Κυριακή 28 Ιουνίου 2020

Νέα Θρησκεία «Ρητόρων πολυφθόγγων»



Αγαπητέ εν Χριστώ αδελφέ Αθανάσιε,
Χαίρε εν Κυρίω
«Εζήτησας μαθείν» το αν οι θέσεις του καθηγητού Χρήστου Γιανναρά είναι Ορθόδοξες ή όχι. Μονολεκτικά σου απαντώ ότι κάποιες από αυτές είναι αιρετικές.
Κατά καιρούς είχα διαβάσει αναφορές ή παραπομπές διαφόρων, (συμπεριλαμβανομένων επισκόπων και ηγουμένων), σε βιβλία του. Από περίεργη συγκυρία διάβασα το βιβλίο του «Ενάντια στη θρησκεία», που μου εστάλη. Το προσέγγισα χωρίς προκατάληψη. Η πρώτη λέξη του τίτλου: «Ενάντια» προδιέθετε ότι θα παρουσίαζε «επαναστατικές» ιδέες, με σοβαρές προτάσεις. Απογοητεύτηκα! Ενοχλείται από τα πάντα, ακόμα και από την Αγία Γραφή. Χρειάζεται πολύ μελάνι για να σχολιαστούν τα εσφαλμένα. Θα αναφερθώ, όμως, σε μια αιρετική του θέση, και απ΄αυτή θα καταλάβεις από τον όνυχα τον ... «λέοντα.»
Ο δοξασμός του «Αειπαρθένου» της Θεοτόκου τον ενοχλεί. Γράφει στη σελ. 200: «Ότι η λειτουργία της μητρότητας συνιστά ακαθαρσία, βεβαιώνεται όχι μόνο με τις ευχές που διαβάζονται στη λεχώ, όχι μόνο με την απαγόρευση μετοχής στην Ευχαριστία (ή και εισόδου στο ναό) των γυναικών κατά την περίοδο των εμμήνων. Βεβαιώνεται και από τις επίμονες επαναλήψεις της εκκλησιαστικής υμνολογίας ότι η Παναγία Θεοτόκος έμεινε και μετά τόκον Παρθένος, ότι είναι αειπάρθενος...».
Κατ΄ αρχάς: «Δεν αξίζει να είπωμε φιλόσοφο τον άνδρα, ο οποίος καταγγέλει εις βάρος μας δημόσια, πράγματα τα οποία δεν γνωρίζει.» (Ιουστίνος μάρτυρας ΕΠΕ Απολογηταί, σελ. 207)
 Έπειτα, αν η λειτουργία της μητρότητας συνιστούσε ακαθαρσία, δεν θα έλεγε ο Θεός στον Αδάμ και την Εύα (των οποίων την ύπαρξη δεν δέχεται): «αυξάνεσθε και πληθύνεσθε και πληρώσατε την γην», ούτε θα έλεγε: «καταλήψει άνθρωπος τον πατέρα αυτού και την μητέρα και προσκολληθήσεται προς την γυναίκα αυτού και έσονται οι δύο εις σάρκα μίαν.» Αν είναι ακαθαρσία δεν θα παρίστατο ο Χριστός και η Παναγία Θεοτόκος στο γάμο της Κανά, ούτε ο Χριστός θα μετέβαλε εκεί το νερό σε κρασί, ούτε η Εκκλησία θα ευλογούσε τον γάμο.
Δεν είναι καθόλου «επίμονες» οι επαναλήψεις «Αειπαρθένος» όπως υποστηρίζει. Στις Θείες Λειτουργίες (Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου και του Μ. Βασιλείου) μόνο πέντε φορές εκφωνείται το: «Αειπαρθένου», ενώ ο μηρυκασμός της λέξης «σεξουαλικότητα» και των παρεμφερών, μεγαφωνείται πολλάκις και κατά κόρον στο βιβλίο του. Ο συλλογισμός του ότι οι «επίμονες» επαναλήψεις «Αειπάρθενος» αποτελεί «απόδειξη ότι η λειτουργία της μητρότητας συνιστά ακαθαρσία», είναι ένα άλμα λογικής που μόνο διαταραγμένη φαντασίωση μπορεί να επινοήσει. Αδυνατεί να παρουσιάσει επιχειρήματα. Πώς άραγε θα μπορούσε να ντύσει με επιχειρήματα μια ασυνάρτητη πρόταση; Και επειδή βρίσκεται στη δεινή αυτή θέση «εις αγυρτικάς εμπίπτει λογοποιίας.» Αγνοεί ότι: το προ τόκου, το εν τόκω, και το μετά τόκον Παρθένος = Αειπάρθενος, είναι τα εύσημα, τα παράσημα, τα «γαλόνια» της Παναγίας μας.
Οι προτυπώσεις του Αειπαρθένου της Θεοτόκου στην Αγία Γραφή είναι πολλές, όπως η άφλεκτος βάτος, η καιόμενη και μη κατακαιόμενη, η Ερυθρά Θάλασσα, η οποία μετά το πέρασμα του λαού έμεινε άβατος, παρομοίως και η άμεμπτος Παρθένος μετά την κύησιν του Εμμανουήλ έμεινεν Άφθορος κ.ά. Την Αειπαρθενία της Θεοτόκου προφήτευεσε και ο Προφήτης Ιεζεκιήλ (44, 2): «η πύλη αύτη κεκλεισμένη έσται· ουκ ανοιχθήσεται και ουδείς μη διέλθει δι΄ αυτής, ότι Κύριος ο Θεός Ισραήλ εισελεύσεται δι’ αυτής, και έσται κεκλεισμένη.» Τρεις τρόποι ακατάληπτοι: της σύλληψης, της κύησης, [2] της γέννησης. Λόγω του ακαταλήπτου: «Ρήτορας πολυφθόγγους ως ιχθύας αφώνους ορώμεν επί Σοι Θεοτόκε· απορούσι γαρ και λέγειν το πώς και Παρθένος μένεις και τεκείν ίσχυσας.»
