Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2026

Ἁμαρτια & μετανοια

++

Εὐαγγέλια νέα σειρὰ
Περίοδος Δ΄ – Ἔτος ΚΓ΄
Φλώρινα – ἀριθμ. φύλλου 1222(2)
Κυριακὴ μετὰ τὰ Φῶτα (Ματθ. 4,12-17)
Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου Καντιώτου

Πέρασαν, ἀγαπητοί μου, οἱ μεγάλες γιορτές· ἂς ἔχῃ δόξα ὁ Θεός. Ἡ τελευταία ἦ­ταν ἡ ἑορτὴ τῶν Φώτων, ποὺ εἴδαμε τὸ Χριστὸ νὰ βαπτίζεται στὸν Ἰορδάνη ποταμό, κ᾿ ἐκεῖ νὰ φανερώνεται τὸ μεγαλύτερο μυστήριο τοῦ κόσμου. Εἶπα τὸ μεγαλύτερο, διότι ὅλος ὁ κό­σμος, ὑλικὸς καὶ πνευματικός, εἶνε γεμᾶτος μυστήρια· κολυμποῦμε σὲ μυστήρια.

Ὁ ἄνθρωπος παραδείγματος χάριν, καὶ ὡς σῶμα ἀκόμα, εἶνε ἕνα μεγάλο μυστήριο. Κ᾿ ἕ­να κύτταρο, ἀπὸ τὰ ἑκατομμύρια καὶ δισεκατομμύρια κύτταρα ποὺ ἀπαρτίζουν τὸν ἀνθρώ­πινο ὀργανισμό, εἶνε ἕνα μυστήριο, ποὺ μέχρι σήμερα ἡ ἐπιστήμη δὲν μπορεῖ νὰ τὸ ἐξιχνι­άσῃ πλήρως. Κι ἂν ὁ ἄνθρωπος εἶνε μυστήριο, ἀπείρως μεγαλύτερο μυστήριο εἶνε ὁ Θεός, ὁ δημιουργὸς τοῦ παντός. Προκαλεῖ τὸν ἴλιγγο κάθε ἀνθρώπου, καὶ τοῦ μεγαλυτέρου ἀκόμα φιλοσόφου καὶ θεολόγου. Ἂν μπορῇ σ᾿ ἕνα ποτήρι νὰ χωρέσῃ ὁ Ἀτλαντικὸς ὠκεανός, τότε καὶ στὴ διάνοια τοῦ ἀνθρώπου θὰ μπορέσῃ νὰ χωρέσῃ τὸ μέγα μυστήριο τοῦ Θεοῦ.
Ὁ Θεὸς ποὺ πιστεύουμε ἐμεῖς οἱ Χριστιανοὶ διαφέρει ἀπὸ ὅλους τοὺς θεοὺς ποὺ λάτρευσαν καὶ λατρεύουν τὰ ἔθνη. Εἶνε ὁ ἐν Τρι­άδι Θεός, ὁ τρισυπόστατος, ἡ ἁγία Τριάς, Πα­τὴρ Υἱὸς καὶ ἅγιον Πνεῦμα. Ἂς κλίνουμε εὐ­λαβῶς τὸ γόνυ ἐνώπιον αὐτοῦ καὶ ἂς ποῦμε· Ἁγία Τριάς, Πάτερ Υἱὲ καὶ Πνεῦμα, ἐλέησον τὸν κόσμον κ᾿ ἐμᾶς τοὺς ἁμαρτωλούς!

