχεται πολλά, όχι για να δώσει, αλλά για να πάρει. Υπόσχεται με αρπαγή, για να στερήσει βασιλεία και δικαιοσύνη· και βάζει σαν παγίδες και θηλιές θησαυρούς στη γη, για να μας στερήσει και αυτούς και τους θησαυρούς στους ουρανούς, και θέλει να πλουτίζουμε εδώ, για να μην πλουτίσουμε εκεί.

Κι αν δεν μπορέσει με τον πλούτο να μας βγάλει από την εκεί κληρονομιά, έρχεται με άλλο δρόμο, αυτόν της πενίας, όπως έκανε με τον Ιώβ. Επειδή είδε ότι ο πλούτος δεν τον έβλαψε καθόλου, πλέκει δίκτυα με τη πενία, περιμένοντας να υπερνικήσει από εκεί· τι θα μπορούσε να είναι πιο ανόητο; Αυτός που μπόρεσε να υπομείνει τον πλούτο με σωφροσύνη, πολύ περισσότερο θα υπομείνει τη πενία με γενναιότητα· και αυτός που δεν επιθυμεί τα παρόντα χρήματα, ούτε θα ζητήσει όλα τα άλλα· όπως ακριβώς ο μακάριος εκείνος, που από τη πενία έγινε ακόμα πιο λαμπρός.

kuriosihsous

Τότε ἀνήχθη ὁ Ἰησοῦς εἰς τὴν ἔρημον
ὑπὸ τοῦ Πνεύματος πειρασθῆναι ὑπὸ τοῦ διαβόλου

Τότε· πότε; Μετὰ τὴν τοῦ Πνεύματος κάθοδον, μετὰ τὴν φωνὴν τὴν ἄνωθεν ἐνεχθεῖσαν καὶ λέγουσαν· «Οὗτός ἐστιν ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ ηὐδόκησα». Καὶ τὸ δὴ θαυμαστόν, ὅτι ὑπὸ τοῦ Πνεύματος τοῦ ἁγίου· τοῦτο γὰρ αὐτὸν ἀνάγειν ἐνταῦθα φησίν. Ἐπειδὴ γὰρ πάντα πρὸς διδασκαλίαν ἡμῶν ἔπραττε καὶ ὑπέμενε, ἀνέχεται καὶ τῆς ἐκεῖσε ἀναγωγῆς καὶ τῆς πρὸς τὸν διάβολον πάλης, ἵνα ἕκαστος τῶν βαπτιζομένων, εἰ μετὰ τὸ βάπτισμα μείζονας ὑπομείνειε πειρασμούς, μὴ ταράττηται, ὡς παρὰ προσδοκίαν τοῦ πράγματος γινομένου, ἀλλὰ μόνον γενναίως πάντα φέρων, ὡς κατὰ ἀκολουθίαν τούτου συμβαίνοντος.

Καὶ γὰρ διὰ τοῦτο ἔλαβες ὅπλα, οὐχ ἵνα ἀργῇς, ἀλλ’ ἵνα πολεμῇς. Διὰ τοῦτο οὐδὲ ἐπιόντας κωλύει τοὺς πειρασμοὺς ὁ Θεός· πρῶτον μὲν ἵνα μάθῃς ὅτι πολλῷ γέγονας ἰσχυρότερος· ἔπειτα ἵνα μένῃς μετριάζων, μηδὲ τῷ μεγέθει τῶν δωρεῶν ἐπαρθῇς, τῶν πειρασμῶν συστέλλειν σε δυναμένων· πρὸς τούτοις, ἵνα ὁ πονηρὸς δαίμων ἐκεῖνος, ὁ τέως ἀμφιβάλλων περὶ τῆς σῆς ἀποστάσεως, ἀπὸ τῆς βασάνου τῶν πειρασμῶν πληροφορηθῇ ὅτι τέλεον αὐτὸν ἐγκαταλιπὼν ἀπέστης· τέταρτον, ἵνα ἰσχυρότερος καὶ σιδήρου παντὸς εὐτονώτερος ταύτῃ κατασκευασθῇς· πέμπτον, ἵνα ἀπόδειξιν λάβῃς σαφῆ τῶν πιστευθέντων σοι θησαυρῶν. Οὐδὲ γὰρ ἂν ἀπῆλθεν ὁ διάβολος, εἰ μὴ σὲ ἐν μείζονι γεγονότα εἶδε τιμῇ.

