Πέμπτη 5 Μαρτίου 2020

ΕΘΕΤΟ ΑΥΤΟΝ ΕΡΓΑΖΕΣΘΑΙ ΚΑΙ ΦΥΛΑΣΣΕΙΝ;

τοῦ Ἰωάννου Μηλιώνη, ἐκπαιδευτικοῦ, μέλους τῆς Π.Ε.Γ.

Κάποιοι συμπατριῶτες μας, βαπτισμένοι Ὀρ­θό­δο­ξοι Χριστια­νοὶ ἔχουν τὴν κακή, κατ' ἐμέ, συνήθεια ὅταν τοὺς εὔχεσαι γιὰ κάτι, νὰ ἀπαντοῦν «πρῶτα ἡ ὑγεία»...


Οἱ παλιότεροι βέβαια, ἀκόμη κι ἂν δὲν τὸ συνειδητοποιοῦσαν ἀντιδροῦσαν μὲ τὸ «πρῶτα ὁ Θεός» (-Θὰ βρεθοῦμε αὔριο; -Πρῶ­τα ὁ Θεός. -Θὰ κατέβουμε γιὰ ψώνια; - Πρῶτα ὁ Θεός). Κι αὐτὸ ἦταν κατάφαση, σήμαινε «Ναί», ἀλλὰ μὲ τὴν ἐπιφύλαξη, «ἂν τὸ ἐπιτρέψει ὁ Θεός».

Ἔτσι λοιπὸν ἡ Κοινωνία μας διολίσθησε σιγά, σιγὰ ἀπὸ τὸ «πρῶτα ὁ Θεὸς» στὸ «πρῶτα ἡ ὑγεία» κι ὁ βαπτισμένος Ὀρ­θό­δο­ξος Χριστιανὸς ἄρχισε νὰ ἀνησυχεῖ γιὰ τὴν ὑγεία του ἐρήμην τοῦ Θεοῦ τὸν ὁποῖο ἔσπρωξε στὸ παρασκήνιο. Καὶ παράλληλα μὲ τὴν ἀνησυχία γιὰ τὴν ὑγεία, ἄρχισε νὰ ἀνησυχεῖ καὶ γιὰ τὴν διατροφή του. Βέβαια, ἡ ἀνησυχία γιὰ τὴ διατροφὴ δὲν προέκυψε ἀπὸ τὸ πουθενά... φρόντισε γι' αὐτὸ ἡ Νέα Ἐποχὴ τοῦ Ὑ­δρο­χό­ου (New Age) δημιουργώντας τὶς ὑποδομὲς γι' αὐτὸ ποὺ ὀνο­μάζεται «Οἰκολογία» καί πού ἄρχισε νὰ πλασάρεται ἀπὸ τὴ δεκαετία τοῦ 1960.
Ἡ Οἰκολογία αὐτὴ καθ' ἐαυτὴ δὲν ἔχει κάτι τὸ μεμπτό· εἶναι μιὰ καθ' ὅλα ἔγκυρη ἐπιστήμη, ἕνα διεπιστημονικὸ πεδίο ποὺ ἀποτελεῖ κλάδο τῶν φυσικῶν ἐπιστημῶν. Θεωρεῖται κλάδος τῆς Βιολογίας, τῆς γενικῆς ἐπιστήμης ποὺ μελετᾶ τοὺς ζων­τα­νοὺς ὀργανισμούς. Εἶναι ἡ μελέτη τοῦ μεγέθους καὶ τῆς διάδοσης τῶν πληθυσμῶν τῶν ζώντων ὀργανισμῶν, καθὼς καὶ τοῦ τρόπου μὲ τὸν ὁποῖο οἱ ἰδιότητες αὐτὲς ἐπηρεάζονται ἀπὸ τὴν ἀλληλεπίδραση μεταξύ τῶν ὀργανισμῶν καὶ τοῦ περιβάλλοντός τους. Ἡ οἰκολογία εἶναι, ἐπίσης, μία ἀνθρωπιστικὴ ἐ­πι­στή­μη. Ὑπάρχουν πολλὲς πρακτικὲς ἐφαρμογές της στὴν βιολογία διατήρησης, τὴ διαχείριση τῶν ὑγροτόπων, τὴ διαχείριση τῶν φυσικῶν πόρων (ἀγροοικολογία, γεωργία, δασοκομία, γεωργοδασοκομία, ἁλιεία), τὸ σχεδιασμὸ πόλεων (ἀστικὴ οἰκολογία), τὴν ὑγεία τῆς κοινότητας, τὴν οἰκονομία, τὴ βασικὴ καὶ ἐφαρ­μοσμένη ἐπιστήμη καὶ τὴν ἀνθρώπινη κοινωνικὴ ἀλ­λη­λε­πί­δρα­ση (ἀνθρώπινη οἰκολογία).