* * *

Στὸν Ἰορδάνη, λοιπόν, φανερώθηκε τὸ μυστήριο τῆς ἁγίας Τριάδος ὅταν βαπτίσθηκε ὁ Χριστός. Καὶ μετά; Μετὰ ποῦ πῆγε ὁ Χριστός; Τὸ λέει τὸ εὐαγγέλιο σήμερα (βλ. Ματθ. 4,12-17). Ὅ­πως στὴν περιφέρειά μας ὑπάρχει ἡ λίμνη Μεγάλη Πρέσπα, ἔτσι στοὺς Ἁγίους Τόπους ὑπάρχει μιὰ λίμνη διπλάσια καὶ τριπλάσια ποὺ ὀνομάζεται λίμνη ἢ θάλασσα τῆς Γαλιλαίας ἢ τῆς Τιβεριάδος καὶ ὑπάρχει μέχρι σήμερα. Στὴ λίμνη αὐτὴ πέφτουν τὰ νερὰ τοῦ ποταμοῦ Ἰορδάνου. Στὶς ὄχθες της τὴν ἐποχὴ τοῦ Χριστοῦ ὑπῆρχαν πολλὰ μικρὰ χωριά, ὅπου κατοικοῦ­σαν φτωχοὶ ἐργατικοὶ ψαρᾶδες. Αὐτοὶ δούλευ­αν τὴ νύχτα γιὰ νὰ πιάσουν ψάρια, νὰ τὰ πουλή­σουν καὶ νὰ ζήσουν τὶς οἰκογένειές τους.
Ἐκεῖ λοιπὸν πῆγε ὁ Χριστός, γιὰ νὰ διαλέ­ξῃ τοὺς μαθητάς του. Οὔτε στὴν Ἀθήνα τῶν φιλοσόφων, οὔτε στὴ Ῥώμη τῶν στρατηγῶν καὶ αὐτοκρατόρων. Ὤ ἡ θρησκεία μας τί μεγαλεῖο ἔχει – πότε θὰ τὴν καταλάβουμε! Λένε καὶ λένε σήμερα, ὅτι τάχατες ἀγαποῦν τοὺς ἐρ­γά­τες, τοὺς ἀγρότες, τοὺς φτωχούς. Ἀλλ᾿ αὐτὰ μόνο στὰ λόγια, ἐνῷ ζοῦν μιὰ ζωὴ πολυτελέστατη. Ὁ Χριστὸς δὲν ἦταν ἔτσι. Δὲν πῆρε γιὰ τὸ ἔργο του σοφοὺς καὶ δυνατοὺς τῆς ἐ­ποχῆς· πῆρε ψαρᾶδες. Πῆγε κ᾿ ἐγκαταστάθη­κε ἐκεῖ, στὴν «Καπερναοὺμ τὴν παραθαλασσίαν» (Ματθ. 4,13). Ἀπὸ ᾿κεῖ ἄρχισε νὰ κηρύττῃ.
Πόσο θὰ θέλαμε κ᾿ ἐμεῖς, θὰ πῆτε, νὰ ζούσαμε τότε ἐκεῖ μαζὶ μὲ τοὺς ψαρᾶδες, νὰ βλέπαμε τὸ Χριστὸ μὲ τὰ μάτια μας καὶ ν᾿ ἀκούγαμε τὴ φωνή του!… Ἀλλ᾿ ἂς μὴ λυπώμαστε. Καὶ σήμερα μποροῦμε ν᾿ ἀκούσουμε τὸ Χριστό. Πῶς; Εὔκολο εἶνε. Πάρε τὸ Εὐαγγέλιο, ἄνοιξε καὶ διάβασέ το μὲ πίστι, καὶ θ᾿ ἀκούσῃς τὴ φω­νὴ τοῦ Χριστοῦ νὰ σοῦ μιλάῃ ὅπως ἀκριβῶς μιλοῦσε στοὺς ψαρᾶδες τῆς Γαλιλαίας. Ναί, μποροῦμε καὶ τώρα νὰ δοῦμε τὸ Χριστό. Ποῦ; Στὴν ἐκκλησία. Δὲν εἶνε ψέμα αὐτό. Στὰ παλαι­ότερα χρόνια, ποὺ οἱ ἄνθρωποι πίστευαν, ἔμ­παιναν στὴν ἐκκλησία καὶ παρακολουθοῦσαν τὰ τελούμενα ὄχι ψυχρὰ ἀλλὰ μὲ καρδιὰ θερμή. Διαβάζουμε στοὺς βίους τῶν ἁγίων, ὅτι ἔ­βλεπαν τὸν ἱερέα ὡς ἄγγελο· γι᾿ αὐτοὺς τὸ στό­μα τοῦ ἱερέως ἦταν στόμα Χριστοῦ καὶ ἡ γλῶσ­σα τοῦ ἱερέως γλῶσσα Χριστοῦ.
Ἔχει τώρα μεγάλο ἐνδιαφέρον νὰ μάθουμε, ποιά ἦταν ἡ πρώτη λέξι ποὺ εἶπε ὁ Χριστὸς ὅταν ἄρχισε τὸ κήρυγμά του. Ξέρουμε ἀ­πὸ τὸ Εὐαγγέλιο, ὅτι ἡ τελευταία λέξι μὲ τὴν ὁποία σφράγισε τὸ πανάγιο στόμα του ἦταν τὸ «Τετέλεσται» (Ἰω. 19,30)· ἀλλὰ ἡ πρώτη λέξι του ποιά ἦταν; Ἂν μποροῦσε νὰ τὴ νιώσῃ καὶ νὰ τὴ ζήσῃ ὁ κόσμος, ἡ γῆ θὰ γινόταν παράδεισος. Δυστυχῶς δὲν τὴ νιώθουμε. Χρειάζεται φωτισμὸς τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Ἡ πρώτη λέξι του ἦταν «Μετανοεῖτε» (Ματθ. 4,17).
Τί θὰ πῇ «Μετανοεῖτε»; Ἀλλαγή, ἀλλάξτε. Τί ν᾿ ἀλλάξετε, κουστούμι; Ἀλλάζεις κουστού­μια· μὰ ὅσα καὶ ν᾿ ἀλλάξῃς, ὁ ἴδιος εἶσαι. «Ἄλ­λαξε ὁ Μανωλιός, κ᾿ ἔβαλε τὰ ῥοῦχα του ἀλ­λιῶς». Δὲν ἀλλάζει ἔτσι ὁ ἄνθρωπος· αὐτὴ εἶ­νε ἐπιφανειακὴ ἀλλαγή. Ἡ ἀλλαγὴ ποὺ ζητάει ὁ Χριστὸς δὲν εἶνε ἐξωτερική· δὲν εἶνε αὐ­τὸ ποὺ ἔκανε καὶ κάποιος δικτάτορας. Σήμερα, λέει, φορῶ μαύρη γραβάτα, αὔριο φορῶ κόκ­κινη γραβάτα… Αὐτὰ εἶνε ἐπιπόλαιες ἀλ­λαγές, δὲν ἀγγίζουν τὸ βάθος τῆς ἀνθρώπινης ὑπάρξεως. Ὁ Χριστὸς ζητάει ἀλλαγὴ ποὺ φτάνει στὰ βάθη τῆς καρδιᾶς, προκαλεῖ ἐπανάστασι καὶ δημιουργεῖ τὸ νέο ἄνθρωπο, τὸν Χριστιανό, τὴν «καινὴν κτίσιν» ποὺ λέει ὁ ἀ­πό­στολος Παῦλος (Β΄ Κορ. 5,17. Γαλ. 6,15).

* * *

«Μετανοεῖτε», ἀλλάξτε τρόπο ζωῆς. Γιατί τὸ λέει αὐτὸ ὁ Χριστός; Διότι ὅπου καὶ ἂν κατοικοῦμε καὶ σὲ ὁποιαδήποτε ἐποχὴ καὶ ἂν ζοῦμε, ὅλοι εἴμαστε ἁμαρτωλοί.
Τί θὰ πῇ ἁμαρτωλοί; Ἁμαρτωλὸς λέγεται αὐτὸς ποὺ δὲν ἀκούει τὴ φωνὴ τῆς συνειδήσεως, ἡ ὁποία σὰν εἰσαγγελέας λαλεῖ στὰ βάθη τῆς καρδιᾶς καὶ λέει· «Πρόσεχε, ἄνθρωπε!». Ἁμαρτωλὸς εἶνε αὐτὸς ποὺ παραβαίνει ὄχι μό­νο τὸν ἄγραφο νόμο τῆς συνειδήσεως ἀλλὰ καὶ τὸν γραπτὸ νόμο, τὸν Δεκάλογο τῆς Παλαι­ᾶς Διαθήκης, κι ἀκόμη περισσότερο τὴ διδασκαλία τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ποὺ εἶνε τὸ ἄκρον ἄωτον τῆς τελειότητος.
Καὶ ἁμαρτάνουμε, ἀγαπητοί μου, τόσες φορές! Ἁμαρτάνουμε μὲ τὸ κορμί. Μερικοί, θι­α­σῶτες τῆς ἀπόλυτης ἐλευθερίας, λένε τώρα καὶ γράφουν ἀναιδέστατα· «Τὸ κορμί μου τὸ κάνω ὅ,τι θέλω». Λάθος κάνεις· τὸ κορμὶ εἶνε ἀ­ριστούργημα – δῶρο τοῦ Θεοῦ. Ὅπως δὲν ἐ­πιτρέπεται νὰ πάρῃς σφυρὶ καὶ νὰ κάνῃς θρύψαλα ἕνα ἄγαλμα γιατὶ θὰ συλληφθῇς, ἔτσι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ φθείρῃς τὸ σῶμα· σοῦ τὸ ἔ­δωσε ὁ Θεὸς γιὰ ἕνα μεγάλο προορισμό.
Ἁμαρτάνουμε μὲ τὸ σῶμα, μὲ ὅλα τὰ μέλη του. Ἁμαρτάνουμε μὲ τὸ χέρι, τὸ τέλειο αὐτὸ ἐργαλεῖο. Μᾶς τό ᾿δωσε ὁ Θεὸς γιὰ νὰ κάνου­με τὸ καλό, κ᾿ ἐμεῖς κάνουμε τὸ κακό. Ἁμαρτά­νουμε μὲ τὰ πόδια. Μᾶς τά ᾿δωσε ὁ Θεὸς γιὰ νὰ τρέχουμε στὴν ἐκκλησία, καὶ οἱ πιὸ πολλοὶ τρέχουν ἐκεῖ ποὺ εἶνε ὁ διάβολος. Ἁ­μαρτάνουμε ἀκόμα πιὸ πολὺ μὲ τὰ μάτια. Μᾶς τά ᾿δωσε ὁ Θεὸς γιὰ νὰ βλέπουμε τὰ ἔργα του καὶ νὰ τὸν δοξάζουμε, καὶ δυστυχῶς τὰ μάτια γίνονται αἰτία νὰ κολαζώμαστε. Εἶπα καὶ φώναξα ἀλλὰ εἰς ὦτα μὴ ἀκουόντων· «Κλεῖστε τὶς τηλεοράσεις!», ἁμαρτάνεις τὴν ὥρα ποὺ βλέπεις τὰ γυμνά. Ἁμαρτάνουμε μὲ τὰ αὐτιά, ἁ­μαρ­τάνουμε μὲ τὴ γλῶσσα, ποὺ «κόκκαλα δὲν ἔχει καὶ κόκκαλα τσακίζει». Ἁμαρτάνουμε μὲ τὸ μυα­λό. Πέστε μου τί σκέπτεστε νὰ σᾶς πῶ τί εἶστε. Ἁμαρτάνουμε τὴν ἡμέρα, τὴ νύχτα, τὰ μεσάνυχτα. Ἁμαρτάνουμε στὸ δρόμο, στὰ αὐτοκίνητα, στὰ πλοῖα, στὰ τραῖνα, στὰ ἀερο­πλάνα. Ἁμαρτάνομε δυστυχῶς καὶ μέσα στὸ ναό!
«Ἁμαρτιῶν μου τὰ πλήθη… τίς ἐξιχνιάσει, ψυχοσῶστα Σωτήρ μου;» ἔγραψε ἡ Κασσιανή. Ἀμέτρητα τὰ ἁμαρτήματά μας. Κ᾿ εἶνε ἐξοργιστικὸ ν᾿ ἀκοῦς κάποιον νὰ λέῃ «Ἐγὼ δὲν ἔ­χω κάνει τίποτε». Αὐτὸς δὲν ἐξέτασε ποτέ τὸν ἑαυτό του, δὲν ἔχει τὸ «γνῶθι σαυτόν».