Ἐντεῦθεν γοῦν καὶ ἐξ ἀρχῆς ἐπανέστη τῷ Ἀδάμ, ἐπειδὴ πολλῆς αὐτὸν εἶδεν ἀπολαύσαντα τῆς ἀξίας. Διὰ τοῦτο παρετάξατο πρὸς τὸν Ἰώβ, ἐπειδὴ στεφανούμενον αὐτὸν καὶ ἀνακηρυττόμενον ἐθεάσατο παρὰ τοῦ τῶν ὅλων Θεοῦ. Καὶ πῶς οὖν φησιν «Εὔχεσθε μὴ εἰσελθεῖν εἰς πειρασμόν»; Διὰ τοῦτο οὐκ ἀνιόντα αὐτὸν ἁπλῶς δείκνυσί σοι τὸν Ἰησοῦν, ἀλλ’ ἀναγόμενον κατὰ τὸν τῆς οἰκονομίας λόγον, αἰνιττόμενος διὰ τούτων ὅτι οὐκ αὐτοὺς ἐπιπηδᾶν χρή, ἀλλ’ ἑλκομένους ἑστάναι γενναίως. Καὶ ὅρα ποῦ λαβὼν αὐτὸν τὸ Πνεῦμα ἀνήγαγεν· οὐκ εἰς πόλιν καὶ ἀγοράν, ἀλλ’ εἰς ἔρημον. Ἐπειδὴ γὰρ τὸν διάβολον ἐπισπάσασθαι ἐβούλετο, οὐ διὰ τῆς πείνης μόνον, ἀλλὰ καὶ διὰ τοῦ τόπου δίδωσιν αὐτῷ λαβήν. Τότε γὰρ μάλιστα ἐπιτίθεται ὁ διάβολος, ὅταν ἴδῃ μεμονωμένους καὶ καθ’ ἑαυτοὺς ὄντας. Οὕτω καὶ τῇ γυναικὶ παρὰ τὴν ἀρχὴν ἐπέθετο, μόνην αὐτὴν ἀπολαβὼν καὶ τοῦ ἀνδρὸς χωρὶς οὖσαν εὑρών. Ὅταν μὲν γὰρ μεθ’ ἑτέρων ὄντας ἴδῃ καὶ συγκεκρατημένους, οὐχ ὁμοίως θαρρεῖ οὐδὲ ἐπεισί. Διὸ χρή, μάλιστα καὶ διὰ τοῦτο, μετ’ ἀλλήλων ἀγελάζεσθαι συνεχῶς, ὥστε μὴ εὐχειρώτους εἶναι τῷ διαβόλῳ.