Ἡ Οἰκολογία ἀρχίζει νὰ γίνεται ἐπικίνδυνη ὅταν δέχεται παρεμβάσεις «θρησκευτικοῦ» τύπου ἀπὸ τὴ Νέα Ἐποχή· ὅταν, δηλαδή, θεωρεῖ τὸν πλανήτη Γῆ, ὡς τὴν Γαία (Gaia), ὄχι μὲ τὴν «ἐπιστημονικὴ» προσέγγιση τοῦ Τζέϊμς Λάβλοκ[1] (James Lovelock) καὶ τῶν ὁμοϊδεατῶν του, ἀλλὰ μὲ μεταφυσικὲς προσεγγίσεις ὅπως π.χ. «τὴν θρησκεία τῆς Γαίας», μιὰ ἀναβίωση τοῦ Παγανισμοῦ ποὺ ἀπορρίπτει τὸν Χριστιανισμό, τὸν θεωρεῖ ὡς τὸν μεγαλύτερο ἐχθρό της καὶ βλέπει τὴ χριστιανικὴ πίστη ὡς τὸ μοναδικὸ ἐμπόδιο γιὰ μιὰ «παγκόσμια θρησκεία» ποὺ ἐπικεντρώνεται στὴ λατρεία τῆς Γῆς καὶ στὴν ἕνωση ὅλων τῶν μορφῶν ζωῆς γύρω ἀπὸ τὴ θεά, τὴν «Μητέρα Γῆ».
Ἡ Οἰκολογία πάλι ἀρχίζει νὰ γίνεται προβληματικὴ ὅταν χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται ἀπὸ τὸ λεγόμενο «Οἰκολογικὸ Κίνημα», ἕνα πολιτικὸ καὶ κοινωνικὸ κίνημα, ποὺ ἐνῶ καλῶς ἀντιμάχεται -ὅσο νομίμως ἀντιμάχεται- τὴν ἀνατροπὴ τῆς οἰκολογικῆς ἰ­σορ­ρο­πί­ας, τὴν περιβαλλοντικὴ ρύπανση, τὴν κλιματικὴ ἀλλαγὴ καὶ ἄλλες διαταραχὲς τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος, οἱ ὁποῖες ὀφείλονται στὴν ἀλόγιστη ἀνθρώπινη δραστηριότητα, ποὺ ὅ­μως στὴν πραγματικότητα ὑποθάλπει μία ποικιλία δι­α­φο­ρε­τι­κῶν τάσεων, οἱ ὁποῖες ἀναδύθηκαν στὸ πλαίσιο τῶν νέων κοι­νω­νι­κῶν κινημάτων τῆς δεκαετίας τοῦ 1960. Ὁρισμένες ἀπὸ αὐτές, καλῶς ὑ­πο­στη­ρί­ζουν τὴν προστασία τοῦ περιβάλλοντος γιὰ νὰ ἐ­πι­τύ­χουν τὴν ἀνθρώπινη εὐημερία καὶ τὴ βελτίωση τοῦ βιοτικοῦ ἐ­πι­πέ­δου, ἄλλες ὅμως -ὅπως ἡ «βαθιὰ οἰκολογία»[2]- προσδίδουν αὐταξία στὴ φύση, ἐνῶ συχνά, οἱ διάφορες τάσεις τοῦ οἰ­κο­λο­γι­κοῦ κινήματος τοποθετοῦνται στὸ εὐρύτερο πολιτικὸ πλαίσιο τῆς Ἀ­ρι­στε­ρᾶς, καθὼς ὁ πρι­μι­τι­βι­σμὸς καὶ ὁ οἰ­κο­α­ναρ­χι­σμὸς[3] συσχετίζονται περισσότερο μὲ τὸν με­τα­α­ρι­στε­ρὸ χῶρο[4] καὶ λιγότερο μὲ τὶς πραγματικὲς ἀνάγκες τοῦ ἀν­θρώ­που.
