ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΩΝ
Εν Πειραιεί τη 2α Νοεμβρίου 2026
Η ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΚΙΝΗΣΗ ΥΠΟ ΤΟ ΦΩΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΑΡΑΔΟΣΕΩΣ
(Προσδοκίες, αδιέξοδα και θεολογικοί προβληματισμοί - Σύντομη αξιολόγηση της ως τώρα πορείας της)
Η ενότητα των Χριστιανών αποτελεί αναμφισβήτητα ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα της εκκλησιαστικής ζωής. Ο ίδιος ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός προσευχήθηκε προς τον Πατέρα «ἵνα πάντες ἓν ὦσιν» (Ιωάν.17,21), αναδεικνύοντας την ενότητα των μαθητών Του ως ουσιώδες στοιχείο της μαρτυρίας τους ενώπιον του κόσμου. Επομένως, η επιθυμία για την υπέρβαση των διαιρέσεων μεταξύ των Χριστιανών δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ζήτημα αδιάφορο ή δευτερεύον για την Εκκλησία. Άλλωστε, οι Άγιοι Πατέρες κατέβαλαν μεγάλους αγώνες για τη διαφύλαξη της εκκλησιαστικής ενότητας, αντιμετωπίζοντας διαχρονικά τις διασπαστικές τάσεις που εκδηλώνονταν στους κόλπους της Εκκλησίας από σχισματικούς και αιρετικούς.
Το κρίσιμο ερώτημα, ωστόσο, δεν είναι απλώς εάν επιθυμούμε την ενότητα, αλλά ποια ενότητα επιδιώκουμε, βάσει ποιων θεολογικών κριτηρίων και υπό ποιες εκκλησιολογικές προϋποθέσεις. Διότι, κατά την ορθόδοξη εκκλησιαστική συνείδηση, η ενότητα δεν αποτελεί έναν αφηρημένο ανθρωπιστικό στόχο ούτε μια διπλωματική συμφωνία μεταξύ θρησκευτικών οργανισμών. Είναι καρπός της αληθείας, της κοινής αποστολικής πίστεως, της μυστηριακής ζωής και της κοινωνίας εν Αγίω Πνεύματι.
Υπό αυτό το πρίσμα, η σύγχρονη Οικουμενική Κίνηση και οι επί δεκαετίες διεξαγόμενοι θεολογικοί διάλογοι με τις ετερόδοξες χριστιανικές ομολογίες οφείλουν να εξετάζονται με νηφαλιότητα, εκκλησιαστική ευθύνη και αυστηρά θεολογικά κριτήρια. Η πάροδος του χρόνου, οι αλλεπάλληλες συναντήσεις και η έκδοση κοινών ανακοινώσεων δεν αποτελούν, από μόνες τους, απόδειξη ότι έχει επιτευχθεί ουσιαστική προσέγγιση στα ζητήματα της πίστεως.
Είναι, επίσης, απαραίτητο να επισημανθεί εξαρχής ότι η Οικουμενική Κίνηση αναπτύχθηκε αρχικά στον προτεσταντικό χώρο, με βασική επιδίωξη την προσέγγιση και τη συνένωση των πολυάριθμων ομάδων που προέκυψαν από τον κατακερματισμό του Προτεσταντισμού. Το 1948 ιδρύθηκε το λεγόμενο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών (ΠΣΕ), στο οποίο συμμετείχαν και συμμετέχουν και πολλές Ορθόδοξες Εκκλησίες ως μέλη, στο ίδιο οργανωτικό πλαίσιο με χριστιανικές κοινότητες διαφορετικών δογματικών και εκκλησιολογικών αντιλήψεων. Η συμμετοχή αυτή, καθώς και ο τρόπος διεξαγωγής των θεολογικών διαλόγων, εγείρουν, από ορθόδοξη θεολογική σκοπιά, σοβαρά ερωτήματα σχετικά με τη διαφύλαξη της εκκλησιαστικής αυτοσυνειδησίας και την ακρίβεια της ομολογίας της πίστεως.
1. Η ενότητα της Εκκλησίας δεν είναι ανθρώπινο κατασκεύασμα
Η Ορθόδοξη Εκκλησία ομολογεί στο Σύμβολο της Πίστεως ότι πιστεύει «εἰς μίαν, ἁγίαν, καθολικὴν καὶ ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν». Η ομολογία αυτή δεν αποτελεί απλώς ιστορική αναφορά στην αρχαία Εκκλησία, αλλά διαρκή μαρτυρία για την ταυτότητα, την πίστη και τη ζωή του εκκλησιαστικού Σώματος.
Η Εκκλησία είναι, κατά την ορθόδοξη θεολογική αντίληψη, μία και αδιαίρετη, διότι αποτελεί το Σώμα του Χριστού, με Κεφαλή τον ίδιο τον Κύριο, σύμφωνα με τον λόγο του Αποστόλου Παύλου: «αὐτός ἐστιν ἡ κεφαλὴ τοῦ σώματος, τῆς ἐκκλησίας· ὅς ἐστιν ἀρχή» (Κολ.1,18).
Η εικόνα του σώματος αναδεικνύει την οργανική ενότητα των μελών του και την αδιάρρηκτη σχέση τους με την κεφαλή. Όπως το ανθρώπινο σώμα αποτελεί μία οργανική ενότητα, έτσι και η Εκκλησία δεν νοείται ως άθροισμα ανεξάρτητων σωμάτων που διαθέτουν διαφορετικές κεφαλές, αλλά ως το ένα Σώμα του Χριστού. Η αποκοπή ενός μέλους από το σώμα συνεπάγεται την απώλεια της οργανικής του σχέσεως με το σύνολο και, κατ’ επέκταση, την απώλεια της ζωής που αντλεί από αυτήν τη σχέση. Κατ’ αναλογίαν, η εκκλησιαστική ενότητα δεν μπορεί να νοηθεί ως μία πραγματικότητα που διασπάται και συγχρόνως εξακολουθεί να υφίσταται αδιατάρακτη σε ανεξάρτητους εκκλησιαστικούς σχηματισμούς.
Υπό αυτό το πρίσμα, το Σώμα της Εκκλησίας νοείται ως ενιαίο και αδιαίρετο. Κατά την ομολογιακή θεώρηση που εκφράζεται στην παρούσα μελέτη, οι αποσπώμενοι από την εκκλησιαστική κοινωνία σχηματισμοί δεν μπορούν να θεωρούνται αυτομάτως ισότιμα μέρη του ενός εκκλησιαστικού Σώματος. Παύουν να είναι Εκκλησία. Η θέση αυτή συνδέεται άμεσα με την ορθόδοξη αντίληψη περί της σχέσεως μεταξύ εκκλησιαστικής κοινωνίας, ορθής πίστεως και μυστηριακής ζωής.
Χαρακτηριστικό βιβλικό παράδειγμα αποτελεί η παραβολή της αμπέλου (Ιωάν.15,1-8), με την οποία ο Κύριος περιγράφει την οργανική και ζωτική σχέση Του με τους μαθητές Του και, κατ’ επέκταση, με τους πιστούς όλων των αιώνων. Τα κλήματα που παραμένουν ενωμένα με την άμπελο είναι ζωντανά και καρποφορούν, ενώ εκείνα που αποκόπτονται από αυτήν νεκρώνονται και δεν μπορούν να καρποφορήσουν και καταλήγουν να ριχθούν στο πυρ. Η παραβολή υπογραμμίζει ότι η πνευματική ζωή προϋποθέτει τη ζωντανή σχέση με τον Χριστό.
Η βιβλική αυτή εικόνα αποτελεί βασικό επιχείρημα όσων απορρίπτουν την άποψη ότι η Εκκλησία μπορεί να νοείται ως μία πραγματικότητα που εκτείνεται αδιακρίτως και πέρα από τα κανονικά και δογματικά της όρια. Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι απλώς γεωγραφικό ή διοικητικό, αλλά αφορά την ίδια την εκκλησιολογική ταυτότητα και την κοινωνία εν Χριστώ.
Η άποψη που διατυπώθηκε προς το τότε «Πάπα» Φραγκίσκο το 2014, χρειάζεται διερεύνηση: «Η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, … δυστυχώς κατά την επί γης στρατείαν αυτής, λόγω της υπερισχύσεως της ανθρωπίνης αδυναμίας και του πεπερασμένου θελήματος του ανθρωπίνου νοός, διεσπάσθη εν χρόνω. Ούτω διεμορφώθησαν καταστάσεις και ομάδες ποικίλαι εκ των οποίων εκάστη διεκδικεί “αυθεντίαν” και “αλήθειαν”»[1].