Εὐρὼν τοίνυν αὐτὸν ἐν τῇ ἐρήμῳ, καὶ ἐρήμῳ ἀβάτῳ (ὅτι γὰρ τοιαύτη ἡ ἔρημος ἦν, ὁ Μάρκος ἐδήλωσεν εἰπών, ὅτι «Μετὰ τῶν θηρίων ἦν»), ὅρα μεθ’ ὅσης προσέρχεται κακουργίας καὶ πονηρίας καὶ ποῖον παρατηρεῖ καιρόν. Οὐδὲ γὰρ νηστεύοντι, ἀλλὰ πεινῶντι προσέρχεται· ἵνα σὺ μάθῃς, ἡλίκον ἡ νηστεία καλόν, καὶ πῶς ὅπλον ἐστὶ κατὰ τοῦ διαβόλου μέγιστον, καὶ ὅτι μετὰ τὸ λουτρὸν οὐ τρυφὴ καὶ μέθη καὶ τράπεζη πληθούσῃ, ἀλλὰ νηστείᾳ προσέχειν δεῖ. Διὰ γὰρ τοῦτο καὶ αὐτὸς ἐνήστευσεν, οὐκ αὐτὸς ταύτης δεόμενος, ἀλλ’ ἡμᾶς παιδεύων. Ἐπειδὴ γὰρ τὰ ἁμαρτήματα τὰ πρὸ τοῦ λουτροῦ τὸ γαστρὶ δουλεύειν εἰσήγαγεν· ὥσπερ ἂν εἴ τις νοσοῦντα ὑγιῆ ποιήσας, κελεύοι μὴ ποιεῖν ἐκεῖνα, ἐξ ὧν ἡ νόσος γέγονεν, οὕτω δὴ καὶ ἐνταῦθα καὶ αὐτὸς μετὰ τὸ λουτρὸν νηστείαν εἰσήγαγε. Καὶ γὰρ καὶ τὸν Ἀδὰμ ἡ ἀκρασία τῆς γαστρὸς ἐξέβαλε τοῦ παραδείσου, καὶ τὸν κατακλυσμὸν τὸν ἐπὶ τοῦ Νῶε αὕτη πεποίηκε, καὶ τοὺς Σοδόμων κεραυνοὺς αὕτη κατήγαγεν. Εἰ γὰρ καὶ πορνείας ἔγκλημα ἦν, ἀλλ’ ὅμως ἑκατέρας τῆς κολάσεως ἡ ῥίζα ἐντεῦθεν ἐφύη· ὅπερ καὶ ὁ Ἰεζεκιὴλ αἰνιττόμενος ἔλεγε· «Πλὴν τοῦτο τὸ ἀνόμημα Σοδόμων, ὅτι ἐν ὑπερηφανίᾳ καὶ ἐν πλησμονῇ ἄρτων, καὶ ἐν εὐθηνίαις ἐσπατάλων». Οὕτω καὶ οἱ Ἰουδαῖοι τὰ μέγιστα εἰργάσαντο κακά, ἀπὸ τῆς μέθης καὶ τῆς τρυφῆς ἐπὶ τὴν ἀνομίαν ἐξοκείλαντες. Διὰ δὴ τοῦτο καὶ αὐτὸς νηστεύει τεσσαράκοντα ἡμέρας, ἡμῖν τὰ φάρμακα τῆς σωτηρίας δεικνύς, καὶ οὐ προέρχεται περαιτέρω, ὥστε μὴ πάλιν τῇ ὑπερβολῇ τοῦ θαύματος ἀπιστηθῆναι τῆς οἰκονομίας τὴν ἀλήθειαν. Νῦν μὲν γὰρ οὐκ ἂν τοῦτο ἐγένετο, ἐπειδὴ καὶ Μωϋσῆς καὶ Ἠλίας προλαβόντες εἰς τοσοῦτον ἴσχυσαν ἐξελθεῖν μήκος, τῇ τοῦ Θεοῦ κραταιούμενοι δυνάμει. Εἰ δὲ περαιτέρω προέβη, πολλοῖς ἂν καὶ ἐντεῦθεν ἄπιστος ἔδοξεν εἶναι ἡ τῆς σαρκὸς ἀνάληψις.

Νηστεύσας τοίνυν τεσσαράκοντα ἡμέρας καὶ νύκτας τοσαύτας, «Ὕστερον ἐπείνασε»· λαβὴν αὐτῷ παρέχων εἰς τὸ προσελθεῖν, ἵνα συμπλακεὶς δείξῃ πῶς δεῖ περιγίνεσθαι καὶ νικᾶν. Οὕτω δὴ καὶ ἀθληταὶ ποιοῦσι· τοὺς γὰρ μαθητὰς τοὺς ἑαυτῶν διδάσκοντες περιγίνεσθαι καὶ νικᾶν, ἑκόντες ἐν ταῖς παλαίστραις συμπλέκονται ἑτέροις, ἐν τοῖς τῶν ἀντιπάλων σώμασι παρέχοντες τούτοις θεωρεῖν καὶ παιδεύεσθαι τῆς νίκης τὸν τρόπον.

Ὃ δὴ καὶ τότε ἐγένετο. Ἐπειδὴ γὰρ ἐβούλετο αὐτὸν ἐπισπάσασθαι εἰς τοῦτο, καὶ τὸ πεινῆν αὐτῷ κατάδηλον ἐποίησε, καὶ προσελθόντα ἐδέξατο, καὶ δεξάμενος, ἅπαξ καὶ δὶς καὶ τρὶς αὐτὸν κατέρραξε μετ’ εὐκολίας τῆς αὐτῷ προσηκούσης.

Ἀλλ’ ἵνα μὴ παρατρέχοντες τὰς νίκας ταύτας λυμαινώμεθα ὑμῶν τὴν ὠφέλειαν, ἀπὸ τῆς πρώτης ἀρξάμενοι προσβολῆς ἑκάστην μετὰ ἀκριβείας ἐξετάσωμεν.

