Ἑορτολόγιο
Περίοδος Δ΄ – Ἔτος ΜΓ΄
Φλώρινα – ἀριθμ. φύλλου 2761
Ἡ ἁγία Σκέπη Θεοτόκου (ἐθνικὴ ἑορτή)
Τετάρτη 28 Ὀκτωβρίου 2026
«Μάρθα Μάρθα, μεριμνᾷς καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά· ἑνὸς δέ ἐστι χρεία» (Λουκ. 10,41-42)
Μέσα στὰ Ἰεροσόλυμα ἦταν οἱ φανατικοὶ ἐχθροί του· οἱ γραμματεῖς, οἱ φαρισαῖοι, οἱ ἀρχιερεῖς (ὁ Ἄννας κι ὁ Καϊάφας) καὶ ὅλοι οἱ ἄρχοντες, ἐκεῖνοι ποὺ ἤθελαν τὴν ἐξόντωσι τοῦ Χριστοῦ μας. Ἡ πόλις τῶν Ἰεροσολύμων ἦταν φωλιὰ δαιμόνων, κέντρο κακοηθείας καὶ διαφθορᾶς. Καὶ μέχρι σήμερα οἱ πόλεις εἶνε συμπύκνωσις τοῦ ἠθικοῦ κακοῦ ποὺ σωρεύεται στὸν κόσμο. Ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον οἱ πόλεις εἶνε διεφθαρμένες, κέντρα πονηρίας καὶ κακίας. Ἐὰν ὑπάρχῃ κάποια ἀρετὴ καὶ κάποια καλωσύνη, αὐτὴ βρίσκεται ἀκόμα στὴν ὕπαιθρο, στὰ μικρὰ εὐλογημένα χωριά μας.
Στὰ χωριὰ πήγαινε ὁ Χριστός, περιώδευε τὴν ὕπαιθρο. Καὶ ἕνα μικρὸ χαριτωμένο χωριό, προάστιο τῶν Ἰεροσολύμων, ἦταν ἡ Βηθανία. Πήγαινε τακτικὰ ἐκεῖ ὁ Χριστός. Γιατί; Γιατὶ ἐκεῖ, στὸ χωριὸ αὐτό, ζοῦσε μιὰ ἀγαπημένη οἰκογένεια ποὺ τὸν σεβόταν. Δὲν ἦταν πλούσια, φτωχὴ ἦταν, ἀλλὰ εἶχε καλωσύνη καὶ ἀρετή. Ἡ οἰκογένεια αὐτὴ ἦταν τρία ἄγαμα ἀδέρφια· ὁ ἕνας ἦταν ὁ Λάζαρος (αὐτὸς τὸν ὁποῖο θὰ ἀναστήσῃ ἀργότερα ἐκ νεκρῶν ὁ Χριστός) καὶ οἱ δύο ἀδερφές του, ἡ Μαρία καὶ ἡ Μάρθα. Στὸ σπίτι αὐτὸ πήγαινε ὁ Χριστός, γιατὶ ἐκεῖ, μέσα στὴν τόση ἀχαριστία τῶν ἀνθρώπων, ἔβρισκε λίγη ἀνάπαυσι. Τὸ σπίτι αὐτὸ ἦταν εὐλογημένο, ὅπως εὐλογημένα εἶνε καὶ ὅλα τὰ σπίτια ποὺ δέχονται καὶ φιλοξενοῦν τὸ Χριστό μας.
