Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2026

Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης – Μαρτυρίες: λγ΄. Βοήθησε μέ τό προορατικό του, λδ΄. Ἔσωσε μελλοθάνατο

λγ΄. Βοήθησε μέ τό προορατικό του

     Μαρ­τυ­ρί­α π. Ἰ­ω­άν­νου Νιρ­γι­α­νά­κη: «Ὅ­ταν ἤ­μουν Ἐκ­παι­δευ­τι­κός, σέ κά­ποι­α πε­ρί­ο­δο πού βρι­σκό­μουν στήν Δι­πλά­ρει­ο Σχο­λή (στό κέντρο τῆς Ἀ­θή­νας), ἕ­νας μα­θη­τής τῆς Δευ­τέ­ρας Λυ­κεί­ου, ὀρ­γα­νω­μέ­νος στό Κ.Κ.Ε. στέ­λε­χος τῆς νε­ο­λαί­ας, ἀ­πό σφο­δρός πο­λέ­μιος τοῦ Χρι­στοῦ καί τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ἄρ­χι­σε νά ἐν­δι­α­φέ­ρε­ται γι­ά τήν ὀρ­θό­δο­ξη πί­στη. Ἄλ­λα­ξε πο­ρεί­α, ἄρ­χι­σε νά ἐ­ξο­μο­λο­γῆ­ται στήν ἀ­να­ξι­ό­τη­τά μου γι­ά πολ­λά χρό­νια.

»Σι­γά–σι­γά ἄρ­χι­σε νά ἐ­πι­θυ­μῆ τόν μο­να­χι­σμό, τόν δο­κί­μα­σα με­ρι­κά χρό­νια, ἕ­ως ὅ­του πεί­σθη­κα ὅ­τι εἶ­ναι ἕ­τοι­μος νά φύ­γη γι­ά τό Ἅ­γιον Ὄ­ρος. Ὁ πα­τέ­ρας του, ὅ­μως, κομ­μου­νι­στής κι αὐ­τός, ἀρ­νεῖ­το ἀκό­μη καί νά τό συ­ζη­τή­ση.

»Εἶπα στόν Με­λέ­τι­ο (τό­τε καί νῦν Ἰ­ά­κω­βο): ”Θά σοῦ δώ­σω μί­α ἐ­πι­στο­λή, θά πά­ρης τόν πα­τέ­ρα σου καί θά πᾶ­τε στόν γέροντα Ἰ­ά­κω­βο­”.

»Πῆ­ρε τήν ἐ­πι­στο­λή καί τόν πα­τέ­ρα του, πήγα­­νε στόν Ὅ­σιο Δαυ­ΐδ. Μό­λις εἶ­δαν τόν Γέ­ρον­τα, προτοῦ ἀ­κό­μη τοῦ δώ­ση τήν ἐ­πι­στο­λή, ἐ­κεῖ­νος τόν χά­ϊ­δε­ψε στό κε­φά­λι καί τοῦ εἶ­πε μέ βε­βαι­ό­τη­τα: ”Παιδάκι μου, ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α σου θά πραγ­μα­το­ποι­η­θῆ σύντο­μα­”. Ἔ­πει­τα πλη­σί­α­σε τόν πα­τέ­ρα, τόν προ­σκάλεσε κον­τά του μέ τό μι­κρό του ὄ­νο­μα καί τοῦ εἶ­πε: ”Γιατί ἐμ­πο­δί­ζεις τό παι­δί σου νά πραγ­μα­το­ποι­ή­ση αὐ­τό πού θέ­λει;”. Αὐ­τό­μα­τα τό λι­ον­τά­ρι ἔ­γι­νε ἤ­ρε­μο πρό­βα­το καί ἡ ἀ­πάν­τη­σή του ἦ­ταν: ”Μέ τήν εὐ­χή μου, νά κά­νη ὅ,­τι θέ­λει­”. Οὔ­τε χρει­ά­σθη­κε νά δι­α­βά­ση τό γράμ­μα πού τοῦ εἶ­χα γρά­ψει.

»Ἔ­γι­νε μο­να­χός καί εὑ­ρί­σκε­ται ἐ­δῶ καί εἰ­κο­σι­πέν­τε χρό­νια στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος, ὀ­νο­μα­σθείς Ἰ­ά­κωβος, πρός χά­ριν τοῦ πα­τρός Ἰ­α­κώ­βου καί τοῦ ἁ­γί­ου Ἰακώ­βου τοῦ Ἀ­δελ­φο­θέ­ου».

 

λδ΄. Ἔσωσε μελλοθάνατο

     Μαρ­τυ­ρί­α π. Ἰ­ω­άν­νου Νιρ­γι­αν­ά­κη: «Στό Νο­σο­κο­μεῖ­ο πού ἐρ­γα­ζό­μουν, στό Ν.Ι.Ε.Ε. (Νο­σηλευ­­τι­κό Ἵ­δρυ­μα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τῆς Ἑλ­λά­δος), εἰ­σή­χθη πρός θε­ρα­πεί­α ἕ­νας φοι­τη­τής 19 ἐ­τῶν μέ ὑ­ψη­λό πυ­ρε­τό (39, 40, 40,5). Ὁ φοι­τη­τής αὐ­τός ὀνομα­ζό­ταν Στυ­λι­α­νός Στερ­γι­α­νός τοῦ Χρή­στου καί τῆς Εὐ­αγ­γε­λί­ας, κά­τοι­κος Πα­τη­σί­ων (ὁ­δός Πα­τησίων 339Ε, τη­λέ­φω­νο: 2102017620). Οἱ γο­νεῖς του ἦσαν πνευ­μα­τι­κά μου παι­δι­ά, εὐ­λα­βέ­στα­τοι ἄνθρωποι καί εἶ­χαν καί ἕ­να ἄλ­λο ἀ­γό­ρι.

»Ὁ Στέ­λι­ος λοι­πόν, εἶ­χε ἕ­να ὑ­ψη­λό­τα­το πυ­ρε­τό ἐ­πί πο­λύ με­γά­λο χρο­νι­κό δι­ά­στη­μα, χω­ρίς νά ὑ­πο­χω­ρῆ οὔ­τε μί­α γραμ­μή κά­τω ἀ­πό τό 39,5. Ἀ­δι­ά­γνω­στος ὅ­πως ἦ­ταν, στό τέ­λος ὁ κα­θη­γη­τής κ. Μιλτι­ά­δης Σα­μαρ­τζής μέ τούς βο­η­θούς του κα­τέ­λη­ξαν στό συμ­πέ­ρα­σμα ὅ­τι ἡ ἀ­σθέ­νει­α τοῦ Στέ­λι­ου πιθανόν νά ἦ­ταν μί­α μορ­φή ”ἀ­κο­κυ­τα­ρε­ναι­μί­ας”. Χρησιμοποί­η­σαν ὅ­λα τά φάρ­μα­κα, ἀ­κό­μη καί με­γά­λες δόσεις κορ­τι­ζό­νης, χω­ρίς κα­νέ­να ἀ­πο­τέ­λε­σμα.

»Οἱ γι­α­τροί μᾶς ἐ­νη­μέ­ρω­σαν ὅ­τι καί τό πι­ό ἁ­πλό μι­κρό­βι­ο πού μπο­ρεῖ νά κολλή­ση θά ἐ­πι­φέ­ρη τόν θά­να­το. Σέ λί­γες ἡ­μέ­ρες –ὕ­στε­ρα ἀ­πό ἰ­α­τρι­κά συμ­βού­λι­α πού εἶ­χαν γί­νει– οἱ γι­α­τροί μᾶς δι­α­βε­βαί­ω­σαν ὅ­τι ἡ Ἰ­α­τρι­κή δέν μπο­ρεῖ πλέ­ον νά προ­σφέ­ρη τί­πο­τε ἀ­πο­λύ­τως. Πε­ρι­μέ­να­με πλέ­ον μαζί μέ ὅ­λο τό ἰ­α­τρι­κό καί νο­ση­λευ­τι­κό προ­σω­πι­κό καί οἱ τρα­γι­κοί γο­νεῖς του τήν ὥ­ρα πού θά κα­τα­λή­ξη. Ἐ­κεί­νη τήν στιγ­μή σκέ­φθη­κα τόν γέροντα Ἰ­ά­κω­βο.

»Κά­λε­σα τόν πα­τέ­ρα του καί τοῦ εἶ­πα ἐ­πιγραμ­μα­τι­κά: ”Κύριε Χρῆ­στο, ὁ Στέ­λι­ος εἶ­ναι ἕ­νας ἄγ­γε­λος καί ὁ Χρι­στός τόν θέ­λει κον­τά Του. Ὁ μό­νος πού θά μπο­ροῦ­σε νά μᾶς βο­η­θή­ση αὐ­τήν τήν ἔ­σχα­τη στιγ­μή εἶ­ναι ὁ πα­τήρ Ἰ­ά­κω­βος, ἀλ­λά δυ­στυ­χῶς αὐτήν τήν ὥ­ρα δέν μπο­ρεῖς νά φύ­γης, δι­ό­τι πε­ρι­μένο­με τήν τρα­γι­κή κα­τά­λη­ξη­”.

»Ὁ μα­κα­ρι­στός κ. Χρῆ­στος, πι­ά­σθη­κε ἀ­πό τά λό­για μου –δέν εἶ­χε ἄλ­λω­στε ἄλ­λη ἐ­πι­λο­γή– πῆ­ρε τό αὐ­το­κί­νη­το, τό ἔ­κα­νε ἀ­ε­ρο­πλά­νο, πῆ­γε στόν Ὅ­σιο Δαυ­ΐδ, βρῆ­κε τόν ἅ­γιο Γέ­ρον­τα, ἔ­πε­σε στά πό­δια του καί κλαί­γον­τας γο­ε­ρῶς τοῦ εἶ­πε τό πρόβλη­­μα τοῦ παι­διοῦ του.

»Ὁ Γέ­ρον­τας φά­νη­κε ὅ­τι τό ἤ­ξε­ρε. ”Κύριε Χρῆ­στο –μέ συγ­χω­ρεῖ­τε– θά κά­νω προ­σευ­χή –μέ συγχωρεῖ­τε– πε­ρι­μέ­νε­τε λί­γο σᾶς πα­ρα­κα­λῶ­”.

»Σέ λί­γο ἔ­γι­νε τό ὑ­περ­θαῦ­μα. ”Κύριε Χρῆ­στο­” τοῦ λέ­γει, ”μόλις αὐ­τήν τήν στιγ­μή ἔ­πε­σε ὁ πυ­ρετός. Τό παι­δί θά γί­νη κα­λά. Ὁ ἅ­γι­ος Δαυ­ΐδ τό εἶ­πε στόν Χρι­στό καί τοῦ ἔ­κα­νε τό χα­τή­ρι­”.

»Ὁ κ. Χρῆ­στος τά ἔ­χα­σε κυ­ρι­ο­λε­κτι­κά, παίρ­νει τη­λέ­φω­νο στό Νο­σο­κο­μεῖ­ο, τό ση­κώ­νει ἡ Προ­ϊ­σταμένη κ. Δω­ρο­θέ­α Πλα­γι­αν­νά­κου. ”Κύριε  Χρῆ­στο­” τοῦ λέ­γει, ”ὅλο τό Νο­σο­κο­μεῖ­ο πα­νη­γυ­ρί­ζει καί σέ ψά­χνο­με. Πρίν πέν­τε λε­πτά ἔ­πε­σε ἀ­πό­το­μα ὁ πυ­ρε­τός τοῦ Στέ­λι­ου, χω­ρίς νά ἐ­ξη­γῆται τό γε­γο­νό­ς”.

»Ὅ­λοι κλαί­γα­με ἀ­πό χα­ρά καί μό­νον ὅ­ταν ἦλ­θε ὁ κ. Χρῆ­στος, μᾶς πε­ρι­έ­γρα­ψε πῶς καί ἀ­πό ποι­όν συ­νε­τε­λέ­σθη τό θαῦ­μα.

»Ὁ Στέ­λι­ος εἶ­ναι παν­τρε­μέ­νος μέ δύ­ο παι­δά­κι­α, πα­ρα­μέ­νει γνή­σι­ον τέ­κνον τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μέ ὅ­λα τά πνευ­μα­τι­κά χα­ρί­σμα­τα πού τοῦ ἔ­δω­σε ὁ Χρι­στός.

»Τό γε­γο­νός αὐ­τό τό ἔ­ζη­σα ἐ­πί εἰ­κο­σι­τε­τρα­ώρου βά­σε­ως, δι­ό­τι μοῦ ἦ­ταν καί εἶ­ναι λί­αν ἀ­γα­πη­τός, οἱ δέ γο­νεῖς του ἦ­ταν ἀ­πό τά ἐ­κλε­κτό­τε­ρα πνευ­μα­τι­κά τέ­κνα μου».

Γ. ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ από το Βιβλίο “Ο ΓΕΡΩΝ ΙΑΚΩΒΟΣ   ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ–ΝΟΥΘΕΣΙΕΣ–ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ” της σειράς ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΒΙΩΜΑ  4 ΕΚΔΟΣΗ ΤΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ – ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ «ΕΝΩΜΕΝΗ  ΡΩΜΗΟΣΥΝΗ» σελ. 160-163