Ἐπειδὴ γὰρ ἐπείνασε, φησί, «προσελθὼν ὁ πειράζων εἶπεν αὐτῷ· Εἰ Υἱὸς εἶ τοῦ Θεοῦ, εἰπὲ ἵνα οἱ λίθοι οὗτοι ἄρτοι γένωνται».

Ἐπειδὴ γὰρ ἤκουσε φωνῆς ἄνωθεν φερομένης καὶ λεγούσης· «Οὗτός ἐστιν ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός», ἤκουσε δὲ καὶ Ἰωάννου τοσαῦτα περὶ αὐτοῦ μαρτυροῦντος, εἶτα εἶδε πεινῶντα· ἐν ἀμηχανίᾳ λοιπὸν ἦν, καὶ οὔτε ὅτι ἄνθρωπος ἦν ψιλὸς πιστεῦσαι ἠδύνατο διὰ τὰ περὶ αὐτοῦ λεχθέντα, οὔδ’ αὖ πάλιν παραδέξασθαι ὅτι Υἱὸς ἦν τοῦ Θεοῦ διὰ τὸ βλέπειν αὐτὸν πεινῶντα. Ὅθεν ἐν ἀμηχανίᾳ γενόμενος ἀμφιβόλους ἀφίησι φωνάς.

Καὶ ὥσπερ τῷ Ἀδὰμ προσελθὼν παρὰ τὴν ἀρχὴν πλάττει τὰ μὴ ὄντα ἵνα μάθῃ τὰ ὄντα, οὕτω δὴ καὶ ἐνταῦθα, οὐκ εἰδὼς σαφῶς τὸ ἀπόρρητον τῆς οἰκονομίας μυστήριον καὶ τίς ποτέ ἐστιν ὁ παρών, ἕτερα ἐπιχειρεῖ πλέκειν δίκτυα δι’ ὧν ᾤετο εἴσεσθαι τὸ κεκρυμμένον καὶ ἀσαφές. Καὶ τί φησιν; «Εἰ Υἱὸς εἶ τοῦ Θεοῦ, εἰπὲ ἵνα οἱ λίθοι οὗτοι ἄρτοι γένωνται».

Οὐκ εἶπεν «Ἐπειδὴ πεινᾷς», ἀλλ’ «Εἰ Υἱὸς εἶ τοῦ Θεοῦ»· νομίζων ὑποκλέπτειν αὐτὸν τοῖς ἐγκωμίοις. Διὸ καὶ τὴν πεῖναν ἐσίγησεν, ἵνα μὴ δόξῃ προφέρειν αὐτῷ τοῦτο καὶ ὀνειδίζειν. Οὐ γὰρ εἰδὼς τῶν οἰκονομουμένων τὸ μέγεθος αἰσχρὸν αὐτῷ τοῦτο ἐνόμιζεν εἶναι. Διὸ κολακεύων αὐτὸν ὑπούλως τῆς ἀξίας μέμνηται μόνης.

Τί οὖν ὁ Χριστός; Τὸν τύφον αὐτοῦ καθαιρῶν καὶ δεικνὺς οὐκ αἰσχύνης ἄξιον ὂν τὸ συμβάν, οὐδὲ ἀνάξιον τῆς αὐτοῦ σοφίας (ὅπερ κολακεύων αὐτὸν ἐκεῖνος ἀπεσίγησε), τοῦτο εἰς μέσον αὐτὸς προφέρει καὶ τίθησι λέγων· «Οὐκ ἐπ’ ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ἄνθρωπος». Ὅθεν ἄρχεται ἀπὸ τῆς κατὰ τὴν γαστέρα ἀνάγκης. Σὺ δέ μοι σκόπει τοῦ πονηροῦ δαίμονος ἐκείνου τὴν κακουργίαν, καὶ πόθεν ἄρχεται τῶν παλαισμάτων, καὶ πῶς τῆς οἰκείας οὐκ ἐπιλανθάνεται τέχνης. Ἀφ’ ὧν γὰρ καὶ τὸν πρῶτον ἐξέβαλεν ἄνθρωπον καὶ ἑτέροις περιέβαλε κακοῖς, ἀπὸ τούτων καὶ ἐνταῦθα πλέκει τὸν δόλον, τῆς κατὰ τὴν γαστέρα ἀκρασίας λέγω.