Σήμερα δυστυχῶς τὰ περισσότερα σπίτια δὲν ἔχουν φιλία μὲ τὸ Χριστὸ καὶ δὲν τὸν καλοῦν ὑπὸ τὴν στέγη τους. Ἔτσι μένει ἔξω ὁ Χριστός, ἔξω ἀπὸ τὰ σπίτια· καὶ χτυπάει τὴν πόρτα σὰν ξένος, σὰν μεγάλος Ξένος, γιὰ νὰ τοῦ ἀνοίξουν νὰ μπῇ, ἀλλὰ οἱ ἄνθρωποι δυστυχῶς τοῦ κλείνουμε κατάμουτρα τὴν πόρτα. Σὲ ποιόν; Στὸ Χριστό, τὸν καλύτερο φίλο μας, ποὺ ἔρχεται νὰ εὐλογήσῃ, νὰ φωτίσῃ, νὰ παρηγορήσῃ τὸν ἄνθρωπο. Μὲ λύπη μεγάλη μαθαίνω, ὅτι μερικὰ σπίτια τώρα τελευταῖα ἔχουν ἀφαιρέσει καὶ τὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ. Δὲν θέλουν οὔτε εἰκόνες, οὔτε εἰκονοστάσι, οὔτε καντήλι. Κ᾽ ἔτσι τελικὰ ὁ Χριστὸς μένει ἔξω ἀπὸ τὰ σπίτια. Ἀλλὰ καταλαβαίνετε· σπίτι χωρὶς Χριστὸ εἶνε σπίτι χωρὶς θεμέλιο, δέντρο χωρὶς ῥίζα, κόσμος χωρὶς τὸν ἥλιο· εἶνε μιὰ συμφορά. Νά ἡ αἰτία τῆς δυστυχίας μας. Ἂς τὸ καταλάβουμε· τὸ πρῶτο ποὺ χρειάζεται τὸ σπίτι εἶνε νὰ φιλοξενῇ τὸ Χριστό. Τότε εἶνε εὐλογημένα τὰ ἀντρόγυνα, εὐλογημένα τὰ παιδιά, εὐλογημένη ἡ οἰκογένεια! Ἂς εἶνε φτωχή. Ὅταν ἔχῃ τὸ Χριστό, ἔχει τὸ πᾶν· ὅταν δὲν ἔχῃ τὸ Χριστό, δὲν ἔχει τίποτε ἀπολύτως ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ χρειάζονται γιὰ τὴν εὐτυχία τοῦ ἀνθρώπου.
Πῆγε λοιπὸν ὁ Χριστὸς ἐκεῖ στὸ εὐλογημένο σπίτι τῆς Μάρθας τῆς Μαρίας καὶ τοῦ Λαζάρου. Μόλις τὸν εἶδαν ἐκεῖνοι, πῆραν μεγάλη χαρὰ καὶ τὴν ἐκδήλωναν καθένας μὲ τὸν τρόπο του. Πῶς ἐκδήλωσαν τὴ χαρά τους; Ἡ Μάρθα νόμιζε ὅτι θὰ εὐχαριστοῦσε τὸ Χριστό, ἐὰν τοῦ ἑτοίμαζε ἕνα καλὸ φαγητό. Ἡ Μαρία ὅμως, ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ ὁ Χριστὸς πάτησε τὸ πόδι του μέσα στὸ σπίτι, κάθησε κοντὰ στὰ πόδια του καὶ ἄκουγε τὰ λόγια του. Ἄκουγε ἄκουγε, οἱ ὧρες περνοῦσαν κι αὐτὴ δὲν χόρταινε. Ἦταν εὐχαριστημένη, γιατὶ τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ μας εἶνε πιὸ γλυκὰ κι ἀπὸ τὸ μέλι.
