Πέμπτη 28 Απριλίου 2022

Εινε γνωστος και δεκτος σημερα;

Anastas KyriosΤου Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου

«Καὶ ὁ κόσμος αὐτὸν οὐκ ἔγνω. εἰς τὰ ἴδια ἦλθε, καὶ οἱ ἴδιοι αὐτὸν οὐ παρέλαβον» (Ἰω. 1,10-11)

Ἀπόψε, ἀγαπητοί μου, σὲ ὅλους τοὺς ναοὺς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας ψάλλονται οἱ ὕμνοι τῆς Ἀναστάσεως, ποὺ εἶνε ἀριστουργήματα· διακρίνονται γιὰ τὴ λογοτεχνικὴ πλοκή τους, τὸ κάλλος τῶν ἀληθειῶν, τὴ θέρμη τοῦ συναισθήματος. Καὶ μόνοι τους οἱ ὕμνοι αὐτοὶ δείχνουν, ὅτι ἡ πίστι μας, ἡ ὁποία τοὺς ἐνέπνευσε καὶ παρήγαγε τέτοια ὑπέροχα νοήματα καὶ αἰσθήματα, δὲν εἶνε μιὰ θρησκεία ποὺ δημιουργήθηκε ἀπὸ ἀνθρώπους· ἡ προέλευσί της εἶνε ἐκ τοῦ Θεοῦ.

Οἱ ὕμνοι αὐτοὶ –πρὸς τιμὴν τοῦ ἔθνους μας– εἶνε γραμμένοι στὰ ἑλληνικά, εἶνε ὕμνοι ἑλληνικοί, ὕμνοι τοῦ εὐσεβοῦς Βυζαντίου. Ἔπειτα μεταφράστηκαν σὲ ὅλες τὶς γλῶσσες τῶν Βαλκανίων καὶ στὴ ῥωσικὴ ἀκόμα· κ᾽ ἐκεῖ σήμερα στοὺς ναοὺς ἀκοῦνε μὲ γλυκύτατη συναίσθησι τοὺς ὕμνους αὐτούς.

Τελευταίως οἱ ὕμνοι αὐτοὶ μεταφράστηκαν καὶ στὴ γλῶσσα τῶν Ἀμερικανῶν. Ἀριστουργήματα, καυχήματα καὶ τοῦ ἔθνους μας· ἀλλὰ δυστυχῶς εἶνε ἀπρόσιτοι σήμερα στὸ λαό μας γιὰ λόγους ποὺ δὲν εἶνε τῆς ὥρας ν᾽ ἀναπτύξω.
Οἱ ὕμνοι αὐτοί, ποὺ ἀκούγονται σήμερα, δείχνουν τὴν θειότητα τῆς πίστεώς μας. Παραπάνω ὅμως ἀπὸ τοὺς ὕμνους, σ᾽ ἕνα ὕψος ἀπλησίαστο, εἶνε κάτι ἄλλο· εἶνε τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο, ἡ περίφημη περικοπὴ τοῦ εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου (βλ. Ἰω. 1,1-17). Τὴν ἀκούσατε;
Στὴν παγκόσμιο φιλολογία δὲν ὑπάρχει κείμενο ἀνώτερο ἀπὸ αὐτό. Εἶνε ὑψίστη φιλοσοφία. Καὶ ὁ ἄνθρωπος, ἀκόμα καὶ ὁ χωρικὸς καὶ ὁ ψαρᾶς, ἔχει ἀνάγκη νὰ φιλοσοφῇ· ἀλλοίμονο ἂν δὲν φιλοσοφῇ. Φιλοσοφεῖτε φιλοσοφεῖτε, λέει κάπου κι ὁ Πλάτων, περισσότερο κι ἀπ᾽ τὸ νὰ ἀναπνέετε. Ἀλλοίμονο στὸν ἄνθρωπο ποὺ οἱ σκέψεις του σέρνονται στὰ χαμηλά.
Εἶνε λοιπὸν ὑψίστη φιλοσοφία, ὑψίστη θεολογία, καὶ θά ᾽πρεπε στὴ θέσι μου νά ᾽νε μιὰ διάνοια ὑψηλὴ καὶ εὔγλωττη, Χρυσοστόμου καὶ Βασιλείου· καὶ θά ᾽πρεπε βέβαια καὶ οἱ ἀκροαταὶ νὰ βρίσκωνται σὲ ἀνάλογο πνευματικὸ ὕψος, γιὰ νὰ θεολογήσουμε ἀπόψε. Γι᾽ αὐτὸ τ᾽ ἀφήνω αὐτὰ καὶ λέω μόνο τὰ ἑξῆς.