Κατά την κριτική ερμηνεία της παραπάνω δήλωσης, η αναφορά σε διάσπαση της Μίας Εκκλησίας ενδέχεται να εκληφθεί ως αποδοχή της δυνατότητας διαιρέσεως της ίδιας της εκκλησιαστικής της υποστάσεως και, κατ’ επέκταση, ως έμμεση αναγνώριση εκκλησιαστικού χαρακτήρα στους επιμέρους διαιρεμένους σχηματισμούς. Η ερμηνεία αυτή, ωστόσο, προϋποθέτει εξέταση του πλήρους συμφραζομένου της δήλωσης και της θεολογικής σημασίας που αποδίδεται στον όρο «Εκκλησία», στον οποίο δυστυχώς δεν ορίζεται με σαφήνεια το ακριβές περιεχόμενό του, αφήνοντας να πλανάται η εντύπωση ότι και οι αιρετικές ομάδες είναι «Εκκλησίες» με την έννοια της Μιας Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας.
Στο ίδιο πλαίσιο, σχετικό ομολογιακό σχόλιο υποστηρίζει: «…Η θέση αυτή, [περί μιας και ταυτόχρονα διεσπασμένης Εκκλησίας], συνιστά συνειδητή άρνηση τουλάχιστον της ενότητος της “Μιάς” Εκκλησίας ως ιδιότητος και οντολογικού Της δεδομένου. Η συμπερίληψη της ιδιότητος αυτής στο εκκλησιολογικό άρθρο του Συμβόλου της Πίστεως, αποτελεί την έκφραση της αυτοσυνειδησίας και αγιοπνευματικής εμπειρίας της Εκκλησίας και κατά συνέπειαν όποιος – κληρικός, ή λαϊκός – αμφισβητεί συνειδητώς, ή απορρίπτει την πίστη της Εκκλησίας, όπως αυτή οριοθετείται με κάθε ακρίβεια στους Όρους των Οικουμενικών Συνόδων και ιδιαιτέρως στα μονοσήμαντα άρθρα του Συμβόλου της Πίστεως, ευλόγως εκπίπτει από το Σώμα της Εκκλησίας, υποκείμενος σε καθαίρεση, ή αφορισμό κατά τις Οικουμενικές Συνόδους»[2].
Η Εκκλησία, ως αδιαίρετη κατά την ορθόδοξη εκκλησιολογική αυτοσυνειδησία, δεν καλείται να δημιουργήσει εκ νέου την ενότητά της σύμφωνα με τις εκάστοτε ιστορικές περιστάσεις. Καλείται να διαφυλάξει την ενότητα που παρέλαβε από τους Αποστόλους και τους Αγίους Πατέρες, παραμένοντας πιστή στην παρακαταθήκη της πίστεως. Ο Απόστολος Παύλος προτρέπει τους πιστούς να μένουν «ἑδραῖοι καὶ ἀμετακίνητοι» (Α΄ Κορ.15,58), ενώ στην προς Εφεσίους επιστολή αναφέρεται σε «ἓν σῶμα καὶ ἓν πνεῦμα», «μίαν πίστιν» και «ἓν βάπτισμα» (Εφ.4,4-5).
Από αυτήν την άποψη, η εκκλησιαστική ενότητα δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από την αλήθεια της πίστεως. Δεν είναι δυνατόν να νοείται ως απλή συνύπαρξη διαφορετικών δογματικών αντιλήψεων, όταν αυτές αφορούν θεμελιώδη ζητήματα της χριστιανικής διδασκαλίας. Η αγάπη προς τους άλλους Χριστιανούς είναι απαραίτητη, αλλά δεν συνεπάγεται την αποσιώπηση των δογματικών διαφορών ούτε την εξίσωση όλων των θεολογικών θέσεων.
Η αληθινή αγάπη δεν αντιπαρατίθεται προς την αλήθεια· αντιθέτως, την προϋποθέτει. Κατά συνέπεια, η αναζήτηση της ενότητας, εφόσον επιθυμεί να παραμένει γνήσια εκκλησιαστική, οφείλει να στηρίζεται στην κοινή ομολογία της αποστολικής πίστεως και όχι σε μια αόριστη συμφωνία καλών προθέσεων ή σε υποκειμενικές ερμηνείες περί δήθεν «συμφωνίας στην πίστη», η οποία επιτυγχάνεται με την επίκληση διαφορετικών εκφράσεων και παραδόσεων. Αυτή ακριβώς η προσέγγιση αποτελεί ένα από τα βασικά σημεία κριτικής προς τη σύγχρονη Οικουμενική Κίνηση.
2. Η Οικουμενική Κίνηση και η δοκιμασία των αποτελεσμάτων
Η Οικουμενική Κίνηση αναπτύχθηκε υπό την επίδραση εξωεκκλησιαστικών παραγόντων και πρωτοβουλιών και πρωτοεμφανίστηκε στον προτεσταντικό χώρο, με την προσδοκία ότι η επικοινωνία, η αμοιβαία κατανόηση και ο θεολογικός διάλογος θα μπορούσαν να συμβάλουν στην υπέρβαση των διαιρέσεων του Χριστιανισμού. Κατά τη διάρκεια του εικοστού και του εικοστού πρώτου αιώνα πραγματοποιήθηκαν πολυάριθμες συναντήσεις, θεολογικές διαβουλεύσεις, εργασίες διαχριστιανικών επιτροπών και εκδόσεις κοινών δηλώσεων.
Η αποτίμηση αυτής της πορείας, ωστόσο, γεννά σοβαρά ερωτήματα ως προς την εκπλήρωση των αρχικών προσδοκιών. Δεν παραγνωρίζεται το γεγονός ότι οι πρωτοβουλίες αυτές έφεραν σε άμεση επαφή εκπροσώπους διαφορετικών χριστιανικών παραδόσεων, ενίσχυσαν τις προσωπικές σχέσεις, διευκόλυναν την ανταλλαγή απόψεων και, σε αρκετές περιπτώσεις, συνέβαλαν στην ανάπτυξη κοινών κοινωνικών και ανθρωπιστικών δράσεων. Παρά ταύτα, οι σημαντικές δογματικές διαφορές που εξακολουθούν να χωρίζουν τις χριστιανικές ομολογίες από την Εκκλησία δεν έχουν αρθεί.
Εάν, επομένως, το βασικό ζητούμενο είναι η αποκατάσταση της ενότητας στην πίστη και της εκκλησιαστικής κοινωνίας, η μέχρι σήμερα πορεία της Οικουμενικής Κινήσεως δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει εκπληρώσει τον κεντρικό της στόχο. Η μακρά διάρκεια των επαφών και η πληθώρα των κοινών κειμένων δεν αρκούν για να αποδείξουν ουσιαστική δογματική σύγκλιση, αλλά μάλλον καταδεικνύουν ότι η επιδιωκόμενη χριστιανική ενότητα στην αποστολική πίστη είναι μια ουτοπία!
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο μακροχρόνιος θεολογικός διάλογος μεταξύ Ορθοδόξων και των αιρετικών Αντιχαλκηδονίων Μονοφυσιτών. Ο διάλογος αυτός δεν έχει οδηγήσει σε καθολικά αποδεκτή εκκλησιαστική συμφωνία, παρά τις προσπάθειες που καταβλήθηκαν σε διαφορετικές φάσεις της πορείας του. Κεντρικό σημείο της διαφωνίας παραμένει η ερμηνεία των χριστολογικών διατυπώσεων και η σχέση τους με τις αποφάσεις της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου της Χαλκηδόνας (451), η πεισματική εμμονή τους στην μία φύση του Χριστού. Η επανέναρξη σχετικών επαφών και πρωτοβουλιών δεν αίρει, από μόνη της, την ανάγκη σαφούς θεολογικής αποσαφήνισης των επίμαχων ζητημάτων.
Επειδή ακριβώς η Οικουμενική Κίνηση επικαλέστηκε ως κύριο σκοπό της τη χριστιανική ενότητα, είναι εύλογο και αναγκαίο να εξετάζεται κατά πόσον οι προσδοκίες αυτές έχουν εκπληρωθεί. Αυτό επιχειρείται και στην παρούσα ανακοίνωση, με κριτική αποτίμηση της μέχρι σήμερα πορείας της και των αποτελεσμάτων της.