Τὶς πρῶτες ἐφαρμογὲς τοῦ οἰκοαναρχισμοῦ μποροῦμε νὰ ἐντοπίσουμε στὴν «Οἰκοκοινότητα Φίντχορν» (Findhorn Fo­undation) ἕναν νεοεποχίτικο καταυλισμὸ ποὺ ἵδρυσαν οἱ Ἀϊλὴν Κάντυ (Eileen Caddy) μὲ τὸν σύζυγός της Πῆτερ Κάντυ (Peter Caddy) καὶ τὴν Ντόροθυ Μακλέϊν (Dorothy Maclean).
Ὁ Πῆτερ Κάντυ ὑπῆρξε μέλος τοῦ Ροδοσταυρικοῦ Τάγματος τοῦ Κρότονα (Rosicrucian Order Crotona Fellowship)[5]. Κατὰ τὴ διάρκεια μιᾶς περιόδου ἀνεργίας, τὸ 1962, ὁ Κάντυ ἄρχισε νὰ πει­ρα­μα­τί­ζε­ται μὲ τὴν «ὀργανικὴ καλλιέργεια» (organic gar­dening). Ὁ κῆπος τους κοντὰ στὸ Φίντχορν, στὴ Σκοτία, παρουσίασε τόσο μεγάλη ἀνάπτυξη ποὺ προσέλκυσε τὴν προσοχὴ σὲ ἐθνικὸ ἐπίπεδο. Ὁ Κάντυ ἀπέδιδε τὴν ἐπιτυχία του στὶς «πνευματικές» του πρακτικὲς (διαλογισμό κ.ἄ.), ἡ δέ σύζυγός του, Ἀϊλὴν, ποὺ ἀσχολεῖτο μὲ τὸν πνευματισμὸ, συχνὰ «ἄκουγε μιὰ φωνή», ποὺ τὴν «καθοδηγοῦσε». Ἦταν ἡ «φωνὴ» αὐτὴ ποὺ τὴν «ὁδήγησε», μετὰ ἀπὸ περιπέτειες, νὰ παντρευτεῖ τὸν Πῆτερ Κάντυ τὸ 1957 καὶ μὲ τὰ παιδιά τους, τὴ φίλη τους, Ντόροθυ Μακλέϊν κι ἕνα τροχόσπιτο νὰ βρεθοῦν δίπλα στὸ χωριὸ Φίντχορν ὅπου ἄρ­χι­σαν τὴ «βιολογικὴ καλλιέργεια» γιὰ τὴν διατροφὴ τῆς οἰ­κο­γέ­νειας μὲ τὴ βοήθεια «αὐτῶν» ποὺ ὀνόμα­ζαν «πνεύματα τῶν φυτῶν» καὶ «ντέβας»[6] (devas).
