Ένας λύκος, μια φορά, παραφύλαγε ένα κοπάδι πρόβατα για κάμποσες μέρες…
«Κάτασπρα παχουλά μου προβατάκια», σκεφτόταν «τι ωραίο μεζεδάκι θα γίνετε!».
Όμως ο βοσκός των προβάτων δεν έπαιρνε τα μάτια του από τα πρόβατά του κι αυτό έκανε τον λύκο μας να απελπίζεται.
Φανταστείτε λοιπόν πώς άστραψαν τα μάτια του λύκου όταν βρήκε κάπου κοντά στο μαντρί, στη ρίζα ενός δέντρου μια προβιά αρνιού.
«Τώρα δε θα μου γλιτώσουν τα αφράτα προβατάκια, αφού κι εγώ προβατάκι θα γίνω ανάμεσά τους», μονολογούσε ο λύκος μας και γελούσαν και τ΄ αυτιά του!
Πραγματικά, την άλλη μέρα φόρεσε την προβιά και χώθηκε ανάμεσα στα πρόβατα που έβοσκαν. Ούτε ο ίδιος ο βοσκός δεν τον κατάλαβε και ξεγελάστηκε από την πονηριά του λύκου. Κι όταν νύχτωσε και έβαλε τα πρόβατα ο βοσκός μας στο μαντρί, για φαντάσου, έβαλε και τον λύκο, το μασκαρεμένο πρόβατο!