* * *

Ἐὰν παρατηρήσετε, ἀγαπητοί μου, τὶς εἰκόνες τῶν εὐαγγελιστῶν, καθένας τους ζωγραφίζεται ἔχοντας δίπλα του ἕνα ζῷο. Καὶ ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ζωγραφίζεται μὲ ἕναν ἀετό, ποὺ εἶνε σύμβολο τῆς πτήσεως. Ὁ ἀετὸς τῆς Πάτμου λοιπόν, ὅπως χαρακτηρίζεται ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης, μᾶς παίρνει στὰ μεγάλα ἄυλα φτερά του, μᾶς ὑψώνει πάνω ἀπὸ τ᾽ ἀστέρια καὶ τοὺς γαλαξίες, φτάνει σὲ ἀπροσπέλαστα ὕψη καὶ μᾶς κάνει ν᾽ ἀκοῦμε τὸ Ἀλληλούια τῶν ἀγγέλων. Λέει κάπου καὶ ὁ Δάντης· Δὲν συνάντησα ὑψηλότερο κείμενο ἀπὸ αὐτὸ τὸ προοίμιο τοῦ εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου.
Ἐκεῖνο τὸ χωρίο ποὺ λέει «Καὶ ὁ κόσμος αὐτὸν οὐκ ἔγνω. εἰς τὰ ἴδια ἦλθε, καὶ οἱ ἴδιοι αὐτὸν οὐ παρέλαβον» (Ἰω. 1,10-11), τό ᾽χω διαβάσει ἀπὸ τὰ μικρά μου χρόνια. Τὸ διαβάζω, τὸ ξαναδιαβάζω, καὶ μοῦ ᾽ρχονται δάκρυα στὰ μάτια. Θὰ ἤθελα νὰ εἶχα χρόνο, νὰ εἶχα καὶ ἀνάλογη διάθεσι ἀπὸ σᾶς, καὶ νὰ καθήσουμε νὰ τὸ ἀναλύσουμε. Τί σημαίνει; Ὅτι ὁ κόσμος δὲν τὸν γνώρισε καὶ δὲν τὸν δέχτηκε. Ποιόν; Τὸν Χριστό. Γιατί; Ἂς προσπαθήσουμε κάπως ν᾽ ἀνεβοῦμε τὶς βαθμῖδες τῶν νοημάτων.
Ὑπῆρχε, ἀδελφοί μου, ἐποχὴ –τὸ λέει τώρα καὶ ἡ ἐπιστήμη– κατὰ τὴν ὁποία δὲν ὑπῆρχε ἄνθρωπος, δὲν ὑπῆρχαν δέντρα, δὲν ὑπῆρχε χλόη, δὲν ὑπῆρχαν ποταμοὶ καὶ θάλασσες, δὲν ὑπῆρχε αὐτὸ τὸ εὐτελὲς χῶμα· μ᾽ ἕνα λόγο δὲν ὑπῆρχε ὕλη – ἐμεῖς δὲν πιστεύουμε στὸ ἀίδιον τῆς ὕλης. Δὲν ὑπῆρχε ὕλη, ἀλλὰ τί ὑπῆρχε· ὑπῆρχε πνεῦμα. Ὄχι πνεῦμα (μὲ πῖ μικρό), ἀλλὰ Πνεῦμα (μὲ Πῖ κεφαλαῖο). Ὑπῆρχε ὁ Θεός. Ἐμεῖς διαφωνοῦμε ῥιζικῶς μὲ τοὺς ἀθέους ποὺ λένε ὅτι «ἐκ τῆς ὕλης τὸ πνεῦμα». Ἐμεῖς λέμε «ἐκ τοῦ Πνεύματος ἡ ὕλη». Καὶ ὁ ἀετὸς τῆς Πάτμου μᾶς λέει, ὅτι ὁ Θεὸς Λόγος, ὅπως τὸν ὀνομάζει –πάλι ἡ λέξι Λόγος εἶνε ἑλληνική· εἶνε ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους, ἀλλὰ ἐδῶ ἔχει νέο περιεχόμενο καὶ ὕψος–, «ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο» (Ἰω. 1,14), σαρκώθηκε· τὸ δεύτερο πρόσωπο τῆς ἁγίας Τριάδος ἔλαβε σάρκα ἀπὸ τὰ πάναγνα αἵματα τῆς ἀειπαρθένου Μαρίας καὶ ἐμφανίστηκε στὴ γῆ ὡς Υἱὸς τῆς Παρθένου.
Ἀλλὰ τί ὑποδοχὴ τοῦ ἐπιφύλαξε ὁ κόσμος; τὸν ἀναγνώρισαν, τὸν δέχτηκαν; Λίγοι καὶ ἐκλεκτοὶ ἄνοιξαν τὶς ψυχές τους, τὸν ἀποδέχθηκαν καὶ τὸν ἀκολούθησαν. Οἱ πολλοὶ ὅμως δὲν ἔμειναν ἁπλῶς ἀδιάφοροι, ἀλλὰ καὶ τὸν κατεδίωξαν μέχρι ἐξοντώσεως. Πρὸς κατανόησιν τοῦ χωρίου αὐτοῦ τῆς σημερινῆς περικοπῆς ἀναφέρω δύο ἱστορικὰ περιστατικά.
