Ὅταν ἤμουν στὸ Κοινόβιο, εἶχα ἕναν διακονητή στὸ μαραγκούδικο, τὸν Γερό‐Ἰσίδωρο. Ὁ καημένος δὲν εἶχε καθόλου ὑπομονή. Ἄρχιζε ἕνα παράθυρο, στενοχωριόταν, ἐπίανε νὰ κάνη πόρτες, στενοχωριόταν καὶ τὰ ἄφηνε, ἐπίανε νὰ κάνη μετά στέγες. Ὅλα στὴν μέση τὰ ἄφηνε, χωρίς νὰ τελειώνη τίποτε. Ἄλλα ξύλα χάνονταν, ἄλλα κόβονταν λάθος. Ἔτσι σκοτώνεται κανείς, χωρίς νὰ κάνη τίποτε.
Εἶναι μερικοί πού, ἐνῶ ἔχουν περιορισμένες δυνάμεις καὶ μποροῦν νὰ κάνουν μόνον ἕνα‐δύο πράγματα, καταπιάνονται καὶ μπερδεύονται μὲ πολλά καὶ μετά δὲν κάνουν τίποτε σωστό καὶ σέρνουν καὶ τούς ἄλλους. Ὅσο μπορεῖ κανείς, νὰ κάνη ἕνα‐δυὸ πράγματα μόνο, νὰ τὰ τελειώνη σωστὰ καὶ νὰ ἔχη τὸ μυαλό τοῦ καθαρό καὶ ξεκούραστο καὶ μετά νὰ ἀρχίζη κάτι ἄλλο. Γιατί, ἅμα ὁ νοῦς τοῦ σκορπίση, τί πνευματικά θὰ κάνη μετά; Πῶς νὰ θυμηθῆ τὸν Χριστό;
Εἶναι μερικοί πού, ἐνῶ ἔχουν περιορισμένες δυνάμεις καὶ μποροῦν νὰ κάνουν μόνον ἕνα‐δύο πράγματα, καταπιάνονται καὶ μπερδεύονται μὲ πολλά καὶ μετά δὲν κάνουν τίποτε σωστό καὶ σέρνουν καὶ τούς ἄλλους. Ὅσο μπορεῖ κανείς, νὰ κάνη ἕνα‐δυὸ πράγματα μόνο, νὰ τὰ τελειώνη σωστὰ καὶ νὰ ἔχη τὸ μυαλό τοῦ καθαρό καὶ ξεκούραστο καὶ μετά νὰ ἀρχίζη κάτι ἄλλο. Γιατί, ἅμα ὁ νοῦς τοῦ σκορπίση, τί πνευματικά θὰ κάνη μετά; Πῶς νὰ θυμηθῆ τὸν Χριστό;
Ἁγ. Παϊσίου Ἁγιορείτου: ΛΟΓΟΙ Α’ «Μὲ Πόνο καὶ Ἀγάπη»