Πλησίαζε μεσημέρι καὶ ἡ Μαρία ἦταν κοντὰ στὸ Χριστό μας. Ὅταν πλέον πέρασε ἡ ὥρα, ἔρχεται ἡ Μάρθα καὶ λέει στὸ Χριστό· –Δὲν μὲ λυπᾶσαι, Κύριε; Ὅλη τὴν ὥρα εἶμαι μόνη στὴν κουζίνα· στεῖλε τὴ Μαρία νὰ μὲ βοηθήσῃ. Καὶ ὁ Χριστὸς τί ἀπήντησε; Λόγια ποὺ δὲν ὑπάρχει ζυγαριὰ νὰ τὰ ζυγίσουμε. Καὶ μόνο τὰ λόγια αὐτὰ ἂν ἀκούσουμε ὅλοι, κ᾽ ἐγὼ ὁ ἐπίσκοπος κ᾽ ἐσεῖς ὁ λαός, μικροὶ – μεγάλοι, ἄσπροι – μαῦροι, φτάνουν νὰ μᾶς σώσουν· εἶνε ἡ ὑψίστη φιλοσοφία τῆς ζωῆς· εἶνε ἕνας μεγάλος ἔλεγχος ποὺ ἀπευθύνει ὁ Χριστὸς διὰ τῆς Μάρθας πρὸς ὅλο τὸν κόσμο· «Μάρθα Μάρθα, μεριμνᾷς καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά· ἑνὸς δέ ἐστι χρεία» (Λουκ. 10,41-42).
Τί σημαίνουν τὰ λόγια αὐτά; Τὸ νόημά τους εἶνε τὸ ἑξῆς. Μάρθα, δὲν μ᾽ ἔχεις καταλάβει. Ἔρχομαι στὸ σπίτι σας τόσες φορές, ἀλλὰ δὲν αἰσθάνθηκες ποιός εἶμαι. Ἐγὼ δὲν ἦρθα σ᾽ ἐσᾶς νὰ φάω καὶ νὰ πιῶ σὰν κανένας ἄρχοντας τοῦ κόσμου τούτου. Φτάνει γιὰ ᾽μένα ἕνα λιτὸ φαγητὸ καὶ λίγο κριθαρένιο ψωμί. Στὸ σπίτι σας ἦρθα, γιὰ νὰ σᾶς εὐλογήσω καὶ νὰ σᾶς διδάξω. Τὰ λόγια μου εἶνε τὸ ἀναγκαιότερο πρᾶγμα στὸν κόσμο· καὶ αὐτὰ τὰ λόγια ἔπρεπε νὰ τ᾽ ἀκούσῃς περισσότερο ἀπὸ κάθε τι ἄλλο. Κι ὅταν θὰ ἐρχόταν τὸ μεσημέρι, κάτι θὰ βρισκόταν νὰ φᾶμε πεινασμένοι. «Μάρθα Μάρθα, μεριμνᾶς καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά· ἑνὸς δέ ἐστι χρεία» (ἔ.ἀ.).
Ἐν συνεχείᾳ τὸ εὐαγγέλιο λέει, ὅτι –σὲ ἄλλη περίπτωσι– μιὰ γυναίκα ποὺ ἄκουγε τὸ Χριστὸ νὰ μιλάῃ, τόσο ἐνθουσιάστηκε, ὥστε αὐθόρμητα ὕψωσε φωνὴ καὶ εἶπε· –«Μακαρία ἡ κοιλία ἡ βαστάσασά σε καὶ μαστοὶ οὓς ἐθήλασας» (ἔ.ἀ. 11,27)· χαρὰ στὴ μανούλα ποὺ σὲ γέννησε, ἐννοώντας δηλαδὴ τὴν Παναγία. Καὶ ὁ Χριστὸς τί ἀπήντησε· –«Μενοῦνγε», λέει, «μακάριοι οἱ ἀκούοντες τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ φυλάσσοντες αὐτόν» (ἔ.ἀ. 11,28). Δηλαδή· Ναί ἀλήθεια (αὐτὸ σημαίνει τὸ «μενοῦνγε»), ἀλήθεια μακαρία εἶνε ἡ Μητέρα ποὺ μὲ γέννησε· ἀλλά, κοντὰ στὴν Παναγία, μακάριοι, τρισευδαίμονες, τρισευτυχισμένοι, εἶνε ὅσοι ἀκοῦνε τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν ἐφαρμόζουν.
