Τετάρτη 17 Απριλίου 2024

Μεγας Κανων - Τὸ ποιημα του ἁγ. Ἀνδρεα Κρητης

αμελεια Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ

Περίοδος Δ΄ – Ἔτος ΙΗ΄
Φλώρινα – ἀριθμ. φύλλου 765(2)

Ομιλία Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου Καντιώτου

Τί εἶνε, ἀγαπητοί μου, ὁ Μέγας Κανών, ποὺ ψάλλει σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας; Εἶνε μιὰ ἀνθοδέσμη ἀπὸ λουλούδια ἀθάνατα τοῦ ἁγίου Πνεύματος, λουλούδια τῆς ἐκκλησιαστι­κῆς ποιήσεως τῶν βυζαντινῶν μας χρόνων.

Κάθε κανόνας εἶνε μιὰ ποιητικὴ συλλογὴ ἀπὸ τροπάρια. Ἀλλὰ ὁ σημερινὸς κανόνας ὀ­νομάζεται Μέγας Κανών. Γιατί; Διότι διαφέρει ἀπὸ τοὺς ἄλλους κανόνες ὡς πρὸς τὸν ἀ­ρι­θμὸ τῶν τροπαρίων. Ἐνῷ οἱ ἄλλοι κανόνες φτάνουν τὰ 30 τροπάρια, αὐτὸς ἔχει 250 τροπάρια!

Ὡς πρὸς τὸ περιεχόμενο ὁ Μέγας Κανὼν εἶνε ἕνας θρῆνος. Τίνος θρῆνος; Ἑνὸς ἁμαρτωλοῦ. Ποιός ἔγραψε τὸν θρῆνο αὐτόν; Ἕ­νας ἅγιος. Ἅγιος καὶ ἁμαρτωλὸς πῶς γίνεται; θὰ πῆτε. Ὅσο προχωρεῖ κανεὶς στὴν ἁγιότητα, τόσο περισσότερο αἰσθάνεται τὴν ἁμαρτωλότητά του· καὶ ὅσο προχωρεῖ στὸ κακό, τόσο ἀποκτᾷ μία ἀσυνειδησία, μία πώρωσι.

Ποιητὴς τοῦ Μεγάλου Κανόνος εἶνε ὁ ἅγι­ος Ἀνδρέας, ποὺ ὑπηρετοῦσε στὰ Ἰεροσόλυμα καὶ ἔγινε διάκονος στὴν Κωνσταντινούπολι. Ἀπὸ ᾿κεῖ ἡ Ἐκκλησία, γιὰ τὴν ἀρετὴ καὶ τὴ μόρφωσί του, τὸν ἔκανε ἐπίσκοπο στὴν Κρήτη· γι᾿ αὐτὸ λέγεται Ἀνδρέας Κρήτης.

* * *

Αὐτὸς λοιπὸν θρηνεῖ. Καὶ ἀρχίζει λέγον­τας· «Πόθεν ἄρξομαι θρηνεῖν τὰς τοῦ ἀθλίου μου βίου πράξεις;». Ἀπὸ ποῦ ν᾿ ἀρχίσω; λέει· οἱ ἁμαρτίες μου εἶνε ἀμέτρητες. Καὶ ὅπως στὸ σπίτι ἔχουμε καθρέφτη καὶ βλέπουμε τὴ μορφή μας, ἔτσι καὶ ὁ ἅγιος ἔβλεπε τὸν ἑαυτό του σὲ ἕναν ἄλλο καθρέφτη. Ὁ δὲ καθρέφτης αὐτὸς εἶνε ἡ ἁγία Γραφή.

Μέσα στὴν ἁγία Γραφὴ ἔβλεπε τὴν ψυχή του ὁ ἅγιος Ἀνδρέας καθημερινῶς. Ἐκεῖ ἔ­βλε­πε ἁγίους, ἔβλεπε τὰ παραδείγματά τους. Ἡ Γραφή, Παλαιὰ καὶ Καινὴ Διαθήκη, ἔχει πολλὰ παραδείγματα. Παραδείγματα ἁμαρτω­λῶν, καὶ παραδείγματα ἁγίων· παραδεί­γματα ποὺ πρέπει νὰ τὰ ἀποφεύγουμε, καὶ παραδείγματα ποὺ πρέπει νὰ τὰ μιμούμεθα.

Ἀλλὰ πῶς βλέπει τοὺς ἁμαρτωλούς; Τοὺς βλέπει διαφορετικὰ ἀπὸ ὅ,τι ἐμεῖς. Τοὺς βλέπει μὲ συμπάθεια. Πῶς συμβαίνει αὐτό; Γιατὶ ἦταν ταπεινός. Γνώριζε τὴν ἀδυναμία τῆς ἀν­θρωπίνης φύσεως, τὴ διαφθορὰ τοῦ Ἀδάμ.