Εκφράζεται με υποθετικό λόγο: «Πρέπει μάλλον να υποθέσουμε...», αλλά με υποθέσεις ζει στη σφαίρα της φαντασίας, που ως γνωστόν, κατά τους Αγίους Πατέρες, είναι η θύρα και το πεδίον των δαιμόνων. Συνεχίζει τον υποθετικό του λόγο με το αυθαίρετο και πρωτάκουστο συμπέρασμα: «Πρέπει μάλλον να υποθέσουμε ότι η θρησκειοποιημένη ευσέβεια δεν ενδιαφέρεται να υμνήσει τη γυναίκα που αξιώθηκε να γίνει μητέρα του Θεού, δεν την αγγίζει ο δοξολογικός για την υπερφυή μητρότητα θαυμασμός. Θέλει να λατρέψει την παρθενία αυτό μόνο τον αποκλεισμό από την ζωή της σεξουαλικότητας. Τελικά να ειδωλοποιήσει ο θρησκευτικός άνθρωπος ασυνείδητα τον δικό του νευρωτικό ευνουχισμό, την απωθημένη αλλά βασανιστική σεξουαλική του στέρηση» (!!!) σελ. 201.
 Το συμπέρασμα αυτό αρχίζει με λάθος υπόθεση και με διεστραμμένους συλλογισμούς στη συνέχεια, αναγκαστικά καταλήγει σε απαράδεκτες αιρετικές δοξασίες και ετεροδιδασκαλίες.
Ποιος από τους εγγάμους Χριστιανούς που δοξολογικά υμνεί την Θεοτόκο Αειπάρθενο ζει «νευρωτικό ευνουχισμό, βασανιστική σεξουαλική στέρηση, θέλει τον αποκλεισμό από την ζωή της σεξουαλικότητας;» Το βιβλίο του θυμίζει «καμμένη γη» από τον βομβαρδισμό της λέξης «σεξουαλικότητα» και τα παρεμφερή. «Εκ του περισσεύματος της καρδίας ομιλούν τα χείλη.» Ο αείμνηστος π. Θεόκλητος Διονυσιάτης τον κατέτασσε με τους αιρετικούς Νικολαΐτες.
Λέγει ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς: «Όντως όταν φύγει από την ψυχή η αιδώ αντεισάγεται ολόκληρος ορμαθός κακών· διότι όποιος απομακρύνει την αιδώ, γενόμενος εκτός εαυτού, δεν αντιλαμβάνεται ούτε τι πράττει, ούτε τι λέγει αυτός ο ίδιος. Πώς λοιπόν αυτός να γνωρίση ή να δεχθή λόγους άλλων; Πώς θα κατανοήσει την ακρίβεια περί των Θεού δογμάτων;» (ΕΠΕ Τόμ. 4, σελ. 179)
Καθήκον της Διοικήσεως της Εκκλησίας είναι να προστατεύσει το ποίμνιό της και να προχωρήσει στα μέτρα που προβλέπονται από τους Ιερούς Κανόνες για τους ετεροδιδάσκοντες (νουθεσία, έκκληση για μετάνοια και αλλαγή πορείας).
Ο Τολστόι ήταν θαυμάσιος λογοτέχνης. Αμφισβητούσε όμως τα πάντα. Στο τέλος έφτιαξε μια νέα θρησκεία, και αποκόπηκε από την Εκκλησία του Χριστού. Να ευχηθούμε να μην τον ξεπεράσει. Δεν επιθυμούμε να συγκαταλεγεί με τους αιρετικούς. Αναμένωμε με πόνο ψυχής να μετανοήσει και να επανορθώσει τις βλάσφημες θέσεις του. Αν συμβεί αυτό, τότε τον αναμένωμε να συμπανηγυρίσωμε την μετάνοια του εδώ, στον Άθωνα.
Αυτά προς το παρόν, αγαπητέ Αθανάσιε.
 «Συ μένε εν οις έμαθες.» «Ο Πανάγιος Θεός πάντας θέλει σωθήναι» και γι’ αυτό, εύχου κι εσύ για τη σωτηρία του, τη σωτηρία όλου του κόσμου, κι εμού του ευτελούς μοναχού.
Η χάρις του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, και η αγάπη του Θεού και Πατρός, και η κοινωνία του Αγίου Πνεύματος, είη μετά πάντων ημών. Αμήν.
ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ: Όποιος δεν ικανοποιηθεί με τα προανεφερθέντα και υποστηρίξει τον καθηγητή και όχι τα δόγματα και την αρετή, πες του αυτό που είπε ο Άγιος Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης στον πρεσβύτερο Αρτεμίδωρο:
«Πολλοί, επειδή το κριτήριο των πραγμάτων έχει διαφθαρεί, επαινούν και μακαρίζουν εκείνους που έπρεπε να ταλανίζονται και να θρηνούνται... Την κρίσιν αυτών την διεφθαρμένην διακωμωδώντας ο ψαλμωδός, και επειδή όχι μόνο δεν επιβάλλουν επιτίμια σ΄αυτούς που αμαρτάνουν, αλλά αν χρειαστεί, για χάρη εκείνων να κακίσουν ακόμα και την ίδια την αρετή.» (ΕΠΕ Τόμ. Δ΄, σελ. 277-279)