Στὴν ἀκριτική μας Φλώρινα τὸ Νοέμβριο τοῦ 1912 ἔμεινε γιὰ ἕνα τριήμερο, φιλοξενούμενος στὸ οἴκημα τῆς μητροπόλεως, ὁ νικητὴς στρατηλάτης Κωνσταντῖνος, τότε διάδοχος καὶ μετὰ βασιλεύς. Διανυκτέρευε μέχρι τὶς πρωινὲς ὧρες καταρτίζοντας τὰ σχέδια τῆς περαιτέρω ἐκστρατείας μὲ τὸν ἀείμνηστο Μεταξᾶ. Κάποια ὥρα βγῆκε ἀπέριττος γιὰ ἕνα περίπατο στὰ σοκάκια μέχρι τὰ ἄκρα τῆς πόλεως, χωρὶς τὰ διάσημα, ἀξύριστος –ὑπῆρχε τότε καὶ φόβος δολοφονίας–, μὲ ἕνα ἁπλὸ στρατιωτικὸ πηλήκιο ἐκστρατείας τοῦ ᾽12 καὶ ἕνα μανδύα. Κ᾽ ἐκεῖ ποὺ περπατοῦσε μόνος, χωρὶς ὑπασπιστή, ἕνας φαντάρος τὸν ἀναγνώρισε καὶ εἶπε «Ὁ Κωσταντῖνος!». Καὶ τότε ἔτρεξαν γύρω του νὰ τὸν φρουρήσουν.
Κάτι τέτοιο συνέβη καὶ μὲ τὸ Χριστό. Κατέβηκε στὸν κόσμο ταπεινός, χωρὶς τὰ διάσημα καὶ χωρὶς τὸ θεϊκὸ στέμμα του, αὐτὸς ὁ βασιλεὺς τῶν ἀγγέλων, ὡς ὁ ταπεινότερος τῶν ἀνθρώπων, «καὶ ὁ κόσμος αὐτὸν οὐκ ἔγνω», ὁ κόσμος δὲν τὸν ἀναγνώρισε.
Καὶ τὸ ἄλλο περιστατικὸ ἀπὸ τὸν Ὅμηρο. Ὁ Ὀδυσσεὺς ὁ βασιλεὺς τῆς Ἰθάκης ἔφυγε ἀπὸ ᾽κεῖ ἀφήνοντας πίσω τὴν πιστή του Πηνελόπη νὰ πλέκῃ τὸν ἱστό της. Περιπλανήθηκε. Μετὰ ἀπὸ εἴκοσι χρόνια τὸ κῦμα τὸν ἐξέβρασε στὶς ἀκτὲς τῶν Φαιάκων, καὶ τέλος πάτησε στὸ νησί του. Ἔφυγε νέος ἔνδοξος ἀκμαῖος, γύρισε γερασμένος ταλαιπωρημένος. Ποιός νὰ τὸν ἀναγνωρίσῃ; Μόνο ἕνα σκυλί, ποὺ τ᾽ ἄφησε μικρὸ κουτάβι καὶ τώρα κι αὐτὸ μόλις ἀνέπνεε, ὅταν εἶδε τὸν ἀφέντη του, τὸν ἀντελήφθηκε, κούνησε τὴν οὐρά του καὶ ψόφησε.
Ἔτσι καὶ ὁ βασιλεὺς Χριστός, ὅταν ἦλθε στὸν κόσμο, ἔσκυψαν πάνω ἀπὸ τὴ φάτνη του τὰ ζῷα κατὰ τὴν προφητεία· «Ἔγνω βοὺς τὸν κτησάμενον καὶ ὄνος τὴν φάτνην τοῦ κυρίου αὐτοῦ· Ἰσραὴλ δέ με οὐκ ἔγνω καὶ ὁ λαός με οὐ συνῆκεν» (Ἠσ. 1,3). Τὰ ἄλογα ζῷα τὸν ἀναγνώρισαν· οἱ ἄνθρωποι, οἱ λογικοί; τί κρίμα!
Ὁ Χριστὸς ἔμεινε ἄγνωστος· ἄγνωστος κατὰ κανόνα στοὺς νομικούς, γραμματεῖς, φαρισαίους, σαδδουκαίους, στοὺς διανοουμένους τῶν ἰουδαίων, στὴν θεωρουμένη ἐλίτ. Καὶ ποῦ ἔγινε γνωστός; Στοὺς βοσκοὺς τῆς Βηθλεέμ, στοὺς ψαρᾶδες τῆς Γαλιλαίας, στὰ ἀθῷα παιδιά, στὶς ταπεινὲς γυναῖκες, στοὺς πιστοὺς μαθητάς του. Ἕνας μικρὸς ἀριθμὸς τὸν ἀναγνώρισε, τὸν πίστεψε, τὸν ἀκολούθησε· οἱ ἄλλοι, «ὁ κόσμος αὐτὸν οὐκ ἔγνω».