Μιὰ ἱστορία λέει, ὅτι κάποτε ἕνας βασιλιᾶς εἶχε βγεῖ ἔξω καὶ περπατοῦσε σ᾿ ἕνα δάσος. Ἐκεῖ ἀκούει κάποιον νὰ λέῃ μὲ ἀγανάκτησι·

–Ἀνάθεμά την τὴν κακούργα!…

Πῆγε κοντά. Ποιός ἦταν; Ἦταν ἕνας γέρος. Εἶχε πάει στὸ δάσος νὰ κόψῃ ξύλα. Φορτώθηκε τὰ ξύλα νὰ πάῃ στὸ σπίτι του, καὶ κουράστηκε. Κάθησε νὰ ξεκουραστῇ, κ᾿ ἐκεῖ ἄρχισε νὰ λέῃ «Ἀνάθεμά την…».

Ὁ βασιλιᾶς τὸν πλησίασε καὶ τὸν ρωτάει·

  • –Ποιάν ἀναθεματίζεις;
  • –Τὴν Εὔα! ἀπαντᾷ ὁ γέρος.
  • –Τὴν Εὔα;
  • –Ναί. Αὐτή εἶνε ἡ αἰτία. Ἂν δὲν ἔκανε τὴν ἁμαρτία ἡ Εὔα, ἐγὼ δὲν θὰ γινόμουν ἕνας γέρος ποὺ τώρα ὑποφέρει.
  • Ὁ βασιλιᾶς τοῦ λέει·
  • –Ἔλα μαζί μου. Ἔχεις γυναῖκα;
  • –Ἔχω.
  • –Φέρε καὶ τὴ γυναῖκα σου.
  • Ὅταν ἔφερε καὶ τὴ γερόντισσα γυναῖκα του, τοὺς λέει ὁ βασιλιᾶς·
  • –Θὰ σᾶς δώσω ἕνα παλάτι, ποὺ θά ᾿χῃ μέσα ὅλα τὰ ἀγαθά.
  • –Τέτοιο πρᾶγμα δὲν τὸ περιμέναμε ποτέ. Πολὺ σ᾿ εὐχαριστοῦμε. Δόξα σοι ὁ Θεός!
  • Τοὺς ἔβαλε λοιπὸν μέσα. Δὲν τοὺς ἔλειπε τίποτα. Ἀλλὰ ὁ βασιλιᾶς τοὺς εἶπε·
  • –Θὰ σᾶς ζητήσω μόνο κάτι. Θὰ τὸ τηρήσετε;
  • –Ἀσφαλῶς. Ἐσὺ τόσα καλὰ μᾶς ἔκανες.
  • Ἐπάνω ἀπὸ τὸ κρεβάτι τους κρέμασε ἕνα μικρὸ κουτάκι.
  • –Βλέπετε, λέει, τὸ κουτάκι αὐτό; Νὰ μὴν τὸ ἀνοίξετε, γιατὶ ἀλλοίμονό σας.
  • –Ἐν τάξει, βασιλιᾶ. Αὐτὸ δὲν εἶνε δύσκολο.
  • Πέρασε μιὰ βραδιά, δύο βραδιές. Ἡ γριὰ δὲν ἡσύχαζε. Λέει ἡ περιέργεια τῆς γυναίκας·
  • –Τί νά ᾽χῃ μέσα αὐτό;
  • –Βρὲ γυναίκα, κάθησε φρόνιμα, τῆς λέει ὁ γέρος.
  • Τὴν ἄλλη βραδιὰ τὰ ἴδια. Τὴν ἄλλη τὰ ἴδια. Τὴν ἄλλη πάλι τὰ ἴδια. Στὸ τέλος νίκησε ὁ πειρασμὸς κι ἀνοίξανε τὸ κουτί. Ἀμέσως πετάχτηκε ἀπὸ μέσα ἕνα πουλί.
  • Ὁ βασιλιᾶς περίμενε, καὶ τοὺς ἔπιασε.
  • –Τώρα, λέει, ἔξω ἀπ᾿ τὸ παλάτι! Πήγαινε πά­λι νὰ μαζεύῃς ξύλα καὶ νὰ κουράζεσαι. Καὶ στὸ ἑξῆς μάθε νὰ μὴν καταριέσαι τὴν Εὔα. Γιατὶ κ᾿ ἐσὺ τὰ ἴδια θὰ ἔκανες· τὰ ἴδια ἔκανες!

