«Πνευματική φαρέτρα τοῦ Ὀρθοδόξου Χριστιανοῦ»
Εἶναι πολύ εὔκολη ἡ πτῶσις στήν ἁμαρτία. Ἀλλά ἡ ἐπιστροφή καί πάλι στήν ἀπωλεσθεῖσα Θεία Χάρι εἶναι ἐπώδυνος καί λίαν κοπιαστική. Διά μία ἐφήμερη καί ἀνικανοποίητη ἔφεσι τῆς ψυχῆς μας ἔρχεται ὁ διάβολος, καί μᾶς προσφέρει τά ὑποκατάστατα τῆς αἰωνίου χαρᾶς. Μᾶς προσφέρει τίς ἡδονές τοῦ κόσμου, οἱ ὁποῖες ὄχι μόνον δέν ἱκανοποιοῦν τόν ἄνθρωπον, ἀλλά τοῦ δημιουργοῦν μέγα ψυχικό κενό καί χάος. Χάος ἀπύθμενον, ὅπως εἶναι ἡ βαθειά θάλασσα.
Μᾶς προκαλεῖ τόση θλῖψι σέ ὅλη τήν ὕπαρξί μας ἡ ἁμαρτία, πού ἄν τήν ἐγνωρίζαμε ἐκ τῶν προτέρων σέ τί βυθό θά πέσουμεν, θά τό ἐσκεπτόμασταν νά ἁμαρτήσουμε. Θά εἴμασταν πιό προσεκτικοί καί πιό ἐγκρατεῖς. Θά ἐψάχναμεν κἄπου ἀλλοῦ νά ξεδιψάσουμε καί ὄχι σάν τά γουρούνια τῆς παραβολῆς, νά θέλουμε νά χορτάσουμε μέ τά ξυλοκέρατα τῆς ἁμαρτίας!
Λόγῳ τῆς ἁμαρτίας προσβάλλεται ὁλόκληρη ἡ προσωπικότης τοῦ ἀνθρώπου. Προσβάλλονται καί χάνουν τήν ὀμορφιά τους ὅλες οἱ πνευματικές καί διανοητικές λειτουργίες τοῦ ἀνθρώπου. Χάνει ὁ ἄνθρωπος τόν προσανατολισμόν του, δέν ξέρει ποῦ θέλει νά ὑπάγει καί ποῦ θέλει νά φθάσει. Ἄν ὑποθέσουμε ὅτι θέλει νά φθάσει στόν Θεό, τότε γιατί ἀκολουθεῖ τούς δρόμους τῆς κοσμικῆς ματαιότητος; Δέν ἐδιάβασε ὅτι ὁ κόσμος ἐκ τῶ πονηρῶ κεῖται, ὅπως ἀναφέρει ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης; Ἄν θέλει νά ἀπολαμβάνει τήν μόνιμη καί ἀναφαίρετη χαρά στήν ζωή του, μετά ἀπό ἀλλεπάλληλες προσπάθειες τοιαύτης ἀναζητήσεως μέσα στόν κόσμο, δέν θά πρέπει νά μετανοήσει; Νά ἀναλογισθῆ ὅτι λάθος πορεία ἀκολούθησε καί ἔβγαλε τό πλοῖο τῆς ψυχῆς του στήν ξέρα; Τοὐλάχιστον νά ἐρωτήσει καί τόν τελευταῖο παπαδᾶκο ἑνός χωριοῦ: «Παππούλη, ἀπό ποῦ πάει ὁ δρόμος γιά νά εὕρω τήν χαρά καί νά μή τήν χάνω ποτέ». Ἄς ἐρωτήσει μία γριούλα πού τήν βλέπει νά πηγαίνει τακτικά μέ πρόσφορα καί λουλούδια στήν ἐκκλησία. Κι αὐτή θά τοῦ ἀπαντήσει.
Ἄν ὁ ἄνθρωπος θέλει νά σωθῆ, γρήγορα ὁ Θεός θά κινήσει «οὐρανόν καί γῆν», διά νά διευκολύνει καί καθοδηγήσει αὐτή τήν Ψυχή στήν αἰώνια μακαριότητα. Θά ὁδηγήσει τόν ἄνθρωπο στό λιμάνι τῆς θείας χαρᾶς καί ἀπολαύσεως τῶν ἀγαθῶν τοῦ παραδείσου.