Τὸ «Οἰκοχωριὸ Φίντχορν» λειτουργεῖ, δυστυχῶς, σήμερα σὰν «παράδειγμα» γιὰ παρόμοιες πρωτοβουλίες διεθνῶς, ὀ­δη­γών­τας ἀφελεῖς καὶ ρομαντικοὺς «ἀναζητητὲς τῆς ἀλήθειας» στὴν ἀνα­ζή­τη­ση «νοήματος ζωῆς» καὶ -ἐκτός τῶν ἄλλων- στὸν χῶρο τῆς παραδοσιακῆς γεωργίας, ἕναν χῶρο ποὺ ἂν ἔμενε ἀ­νε­πη­ρέ­α­στος ἀπὸ ἀποκρυφιστικὲς καὶ νεοεποχίτικες μεθοδεύσεις θὰ μποροῦσε νὰ βοηθήσει πραγματικὰ στὴ βελτίωση τῆς σω­μα­τι­κῆς ὑγείας καὶ τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου· ἀντ' αὐτοῦ, ἡ μικρὴ πιθανῶς βελτίωση στὴ σωματικὴ ὑγεία πληρώνεται μὲ τὴν κα­ταστροφικὴ ἀλλοίωση τῆς ψυχικῆς καὶ πνευματικῆς ὑγείας καὶ τὴν ἐλπίδα τῆς σωτηρίας. Καὶ δὲν εἶναι λίγες οἱ περιπτώσεις, καὶ στὴ χώρα μας, ποὺ τὸ νεοεποχίτικο πνεῦμα ὁδηγεῖ συνανθρώπους μας νὰ προβοῦν σὲ πρωτοβουλίες τύπου «Φίντχορν».
Τέτοιο παράδειγμα ἀποτελεῖ ἡ «Ἐναλλακτικὴ Κοινότητα Πελίτι», ποὺ ξεκίνησε τὸ 1995, στὸ Μεσοχώρι Παρανεστίου, στὴν Περιφερειακὴ Ἑνότητα Δράμας, σὰν ἀστικὴ μὴ κερδοσκοπικὴ ἐταιρία καὶ σήμερα θεωρεῖται ἀπὸ τὶς σημαντικότερες Μ.Κ.Ο. αὐτοῦ του εἴδους, στὴν Ἑλλάδα. Οἱ στόχοι της -συλλογή, διατήρηση καὶ διάδοση σπόρων ντόπιων ποικιλιῶν, ἡ ἀνταλλαγὴ ἀ­γα­θῶν καὶ ὑπηρεσιῶν ἄνευ χρήματος καὶ ἡ δημιουργία «ἐ­ναλ­λα­κτι­κῆς κοινότητας»- εἶναι στόχοι ἀξιέπαινοι, μὲ τὴν προϋπόθεσή τῆς μὴ ἐμπλοκῆς νεοεποχίτικων διδασκαλιῶν καὶ μεθόδων στὶς ἐνέργειες καὶ στὴ δομὴ τῆς Κοινότητας. Ὅμως ἡ προβολὴ τῶν δραστηριοτήτων της ἀπὸ ἱ­στο­λό­για καὶ ἱστοσελίδες ποὺ προ­ω­θοῦν κατὰ κανόνα ἀποκρυφιστικὲς καὶ νεοεποχίτικες δραστηριότητες, ὅπως π.χ. ἡ «Ὄμορφη Ζωὴ»[7] -χωρὶς τήν ἀντίρρηση τοῦ προβαλλόμενου- ἀποτελεῖ μιὰ ἐπικίνδυνη ἐκ­δο­χή. Καὶ βέβαια δὲν μποροῦμε νὰ ἀποκλείσουμε καὶ τὶς περιπτώσεις «πι­στῶν» τοῦ ἀποκρυφισμοῦ καὶ τῆς παραθρησκείας οἱ ὁποῖοι ἐν­τάσ­σον­ται σὲ τέτοιες πρωτοβουλίες «ἐναλλακτικοῦ» προ­σα­να­το­λι­σμοῦ.
Τέλος νὰ σημειώσουμε, γιὰ τὴν ἱστορία, ὅτι ὑπάρχουν καταγεγραμμένες καταγγελίες σὲ σχέση μὲ τὴν ἐν λόγω Μ.Κ.Ο.[8] πρᾶγμα ποὺ καθιστᾶ ἐπικίνδυνη καὶ τὴν καθιερωμένη συνεργασία τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Τιμίου Προδρόμου Ἀνατολῆς Κισσάβου, μὲ τὴν «Ἐναλλακτικὴ Κοινότητα Πελίτι»[9]. Συχνά, στὶς συνεργασίες καὶ στὶς ἐπαφὲς αὐτὲς δὲν ἀρκεῖ ἡ καλὴ πρόθεση καὶ τὸ Ὀρθόδοξο φρόνιμα τῆς μιᾶς πλευρᾶς, ὅταν πιθανῶς λείπει ἡ γνώση τῶν λεπτῶν ἐκφάνσεων τῆς νεοεποχίτικης διείσδυσης.