* * *
Αὐτό, ἀγαπητοί μου, μὲ ἁπλᾶ λόγια εἶνε τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο. Ἂς κρατήσουμε τὸν ἔλεγχο τοῦ Χριστοῦ μας. Ἀπὸ τότε ποὺ εἶπε ὁ Κύριος τὰ ἅγια αὐτὰ λόγια του πέρασαν δεκαεννέα αἰῶνες, καὶ ὅμως αὐτὰ ἐξακολουθοῦν νὰ ἰσχύουν. Ὅπως ὁ ἥλιος, ἂν καὶ ἔγινε πρὶν ἀπὸ χιλιάδες χρόνια, ἐν τούτοις ἐξακολουθεῖ νὰ φωτίζῃ καὶ νὰ θερμαίνῃ τὴν πλάσι, ἔτσι καὶ τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ μας ἐξακολουθοῦν νὰ φωτίζουν, νὰ ἐνισχύουν, νὰ παρηγοροῦν, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐλέγχουν τὸν ἄνθρωπο. Στὸν καθένα ἀπὸ μᾶς ἀπευθύνεται ὁ ἔλεγχος αὐτός, δὲν ἀπευθύνεται μόνο στὴ Μάρθα. Καθένας ἀπὸ μᾶς εἶνε Μάρθα· δὲν εἶνε Μαρία, Μάρθα εἶνε. Ἀφοῦ ἀσχολούμεθα διαρκῶς μὲ τὰ ὑλικά, ἀπευθύνεται καὶ σ᾽ ἐμᾶς ὁ λόγος «Μάρθα Μάρθα, μεριμνᾷς καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά» (ἔ.ἀ. 10,41). Τί μεριμνᾷς, ἄνθρωπε; Ἀπ᾽ τὸ πρωὶ ὣς τὸ βράδυ καὶ τὰ μεσάνυχτα τί σκεπτόμαστε, τί ἐπιθυμοῦμε, τί θέλουμε; Μεριμνοῦμε, φροντίζουμε γιὰ χρήματα, φαγητά, ῥοῦχα, ἔπιπλα, αὐτοκίνητα, ἐκδρομές, διασκεδάσεις…· φροντίζουμε γιὰ ὅλα, πολλὰ ἀπὸ τὰ ὁποῖα εἶνε μάταια, ἐπικίνδυνα, βλαβερά. Γιὰ ὅλα φροντίζουμε – γιὰ ἕνα δὲν φροντίζουμε. Ποιό; Γιὰ τὴν αἰωνιότητα! γιὰ τὴν αἰωνιότητα καμμία σκέψι. Σὰν νὰ εἴμαστε ὑλισταὶ καὶ ἄθεοι, σὰν νὰ μὴν πιστεύουμε ὅτι σὲ λίγο τελειώνει αὐτὴ ἡ ἐπίγεια ζωὴ κι ὅτι πέρα ἀπὸ τὸν τάφο ἁπλώνεται ἕνας ἀπέραντος κόσμος, ἡ ζωὴ ἡ αἰώνιος. Τίποτε ἀπολύτως. Ζοῦμε σὰν τὰ ζῷα· «φάγωμεν καὶ πίωμεν, αὔριον γὰρ ἀποθνῄσκομεν» (Ἠσ. 22,13 = Α΄ Κορ. 15,32). Καμμία ἰδέα, καμμία μέριμνα γιὰ τὴν αἰωνιότητα.