Ὁ Χριστός ἀγαπᾶ τόν ἄνθρωπο, γι᾿ αὐτό καί τόν ἐτίμησε μέ τό ἀναφαίρετο ἀξίωμα τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας του. Ἠμπορεῖ λοιπόν ὁ ἄνθρωπος νά κάνει ὅ,τι θέλει. Ἔτσι, καί τήν ἡμέρα τῆς Κρίσεως ὅλων τῶν ἀνθρώπων θά ἔχει μόνος του νά ἀπολογηθῆ διά τά ἔργα του, χωρίς νά ἐνοχοποιεῖ γιά κάτι τόν Θεόν.
Καί ὁ Θεός ἐπειδή ἀγαπᾶ, ἰδιαίτερα τόν πονεμένο ἀπό τήν ἁμαρτία ἄνθρωπο, τοῦ στέλλει συχνά στό βάθος τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου τά ἑξῆς ἐρωτηματικά: Γιατί ἄραγε, ἐνῶ ἱκανοποιῶ ὅλες τίς ὀρέξεις τοῦ σώματός μου, δέν ἔχω μόνιμη μέσα μου χαρά; Μήπως ἀπό ἄλλο δρόμο πρέπει νά βαδίσω γιά νά μή πληγώνομαι ψυχικά; Ὁ κόσμος καί οἱ φίλοι μου μοῦ λέγουν: «Φάγε, πίνε, ἁμάρτανε, διασκέδαζε, χόρευε, τρέξε σέ βουνά καί παραλίες…Φεύγει γρήγορα ἡ ζωή. Μή τήν χάσης. Πρέπει νά τήν ἀπολαύσης».
Ξεκκίνησα κι ἐγώ ὁ καϋμένος νά κάνω ὑπακοή στίς προτάσεις καί ὑποσχέσεις τῶν φίλων μου. Κυνήγησα μέ πάθος τήν ἁμαρτία, ἀλλά ὅσο τήν κυνηγοῦσα τόσο ἔχανα τό ἔδαφος κάτω ἀπό τά πόδια μου. Ἔχανα τήν εἰρήνη τῆς καρδιᾶς μου. Ἐπανεστάτησαν οἱ λειτουργίες τοῦ ἐγκεφάλου μου. Ἄλλα προγραμμάτιζα νά κάνω καί ἀλλοῦ εὑρισκόμουν. Τά χρήματά μου γρήγορα ἐτελείωσαν. Οἱ γονεῖς μου δέν μέ βοηθοῦν. Μέ μαλλώνουν. Ἔπαυσαν νά μέ ἀγαποῦν;
Δέν εἶναι δυνατόν ἡ ζωή νά εἶναι μόνον ἀπόλαυσις τῶν σωματικῶν ἡδονῶν. Δέν ἔφερε ὁ Θεός τόν ἄνθρωπο στόν κόσμο διά νά ὑποφέρει. Σίγουρα ὑπάρχει κάτι ἀνώτερο τό ὁποῖο πρέπει νά τό ἀναζητήσω διά νά δημιουργήσω φιλία καί συγγένεια μέ τόν Χριστό,, πού εἶναι ὁ Φίλος τῶν πορνῶν καί ἁμαρτωλῶν…»
Μέ αὐτές τίς προσωπικές του διαπιστώσεις ὁ ἄνθρωπος ἀρχίζει καί ἀνασταίνεται ἀπό τόν βυθό τῆς ἀπελπισίας του. Σκέπτεται ὅτι λάθος δρόμο ἐπῆρε. Ἔχει καταλάβει ὅτι τόν ἀγαπᾶ ὁ Χριστός. Αὐτή ἦταν ἡ μεταμέλεια τοῦ ἀνθρώπου. Ἀπό ἐδῶ καί ἐμπρός ἀρχίζει ἡ μετάνοιά του. «Ἀναστάς, πορεύσομαι πρός τόν Πατέρα…». Παίρνει τόν δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς μέ τήν ἐλπίδα νά ἐπανεύρει τόν θησαυρό πού ἔχασε. Κι αὐτός ἡ Θησαυρός εἶναι ὅ,τι πολυτιμώτερο εἶχε στόν κόσμο. Εἶναι ἡ Χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Εἶναι αὐτή ἡ θεία δωρεά, ἡ ἐκδήλωσις τῆς πατρικῆς τοῦ Χριστοῦ ἀγάπης, πού δόθηκε διά τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος, διά τοῦ ὁποίου ἐγίναμε τέκνα Θεοῦ καί συγκληρονόμοι τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Διότι συγκληρονόμοι μέ τόν Χριστόν γινόμεθα ἀπό τήν ὥρα πού βαπτιζόμεθα. Τότε τόν Χριστόν ἐνδυόμεθα, πού εἶναι ἡ Θείας Χάρις του.