(…)

Τί οὖν ὁ μιαρὸς οὗτος; Ἡττηθεὶς καὶ πεῖσαι μὴ δυνηθεὶς τὸ κελευόμενον ποιῆσαι, καὶ ταῦτα πείνης ἐπικειμένης τοσαύτης, ἐφ’ ἕτερον πρόεισι λέγων· «Εἰ Υἱὸς εἶ τοῦ Θεοῦ, βάλε σεαυτὸν κάτω· γέγραπται γάρ· Ὅτι τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ ἐντελεῖται περὶ σοῦ, καὶ ἐπὶ χειρῶν ἀροῦσί σε».

Γιατί σε κάθε πειρασμό προσθέτει αυτό το «Εἰ Υἱὸς εἶ τοῦ Θεοῦ»;

Ὅπερ ἐπὶ τῶν προτέρων ἐποίησε, τοῦτο καὶ νῦν ποιεῖ. Ὥσπερ γὰρ τότε διέβαλε τὸν Θεόν, λέγων ὅτι «ᾗ ἂν ἡμέρᾳ φάγητε, διανοιχθήσονται ὑμῶν οἱ ὀφθαλμοί»· διὰ τούτων δείξαι βουλόμενος ὅτι ἠπάτηνται καὶ παρελογίσθησαν καὶ οὐδὲν εἰσὶν εὐηργετημένοι· οὕτω δὴ καὶ ἐνταῦθα τὸ αὐτὸ τοῦτο αἰνίττεται λέγων ὅτι Εἰκῇ σε ἐκάλεσεν Υἱόν, καὶ ἠπάτησέ σε τῇ δωρεᾷ· ἐπεὶ εἰ μὴ τοῦτό ἐστι, παράσχου ἡμῖν ἀπόδειξιν τοῦ τῆς δυνάμεως εἶναι ἐκείνης. Εἶτα, ἐπειδὴ ἀπὸ Γραφῶν αὐτῷ διελέχθη, καὶ αὐτὸς τοῦ προφήτου παράγει μαρτυρίαν.

Πῶς οὖν ὁ Χριστός; Οὐκ ἠγανάκτησεν, οὐ παρωξύνθη, ἀλλὰ μετὰ πολλῆς τῆς ἐπιεικείας πάλιν ἀπὸ τῶν Γραφῶν αὐτῷ διαλέγεται λέγων· «Οὐκ ἐκπειράσεις Κύριον τὸν Θεόν σου», παιδεύων ἡμᾶς ὅτι τοῦ διαβόλου οὐ διὰ σημείων, ἀλλὰ δι’ ἀνεξικακίας καὶ μακροθυμίας περιγίνεσθαι χρή, καὶ μηδὲν πρὸς ἐπίδειξιν ποιεῖν καὶ φιλοτιμίαν ἁπλῶς.

(…)

Ἀλλ’ ὁ Χριστός, καὶ τούτων εἰρημένων, οὐδέπω ἑαυτὸν ἐκκαλύπτει, ἀλλ’ ὡς ἄνθρωπος τέως αὐτῷ διαλέγεται. Τὸ γὰρ εἰπεῖν «Οὐκ ἐπ’ ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ἄνθρωπος», καὶ τὸ «Οὐκ ἐκπειράσεις Κύριον τὸν Θεόν σου», οὐ σφόδρα ἑαυτὸν ἐκκαλύπτοντος ἦν, ἀλλ’ ἑνὸς τῶν πολλῶν δεικνύοντος. Μὴ θαυμάσῃς δέ, εἰ τῷ Χριστῷ διαλεγόμενος περιτρέπεται πολλάκις. Καθάπερ γὰρ οἱ πυκτεύοντες, ὅταν καίριας δέξωνται πληγάς, αἱματί περιρρεόμενοι πολλῷ καὶ σκοτούμενοι περιφέρονται· οὕτω δὴ καὶ αὐτὸς ἀπὸ τῆς προτέρας καὶ δευτέρας πληγῆς σκοτωθεὶς ἁπλῶς τὰ ἐπιόντα φθέγγεται· καὶ πρόεισιν ἐπὶ τὴν τρίτην προσβολήν.

«Καὶ ἀναγαγὼν αὐτὸν εἰς ὄρος ὑψηλὸν δείκνυσιν αὐτῷ πάσας τὰς βασιλείας καὶ φησί· Πάντα σοι ταῦτα δώσω, ἐὰν πεσὼν προσκυνήσῃς μοι». Τότε λέγει αὐτῷ· «Ὕπαγε ὀπίσω μου, Σατανᾶ· γέγραπται γάρ· Κύριον τὸν Θεόν σου προσκυνήσεις, καὶ αὐτῷ μόνω λατρεύσεις».