Το Γραφείο μας, έχοντας ως αποστολή την οριοθέτηση της Ορθοδόξου Πίστεως και την μελέτη και κατάδειξη των αιρέσεων και πλανών, παρακολουθεί και μελετά συστηματικά τη δραστηριότητα της Οικουμενικής Κινήσεως και διατυπώνει τα σχετικά συμπεράσματά του.
Από την εξέταση των μέχρι σήμερα πεπραγμένων διαπιστώνουμε ότι οι πολυάριθμες συναντήσεις, η διοργάνωση συνεδρίων, οι μακροχρόνιες συζητήσεις και η έκδοση θεολογικών κειμένων δεν συνιστούν, από μόνες τους, τεκμήρια δογματικής συγκλίσεως ούτε αποδεικνύουν την επίτευξη του αρχικού στόχου της Οικουμενικής Κινήσεως. Το ουσιώδες ερώτημα είναι εάν οι διαφορές που χωρίζουν τις χριστιανικές ομολογίες έχουν αντιμετωπιστεί με σαφήνεια, εάν έχουν επιλυθεί οι θεολογικές αντιθέσεις και εάν έχουν διαμορφωθεί οι προϋποθέσεις για την αποκατάσταση της εκκλησιαστικής κοινωνίας.
Στο ζήτημα αυτό, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η κριτική του ομότιμου καθηγητή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, πρωτοπρεσβυτέρου Θεοδώρου Ζήση, ο οποίος επισημαίνει: «Η επίκληση ιστορικών αλλαγών, νοοτροπίας, εποχής, εκκλησιαστικών συμφερόντων, δυσμενών ιστορικών συνθηκών, οι οποίες δήθεν επιβάλλουν τα οικουμενιστικά ανοίγματα, δεν έχει κανένα θεολογικό και ιστορικό έρεισμα. Ουδέποτε η Εκκλησία βρέθηκε σε χειρότερη κατάσταση από την σκληρή εποχή των διωγμών κατά τους τρεις πρώτους αιώνες. Τότε δεν ανέδειξε οικουμενιστές κληρικούς και θεολόγους για να την προσαρμόσουν και να την εκκοσμικεύσουν, ταυτίζοντάς την με τις αιρέσεις και τις άλλες θρησκείες, αλλά μάρτυρας και ομολογητάς. Η ανθρώπινες συμμαχίες και η ανθρώπινη ισχύς αφαιρούν την θεϊκή συμμαχία, “κενώνουν”, αδειάζουν την δύναμη του σταυρού και εξασθενούν την Εκκλησία… Το ίδιο συνέβη και μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως και την σκληρή δουλεία και καταπίεση που επέβαλε ο αλλόθρησκος κατακτητής».
Η παραπάνω τοποθέτηση εκφράζει μια αυστηρή κριτική προς τις προσεγγίσεις που θεωρούν ότι οι ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες δικαιολογούν την αναπροσαρμογή της εκκλησιαστικής στάσεως απέναντι στις δογματικές διαφορές. Κατά τη συγκεκριμένη θεολογική θεώρηση, η μαρτυρία της Εκκλησίας οφείλει να διατηρεί αμετάβλητο τον πυρήνα της αποστολικής πίστεως, ανεξαρτήτως των ιστορικών πιέσεων.
Ανάλογο προβληματισμό προκαλεί ο διάλογος μεταξύ Ορθοδόξων και «Ρωμαιοκαθολικών». Κατά τη διάρκειά του έχουν εκπονηθεί πολλά κείμενα σχετικά με το πρωτείο, τη συνοδικότητα και τη μεταξύ τους σχέση στην εκκλησιαστική ζωή. Η ύπαρξη αυτών των κειμένων, όμως, δεν ισοδυναμεί με πλήρη συμφωνία ως προς τη φύση, την έκταση και την άσκηση του πρωτείου ούτε συνεπάγεται την αποκατάσταση της εκκλησιαστικής κοινωνίας.
Κατά την κριτική που διατυπώνεται από ορθόδοξους θεολόγους, οι ουσιώδεις διαφωνίες με τη παπική «εκκλησία» εξακολουθούν να υφίστανται, ενώ ορισμένες διατυπώσεις των διαλογικών κειμένων θεωρείται ότι αφήνουν περιθώρια για ερμηνείες που δεν ανταποκρίνονται πλήρως στην ορθόδοξη εκκλησιολογική παράδοση. Ιδιαίτερη επιφύλαξη προκαλεί η προσπάθεια ερμηνείας των υφιστάμενων διαφορών ως απλών αποκλίσεων στη διατύπωση κοινών θεολογικών αληθειών, χωρίς να έχει προηγηθεί επαρκής αποσαφήνιση του δογματικού περιεχομένου τους.
Επομένως, η κριτική αποτίμηση των μέχρι σήμερα αποτελεσμάτων δεν συνιστά άρνηση της ανάγκης για αλήθεια, επικοινωνία και συνεννόηση. Αποτελεί έκφραση θεολογικής και εκκλησιαστικής υπευθυνότητας. Όταν ένας μακροχρόνιος θεσμός προβάλλει ως βασικό του στόχο την ενότητα, οφείλει να αξιολογείται με βάση την πραγματική πρόοδο προς αυτήν και όχι αποκλειστικά με βάση τη διάρκεια, την έκταση ή την οργανωτική δραστηριότητά του.
Υπό αυτήν την έννοια, η Οικουμενική Κίνηση οφείλει να προχωρήσει σε ουσιαστική αυτοκριτική ως προς την αποτελεσματικότητα των μεθόδων της και την επίτευξη των διακηρυγμένων σκοπών της. Η αυτοκριτική αυτή θα ήταν περισσότερο εποικοδομητική από τις γενικόλογες διαβεβαιώσεις περί επιτυχίας, εφόσον θα στηριζόταν σε σαφή θεολογικά κριτήρια και σε συγκεκριμένα αποτελέσματα.
3. Ο διάλογος της αγάπης και ο διάλογος της αληθείας
Στην εκκλησιαστική ζωή, η αγάπη και η αλήθεια δεν αποτελούν ανταγωνιστικές πραγματικότητες. Αντιθέτως, συνδέονται άρρηκτα μεταξύ τους. Η αγάπη χωρίς την αλήθεια κινδυνεύει να περιοριστεί σε μια αόριστη συναισθηματική προσέγγιση, ενώ η επίκληση της αλήθειας χωρίς αγάπη μπορεί να εκφυλιστεί σε σκληρότητα και περιφρόνηση προς τον συνάνθρωπο. Οι Άγιοι Πατέρες αντιμετώπιζαν όσους θεωρούσαν πλανεμένους με γνώμονα την αποστολική προτροπή «ἀληθεύοντες ἐν ἀγάπῃ» (Εφ.4,15), η οποία αποτελεί βασική αρχή της ορθόδοξης ποιμαντικής.
Η Ορθόδοξη Παράδοση καλεί σε συνδυασμό παρρησίας και ταπεινώσεως. Ο διάλογος με τους ετεροδόξους μπορεί να έχει ουσιαστική αξία, όταν συμβάλλει στην ακριβή κατανόηση των διαφορών, στην αποσαφήνιση των θεολογικών θέσεων και στην υπεύθυνη μαρτυρία της ορθοδόξου πίστεως. Δεν δικαιολογείται, όμως, να μετατρέπεται σε διαδικασία κατά την οποία οι δογματικές διαφορές υποβαθμίζονται, προκειμένου να διατηρείται ένα κλίμα ευχάριστης αμοιβαιότητας και να αποφεύγονται οι δυσκολίες που συνεπάγεται η ουσιαστική θεολογική αντιπαράθεση.
Ένα από τα προβλήματα που παρατηρούνται στην πρακτική των θεολογικών διαλόγων είναι η έμφαση στα κοινά σημεία μεταξύ Ορθοδόξων και ετεροδόξων, σε βάρος της συστηματικής εξέτασης των διαφορών που εξακολουθούν να τους χωρίζουν. Η προσέγγιση αυτή γεννά εύλογα ερωτήματα. Τα κοινά στοιχεία της χριστιανικής πίστεως είναι, σε μεγάλο βαθμό, ήδη γνωστά στους ειδικούς που συμμετέχουν στους διαλόγους. Οι εκπρόσωποι των διαφόρων ομολογιών διαθέτουν, κατά κανόνα, γνώση των θεολογικών θέσεων των συνομιλητών τους και είναι σε θέση να αναγνωρίσουν τόσο τα σημεία συγκλίσεως όσο και τα σημεία διαφωνίας και άρα οι ατέρμονες και μακροχρόνιες συζητήσεις στα «ενούντα» δεν είναι απλά χάσιμο χρόνου, αλλά ίσως συνειδητή εκτροπή του θεολογικού διαλόγου σε κοινωνική εκδήλωση και όχι στην δογματική σύγκληση.
Επομένως, το ουσιώδες ζητούμενο δεν είναι απλώς η επαναδιατύπωση όσων ήδη αναγνωρίζονται ως κοινά, αλλά η ουσιαστική εξέταση εκείνων που εξακολουθούν να αποτελούν εμπόδιο στην αποκατάσταση της εκκλησιαστικής κοινωνίας. Αυτή θα έπρεπε να είναι μία από τις βασικές προτεραιότητες των θεολογικών διαλόγων.
Ωστόσο, κατά την κριτική αποτίμηση της μέχρι σήμερα πορείας τους, η συστηματική εξέταση των ουσιωδών διαφορών δεν υπήρξε πάντοτε ανάλογη προς την έκταση των συζητήσεων που αφιερώθηκαν στα κοινά στοιχεία. Ακόμη και όταν εξετάζονται ζητήματα που χωρίζουν τις χριστιανικές ομολογίες, εξακολουθεί να υπάρχει ο κίνδυνος οι διαφορές να παρουσιάζονται ως αποκλίσεις στη διατύπωση και όχι ως ζητήματα που απαιτούν ουσιαστική δογματική αποσαφήνιση.
Χαρακτηριστική περίπτωση είναι οι συζητήσεις με τους Αγγλικανούς, Λουθηρανούς και άλλους Προτεστάντες, με τους οποίους, αν και μας χωρίζει άβυσσος δογματικών και εκκλησιολογικών διαφορών, πασχίζουν να βρουν κάποια ελάχιστα κοινά στοιχεία για να βρίσκονται ενεργοί οι θεολογικοί διάλογοι.
Άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι μακροχρόνιες συζητήσεις και η σύνταξη κοινών κειμένων σχετικά με το πρωτείο και τη συνοδικότητα με τον αιρετικό Παπισμό. Οι διατυπώσεις ορισμένων κειμένων έχουν επικριθεί για ασάφειες, γενικότητες και δυνατότητα διαφορετικών ερμηνειών, οι οποίες δεν εξασφαλίζουν πάντοτε ότι οι συμμετέχοντες συμφωνούν ως προς το ουσιαστικό θεολογικό περιεχόμενο των όρων που χρησιμοποιούν και βρίσκουν όλους σύμφωνους.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται, συνεπώς, κατά την αξιολόγηση των κοινών δηλώσεων, όταν οι διατυπώσεις τους επιδέχονται διαφορετικές ερμηνείες ή αφήνουν αδιευκρίνιστα κρίσιμα θεολογικά ζητήματα. Μια φράση που γίνεται τυπικά αποδεκτή από όλους τους συμμετέχοντες δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι εκφράζει και κοινή κατανόηση του περιεχομένου της. Για τον λόγο αυτόν, δεν αρκεί να εξετάζεται μόνο η λεκτική διατύπωση μιας συμφωνίας· απαιτείται να αξιολογούνται το θεολογικό της νόημα, οι συνέπειές της και, κυρίως, η δυνατότητα αποδοχής της από την εκκλησιαστική συνείδηση.
Η αληθινή συμφιλίωση δεν μπορεί να οικοδομηθεί πάνω στην ασάφεια. Αντιθέτως, προϋποθέτει ειλικρινή αναζήτηση της αλήθειας, αμοιβαίο σεβασμό, σαφή διατύπωση των θεολογικών θέσεων και διάθεση μετανοίας, όπου αυτή θεωρείται αναγκαία. Η αγάπη προς τους ετεροδόξους δεν επιβάλλει την αποδοχή των διδασκαλιών τους, όπως ακριβώς η πιστότητα στην Ορθοδοξία δεν δικαιολογεί την προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειάς τους.
Επομένως, ο διάλογος της αγάπης δεν μπορεί να αποσυνδέεται από τον διάλογο της αληθείας. Η αγάπη απαιτεί σεβασμό προς το πρόσωπο του άλλου, ενώ η αλήθεια απαιτεί σαφήνεια ως προς το περιεχόμενο της πίστεως. Μόνον όταν οι δύο αυτές διαστάσεις συνυπάρχουν, μπορεί ο θεολογικός διάλογος να εκπληρώνει ουσιαστικά την εκκλησιαστική του αποστολή.
4. Οι θεολογικοί διάλογοι και τα πενιχρά αποτελέσματά τους
Ένα από τα βασικότερα προβλήματα της σύγχρονης οικουμενικής πρακτικής είναι η απόσταση που διαπιστώνεται ανάμεσα στην εκτενή παραγωγή θεολογικών κειμένων και στην πραγματική πρόοδο προς την αποκατάσταση της εκκλησιαστικής ενότητας.
Επί πολλές δεκαετίες, θεολόγοι και εκκλησιαστικοί εκπρόσωποι εξετάζουν ζητήματα που αφορούν την εκκλησιολογία, τα μυστήρια, την εκκλησιαστική αυθεντία, την Ιερά Παράδοση και τη δογματική διατύπωση. Παρά την έκταση αυτών των εργασιών, όμως, αρκετές ουσιώδεις διαφορές εξακολουθούν να αποτελούν αντικείμενο διαφωνίας και να απαιτούν περαιτέρω θεολογική διερεύνηση.
Κατά την κριτική που διατυπώνεται στην παρούσα μελέτη, ιδιαίτερα προβληματικό είναι το γεγονός ότι σημαντικά ζητήματα που χωρίζουν την Ορθόδοξη Εκκλησία από τον Ρωμαιοκαθολικισμό και τον Προτεσταντισμό δεν έχουν τύχει, σε όλες τις περιπτώσεις, της απαιτούμενης συστηματικής και ουσιαστικής εξετάσεως.
Μεταξύ των ζητημάτων που αφορούν τις σχέσεις με τον Παπισμό συγκαταλέγονται το Filioque, η διδασκαλία περί της κτιστής χάριτος, η περί ικανοποιήσεως της θείας δικαιοσύνης θεωρία, οι ρωμαιοκαθολικές διδασκαλίες για τη Θεοτόκο και το καθαρτήριο πυρ, καθώς και οι διαφωνίες γύρω από το πρωτείο και τη συνοδικότητα. Στις σχέσεις με τις προτεσταντικές ομολογίες τίθενται, μεταξύ άλλων, ζητήματα σχετικά με την εκκλησιολογία, το αειπάρθενο της Θεοτόκου, την τιμή των Αγίων και την προσκύνηση των ιερών εικόνων, καθώς και την κατανόηση των μυστηρίων και της εκκλησιαστικής αυθεντίας.
Η απαρίθμηση αυτή δεν σημαίνει ότι κανένα από τα παραπάνω ζητήματα δεν έχει συζητηθεί σε επιμέρους θεολογικές συναντήσεις. Το ζητούμενο είναι κατά πόσον η εξέτασή τους έχει οδηγήσει σε σαφή, ουσιαστική και εκκλησιαστικώς αποδεκτή επίλυση των αντίστοιχων δογματικών διαφορών.
Υπό αυτήν την έννοια, είναι εύλογο να γίνεται λόγος για αποτελέσματα περιορισμένα σε σχέση με τις αρχικές προσδοκίες της Οικουμενικής Κινήσεως. Η εκτίμηση αυτή στηρίζεται κυρίως στο γεγονός ότι δεν έχει επιτευχθεί πλήρης αποκατάσταση της εκκλησιαστικής κοινωνίας ούτε έχει διαμορφωθεί κοινή δογματική ομολογία μεταξύ της Εκκλησίας και των ως άνω θρησκευτικών κοινοτήτων, που συμμετέχουν στους διαλόγους.
Από την αυστηρότερη ομολογιακή σκοπιά, επισημαίνεται ακόμη ότι δεν έχει καταγραφεί γενικευμένη αποδοχή των ορθόδοξων δογματικών θέσεων από τις ετερόδοξες κοινότητες ούτε συνολική αναθεώρηση των διδασκαλιών που η Ορθόδοξη Εκκλησία θεωρεί εσφαλμένες. Αντιθέτως, εκφράζεται η ανησυχία ότι η υπερβολική έμφαση στην αναζήτηση κοινών διατυπώσεων ενδέχεται να ενισχύει την εντύπωση ότι οι υφιστάμενες διαφορές δεν είναι ουσιώδεις ή ότι μπορούν να παρακαμφθούν χωρίς σαφή δογματική επίλυση.
Η ανησυχία αυτή εντείνεται όταν οι ετερόδοξες κοινότητες χαρακτηρίζονται συλλήβδην ως «Εκκλησίες» χωρίς να αποσαφηνίζεται επαρκώς η θεολογική σημασία του όρου και η σχέση του με την ορθόδοξη εκκλησιολογική αυτοσυνειδησία. Κατά την κριτική αυτή, τέτοιες διατυπώσεις ενδέχεται να δημιουργούν την εντύπωση ότι οι δογματικές διαφορές δεν επηρεάζουν ουσιαστικά την εκκλησιαστική ταυτότητα και τη δυνατότητα κοινωνίας.
Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι μια σαφώς ομολογιακή στάση εκ μέρους των Ορθοδόξων εκπροσώπων θα μπορούσε να οδηγήσει στη διακοπή των θεολογικών διαλόγων. Η άποψη αυτή, ωστόσο, δεν απαντά κατ’ ανάγκην στο ουσιαστικό ερώτημα: ποιο είναι το νόημα της συνέχισης ενός διαλόγου, όταν οι βασικές δογματικές διαφωνίες παραμένουν χωρίς σαφή αντιμετώπιση;
Ο Απόστολος Παύλος παρέχει συγκεκριμένη κατεύθυνση ως προς την αντιμετώπιση της αιρέσεως: «αἱρετικὸν ἄνθρωπον μετὰ μίαν καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ» (Τιτ.3,10). Η αποστολική αυτή προτροπή υπογραμμίζει τη σοβαρότητα της αιρέσεως και την ανάγκη διακρίσεως ως προς την αντιμετώπισή της. Δεν πρέπει, ωστόσο, να αποσπάται από το ευρύτερο ποιμαντικό και εκκλησιαστικό πλαίσιο μέσα στο οποίο διατυπώνεται.
Η ιστορία της Εκκλησίας προσφέρει πολλά παραδείγματα διαλόγου με πρόσωπα που διατύπωναν εσφαλμένες θεολογικές θέσεις. Οι Άγιοι Πατέρες δεν απέφευγαν κατ’ αρχήν την επικοινωνία μαζί τους, αλλά επιδίωκαν να αναδείξουν τις δογματικές αποκλίσεις και να καλέσουν τους συνομιλητές τους σε αναθεώρηση των θέσεών τους. Όταν, όμως, διαπίστωναν επίμονη άρνηση της εκκλησιαστικής διδασκαλίας, μπορούσαν να προχωρήσουν σε σαφή οριοθέτηση της πίστεως και σε διακοπή της εκκλησιαστικής κοινωνίας, σύμφωνα με τις εκάστοτε εκκλησιαστικές και κανονικές προϋποθέσεις.
Με βάση αυτά τα κριτήρια, τίθεται το ερώτημα εάν η συνέχιση των σημερινών θεολογικών διαλόγων, υπό τις συγκεκριμένες προϋποθέσεις και με τα έως τώρα αποτελέσματά τους, εξυπηρετεί πράγματι τον διακηρυγμένο σκοπό τους. Κατά την άποψη που εκφράζεται εδώ, θα ήταν προτιμότερο να επανεξεταστούν ριζικά οι μέθοδοι και οι προτεραιότητές τους, παρά να συνεχίζονται χωρίς σαφή προοπτική ουσιαστικής δογματικής προόδου.
Μια περισσότερο σαφής και ομολογιακή στάση των Ορθοδόξων εκπροσώπων θα μπορούσε, ενδεχομένως, να συμβάλει ουσιαστικότερα στον προβληματισμό των ετεροδόξων σχετικά με τις θεολογικές τους θέσεις. Η εκτίμηση αυτή δεν συνιστά βεβαιότητα για τα αποτελέσματα μιας διαφορετικής τακτικής, αλλά υπογραμμίζει την ανάγκη να αξιολογείται η αποτελεσματικότητα των υφιστάμενων μεθόδων και να μην θεωρείται η συνέχιση των συναντήσεων αυτοσκοπός.
Ένας ακόμη προβληματισμός αφορά τη σταδιακή μετατόπιση του χαρακτήρα ορισμένων διαλογικών πρωτοβουλιών. Όταν οι ίδιες συζητήσεις επαναλαμβάνονται επί σειρά ετών, χωρίς ανάλογη πρόοδο στην επίλυση των ουσιωδών θεολογικών διαφορών, υπάρχει ο κίνδυνος ο διάλογος να απομακρύνεται από τον πρωταρχικό του σκοπό και να αποκτά περισσότερο εθιμοτυπικό ή κοινωνικό χαρακτήρα ή να αποτελεί απλώς πολιτική στόχευση. Η διαπίστωση αυτή δεν αφορά κατ’ ανάγκην κάθε επιμέρους συνάντηση, αλλά αποτελεί εύλογο αντικείμενο αξιολογήσεως της συνολικής πορείας της Οικουμενικής Κινήσεως.
5. Ο κίνδυνος του δογματικού σχετικισμού
Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν μπορεί να αποδεχθεί ότι οι δογματικές διαφορές αποτελούν απλώς διαφορετικές πολιτισμικές εκφράσεις μιας κοινής και αδιαφοροποίητης χριστιανικής εμπειρίας. Η ιστορία των Οικουμενικών Συνόδων μαρτυρεί ότι η Εκκλησία αντιμετώπισε τις αιρέσεις και τις δογματικές διαμάχες με ιδιαίτερη σοβαρότητα, επιδιώκοντας την ακριβή ομολογία της πίστεως και καλώντας τους πλανεμένους σε μετάνοια και επιστροφή στην εκκλησιαστική κοινωνία. Η οριοθέτηση της αληθείας δεν θεωρήθηκε δευτερεύουσα δραστηριότητα, αλλά ουσιώδες στοιχείο της εκκλησιαστικής ζωής.
Οι Άγιοι Πατέρες δεν αντιμετώπισαν την ορθή διδασκαλία ως περιττή λεπτομέρεια ούτε θεώρησαν τις θεολογικές διαφορές ως εμπόδια που έπρεπε απλώς να παρακαμφθούν. Αντιθέτως, κατέβαλαν μεγάλους αγώνες για τη διατύπωση και τη διαφύλαξη της αληθείας, ακόμη και όταν αυτό συνεπαγόταν σημαντικό προσωπικό ή εκκλησιαστικό κόστος.
Στο πλαίσιο αυτό, χρειάζεται να επισημανθεί ένας ακόμη κίνδυνος που συνδέεται με ορισμένες σύγχρονες αντιλήψεις περί χριστιανικής ενότητας: η υιοθέτηση είτε μιας μαξιμαλιστικής είτε μιας μινιμαλιστικής προσεγγίσεως, όταν αυτές αποσυνδέονται από τις εκκλησιολογικές προϋποθέσεις της Ορθοδόξου Παραδόσεως.
Σύμφωνα με μια μαξιμαλιστική προσέγγιση, η συμφωνία σε μεγάλο μέρος της χριστιανικής διδασκαλίας θεωρείται επαρκής βάση για την επιδίωξη της ενώσεως, ακόμη και όταν εξακολουθούν να υφίστανται ουσιώδεις δογματικές διαφωνίες. Αντιστοίχως, μια μινιμαλιστική προσέγγιση μπορεί να θεωρεί αρκετή τη συμφωνία σε ορισμένες βασικές αρχές της πίστεως, παραμερίζοντας άλλα ζητήματα που η Ορθόδοξη Εκκλησία θεωρεί θεμελιώδη για την εκκλησιαστική κοινωνία.
Ιδιαίτερα προβληματικές είναι τέτοιες αντιλήψεις όταν διατυπώνονται από ορθόδοξους εκκλησιαστικούς εκπροσώπους και δημιουργούν την εντύπωση ότι η ενότητα μπορεί να επιτευχθεί με την παράλληλη διατήρηση ασυμβίβαστων δογματικών θέσεων. Χαρακτηριστική, στο πλαίσιο αυτό, είναι η αποδιδόμενη σε μακαριστό Ορθόδοξο Επίσκοπο φράση σχετικά με τις σχέσεις με τους Ρωμαιοκαθολικούς: «κρατάμε τα δικά μας, κρατούν τα δικά τους και κάνουμε την ένωση».
Σήμερα, ο κίνδυνος του σχετικισμού εμφανίζεται όταν η αναζήτηση κοινών σημείων υπερβαίνει τα όρια της θεολογικής διακρίσεως και οδηγεί στην υποβάθμιση της σημασίας των δογματικών διαφορών. Όταν η συμφωνία καθίσταται αυτοσκοπός, υπάρχει ο κίνδυνος η δογματική ακρίβεια να αντιμετωπίζεται ως εμπόδιο αντί να αναγνωρίζεται ως ουσιώδης προϋπόθεση της εκκλησιαστικής ενότητας.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία οφείλει, επομένως, να αποφεύγει δύο αντίθετους κινδύνους: αφενός την αδιαφορία για κάθε προσπάθεια επικοινωνίας και θεολογικού διαλόγου και αφετέρου την άκριτη αποδοχή κάθε μορφής προσεγγίσεως ως αυτονόητης πνευματικής επιτυχίας. Η διάκριση των πνευμάτων, η πιστότητα στην Αγία Γραφή και την Ιερά Παράδοση και η συνοδική ευθύνη αποτελούν απαραίτητα κριτήρια για την αξιολόγηση κάθε θεολογικής συμφωνίας.
Η αυθεντική ορθόδοξη στάση δεν ταυτίζεται ούτε με την άρνηση της επικοινωνίας ούτε με την αποδοχή της δογματικής σχετικοποιήσεως. Προϋποθέτει διάλογο με σαφήνεια, σεβασμό προς τα πρόσωπα, προσήλωση στην αλήθεια και σταθερή αναφορά στην εκκλησιαστική Παράδοση. Μόνον έτσι μπορεί να διαφυλαχθεί η διάκριση μεταξύ της ανθρώπινης επιθυμίας για συμφωνία και της ουσιαστικής ενότητας εν τη πίστει.
6. Η ευθύνη των ποιμένων και η ενημέρωση του ορθοδόξου πληρώματος
Η συμμετοχή σε θεολογικούς διαλόγους δεν αφορά αποκλειστικά έναν περιορισμένο κύκλο ειδικών, καθώς τα αποτελέσματά τους ενδέχεται να έχουν ευρύτερες εκκλησιολογικές και ποιμαντικές συνέπειες. Για τον λόγο αυτόν, είναι απαραίτητο οι σχετικές συζητήσεις και τα συμπεράσματά τους να παρουσιάζονται με σαφήνεια στο ορθόδοξο πλήρωμα, ώστε να καθίσταται γνωστό τι ακριβώς έχει συμφωνηθεί, ποια ζητήματα παραμένουν ανοιχτά και ποιες θεολογικές διαφορές εξακολουθούν να απαιτούν περαιτέρω εξέταση.
Η δημοσίευση ενός κοινού κειμένου δεν πρέπει να εκλαμβάνεται αυτομάτως ως απόδειξη πλήρους δογματικής συμφωνίας. Αντιθέτως, απαιτείται προσεκτική εξέταση του περιεχομένου του, της θεολογικής του θεμελιώσεως, του βαθμού αποδοχής του από τις αρμόδιες εκκλησιαστικές αρχές και των πιθανών συνεπειών του για την εκκλησιαστική ζωή. Ιδιαίτερη σημασία έχει, επίσης, η διάκριση μεταξύ των συμπερασμάτων που αποτελούν κοινή διαπίστωση των συμμετεχόντων και εκείνων που εξακολουθούν να επιδέχονται διαφορετικές ερμηνείες.
Το ορθόδοξο πλήρωμα έχει ανάγκη από ουσιαστική θεολογική ενημέρωση, όχι από γενικόλογες διαβεβαιώσεις περί επιτυχίας, αλλά ούτε και από ατεκμηρίωτες καταγγελίες. Η εκκλησιαστική αλήθεια δεν φοβάται την εξέταση· αντιθέτως, απαιτεί διαφάνεια, ακρίβεια και υπεύθυνη ενημέρωση. Η παρουσίαση των θεολογικών ζητημάτων με σαφήνεια συμβάλλει στην καλλιέργεια της εκκλησιαστικής συνειδήσεως και επιτρέπει στους πιστούς να κατανοούν τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Ορθόδοξη Εκκλησία.
Στην ορθόδοξη εκκλησιολογική παράδοση, άλλωστε, ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στη συνείδηση του πληρώματος της Εκκλησίας ως προς τη διαφύλαξη της πίστεως. Στο πλαίσιο αυτό, αξίζει να αναφερθεί η εγκύκλιος των Ανατολικών Πατριαρχών του 1848, η οποία συνδέεται με την ομολογιακή θέση ότι η διαφύλαξη της Ορθοδόξου Πίστεως δεν αποτελεί αποκλειστικό προνόμιο μιας περιορισμένης ομάδας εκκλησιαστικών αξιωματούχων, αλλά αφορά ολόκληρο το εκκλησιαστικό σώμα. Η σημασία αυτής της θέσεως καθιστά ακόμη πιο επιτακτική την ανάγκη υπεύθυνης ενημερώσεως των πιστών για ζητήματα που αφορούν την πίστη και την εκκλησιαστική ενότητα.
7. Κριτική στη λεγόμενη «Σύνοδο» της Κρήτης
Ιδιαίτερη κριτική έχει ασκηθεί σε ορισμένες διατυπώσεις και διαδικασίες της «Αγίας και Μεγάλης Συνόδου» της Κρήτης, η οποία πραγματοποιήθηκε το 2016. Κατά την εκτίμηση επικριτών της, ορισμένες από τις αποφάσεις και τις διατυπώσεις της αφήνουν περιθώρια προβληματισμού ως προς την ακρίβεια της ορθόδοξης εκκλησιολογικής ορολογίας και τη συμφωνία τους με την παραδοσιακή συνοδική πρακτική.
Το 2026 συμπληρώνονται δέκα έτη από τη σύγκλησή της. Με αφορμή την επέτειο αυτή, οι υποστηρικτές της διοργάνωσαν εκδηλώσεις και αναφέρθηκαν στη σημασία της για τη σύγχρονη πορεία της Ορθοδόξου Εκκλησίας, παρουσιάζοντάς την ως σταθμό στην υπέρβαση της εσωστρέφειας και στην ενίσχυση της μαρτυρίας της στον σύγχρονο κόσμο.
Ωστόσο, εξακολουθούν να διατυπώνονται σοβαρές επιφυλάξεις ως προς τον τρόπο συγκλήσεως και λειτουργίας της, τις διαδικασίες λήψεως αποφάσεων και το περιεχόμενο ορισμένων κειμένων της. Το Γραφείο μας έχει εκδώσει επανειλημμένα ανακοινώσεις σχετικά με τη Σύνοδο, ασκώντας κριτική με γνώμονα την ορθόδοξη συνοδική παράδοση.
Λόγω του περιορισμένου χώρου, θα περιοριστούμε εδώ σε ορισμένα από τα βασικά σημεία της κριτικής αυτής.
α) Η προπαρασκευή των συνοδικών αποφάσεων. Η μακροχρόνια προετοιμασία των θεμάτων από επιτροπές και η επεξεργασία προσχεδίων πριν από τη σύγκληση της Συνόδου έχουν αποτελέσει αντικείμενο κριτικής. Κατά τους επικριτές της, η διαδικασία αυτή περιόρισε ουσιαστικά τη δυνατότητα των συνοδικών εργασιών να εξετάσουν εκ νέου, με επαρκή ελευθερία και πληρότητα, κρίσιμα ζητήματα. Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσον η προπαρασκευαστική διαδικασία διασφάλισε την ουσιαστική συμμετοχή των Επισκόπων στη διαμόρφωση των τελικών αποφάσεων.
β) Η αντιπροσώπευση των Επισκόπων. Ένα δεύτερο σημείο κριτικής αφορά το σύστημα αντιπροσωπεύσεως, σύμφωνα με το οποίο συμμετείχαν στη Σύνοδο αντιπροσωπείες των Τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών και όχι το σύνολο των Επισκόπων τους. Οι επικριτές θεωρούν ότι η διαδικασία αυτή δημιούργησε προβληματισμό σε σχέση με την ισότιμη συμμετοχή των Επισκόπων στη συνοδική διαδικασία και την παραδοσιακή αντίληψη περί της συνοδικής ευθύνης τους.
γ) Η διαδικασία ψηφοφορίας. Έχει επίσης ασκηθεί κριτική στο σύστημα λήψεως αποφάσεων, ιδίως ως προς τον ρόλο των Προκαθημένων και τη δυνατότητα των συμμετεχόντων Επισκόπων να εκφράσουν αυτοτελώς την ψήφο τους. Το ζήτημα αυτό συνδέεται με το ευρύτερο ερώτημα του τρόπου με τον οποίο εφαρμόζεται στην πράξη η συνοδικότητα και της σχέσεώς της με την ευθύνη των κατά τόπους Εκκλησιών.
δ) Η αντιμετώπιση των δογματικών αποκλίσεων. Ένα ακόμη σημείο κριτικής είναι ότι η Σύνοδος δεν προχώρησε σε συνολική καταδίκη των σύγχρονων δογματικών αποκλίσεων και αιρετικών διδασκαλιών που εξακολουθούν να υφίστανται στον χριστιανικό κόσμο. Κατά την άποψη των επικριτών της, η οριοθέτηση της ορθόδοξης πίστεως αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της συνοδικής αποστολής και δεν θα έπρεπε να υποχωρεί έναντι άλλων θεμάτων εκκλησιαστικής επικαιρότητας.
ε) Η ορολογία για τις ετερόδοξες χριστιανικές κοινότητες. Το πλέον αμφιλεγόμενο ζήτημα αφορά το κείμενο «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον» και ειδικότερα τη διατύπωση: «Η Ορθόδοξη Εκκλησία αποδέχεται την ιστορική ονομασία άλλων ετεροδόξων χριστιανικών Εκκλησιών και Ομολογιών που δεν βρίσκονται σε κοινωνία μαζί της».
Η διατύπωση αυτή έχει προκαλέσει έντονο θεολογικό προβληματισμό. Κατά τους επικριτές της, η χρήση του όρου «Εκκλησίες» για κοινότητες που δεν βρίσκονται σε κοινωνία με την Ορθόδοξη Εκκλησία μπορεί να εκληφθεί ως έμμεση αναγνώριση εκκλησιαστικής υποστάσεως, εφόσον δεν συνοδεύεται από επαρκή αποσαφήνιση της θεολογικής σημασίας του όρου.
Η κριτική αυτή στηρίζεται στην πεποίθηση ότι η ορολογία που χρησιμοποιείται σε ένα συνοδικό κείμενο δεν είναι απλώς ζήτημα συμβατικής ονοματολογίας, αλλά συνδέεται άμεσα με την εκκλησιολογική αυτοσυνειδησία. Κατά συνέπεια, κάθε σχετική διατύπωση πρέπει να εξετάζεται με ιδιαίτερη προσοχή, ώστε να αποφεύγονται ερμηνείες που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν σύγχυση ως προς τη σχέση της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας με τις χριστιανικές κοινότητες που βρίσκονται εκτός της κοινωνίας της.
Από την άλλη πλευρά, οι υποστηρικτές του συνοδικού κειμένου υπογραμμίζουν ότι η αναφορά στην ιστορική ονομασία των ετεροδόξων κοινοτήτων δεν συνεπάγεται αυτομάτως αναγνώριση της δογματικής ορθότητάς τους ούτε αποδοχή πλήρους εκκλησιαστικής ισοτιμίας. Σύμφωνα με αυτήν την ερμηνεία, η συγκεκριμένη διατύπωση αφορά την αναγνώριση μιας ιστορικά καθιερωμένης ονομασίας και όχι την εξομοίωση των δογματικών θέσεων.
Το ζήτημα, επομένως, δεν μπορεί να επιλυθεί μόνο με την παράθεση της επίμαχης φράσεως. Απαιτείται εξέταση του συνολικού κειμένου, των σχετικών θεολογικών επεξηγήσεων και των ερμηνειών που έχουν δοθεί από τις δύο πλευρές. Η συζήτηση αυτή αναδεικνύει την ανάγκη για ιδιαίτερη ακρίβεια στην εκκλησιολογική ορολογία και για σαφή διάκριση μεταξύ της ιστορικής ονομασίας μιας κοινότητας και της θεολογικής αξιολογήσεως της εκκλησιαστικής της ταυτότητας.
στ) Η επιλογή των θεμάτων. Έχει διατυπωθεί, ακόμη, η ένσταση ότι η Σύνοδος αφιέρωσε σημαντικό μέρος των εργασιών της σε ζητήματα όπως λ.χ. τα ανθρώπινα δικαιώματα και η προστασία του περιβάλλοντος, ενώ δεν αντιμετώπισε ορισμένα χρονίζοντα εκκλησιαστικά προβλήματα. Μεταξύ αυτών αναφέρονται η διαδικασία χορηγήσεως του αυτοκεφάλου, το ζήτημα των εθνικών Εκκλησιών και της ορθόδοξης Διασποράς, καθώς και το παλαιοημερολογιτικό σχίσμα, κ.α.
Η κριτική αυτή δεν προϋποθέτει ότι τα κοινωνικά και περιβαλλοντικά ζητήματα είναι άσχετα με την αποστολή της Εκκλησίας. Θέτει, όμως, το ερώτημα κατά πόσον η κατανομή της θεματολογίας ανταποκρίθηκε στις πλέον επείγουσες εκκλησιολογικές ανάγκες και στις προσδοκίες που είχαν καλλιεργηθεί ενόψει της Συνόδου.
Ένα επιπλέον ζήτημα αφορά τη συμμετοχή των Τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών. Τέσσερις από τις δεκατέσσερις Εκκλησίες που αναγνωρίζονταν τότε στο συγκεκριμένο πλαίσιο δεν συμμετείχαν στη Σύνοδο. Η απουσία τους, για λόγους που συνδέονταν με εκκλησιαστικές διαφωνίες και τις διαδικασίες συγκλήσεως, αποτέλεσε αντικείμενο σοβαρού προβληματισμού ως προς την αντιπροσωπευτικότητα και την αποδοχή των αποφάσεών της.
Κατά την κριτική αποτίμηση, η μη συμμετοχή αυτών των Εκκλησιών επηρέασε αναμφίβολα την εικόνα της συνοδικής ενότητας και έθεσε ερωτήματα για την έκταση της αποδοχής των αποφάσεων. Ωστόσο, η αποτίμηση του κύρους και της εκκλησιαστικής σημασίας της Συνόδου απαιτεί εξέταση των σχετικών κανονικών δεδομένων, των αποφάσεων κάθε Τοπικής Εκκλησίας και του τρόπου με τον οποίο τα συνοδικά κείμενα έγιναν δεκτά ή εφαρμόστηκαν στη συνέχεια.
Για όλους τους παραπάνω λόγους, οι επικριτές της Συνόδου θεωρούν ότι ορισμένες διαδικαστικές επιλογές και διατυπώσεις της αποκλίνουν από όσα αναμένουν από μια Πανορθόδοξη Σύνοδο, τόσο ως προς τη συνοδική αντιπροσώπευση όσο και ως προς την ακρίβεια της θεολογικής ορολογίας.
8. Προς μια αυθεντικά ορθόδοξη στάση
Η κριτική της Οικουμενικής Κινήσεως δεν συνεπάγεται άρνηση της χριστιανικής αγάπης ούτε αποχή από κάθε προσπάθεια επικοινωνίας και συνεννοήσεως. Αντιθέτως, προϋποθέτει την επαναφορά του ζητήματος της ενότητας στις ορθόδοξες εκκλησιολογικές και δογματικές του βάσεις.
· Κάθε θεολογικός διάλογος οφείλει να αξιολογείται με βάση συγκεκριμένα κριτήρια: Δογματική σαφήνεια: Διατυπώνονται με ακρίβεια οι υφιστάμενες διαφορές και αποφεύγονται οι αμφίσημες συμφωνίες;
· Πιστότητα στην Παράδοση: Παραμένουν οι θεολογικές διατυπώσεις σύμφωνες με την Αγία Γραφή, τους Αγίους Πατέρες και τη συνοδική συνείδηση της Ορθοδόξου Εκκλησίας;
· Πραγματική πρόοδος: Αντιμετωπίζονται ουσιώδη θεολογικά ζητήματα ή περιορίζεται η διαδικασία σε διαδοχικές συναντήσεις και ανακοινώσεις;
· Εκκλησιαστική ευθύνη: Υπάρχει σαφής ενημέρωση για το περιεχόμενο των συμφωνιών και για τον τρόπο με τον οποίο αυτές αξιολογούνται από τις αρμόδιες εκκλησιαστικές αρχές;
· Πνευματικός καρπός: Καλλιεργούνται η μετάνοια, η αλήθεια, η αμοιβαία κατανόηση και η ουσιαστική προσέγγιση, χωρίς να θυσιάζεται η δογματική ακρίβεια;
Τα κριτήρια αυτά δεν αποσκοπούν στην παρεμπόδιση του διαλόγου, αλλά στην προστασία του από την εκτροπή σε μια διαδικασία αυτοσυντηρήσεως, κατά την οποία η συνέχιση των εργασιών καθίσταται σημαντικότερη από την επίτευξη του διακηρυγμένου στόχου.
Η Εκκλησία καλείται να καταθέτει τη μαρτυρία της με παρρησία, χωρίς υπεροψία και χωρίς φόβο. Να διαλέγεται χωρίς να αποσιωπά τις διαφορές. Να αγαπά χωρίς να σχετικοποιεί την αλήθεια. Να επιδιώκει την ειρήνη χωρίς να συγχέει την ειρήνη με την απουσία θεολογικής διαφωνίας.
Μια αυθεντικά ορθόδοξη στάση προϋποθέτει, συνεπώς, τη συνύπαρξη της αγάπης και της αληθείας, της ταπεινώσεως και της παρρησίας, της διάθεσης για επικοινωνία και της αταλάντευτης προσήλωσης στην αποστολική πίστη. Η ενότητα δεν μπορεί να επιδιώκεται με τίμημα την αλλοίωση του περιεχομένου της πίστεως, αλλά ούτε και να χρησιμοποιείται ως αφορμή για την καλλιέργεια εχθρότητας απέναντι σε πρόσωπα διαφορετικών δογματικών πεποιθήσεων.
Επίλογος
Μετά από δεκαετίες οικουμενικών πρωτοβουλιών και θεολογικών διαλόγων, η Ορθόδοξη Εκκλησία δικαιούται και οφείλει να εξετάζει την αποτελεσματικότητά τους. Εφόσον ο τελικός σκοπός είναι η ενότητα της πίστεως και η αποκατάσταση της εκκλησιαστικής κοινωνίας, η πρόοδος δεν μπορεί να μετριέται αποκλειστικά με τον αριθμό των συναντήσεων, των επιτροπών και των κοινών ανακοινώσεων.
Οι επιμέρους θεολογικές διευκρινίσεις έχουν ασφαλώς τη σημασία τους, αλλά δεν πρέπει να παρουσιάζονται ως ισοδύναμες με την επίλυση όλων των ουσιωδών δογματικών διαφορών. Όπου οι αποκλίσεις παραμένουν, οφείλουμε να τις αναγνωρίζουμε με ειλικρίνεια και να τις εξετάζουμε με θεολογική ακρίβεια. Όπου έχουν επιτευχθεί πραγματικές συγκλίσεις, οφείλουμε να τις αξιολογούμε προσεκτικά, χωρίς να υπερτιμούμε το περιεχόμενο ή τις συνέπειές τους.
Η Ορθοδοξία δεν έχει ανάγκη να εγκαταλείψει την Παράδοσή της για να αποδείξει την αγάπη της προς τους άλλους Χριστιανούς. Καλείται να μαρτυρεί με συνέπεια την πίστη που παρέλαβε, να προσκαλεί όλους σε ειλικρινή αναζήτηση της αληθείας και να αποφεύγει κάθε μορφή θεολογικού συμβιβασμού που θα μετέτρεπε την ενότητα σε εξωτερική και επιφανειακή συμφωνία.
Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι ένας διάλογος που συνεχίζεται επ’ αόριστον ούτε μια συμφωνία που επιτυγχάνεται με κάθε κόστος. Είναι ένας διάλογος αληθείας, μετανοίας και εκκλησιαστικής ευθύνης, ο οποίος δεν θα συγκαλύπτει τις διαφορές, αλλά θα εργάζεται για την υπέρβασή τους μέσα στην αλήθεια της αποστολικής πίστεως.
Διότι η ενότητα της Εκκλησίας δεν μπορεί να οικοδομηθεί πάνω στην αμφισημία ούτε να διασφαλιστεί με την υποβάθμιση της δογματικής συνειδήσεως. Μόνον όταν η αγάπη και η αλήθεια πορεύονται αχώριστα, μπορεί η επιθυμία του Κυρίου «ἵνα πάντες ἓν ὦσιν» να παραμένει ζωντανός εκκλησιαστικός σκοπός και όχι να περιορίζεται σε σύνθημα διαχριστιανικών ή διαθρησκειακών συναντήσεων.
Η πιστότητα στην Ορθόδοξη Παράδοση δεν αποτελεί άρνηση της ενότητας· αποτελεί την προϋπόθεση για την αναζήτησή της με εκκλησιαστικό νόημα, θεολογική συνέπεια και πνευματική αλήθεια.
Κλείνοντας, αξίζει να αναφερθεί ένα ακόμη στοιχείο που συνδέεται με την κριτική αποτίμηση της μέχρι σήμερα πορείας της Οικουμενικής Κινήσεως. Πρόκειται για την αυστηρή κριτική που άσκησε ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Αυστραλίας κυρός Στυλιανός, επί σειρά ετών συμπρόεδρος στους θεολογικούς διαλόγους με την «Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία». Αποχώρησε χαρακτηρίζοντας τον συγκεκριμένο διάλογο ως «ανόσιο παίγνιο»! Μια μαρτυρία της παντελούς αποτυχίας τους βεβαιωμένη από έναν από τους πλέον ειδήμονες! Επ’ αυτού να συμπληρώσουμε πως οικουμενιστικοί παράγοντες παραποίησαν τον χαρακτηρισμό του «ανόσιο» με «ανούσιο» για να απαλύνουν τον σκληρό λόγο του μακαριστού Ιεράρχη!
Αξίζει, επίσης, να αναφερθεί η αποδιδόμενη στον μακαριστό Μητροπολίτη Περγάμου κυρό Ιωάννη Ζηζιούλα (εξέχων θεολόγος και συμμετέχων στην Οικουμενική Κίνηση, και συμπρόεδρο του διαλόγου με τους Ρωμαιοκαθολικούς), προβλέποντος ότι η ένωση των Εκκλησιών, εάν τελικώς πραγματοποιηθεί, θα συμβεί λίγο πριν από την Δευτέρα Παρουσία!
Την αποτυχία της Οικουμενική Κινήσεως, τέλος, φανερώνει και το γεγονός ότι μετά από τουλάχιστον μισό αιώνα πληθώρας συναντήσεων και ατέρμονων διαλόγων, καμιά από τις διαλεγόμενες ετερόδοξες ομάδες δεν πείσθηκε για τις πλάνες της και δεν απέβαλε καμιά από αυτές, αναγνωρίζοντας την Ορθοδοξία ως αληθινή Εκκλησία και προσχωρώντας σ’ Αυτήν! Αλλά και ούτε κάποιος από τους αιρεσιάρχες συνομιλητές διανοήθηκε να εγκαταλείψει τις πλάνες του και να αποδεχτεί και να ομολογήσει την ορθόδοξη αλήθεια!
Το σπουδαιότερο όμως όλων είναι ότι κανείς από τους συμμετέχοντες στους διαλόγους αυτούς, που σχετικοποιεί τις διαφορές, τόλμησε ποτέ να προβεί σε διακοινωνία (intercommunio) με τους κακοδόξους, διότι γνωρίζει ότι το ίδιο δευτερόλεπτο θα απωλέσει όχι μόνον την ιεροσύνη του, αλλά και την ορθόδοξη ταυτότητά του!
Εκ του Γραφείου επί των Αιρέσεων και Παραθρησκειών