Εἴμεθα στὴν διάθεση τῆς σεβαστῆς Γερόντισσας Θεοδέκτης γιὰ ὁποιαδήποτε ἐνημέρωση σχετικὴ μὲ τὴν εἰδικότητά μας, καθὼς εἴμαστε βέβαιοι ὅτι -κατά τήν Θεολογία, τήν Κοσμολογία καί τήν Ἀνθρωπολογία τῆς Ἐκκλησίας-, δὲν εἴμαστε «Ἐμεῖς οἱ ἴδιοι [ποὺ] ὁδηγοῦμε τὰ γεγονότα μὲ τὴ στάση καὶ τὴ σκέψη μας», οὔτε ὅτι «Ἑστιάζουμε τὴν προσοχή μας στὰ θετικὰ πράγματα ποὺ γίνονται, κι αὐτὰ ὡς διὰ μαγείας αὐξάνουν» κι ἀκόμη, εἶναι πλάνη νὰ πιστεύουμε ὅτι «Δὲ γνωρίζουμε τί εἶναι τὸ καλὸ καὶ τί τὸ κακό», ὅπως τουλάχιστον διατείνονται στὸ «Πελίτι»[10]...

Ὁλοκληρώνοντας τόν σχολιασμό θά θέλαμε νά ὑ­πο­γραμ­μί­σου­με ὅτι δέν στοχεύουμε στήν προσβολή ἤ στήν ἀπομείωση τῆς τιμῆς καί τῆς ὑπολήψεως τῶν προσώπων πού ἀσχολοῦνται στά ἀνωτέρω περιγραφόμενα. Θέλουμε μόνον νά προστατεύσουμε τό κοινό ἀπό τό ψυχοφθόρο δηλητήριο τοῦ ἀ­πο­κρυ­φι­σμοῦ καί τῆς παραθρησκείας, δηλώνοντας ὅτι ὁ ἄνθρωπος δέν βοηθᾶται μέ τήν ἐνασχόληση στίς ὁλιστικές, ἐνεργιακές καί ἐναλλακτικές διδασκαλίες καί πρακτικές. Βοηθᾶται καί σώζεται μόνο μέσα στή μία ποίμνη, τήν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, τήν Ἐκ­κλη­σί­α.



[1] Ἄγγλος ἐπιστήμων, συγγραφεύς, ἐρευνητὴς καὶ περιβαλλοντολόγος, ποὺ διατύπωσε τὴν ὑπόθεση ὅτι ἡ Γῆ λειτουργεῖ ὡς ἕνα εἶδος ὑπεροργανισμοῦ.
[2] Arne Naess, «Οἱ Θεμελιακὲς Ἀρχές», Κοινωνία καὶ Φύση 2, Σεπτ.- Δεκ. 1992, σ. 128.
[3] Θεωρία ὅτι μικρὲς οἰκοκοινότητες -τῶν 50-150 ἀνθρώπων- εἶναι ἡ μορφὴ ποὺ πρέπει νὰ ἔχουν οἱ ἀνθρώπινοι οἰκισμοὶ ὥστε νὰ ἀναπτυχθεῖ σωστὰ ὁ πολιτισμός.
[4] Τάση τοῦ σύγχρονου ἀναρχισμοῦ, ποὺ σχηματίστηκε μὲ ἐπίκεντρο τὴν κριτικὴ στὸν «ἀριστερίστικο» κοινωνικὸ ἀναρχισμὸ καὶ τὴ σύνδεσή του μὲ τὸ ἐργατικὸ κίνημα.
[6] Ὑπερφυσικὰ ὄντα, στὸν Ἰνδουισμὸ καὶ στὴν πρώιμη Βεδικὴ λογοτεχνία.