Δέν ἐπιτρέπει, λέγουν οἱ ἅγιοι Νηπτικοί Πατέρες μας, νά γνωρίσουμε ἀπό τά πρῶτα στάδια τῆς μετανοίας μας, σέ ποιόν βυθόν κακιῶν καί παθῶν ἔχομεν καταπέσει καί ὑποδουλωθῆ. Κι αὐτό εἶναι μέτρον τῆς οἰκονομίας καί τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ διά νά μή ἀπελπιστοῦμεν.
Ἕνας ἄλλος πατήρ μᾶς λέγει ὅτι «ὅσον ὁ ἄνθρωπος ἐκοπίασε στόν κόσμον νά ἀπολαύσει τήν ἡδονήν τῆς σαρκός, ἄλλο τόσο τώρα θά κοπιάσει νά ἀποβάλει τήν ἡδονήν, ἡ ὁποία τοῦ ἐμόλυνε τήν ψυχήν, διά τῆς ὀδύνης.
Δι᾿ αὐτό ἡ μετάνοια εἶναι περίοδος κλαυθμῶν καί στεναγμῶν καί ὀδυρμῶν. Ἡ ψυχή βιάζεται νά ἀποβάλει ἀπό ἐπάνω της τούς χιτῶνες τῆς ἁμαρτίας, πού τήν μετέτρεψαν σέ ἕνα κοσμικό εἴδωλο. Αὐτή τήν μετάνοια ἔζησε καί ὁ προφητάναξ Δαβίδ μετά τό διπλό ἁμάρτημά καί τόν ἔλεγχο στόν ὁποῖον τόν ὑπέβαλε ὁ προφήτης. Γι᾿ αὐτό καί ἔλεγε: «Λούσω κάθ᾿ ἑκάστην νύκτα τήν κλίνην μου…», «ὅτι ἡ ἁμαρτία μου ἐνώπιόν μου ἐστιν διά παντός».
Ἡ μετάνοια χαρίζει στόν ἀγωνιστή Χριστιανό ἕνα διπλό συναίσθημα, τό ὁποῖον στήν γλῶσσα τῆς νηπτικῆς θεολογίας, λέγεται χαρμολύπη. Δηλαδή, συνδυασμός ταυτόχρονα χαρᾶς καί λύπης. Ὁ ἄνθρωπος ἐνθυμούμενος τόν ἁμαρτωλό του βίο, συντρίβεται, ὁμολογεῖ τίς ἐνοχές του ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Αὐτοκαταδικάζεται ὡς ἄξιος αἰωνίου κολάσεως. Θεωρεῖ τόν ἑαυτό του χειρότερον ὅλων τῶν ἄλλων ἀνθρώπων. Δέν τολμᾶ νά ἀντικρύσει τό Πρόσωπον τοῦ Χριστοῦ, τῆς Θεοτόκου καί τῶν Ἁγίων. Πιστεύει ὅτι διά τῶν ἁμαρτιῶν του προκαλεῖ τήν ὀργή τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο. Δέν ἐπιθυμεῖ καμμία κοσμική δόξα ἤ προαγωγή. Ἐπιθυμεῖ νά κατοικεῖ στίς ἐρημιές, σάν τά ἄγρια θηρία, διότι δέν εἶναι ἄξιος νά ζῆ ἐν μέσῳ τῶν ἀνθρώπων. Δέν εἶναι ἄξιος νά ἀνατέλλει κάθε ἡμέρα ὁ ἥλιος καί νά τοῦ φαιδρύνει τό πρόσωπό του. Δέν εἶναι ἄξιος νά βλέπει τά ἀγγελικά πρόσωπα τῶν ἄλλων Πατέρων. Κρύβεται, ἀπομακρύνεται, μουσκεύουν καθημερινά τά μάγουλά του ἀπό τά χειμαρρώδη δάκρυά του. Ἔχει πάρει σταθερή τήν ἀπόφασι νά μή ζήσει πλέον πάλι μέ τῆς ἁμαρτίας τά θέλγητρα καί τά δοκάνια τοῦ θανάτου, πού εἶναι οἱ κοσμικές προκλήσεις.