Ἐπειδὴ γὰρ λοιπὸν εἰς τὸν Πατέρα ἥμαρτανε, τὰ ἐκείνου πάντα αὐτοῦ λόγον εἶναι, καὶ θεὸν ἐσπούδαζεν ἑαυτὸν ἀποφῆναι ὡς δημιουργὸν τοῦ παντός, τότε ἐπετίμησε καὶ οὐδὲ τότε μετὰ σφοδρότητος, ἀλλ’ ἁπλῶς· «Ὕπαγε, Σατανᾶ»· ὅπερ καὶ πρόσταγμα μᾶλλον ἦν ἢ ἐπιτίμησις. Ὁμοῦ τε γὰρ εἶπεν αὐτῷ «Ὕπαγε», καὶ δραπετεῦσαι αὐτὸν ἐποίησεν· οὐ γὰρ ἑτέρους πειρασμοὺς προσήγαγε.

Καὶ πῶς ὁ Λουκᾶς φησίν, ὅτι πάντα συνετέλεσε πειρασμόν; Ἐμοὶ δοκεῖ τὰ κεφάλαια τῶν πειρασμῶν εἰπών, πάντα εἰρηκέναι, ὡς καὶ τῶν ἄλλων ἐν τούτοις περιειλημμένων. Τὰ γὰρ μυρία συνέχοντα κακά, ταῦτά ἐστι· τὸ γαστρὶ δουλεύειν, τὸ πρὸς κενοδοξίαν τι ποιεῖν, τὸ μανίᾳ χρημάτων ὑπεύθυνον εἶναι.

Ὅπερ οὖν καὶ ὁ μιαρὸς οὗτος συνιδών, τὸ πάντων ἰσχυρότερον ὕστερον τέθεικε, τὴν τοῦ πλείονος ἐπιθυμίαν, ἄνωθεν μὲν καὶ ἐξ ἀρχῆς ὠδίνων ἐλθεῖν ἐπὶ τοῦτο, ἔσχατον δὲ τοῦτο τηρῶν, ὡς τῶν ἄλλων δυνατώτερον ὄν. Καὶ γὰρ οὗτος αὐτοῦ τῆς πάλης ὁ νόμος, τὰ δοκοῦντα μᾶλλον ὑποσκελίζειν, ταῦτα ἔσχατα προσάγειν. Ὅπερ καὶ ἐπὶ τοῦ Ἰὼβ ἐποίησε. Διὸ δὴ καὶ ἐνταῦθα ἀπὸ τῶν δοκούντων εἶναι εὐτελεστέρων καὶ ἀσθενεστέρων ἀρξάμενος, ἐπὶ τὸ ἰσχυρότερον πρόεισι.

(…)

Καὶ «ἰδοὺ ἄγγελοι προσῆλθον καὶ διηκόνουν αὐτῷ». Ἡνίκα γὰρ τὰ τῆς προσβολῆς ἐγίνετο, οὐκ εἴασεν αὐτοὺς φαίνεσθαι, ὥστε μὴ ταύτῃ σοβῆσαι τὴν ἄγραν· ἐπειδὴ δὲ αὐτὸν ἐν ἅπασιν ἤλεγξε καὶ δραπετεῦσαι παρεσκεύασε, τότε φαίνονται ἐκεῖνοι· ἵνα καὶ σὺ μάθῃς, ὅτι καὶ σὲ μετὰ τὰς κατ’ ἐκεῖνον νίκας ἄγγελοι δέξονται, κροτοῦντες καὶ δορυφοροῦντες ἐν ἅπασιν.

(…)

Κἂν ἐκεῖνος δόξαν καὶ δυναστείαν προβαλλόμενος καὶ χρημάτων πλῆθος ἄπειρον, κελεύῃ προσκυνεῖν, στῆθι πάλιν γενναίως. Οὐδὲ γὰρ ἐπὶ τοῦ κοινοῦ Δεσπότου πάντων ἡμῶν τοῦτο πεποίηκεν ὁ διάβολος μόνον, ἀλλὰ καὶ καθ’ ἑκάστην ἡμέραν ἐφ’ ἑκάστου τῶν ἐκείνου δούλων ταύτας προσάγει τὰς μηχανάς· οὐκ ἐν ὄρεσι μόνον καὶ ἐν ἐρημίαις, οὐδὲ δι’ ἑαυτοῦ, ἀλλὰ καὶ ἐν πόλεσι καὶ ἐν ἀγοραῖς καὶ ἐν δικαστηρίοις καὶ διὰ τῶν συγγενῶν ἡμῖν ἀνθρώπων.

Τί οὖν δεῖ ποιεῖν; Ἀπιστεῖν αὐτῷ καθόλου καὶ τὰς ἀκοὰς ἀποφράττειν καὶ κολακεύοντα μισεῖν, καὶ ὅταν μείζονα ἐπαγγέλληται, τότε μειζόνως ἀποστρέφεσθαι. Ἐπεὶ καὶ τὴν Εὔαν, ὅτε μάλιστα ἐπῆρε ταῖς ἐλπίσι, τότε κατέβαλε καὶ τὰ μέγιστα εἰργάσατο κακά. Καὶ γὰρ ἐχθρὸς ἐστιν ἄσπονδος καὶ πόλεμον ἀκήρυκτον ἀνεδέξατο πρὸς ἡμᾶς. Καὶ οὐχ οὕτως ἡμεῖς σπουδάζομεν ὑπὲρ τῆς ἑαυτῶν σωτηρίας, ὡς ἐκεῖνος ὑπὲρ τῆς ἀπωλείας τῆς ἡμετέρας.

Ἀποστρεφώμεθα τοίνυν αὐτόν, μὴ ῥήμασι μόνον, ἀλλὰ καὶ ἔργοις· μὴ διανοίᾳ, ἀλλὰ καὶ πράξεσι· καὶ μηδὲν ποιῶμεν τῶν ἐκείνῳ δοκούντων, οὕτω γὰρ πάντα ποιήσομεν τὰ τῷ Θεῷ δοκοῦντα. Καὶ γὰρ καὶ ἐπαγγέλλεται πολλά, οὐχ ἵνα δῷ, ἀλλ’ ἵνα λάβῃ. Ἐπαγγέλλεται ἐξ ἁρπαγῆς, ἵνα ἀφέληται βασιλείαν καὶ δικαιοσύνην· καὶ τίθησιν ὥσπερ τινὰς παγίδας καὶ θήρατρα θησαυροὺς ἐν τῇ γῇ, ἵνα καὶ τούτων καὶ τῶν ἐν τοῖς οὐρανοῖς ἀποστερήσῃ θησαυρῶν, καὶ βούλεται ἐνταῦθα πλουτεῖν, ἵνα μὴ πλουτήσωμεν ἐκεῖ.

Κἂν μὴ δυνηθῇ διὰ πλούτου τῆς ἐκεῖ λήξεως ἡμᾶς ἐκβαλεῖν, ἑτέραν ἔρχεται τὴν διὰ τῆς πενίας ὁδόν, ὅπερ ἐπὶ τοῦ Ἰὼβ πεποίηκεν. Ἐπειδὴ γὰρ εἶδεν ὅτι οὐδὲν αὐτὸν ὁ πλοῦτος ἠδίκησε, διὰ τῆς πενίας πλέκει τὰ δίκτυα, ἐκεῖθεν αὐτοῦ περιέσεσθαι προσδοκῶν· οὐ τί γένοιτ’ ἂν ἀνοητότερον; Ὁ γὰρ πλοῦτον δυνηθεὶς ἐνεγκεῖν σωφρόνως, πολλῷ μᾶλλον πενίαν οἴσει γενναίως· καὶ ὁ τῶν παρόντων οὐκ ἐπιθυμῶν χρημάτων, οὐδὲ ἀπάντων ζητήσει· ὥσπερ οὖν οὐδὲ ὁ μακάριος τότε ἐκεῖνος, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς πενίας λαμπρότερος ἐγίνετο πάλιν.

 

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΜΙΛΙΑ ΙΓ΄  ΕΙΣ ΤΟ ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ

ΠΗΓΗ ΑΡΧΑΙΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ: Ε.Π.Ε 36 – ΑΠΟΔΟΣΗ ΣΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ: Ι.Ν.ΑΓΙΩΝ ΤΑΞΙΑΡΧΩΝ ΙΣΤΙΑΙΑΣ