* * *

Ἂς ἔλθουμε τώρα στὴν ἐποχή μας. Ἐρωτῶ τὸν ἑαυτό μου, ἐρωτῶ κ᾽ ἐσᾶς· σήμερα εἶνε γνωστὸς καὶ ἀποδεκτὸς ὁ Χριστός;
Ἀλλοίμονο, ἀδέρφια μου. Πόσοι εἶνε στὸν κόσμο οἱ Χριστιανοί – κατ᾽ ὄνομα ἐννοεῖται; Τὸ ἕνα τρίτο τῆς ἀνθρωπότητος; Τὰ ἄλλα δύο τρίτα ἐξακολουθοῦν νὰ ζοῦν στὸ σκοτάδι δαιμόνων, εἰδώλων, προλήψεων, δεισιδαιμονιῶν. Ὁ Χριστὸς τοὺς εἶνε ἄγνωστος. Πότε ἆραγε θὰ ξαναβγοῦν ἱεραπόστολοι, ὅπως κάποτε ἀπὸ τὴ Θεσσαλονίκη ὁ Κύριλλος καὶ ὁ Μεθόδιος ποὺ ἔκαναν τὰ Βαλκάνια χριστιανικά! Θὰ ἔρθῃ ἆραγε ἡμέρα, ποὺ ὅλος ὁ πλανήτης θὰ εἶνε χριστιανικὸς καὶ ἡ οἰκουμένη θὰ εἶνε μία ποίμνη ὑπὸ ἕνα Ποιμένα; Ἄγνωστο.
Ἀλλὰ μήπως εἶνε γνωστὸς καὶ ἀποδεκτὸς ὁ Χριστὸς στὰ χριστιανικὰ ἔθνη; Ἂν πάρουμε κόσκινο καὶ κοσκινίσουμε τὰ ἑκατομμύρια τῶν λεγομένων χριστιανῶν, θὰ διαπιστώσουμε μὲ κατάπληξι μία φοβερὴ αἱμορραγία τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου. Γιατί; Διότι εἶνε χριστιανοὶ κατ᾽ ὄνομα, ὄχι στὴν πραγματικότητα.
Μήπως τέλος ὁ Χριστὸς εἶνε γνωστὸς καὶ ἀποδεκτὸς στὸν Ὀρθόδοξο κόσμο; Δυστυχῶς! Χριστιανὸς λέγεται ὁ ἄλλος, ἀλλὰ ἐκκλησία δὲν πατάει, σταυρὸ δὲν κάνει, Εὐαγγέλιο δὲν ἔχει ἀνοίξει, δὲν πάει νὰ ἐξομολογηθῇ, δὲν ἑτοιμάζεται νὰ κοινωνήσῃ, δουλεύει στὰ πάθη του κι αὐτός. Εἶνε χριστιανὸς «λαμπριάτικος», ὅπως εἶπε γιὰ κάποιον ὁ Παπαδιαμάντης. Βλέπετε καὶ σήμερα· γιὰ λίγο παρουσιάζονται, ν᾽ ἀκούσουν τὸ «Χριστὸς ἀνέστη», καὶ μετὰ σὰν ἀγέλη νὰ τραποῦν – ποῦ; στὰ φαγητά. Γι᾽ αὐτοὺς τὸ Πάσχα δὲν εἶνε ἑορτὴ πνεύματος· εἶνε ἑορτὴ κοιλίας, γαστρονομικὴ ἑορτή.
«Ὁ κόσμος αὐτὸν οὐκ ἔγνω». «Ὅσοι πιστοί», ὅμως, δεῦτε «ἀπολαύετε τοῦ συμποσίου τῆς πίστεως» (κατηχ. λόγ.). Ἀδελφοί, «Χριστὸς ἀνέστη»!

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Παντελεήμονος [παλαιό] Φλωρίνης τὴν 26-4-1970 στὴν θ. λειτουργία, μὲ νέο τώρα τίτλο. Καταγραφὴ καὶ σύντμησις 2-3-2022.

https://www.augoustinos-kantiotis.gr/?p=95009#more-95009