Ἔτσι εἴμαστε. Καὶ ἔτσι βλέπει τοὺς ἁμαρτωλοὺς ὁ ἅγιος Ἀνδρέας. Ἔχει βαθειὰ συν­αίσθησι. Γιὰ τὴν Εὔα τί λέει· ὑποχώρησε στὸν πειρασμό, παρέσυρε καὶ τὸν Ἀδάμ. Ἀλλὰ μήπως κ᾿ ἐμεῖς δὲν ὑπακοῦμε σὲ μιὰ ἄλλη Εὔα; Ποιά εἶνε ἡ ἄλλη Εὔα; Εἶνε «ὁ ἐμπαθὴς λογισμός», ὁ κάθε ἁμαρτωλὸς λογισμός, ποὺ σοῦ λέει, νὰ κλέψῃς νὰ πορνεύσῃς, νὰ βλαστημή­σῃς, νὰ … Κ᾿ ἐμεῖς ὑποχωροῦμε. Χειρότεροι εἴ­μαστε ἐμεῖς. Ὁ Ἀδὰμ παρέβη μία ἐντολή· ἐμεῖς «ἀθετοῦμε διὰ παντὸς» τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ (α΄5,6). Ἰδοὺ ἡ φιλοσοφία τοῦ Μεγάλου Κανόνος.

Παρακάτω πηγαίνει στὸν Κάιν. Ὁ Κάιν ἐ­φθόνησε τὸν ἀδελφό του τὸν Ἄβελ. Ἀλλὰ ἔ­κανε καὶ κάποια ἄλλη ἁμαρτία. Ἐνῷ ὁ Ἄβελ διάλεξε ὅ,τι καλύτερο εἶχε καὶ τὸ θυσίασε στὸ Θεό, ὁ Κάιν πῆγε στὸ κοπάδι, βρῆκε τὸ χειρότερο πρόβατο, καὶ αὐτὸ προσέφερε θυσία· τὸ κουτσό, τὸ σακάτικο. Ὁ Θεὸς δὲν δέχτηκε τὴ θυσία του. Γι᾿ αὐτὸ ἐδῶ ἡ θυσία αὐ­τή, στὴν ἀρχαία γλῶσσα, ὀνομάζεται «ψεκτή» (α΄9), ποὺ θὰ πῇ ἀξιοκατάκριτη. Κατηγοροῦμε, λέει, τὸν Κάιν· ἀλλὰ κ᾿ ἐμεῖς τέτοιες θυσίες προσ­φέρουμε στὸ Θεό. Τὰ πρόσφορα π.χ., ποὺ πᾶμε στὴν ἐκκλησία, τώρα τὰ ζυμώνουν χέρια ἁμαρτωλά. Τὸ κερί· ἄλλοτε ἦταν ἁγνὸ ἀ­πὸ τὴ μέλισσα, τώρα τὸ ἀνακατεύουν μὲ ξύγ­κια. Μολυσμένο εἶνε καὶ τὸ λιβάνι· βρωμάει, ἀνακατεμένο μὲ ἄλλες ὗλες. Ἐμπόριο πλέον…

Ψεκτὴ ἡ θυσία τοῦ Κάιν, ψεκτὲς καὶ οἱ δικές μας θυσίες καὶ προσφορές. Δὲν γίνονται ὅπως θέλει ὁ Θεός. Βλέπετε, καὶ μιὰ λέξι τοῦ Μεγάλου Κανόνος τί διδάγματα κρύβει;

Νά λοιπόν, λέει· εἶμαι χειρότερος ἀπὸ τὴν Εὔα, χειρότερος κι ἀπὸ τὸν Κάιν. Ὁ Κάιν σκότωσε μιὰ φορά, ἐγὼ σκοτώνω κάθε μέρα. Ὅ­ταν μέσα σου μισῇς κάποιον, «ὁ μισῶν τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ ἀνθρωποκτόνος ἐστί» (Α΄ Ἰω. 3,15). Ἐγώ, λέει ἀκόμη, ἔκανα καὶ ἕνα φόνο ἀκόμη χειρότερο· «Γέγονα φονεὺς συνειδότι ψυ­χῆς» (α΄7). Φονιᾶς εἶμαι· ἐφόνευσα τὴ συνείδησί μου, καὶ ἔγινε συνείδησι πεπωρωμένη.

Βλέπετε πῶς τὰ βλέπει; Ἔτσι προχωρεῖ μὲ παραδείγματα τῆς παλαιᾶς διαθήκης καὶ τῆς καινῆς διαθήκης. Αὐτὰ λέει γιὰ τὸν ἑαυτό του· ὅτι εἶνε ἁμαρτωλότερος «ὑπὲρ πάντα ἄν­θρωπον» (δ΄1), παραπάνω ἀπὸ κάθε ἄνθρωπο ποὺ ἔ­ζησε πάνω στὸν πλανήτη.

Ἀκοῦτε; Ποῦ τώρα αὐτὴ ἡ συναίσθησι; Δημοσίᾳ τὰ λέει τὰ ἁμαρτήματα. Νά δημοσία ἐξ­ομολόγησις. Ποιός ἀπὸ μᾶς κάνει δημοσία ἐξ­ομολόγησι; Ἐδῶ τὸν πιάνεις ἐπ᾿ αὐτοφώρῳ τὸν ἄλλο, καὶ σοῦ λέει, Δὲν ἔκανα τίποτα. Ἀν­αίσθητες, πωρωμένες ψυχές.

Ὄχι ὅμως μόνο ν᾿ ἀποφεύγουμε τὰ κακά, ἀλλὰ καὶ νὰ μιμηθοῦμε τὰ καλά. Ἔχει καὶ κα­λὰ παραδείγματα ὁ Μέγας Κανών. Δὲν ὑπάρχουν μόνο Εὖες καὶ Κάιν· ὑπάρχουν καὶ Δαυ­ῒδ καὶ ἄλλοι, πολὺ μεγάλοι, ποὺ μετανόησαν. Τὸ κακὸ ν᾽ ἀ­ποφύγουμε, τὸ καλὸ νὰ μιμηθοῦμε.

Ἕνα ἀκόμη παράδειγμα θ᾿ ἀναφέρω καὶ τελειώνω. Εἶνε τὸ παράδειγμα τοῦ Ἰακώβ. «Τὴν Ἰακὼβ κλίμακα», λέει, «μίμησαι, ὦ ψυχή» (γ΄21· πρβλ. γ΄16,18,). Τί ἔκανε ὁ Ἰακώβ; Εἶδε ὅραμα. Εἶδε, λέει, ἐκεῖ ποὺ κοιμόταν, μία σκάλα, ν᾿ ἀρχίζῃ ἀπὸ τὴ γῆ καὶ νὰ φτάνῃ μέχρι τὸν οὐρανό· καὶ πάνω σ᾿ αὐτὴν ν᾿ ἀνεβαίνουν καὶ νὰ κατεβαίνουν ἄγγελοι. Καὶ θαύμασε καὶ εἶπε ὁ Ἰακώβ· «Ὡς φοβερὸς ὁ τόπος οὗτος· οὐκ ἔστι τοῦτο ἀλλ᾿ ἢ οἶκος Θεοῦ, καὶ αὕτη ἡ πύλη τοῦ οὐρανοῦ» (Γέν. 28,17). Μιμήσου τον, λέει. Φτειάξε κ᾿ ἐσὺ μιὰ ἄλλη ἀνώτερη σκάλα. Ποιά εἶνε αὐτὴ ἡ σκάλα; Εἶνε ἡ «εὐσέβεια», ἡ μετάνοια, ὁ ἀγώνας μας. Σκαλοπάτια εἶνε οἱ ἀρετές. Μπρός! κουράγιο! Ἀνέβαινε! Μὴ μένεις στὰ πρῶτα σκαλοπάτια. Νὰ μὴν εἶσαι ἀτελής, ἀλλὰ νὰ προ­χωρῇς διαρκῶς, νὰ αὐξάνῃς στὴν πίστι στὴν ἐλπίδα στὴν ἀγάπη, νὰ τείνῃς πρὸς τὴν τελειότητα.

* * *

Αὐτὰ τὰ 250 τροπάρια, ἀδελφοί μου, εἶνε 250 παραδείγματα. Ἄλλα εἶνε πρὸς τὸ ἀγαθὸ καὶ ἄλλα πρὸς τὸ κακό. Ν᾿ ἀποφεύγουμε τὸ κακό, καὶ νὰ πράττουμε τὸ ἀγαθό· «ἔκκλινον ἀ­πὸ κακοῦ καὶ ποίησον ἀγαθόν» (Ψαλμ. 33,15).

Ὅλα στάζουν μέλι, γλυκύτητα, νοήματα με­γάλα. Τελειώνω μὲ τὸ ὡραιότερο ἀπ᾿ ὅλα. Καὶ αὐτὸ εἶνε τὸ τροπάριο ποὺ λέει· «Ψυχή μου ψυ­χή μου, ἀνάστα, τί καθεύδεις;…» (κοντάκ.).

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Παντελεήμονος Φλωρίνης τὴν 12-4-1989 τὸ βράδυ, μὲ ἐλαφρῶς νέο τώρα τίτλο. Καταγραφὴ καὶ σύντμησις 28-3-2001, ἐπανέκδοσις 29-2-2024.

https://www.augoustinos-kantiotis.gr/?p=109314#more-109314