* * *

Ἁμαρτάνουμε. Λοιπὸν τί πρέπει νὰ γίνῃ; Ὁ Θεὸς τὰ ξέρει ὅλα αὐτά. «Ὑπάρχει ἕνα μάτι ποὺ τὰ βλέπει ὅλα, ἕνα αὐτὶ ποὺ τ᾿ ἀκούει ὅ­λα, κ᾿ ἕνα χέρι ποὺ τὰ γράφει ὅλα». Μακροθυ­μεῖ ὁ Θεός. Καὶ ἐνῷ μπορεῖ νὰ μᾶς τιμωρήσῃ, δείχνει ἔλεος. «Παράτεινον τὸ ἔλεός σου τοῖς γινώσκουσί σε» (Δοξολ.)· δός μας, Κύριε, παράτα­σι, γιὰ νὰ μετανοήσουμε, ν᾿ ἀλλάξουμε σκέψι καὶ ζωή.
Μετανοοῦμε; Στὰ παλιὰ τὰ χρόνια, ἀγαπητοί μου, οἱ ἄνθρωποι εἶχαν μετάνοια. Ἁμαρτωλοὶ ἦταν, ἀλλὰ μετανοοῦσαν. Τώρα, χίλια κη­ρύγματα ν᾿ ἀκούσουν, χίλια θαύματα νὰ δοῦν, ὁ Χριστὸς ὁ ἴδιος νά ᾿ρθῃ στὴ γῆ, τίποτα!… Ἀναίσθητος, ἀμετανόητος ὁ ἄνθρωπος.
Ἀδελφοί μου, τελείωσα. Δὲν θὰ μᾶς δικάσῃ ὁ Θεὸς γιατὶ ἁμαρτάνουμε· θὰ μᾶς δικάσῃ δι­ότι δὲν μετανοοῦμε. Τὸ ἁμαρτάνειν εἶνε ἀν­θρώπινο, τὸ ἐμμένειν στὴν ἁμαρτία εἶνε σατανικό.
Ἐὰν μετανοήσουμε πραγματικά, τότε ὁ τόπος μας θὰ γίνῃ παράδεισος. Δὲν μετανοοῦ­με; τότε οὐαὶ καὶ ἀλλοίμονό μας.
Παρακαλῶ τὸ Θεὸ ἐγὼ ὁ ἁμαρτωλὸς ἐπίσκο­πος, τώρα ποὺ εἴμαστε στὴν ἀρχὴ τοῦ ἔ­τους, νὰ μᾶς δώσῃ μετάνοια. Ἂς παρακαλέσουμε ὅλοι τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο, νὰ σταλάξῃ στὴν καρ­διά μας μιὰ σταλαγματιὰ μετανοίας, νὰ ἐννοήσουμε τὸ σκοπό μας, ὥστε πρὶν τὸ τέλος μας νὰ ποῦμε κ᾿ ἐμεῖς «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅ­ταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου» (Λουκ. 23,42).

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Παντελεήμονος Φλωρίνης τὴν 10-1-1982. Καταγραφὴ καὶ σύν­τμησις 8-1-2006, ἐπανέκδοσις 21-12-2025.