Μέσα ἀπ᾿ αὐτή τήν περίοδο, ὅπου ἡ ψυχή ἀνασυγκροτεῖται ἐσωτερικά μέ τά δάκρυα, τά ὁποῖα εἶναι ἔντονη ἐπίσκεψις της Θείας Χάριτος, ὁ ἀγωνιστής χριστιανός, παρηγορεῖται. Μετά ἀπό κάθε δάκρυο, μετά ἀπό κάθε στεναγμό καί βογγητό, ἡ ψυχή δέχεται τήν πλούσια εὐεργετική παρουσία τῆς Χάριτος. Ὁ Θεός εἶναι παρών καί ἀγκαλιάζει τό πλάσμα του. Τό παρηγορεῖ, τό χαϊδεύει πνευματικά καί τό ἐνδυναμώνει. Ὄχι μόνον ὁ Θεός, ἀλλά καί τά τάγματα τῶν οὐρανίων ἀγγέλων χαίρονται διά τήν ἐπιστροφή ἑνός ἁμαρτωλοῦ στούς πατρικούς κόλπους τοῦ Θεοῦ.
Αὐτή λοιπόν ἡ χαρμολύπη δίνει φτερά στόν ἀγωνιστή. Ἡ ψυχή του ἀδειάζει καθημερινά ἀπό τήν σαπίλα τῶν παθῶν του, πέφτουν τά λέπια τῆς ἁμαρτίας, σκουπίζεται ὁ οἶκος τῆς ψυχῆς διά νά ἔλθη σιγά σιγά νά κατοικήσει μέσα μας τό Ἅγιον Πνεῦμα. Ἐτοιμάζεται τό παλάτι τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι ἡ ψυχή μας διά νά κατοικήσει ὁ μοναδικός Βασιλεύς. Πότε θά ἔλθη νά κατοικήσει; Ὅταν καθαρισθῆ ἀπό τήν ψυχή καί τό τελευταῖο σκουπιδάκι.
Μερικοί ἐρωτοῦν ἐναγωνίως πόσα χρόνια θά πρέπει νά κλαίει ἡ ψυχή διά νά καθαρισθῆ; Δέν εἶναι καθορισμένον αὐτό ἀπό τόν Θεόν. Ἐξαρτᾶται τό ποιό εἶναι τό μέγεθος καί ἡ συχνότης τῆς μετανοίας τοῦ ἀγωνιστοῦ. Ἐάν ὁ ἀγωνιστής ἐνθυμεῖται τίς ἁμαρτίες του μία φορά τήν ἑβδομάδα ἤ τόν μῆνα καί τότε προσπαθεῖ νά θρηνήσει καί νά χύσει δάκρυα μετανοίας, εἶναι ἑπόμενον νά μην ὁλοκληρώσει τήν μετάνοια του στόν παρόντα αἰῶνα. Θά ἠμπορέσει στόν μέλλοντα αἰῶνα; Ὄχι, διότι δέν ὑπάρχει μετάνοια στήν ἄλλη ζωή.
Εἶναι συμφερώτερον καθημερινά, τίς βραδυνές ὧρες νά ἐπιδίδεται σ᾿ αὐτό τό ἔργο τῶν δακρύων, διότι δέν ὑπάρχει ἄλλη τόσον ἀποτελεσματική μέθοδος διά τήν ταχείαν ἀπαλλαγήν τῆς ψυχῆς ἀπό τά βδελυκτά πάθη της. Θά προηγεῖται ὀλίγη νηστεία, διότι, ὅταν τό στομάχι εἶναι πλῆρες τροφῶν, εἶναι ἀδύνατος ἡ μετάνοια καί προσιτή μόνον ἡ κατάκλισις καί ὁ ὕπνος. Δι᾿ αὐτό ὁ ἀγωνιστής θά πρέπει μέ ἐπιστημονική γνῶσι καί ἐμπειρία, ὅπως τόν φωτίζει τό Ἅγιον Πνεῦμα, νά μήν ἀφήνει νά περάση ἔστω μία ἡμέρα χωρίς τήν γνωστή μέθοδο τῆς μετανοίας.
Μον. Δαμασκηνός Γρηγοριάτης. 16-1-2019
Μέ τήν εὐλογία τοῦ πατρός Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου
