Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 2026

Τι ἔχει ἀναγκη ἡ Ἑλλαδα; Το Εὐαγγελιο!

ΕΛΛΑΣἙορτολόγιο
Περίοδος Δ΄ – Ἔτος ΜΓ΄
Φλώρινα – ἀριθμ. φύλλου 2761

Ἡ ἁγία Σκέπη Θεοτόκου (ἐθνικὴ ἑορτή)
Τετάρτη 28 Ὀκτωβρίου 2026

Τι ἔχει ἀναγκη ἡ Ἑλλαδα; Το Εὐαγγελιο!

«Μάρθα Μάρθα, μεριμνᾷς καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά· ἑνὸς δέ ἐστι χρεία» (Λουκ. 10,41-42)

Τὸ εὐαγγέλιο ποὺ ἀκούσατε, ἀγαπητοί μου (βλ. Λουκ. 10,38-42· 11,27-28), εἶνε γνωστὸ σὲ ὅλους, για­τὶ δὲν ἀκούγε­ται μόνο σήμερα· ἀκούγεται καὶ στὶς 8 Σεπτεμβρίου στὰ Γενέθλια τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου, καὶ στὶς 21 Νοεμβρίου στὰ Εἰ­σόδιά της στὸ ναό, στὶς 15 Αὐ­γούστου στὴν Κοίμησί της, ἀλλὰ καὶ σὲ ἄλ­λες ἀκολουθίες, ὅ­πως στὸν Παρακλητικὸ Κανόνα. Εἶνε γνωστὸ λοιπόν. Εἶνε μιὰ θαυμάσια περικοπὴ παρμένη ἀ­πὸ τὸν εὐ­αγγελιστὴ Λουκᾶ, ὁ ὁποῖος ζωγρά­φισε τὴ μορφὴ τῆς ὑ­περαγίας Θεοτό­κου. Ἀ­γαποῦ­σε τὴν Παναγία ὁ εὐαγγελιστὴς Λου­κᾶς, καὶ ὄχι μόνο μὲ τὴν πέννα του ἀλλὰ καὶ μὲ τὸ πινέλλο ἀκόμα ζωγράφισε τὴν εἰκόνα της. Ἐδῶ περιγράφει ἕνα ἐπεισόδιο ἀ­πὸ τὴ ζωὴ τοῦ Κυρίου μας. Ἂς τὸ δοῦμε σύν­τομα· εἶνε τόσο διδακτικό.Νοερά, μὲ τὴ φαντασία μας, ἂς πᾶμε στοὺς Ἁγίους Τόπους, ἐκεῖ ποὺ γεννήθηκε, βαπτίστη­­κε, σταυρώθη­κε καὶ ἀναστήθηκε ὁ Κύριος ἡ­μῶν Ἰησοῦς Χριστός. Πρωτεύουσα εἶνε τὰ Ἰ­­εροσόλυμα. Στὴν πόλι δὲν ἔ­με­νε τακτικὰ ὁ Χριστός. Πήγαινε κ᾽ ἔφευγε. Τὴ νύχτα συνήθως κοιμόταν ἔξω ἀπὸ τὰ Ἰερο­σόλυμα. Γιατί;

Μέσα στὰ Ἰεροσόλυμα ἦταν οἱ φανατικοὶ ἐ­χθροί του· οἱ γραμματεῖς, οἱ φαρισαῖοι, οἱ ἀρ­χιερεῖς (ὁ Ἄν­νας κι ὁ Καϊάφας) καὶ ὅλοι οἱ ἄρ­χοντες, ἐκεῖνοι ποὺ ἤ­θελαν τὴν ἐξόντωσι τοῦ Χριστοῦ μας. Ἡ πόλις τῶν Ἰε­ρο­σολύμων ἦταν φωλιὰ δαιμόνων, κέν­τρο κακοηθεί­ας καὶ διαφθορᾶς. Καὶ μέχρι σήμερα οἱ πόλεις εἶνε συμ­­­πύκνωσις τοῦ ἠ­­θικοῦ κακοῦ ποὺ σωρεύ­εται στὸν κόσμο. Ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον οἱ πόλεις εἶ­νε διεφθαρμένες, κέν­­τρα πονηρίας καὶ κακίας. Ἐὰν ὑπάρχῃ κάποια ἀρε­τὴ καὶ κάποια καλωσύνη, αὐτὴ βρίσκεται ἀκόμα στὴν ὕ­παιθρο, στὰ μικρὰ εὐλογημένα χωριά μας.
Στὰ χωριὰ πήγαινε ὁ Χριστός, περιώδευε τὴν ὕπαι­θρο. Καὶ ἕνα μικρὸ χαριτωμένο χωριό, προάστιο τῶν Ἰεροσολύμων, ἦταν ἡ Βηθα­νία. Πήγαινε τακτικὰ ἐκεῖ ὁ Χριστός. Γιατί; Γιατὶ ἐκεῖ, στὸ χωριὸ αὐ­­τό, ζοῦσε μιὰ ἀγαπημένη οἰκογένεια ποὺ τὸν σεβόταν. Δὲν ἦταν πλού­σια, φτω­χὴ ἦταν, ἀλλὰ εἶχε καλωσύνη καὶ ἀρετή. Ἡ οἰ­κογένεια αὐτὴ ἦταν τρία ἄγαμα ἀδέρφια· ὁ ἕνας ἦ­ταν ὁ Λάζαρος (αὐτὸς τὸν ὁποῖο θὰ ἀναστήσῃ ἀρ­γότερα ἐκ νεκρῶν ὁ Χριστός) καὶ οἱ δύο ἀ­δερφές του, ἡ Μαρία καὶ ἡ Μάρθα. Στὸ σπίτι αὐτὸ πήγαινε ὁ Χριστός, γιατὶ ἐκεῖ, μέσα στὴν τόση ἀχαριστία τῶν ἀν­θρώ­πων, ἔβρισκε λίγη ἀ­νάπαυσι. Τὸ σπίτι αὐτὸ ἦταν εὐ­λο­γημένο, ὅπως εὐλογημένα εἶνε καὶ ὅλα τὰ σπίτια ποὺ δέχονται καὶ φιλοξενοῦν τὸ Χριστό μας.
Σήμερα δυστυχῶς τὰ περισσότερα σπίτια δὲν ἔ­χουν φιλία μὲ τὸ Χριστὸ καὶ δὲν τὸν καλοῦν ὑπὸ τὴν στέγη τους. Ἔτσι μένει ἔξω ὁ Χριστός, ἔξω ἀπὸ τὰ σπίτια· καὶ χτυπάει τὴν πόρτα σὰν ξένος, σὰν μεγάλος Ξένος, γιὰ νὰ τοῦ ἀνοίξουν νὰ μπῇ, ἀλλὰ οἱ ἄν­θρωποι δυσ­τυχῶς τοῦ κλεί­νουμε κατάμουτρα τὴν πόρτα. Σὲ ποιόν; Στὸ Χριστό, τὸν καλύτερο φίλο μας, ποὺ ἔρχεται νὰ εὐλογή­σῃ, νὰ φωτίσῃ, νὰ παρηγορή­σῃ τὸν ἄνθρωπο. Μὲ λύπη μεγάλη μαθαίνω, ὅτι μερικὰ σπίτια τώρα τελευταῖα ἔ­χουν ἀφαιρέσει καὶ τὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ. Δὲν θέλουν οὔτε εἰκόνες, οὔτε εἰκονοστάσι, οὔ­τε καντήλι. Κ᾽ ἔτσι τελικὰ ὁ Χριστὸς μένει ἔξω ἀπὸ τὰ σπίτια. Ἀλλὰ καταλαβαίνετε· σπίτι χωρὶς Χριστὸ εἶ­νε σπίτι χωρὶς θεμέλιο, δέν­τρο χωρὶς ῥίζα, κόσμος χωρὶς τὸν ἥλιο· εἶνε μιὰ συμφορά. Νά ἡ αἰ­τία τῆς δυστυχίας μας. Ἂς τὸ κατα­λάβουμε· τὸ πρῶτο ποὺ χρειάζεται τὸ σπίτι εἶνε νὰ φιλοξενῇ τὸ Χριστό. Τότε εἶνε εὐλογημένα τὰ ἀντρόγυνα, εὐλογημένα τὰ παιδιά, εὐλογημένη ἡ οἰκογένεια! Ἂς εἶνε φτωχή. Ὅταν ἔ­χῃ τὸ Χριστό, ἔχει τὸ πᾶν· ὅταν δὲν ἔχῃ τὸ Χριστό, δὲν ἔχει τίποτε ἀπολύτως ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ χρειάζονται γιὰ τὴν εὐ­τυχία τοῦ ἀνθρώπου.
Πῆγε λοιπὸν ὁ Χριστὸς ἐκεῖ στὸ εὐλογημένο σπί­τι τῆς Μάρθας τῆς Μαρίας καὶ τοῦ Λαζάρου. Μόλις τὸν εἶδαν ἐκεῖνοι, πῆραν μεγάλη χαρὰ καὶ τὴν ἐκδήλωναν καθένας μὲ τὸν τρόπο του. Πῶς ἐκδήλωσαν τὴ χαρά τους; Ἡ Μάρθα νόμιζε ὅτι θὰ εὐχαριστοῦσε τὸ Χριστό, ἐὰν τοῦ ἑτοίμαζε ἕνα καλὸ φαγητό. Ἡ Μαρία ὅμως, ἀ­πὸ τὴν ὥρα ποὺ ὁ Χριστὸς πάτησε τὸ πόδι του μέσα στὸ σπίτι, κάθησε κον­τὰ στὰ πόδια του καὶ ἄκουγε τὰ λό­για του. Ἄ­κουγε ἄκουγε, οἱ ὧρες περνοῦσαν κι αὐτὴ δὲν χόρταινε. Ἦταν εὐχαριστημένη, γιατὶ τὰ λόγια τοῦ Χρι­στοῦ μας εἶνε πιὸ γλυκὰ κι ἀπὸ τὸ μέλι.
Πλησίαζε μεσημέρι καὶ ἡ Μαρία ἦταν κοντὰ στὸ Χριστό μας. Ὅταν πλέον πέρασε ἡ ὥρα, ἔρχεται ἡ Μάρθα καὶ λέει στὸ Χριστό· –Δὲν μὲ λυπᾶσαι, Κύριε; Ὅλη τὴν ὥρα εἶμαι μόνη στὴν κουζίνα· στεῖλε τὴ Μαρία νὰ μὲ βοηθή­σῃ. Καὶ ὁ Χριστὸς τί ἀπήντησε; Λόγια ποὺ δὲν ὑπάρχει ζυγαριὰ νὰ τὰ ζυγίσουμε. Καὶ μόνο τὰ λόγια αὐτὰ ἂν ἀ­κού­σουμε ὅλοι, κ᾽ ἐγὼ ὁ ἐ­πίσκοπος κ᾽ ἐσεῖς ὁ λαός, μικροὶ – μεγάλοι, ἄ­σπροι – μαῦροι, φτάνουν νὰ μᾶς σώσουν· εἶνε ἡ ὑψίστη φιλο­σοφία τῆς ζωῆς· εἶνε ἕνας μεγά­λος ἔλεγχος ποὺ ἀ­πευθύνει ὁ Χριστὸς διὰ τῆς Μάρθας πρὸς ὅλο τὸν κόσμο· «Μάρθα Μάρ­θα, μεριμνᾷς καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά· ἑ­νὸς δέ ἐστι χρεία» (Λουκ. 10,41-42).
Τί σημαίνουν τὰ λόγια αὐτά; Τὸ νόημά τους εἶνε τὸ ἑξῆς. Μάρθα, δὲν μ᾽ ἔχεις καταλάβει. Ἔρ­χο­μαι στὸ σπίτι σας τόσες φορές, ἀλλὰ δὲν αἰ­σθάνθηκες ποιός εἶμαι. Ἐγὼ δὲν ἦρθα σ᾽ ἐ­σᾶς νὰ φάω καὶ νὰ πιῶ σὰν κανένας ἄρχοντας τοῦ κόσμου τούτου. Φτάνει γιὰ ᾽μένα ἕνα λιτὸ φαγητὸ καὶ λίγο κριθαρένιο ψωμί. Στὸ σπίτι σας ἦρθα, γιὰ νὰ σᾶς εὐλογήσω καὶ νὰ σᾶς διδάξω. Τὰ λόγια μου εἶνε τὸ ἀναγκαιότερο πρᾶ­γμα στὸν κόσμο· καὶ αὐτὰ τὰ λόγια ἔ­πρεπε νὰ τ᾽ ἀκού­σῃς περισσότερο ἀπὸ κάθε τι ἄλ­λο. Κι ὅταν θὰ ἐρχόταν τὸ μεσημέρι, κάτι θὰ βρισκόταν νὰ φᾶμε πεινασμένοι. «Μάρθα Μάρθα, μερι­μνᾶς καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά· ἑνὸς δέ ἐστι χρεία» (ἔ.ἀ.).
Ἐν συνεχείᾳ τὸ εὐαγγέλιο λέει, ὅτι –σὲ ἄλλη περί­πτωσι– μιὰ γυναίκα ποὺ ἄκουγε τὸ Χρι­στὸ νὰ μιλάῃ, τόσο ἐνθουσιάστηκε, ὥστε αὐθόρμητα ὕψωσε φωνὴ καὶ εἶπε· –«Μακαρία ἡ κοιλία ἡ βαστάσασά σε καὶ μαστοὶ οὓς ἐθήλασας» (ἔ.ἀ. 11,27)· χαρὰ στὴ μανούλα ποὺ σὲ γέννησε, ἐννοώντας δηλαδὴ τὴν Παναγία. Καὶ ὁ Χριστὸς τί ἀπήντησε· –«Μενοῦν­γε», λέει, «μα­κάριοι οἱ ἀκούοντες τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ φυλάσσοντες αὐτόν» (ἔ.ἀ. 11,28). Δηλαδή· Ναί ἀλήθεια (αὐτὸ σημαίνει τὸ «μενοῦνγε»), ἀλήθεια μακαρία εἶνε ἡ Μητέ­ρα ποὺ μὲ γέννησε· ἀλλά, κοντὰ στὴν Παναγία, μακάριοι, τρισευδαί­μονες, τρισευτυχισμένοι, εἶνε ὅσοι ἀ­κοῦ­νε τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν ἐφαρμόζουν.

* * *

Αὐτό, ἀγαπητοί μου, μὲ ἁπλᾶ λόγια εἶνε τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο. Ἂς κρατήσουμε τὸν ἔ­λεγχο τοῦ Χριστοῦ μας. Ἀπὸ τότε ποὺ εἶπε ὁ Κύριος τὰ ἅγια αὐτὰ λόγια του πέρασαν δεκα­εννέα αἰῶνες, καὶ ὅμως αὐ­τὰ ἐξακολουθοῦν νὰ ἰσχύουν. Ὅπως ὁ ἥλιος, ἂν καὶ ἔγινε πρὶν ἀπὸ χιλιάδες χρόνια, ἐν τούτοις ἐξακολουθεῖ νὰ φω­τίζῃ καὶ νὰ θερμαίνῃ τὴν πλάσι, ἔτσι καὶ τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ μας ἐξακολουθοῦν νὰ φωτίζουν, νὰ ἐνισχύουν, νὰ παρη­γοροῦν, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐ­λέγχουν τὸν ἄνθρωπο. Στὸν καθένα ἀπὸ μᾶς ἀπευθύ­νεται ὁ ἔ­λεγ­χος αὐτός, δὲν ἀπευθύνεται μόνο στὴ Μάρ­θα. Καθένας ἀπὸ μᾶς εἶνε Μάρθα· δὲν εἶ­νε Μαρία, Μάρθα εἶνε. Ἀφοῦ ἀσχολούμεθα δι­αρκῶς μὲ τὰ ὑλικά, ἀπευθύνεται καὶ σ᾽ ἐμᾶς ὁ λόγος «Μάρθα Μάρ­θα, μεριμνᾷς καὶ τυρβά­ζῃ περὶ πολλά» (ἔ.ἀ. 10,41). Τί μερι­μνᾷς, ἄνθρωπε; Ἀπ᾽ τὸ πρωὶ ὣς τὸ βράδυ καὶ τὰ μεσά­νυχτα τί σκεπτόμαστε, τί ἐπιθυμοῦμε, τί θέλουμε; Μεριμνοῦμε, φροντίζουμε γιὰ χρήματα, φαγητά, ῥοῦ­χα, ἔπιπλα, αὐτοκίνητα, ἐκδρομές, διασκε­­δάσεις…· φροντίζουμε γιὰ ὅλα, πολλὰ ἀ­πὸ τὰ ὁποῖα εἶνε μάταια, ἐπικίνδυνα, βλαβερά. Γιὰ ὅλα φροντίζουμε – γιὰ ἕνα δὲν φρον­τί­ζουμε. Ποιό; Γιὰ τὴν αἰωνιότητα! γιὰ τὴν αἰ­ωνιότητα καμμία σκέψι. Σὰν νὰ εἴμαστε ὑλισταὶ καὶ ἄθεοι, σὰν νὰ μὴν πιστεύουμε ὅτι σὲ λίγο τελειώνει αὐτὴ ἡ ἐπίγεια ζωὴ κι ὅτι πέρα ἀπὸ τὸν τάφο ἁπλώνεται ἕνας ἀπέραντος κόσμος, ἡ ζωὴ ἡ αἰώνιος. Τίποτε ἀπολύτως. Ζοῦ­­με σὰν τὰ ζῷα· «φάγωμεν καὶ πίωμεν, αὔ­ριον γὰρ ἀποθνῄ­σκο­μεν» (Ἠσ. 22,13 = Α΄ Κορ. 15,32). Καμμία ἰδέα, καμμία μέριμνα γιὰ τὴν αἰωνιότητα.
Γι᾽ αὐτὸ λοιπὸν ἁρμόζει στὸν καθένα ἀπὸ μᾶς ὁ ἔ­λεγχος «Μάρ­θα Μάρθα, μεριμνᾷς καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά». Ξέρετε πῶς μοιάζουμε; Σὰν ἕναν ποὺ εἶνε ἄρρωστος καί, ἐνῷ πρέπει νὰ πάρῃ τὸ φάρμακο ποὺ συνιστᾷ ἡ ἐπιστήμη γιὰ νὰ γίνῃ καλά, αὐτὸς δὲν τὸ παίρνει, ἀλλὰ τρώει ἄλλες τροφές, ἀντίθετες πρὸς τὴν δίαιτα ποὺ συνιστᾷ ὁ γιατρός. Μοιάζουμε ἐπίσης μὲ ἕναν ποὺ ναυάγησε στὸν ὠκεανὸ καί, ἐνῷ πρέπει νὰ σπεύσῃ νὰ πιάσῃ τὸ σωσίβιο γιὰ νὰ σωθῇ, αὐτὸς τὴν ὥρα ἐκείνη βρίσκει τὴν εὐ­καιρία νὰ κλέψῃ τοὺς συνεπιβάτες του.
Ἀλλὰ ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ «Μάρθα Μάρθα, μεριμνᾷς καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά» δὲν εἶ­νε μόνο γιὰ τὸν καθένα μας ὡς ἄτομο· ἁρμόζει καὶ στὸ σύνολο, σὲ ὅ­λη τὴν κοινωνία καὶ στὸ ἔθνος μας. Σβῆστε τὸ «Μάρθα Μάρθα» καὶ γράψτε «Ἑλλὰς Ἑλλάς» καὶ θὰ συλλάβετε τὴν τραγικότητα τῆς καταστάσεώς μας. «Ἑλ­λάδα μας, μεριμνᾷς καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά· ἑνὸς δέ ἐστι χρεία»! Μὲ τί ἀσχολοῦνται οἱ παπᾶδες μας, οἱ δεσποτάδες μας, οἱ βουλευτάδες μας, οἱ πρωθυπουρ­γοί μας, ὅλοι μικροὶ καὶ μεγάλοι; Γιὰ τὰ ὑλικὰ πρά­γματα, γιὰ τὴν πρόοδο τοῦ τεχνι­κοῦ πολιτισμοῦ· πῶς νὰ φτειάξουμε γεφύρια, δρόμους, ἐργοστάσια, καμινάδες… Καὶ τώρα πῶς –τὸ …μεγάλο σχέδιο, αὐτὸ ποὺ θὰ γί­νῃ ὁ τά­φος τῆς Ἑλλάδος–, πῶς νὰ ἐντάξουμε τὴν Ἑλλάδα στὴν Ε.Ο.Κ.! Ἀπὸ ᾽κεῖ περιμένουμε νὰ ᾽ρθῇ ὁ παράδεισος, ἡ εὐτυχία μας… «Ἑλλὰς Ἑλλάς, μεριμνᾷς καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά». Μὲ ὅλα ἀσχολοῦνται οἱ Ἕλληνες. Ἀ­κόμα καὶ στὴ βουλὴ δὲν εἶχαν τίποτε ἄλλο ν᾽ ἀ­σχοληθοῦν καὶ ἀσχολήθηκαν μὲ τὶς ἀμ­βλώσεις· ἔ­βγαλαν νόμο, καταραμένο νό­μο, μὲ τὸν ὁποῖο κάθε γυναίκα μπορεῖ εὔ­κολα νὰ κάνῃ ἔκτρωσι. «Ἑλλὰς Ἑλ­λάς, μεριμνᾷς καὶ τυρβά­ζῃ περὶ πολλά· ἑνὸς δέ ἐστι χρεία».
Ποιό εἶνε αὐτὸ τὸ ἕνα, τὸ ὁποῖο χρειάζεται ἡ Ἑλ­λάδα μας; Παραπάνω ἀπὸ τὶς καμινάδες, τὰ ἐργοστά­σια καὶ τὴν Ε.Ο.Κ. καὶ παραπάνω ἀ­πὸ κάθε συμμαχία, ἕνα ἔχει ἀνάγκη ἡ Ἑλλάδα· τὴν προστασία τοῦ Θεοῦ καὶ τὸ Εὐ­αγγέλιο τοῦ Χριστοῦ.
Ἕναν ἀπὸ τοὺς διδα­σκάλους τοῦ γένους, τὸν Κοραῆ, μόλις εἶχε ἐ­­λευθερωθῆ ἡ πατρίδα μας ἀπὸ τὸν τουρκικὸ ζυγό, πῆγαν στὸ Παρίσι, τὸν βρῆκαν, γέρο ἐνενήντα χρονῶν, καὶ τοῦ λένε· –Ἡ Ἑλλάδα ἐλευθε­ρώθηκε· τί χρειάζεται τώρα ἡ πατρίδα μας; Αὐτὸς ση­κώθηκε ἀπὸ τὴ θέσι του, πῆγε στὴ βιβλιοθήκη, βρῆ­κε τὸ Εὐαγγέλιο καὶ τοὺς λέει· –Τὸ Εὐαγγέλιο! αὐτὸ καὶ μόνο φτάνει γιὰ νὰ γίνῃ ἡ πατρίδα μας τὸ πιὸ εὐ­τυχισμένο κράτος τοῦ κόσμου.
Δὲν θέσαμε δυστυχῶς ὡς βάσι τὸ Εὐαγγέλιο. Ἀν­τιθέτως τὸ παραβιάζουμε, τὸ παλαμίζουμε, τὸ περιφρονοῦμε, τὸ καταπατοῦμε.
Ἂς ἀκούσουμε τὸν ἔλεγχο τοῦ Χριστοῦ· «Ἑ­­νός ἐ­στι χρεία». Νὰ μπῇ παντοῦ τὸ Εὐαγγέλιο· στὰ σπίτια, στὰ σχολεῖα, στὰ δικαστήρια, στὸ στρατό, στὴ βουλή, στὴ ζωὴ τῶν Ἑλ­λήνων. Τὸ Εὐαγγέλιο παντοῦ. Ντροπή μας, μεγάλη ντροπή, οἱ Τοῦρκοι νὰ ἔχουν στὰ χέρια τὸ Κοράνιο καὶ νὰ τὸ διαβάζουν μικροὶ – μεγάλοι. Ντροπή μας, οἱ ἄθεοι νὰ κρατοῦν τὰ βιβλία τοῦ ὑλισμοῦ καὶ νὰ τὰ διδάσκουν στὰ σχολεῖα. Καὶ ἐμεῖς, ποὺ ἔχουμε τὸ ἀνώτερο βιβλίο τοῦ κόσμου, τὸ θεόπνευστο Εὐαγγέλιο, γραμμένο στὴ γλῶσσα μας, καὶ κανείς νὰ μὴν τὸ ἀνοίγῃ, ἀλλὰ ν᾽ ἀκοῦμε ῥαδιόφωνα καὶ νὰ βλέ­πουμε τηλεοράσεις, ποὺ μᾶς σκοτίζουν καὶ μᾶς τυ­φλώνουν. Γι᾽ αὐτὸ κλείνω ἐδῶ καὶ κατεβαίνω ἀπὸ τὸν ἄμβωνα μὲ ἀναστενα­γμὸ καὶ δάκρυ. «Ἑλλὰς Ἑλλάς, με­ρι­­μνᾷς καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά· ἑνὸς δέ ἐστι χρεία». Ἕ­να χρειάζεσαι, τίποτε ἄλλο. Πάρε τὸ Εὐαγγέλιο καὶ ζῆσε μ᾽ αὐτό. Αὐτὸ θὰ σὲ σώσῃ.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Στεφάνου Πτολεμαΐδος τὴν 28-10-1978 Σάββατο πρωί, μὲ νέο τώρα τίτλο. Καταγραφὴ καὶ σύντμησις 13-9-2026.