Κυριακή 17 Μαρτίου 2024

ΕΝΑ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ ΤΟΥ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΟΥ

 

Ιστορικά

ΕΝΑ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ ΑΠΟ ΤΑ ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΓΩΝΙΣΤΟΥ ΚΑΣΟΜΟΥΛΗ

ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ ΤΟΥ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΟΥ

Την αυγήν εσυναθροίσθησαν εις του Τζιαβέλα την οικίαν να σκεφθούν ωρίμως πως έπρεπεν να οικονομήσωμεν τον λαόν, ώστε οι εχθροί να μη μας καταλάβουν. Εις ταύτην την συνεδρίασιν ήτον μόνον οι αξιω­ματικοί, αι τοπικαί αρχαί και ο αρχιερεύς Ιωσήφ Ρωγών.

Μετά περίπου από μίαν ώραν συζήτησιν, είπαν ότι δια να σωθή το περισσότερον μέ­ρος ημών πρέπει να προλάβωμεν τα αίτια, τα οποία υποπτεύομεν ότι εις την εσχάτην ώραν ή από δειλίαν ή από φιλοζωίαν δύνανται να μας προδώσουν. Αποφασίσθη λοι­πόν να φονεύσωμεν όσους αιχμαλώτους έχομεν εις φυλακήν, Τούρκους και Χριστια­νούς, οίτινες υπηρετούσαν εις το δημόσιον, την ιδίαν ώραν, και καθένας εάν έχη ύπο­πτον κοντά του, ή Τούρκον ή Χριστιανόν, να τον φονεύση.

Ο Τζιαβέλας επρόσταξεν να φονεύσουν αμέσως τον αγαπημένον του και πιστόν Αράπην Τούρκον, και έβαλαν όλοι εις πραξιν. Αμέσως εφόνευσαν και έκοψαν όλους τους Κοζάκους, έως 30, οπού είχομεν αιχμαλώ­τους μέσα, και άλλους μαστόρους, οπού εδούλευαν τον εχθρόν σκάπτοντες και εσυλλήφθησαν παρ’ ημών, καθώς και όλους τους Τούρκους. Η καρδία μας εσκληρύνθη τότες τόσον, ώστε δεν ηξεύραμεν τι εκάμναμεν.

Ο αυτάδελφός μου Μήτρος Κασομούλης, αναλαβών έως τότες από την ασθένειαν και ειδοποιηθείς τούτο, έτρεξεν και έκοψεν δώδεκα μόνος του εις την ακρογιαλιάν. Ήλθεν καθημαγμένος από τα πόδια έως εις το κεφάλι, χαρούμενος. Τον επίπληξα διότι μόνον αυτός επιχειρίσθη ως πελεκάτωρ να κόψη τόσους. —Έ, λέγει, άφησε με τώρα. Πεντακό­σιους κόπτω, κι άλλους ακόμη, αν μου πέ­σουν εις το χέρι. Έπειτα, τι μας έμεινεν -πλέον τώρα παρά να πιούμεν και αίμα, διό­τι δεν έχομεν τίποτες να φάγωμεν. Ωμίλησαν έπειτα πε­ρί των φαμελλιών, ότι έχοντες παιδιά μικρά, θα αρχίσουν να κλαίγουν. Τούτο πως πρέ­πει να γίνη ώστε να αποτραπή;

Αποφάσισαν όλοι να φονεύσωμεν όλες τές γυ­ναίκες, ανεξαιρέτως, και τα μικρά παιδιά επί τω λόγω να μη προδοθούμεν από τας κραυγάς των, και τότε δεν μένει κανένας μας ζωντανός, και προσέτι δια να μη μείνουν αιχμάλωτοι εις τους εχθρούς. Δια να αποφύγωμεν δε την φιλόστοργον συμπάθειαν των πατέρων και αδελφών, αποφασίσθη να σφάξη ο ένας του αλλουνού την οικογέ­νειαν. Όλοι, με μίαν φωνήν, το αποφάσισαν, και ήσαν έτοιμοι να κινηθούν και να ειδο­ποιήσουν το στράτευμα να αρχίση.

Μία τοιαύτη στρατιωτική απόφασις, αν και γενναία, πλην σκληρά και απάνθρωπος, επαρακίνησεν τον Αρχιερέαν Ρωγών Ιω­σήφ εν τω άμα να σηκωθή επάνω λέγων: —Εν ονόματι της Αγίας Τριάδας, είμαι Αρχιερεύς—αν τολμήσετε να πράξετε τού­ το, πρώτον θυσιάσατε εμένα! Και σας αφήνω την κατάραν του Θεού και της Πανα­γίας και όλων των Αγίων—και το αίμα να πέση εις τα κεφάλια σας!

Εκφώνησεν τούτο, εκάθισεν, και άρχισεν να κλαίγη.

Με τες κατάρες του και παρατηρήσεις εμπόδισεν την ορμήν των αξιωματικών, και ούτως άρχισαν να σκέπτωνται πως άλλως δύνανται να προφυλαχθούν από τα αίτια της ενδεχομένης προδοσίας.

Εμείναμεν έως μισή ώρα σιωπώντες. Ο έ­νας είπεν: Καθένας να υποσχεθή δια τους εδικούς του, τόσον οι πάροικοι καθώς και οι κάτοικοι Μεσολογγίου.

Ούτως άλλοι άλλο συζητούντες, αποφάσισαν να μη θανατωθούν μεν, πλην οι υπανδρευμένοι και οι συγγενείς να πείσουν τας οικογένειας των ότι κατά την έξο­δον να τρέξουν κοντά τους και με όλην την ευχαρίστησιν να σωθούν αλλά και τίποτες δυσκο­λίες να μη τους προβά­λουν, αλλά όλας ίσα- ίσα τας ευκολίας χάριν της κοινής σωτηρίας των τα δε μικρά παιδιά να τα ποτίσουν αφιόνι, την ώραν της εξόδου μας, να κοιμηθούν και να μη κλαίγουν. Και όποιος έχει την τύχην να γλυτώση, καλώς- όποιος πεθάνη, ας πάγη εις το καλόν- κανέ­να βάρος εις κανέναν δεν μένει. Διότι τοιαύτη ήτον και η υπόσχεσις των υπαδρευμένων όταν προ τρεις μήνας, τους είπον να πέμψουν έξω τές φαμελλιές των, και δεν ηθέλησαν. Όλοι οι υπανδρευμένοι, εντόπιοι και ξέ­νοι, ενθυμήθησαν ετούτο, και κανένας πλέον δεν αγανάκτησεν. Αποφασίσθη λοιπόν περί τούτου το άνωθεν.

 

Από τα «Στρατιωτικά Ενθυμήματα»