Γι᾽ αὐτὸ λοιπὸν ἁρμόζει στὸν καθένα ἀπὸ μᾶς ὁ ἔλεγχος «Μάρθα Μάρθα, μεριμνᾷς καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά». Ξέρετε πῶς μοιάζουμε; Σὰν ἕναν ποὺ εἶνε ἄρρωστος καί, ἐνῷ πρέπει νὰ πάρῃ τὸ φάρμακο ποὺ συνιστᾷ ἡ ἐπιστήμη γιὰ νὰ γίνῃ καλά, αὐτὸς δὲν τὸ παίρνει, ἀλλὰ τρώει ἄλλες τροφές, ἀντίθετες πρὸς τὴν δίαιτα ποὺ συνιστᾷ ὁ γιατρός. Μοιάζουμε ἐπίσης μὲ ἕναν ποὺ ναυάγησε στὸν ὠκεανὸ καί, ἐνῷ πρέπει νὰ σπεύσῃ νὰ πιάσῃ τὸ σωσίβιο γιὰ νὰ σωθῇ, αὐτὸς τὴν ὥρα ἐκείνη βρίσκει τὴν εὐκαιρία νὰ κλέψῃ τοὺς συνεπιβάτες του.
Ἀλλὰ ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ «Μάρθα Μάρθα, μεριμνᾷς καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά» δὲν εἶνε μόνο γιὰ τὸν καθένα μας ὡς ἄτομο· ἁρμόζει καὶ στὸ σύνολο, σὲ ὅλη τὴν κοινωνία καὶ στὸ ἔθνος μας. Σβῆστε τὸ «Μάρθα Μάρθα» καὶ γράψτε «Ἑλλὰς Ἑλλάς» καὶ θὰ συλλάβετε τὴν τραγικότητα τῆς καταστάσεώς μας. «Ἑλλάδα μας, μεριμνᾷς καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά· ἑνὸς δέ ἐστι χρεία»! Μὲ τί ἀσχολοῦνται οἱ παπᾶδες μας, οἱ δεσποτάδες μας, οἱ βουλευτάδες μας, οἱ πρωθυπουργοί μας, ὅλοι μικροὶ καὶ μεγάλοι; Γιὰ τὰ ὑλικὰ πράγματα, γιὰ τὴν πρόοδο τοῦ τεχνικοῦ πολιτισμοῦ· πῶς νὰ φτειάξουμε γεφύρια, δρόμους, ἐργοστάσια, καμινάδες… Καὶ τώρα πῶς –τὸ …μεγάλο σχέδιο, αὐτὸ ποὺ θὰ γίνῃ ὁ τάφος τῆς Ἑλλάδος–, πῶς νὰ ἐντάξουμε τὴν Ἑλλάδα στὴν Ε.Ο.Κ.! Ἀπὸ ᾽κεῖ περιμένουμε νὰ ᾽ρθῇ ὁ παράδεισος, ἡ εὐτυχία μας… «Ἑλλὰς Ἑλλάς, μεριμνᾷς καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά». Μὲ ὅλα ἀσχολοῦνται οἱ Ἕλληνες. Ἀκόμα καὶ στὴ βουλὴ δὲν εἶχαν τίποτε ἄλλο ν᾽ ἀσχοληθοῦν καὶ ἀσχολήθηκαν μὲ τὶς ἀμβλώσεις· ἔβγαλαν νόμο, καταραμένο νόμο, μὲ τὸν ὁποῖο κάθε γυναίκα μπορεῖ εὔκολα νὰ κάνῃ ἔκτρωσι. «Ἑλλὰς Ἑλλάς, μεριμνᾷς καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά· ἑνὸς δέ ἐστι χρεία».
Ποιό εἶνε αὐτὸ τὸ ἕνα, τὸ ὁποῖο χρειάζεται ἡ Ἑλλάδα μας; Παραπάνω ἀπὸ τὶς καμινάδες, τὰ ἐργοστάσια καὶ τὴν Ε.Ο.Κ. καὶ παραπάνω ἀπὸ κάθε συμμαχία, ἕνα ἔχει ἀνάγκη ἡ Ἑλλάδα· τὴν προστασία τοῦ Θεοῦ καὶ τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ.
Ἕναν ἀπὸ τοὺς διδασκάλους τοῦ γένους, τὸν Κοραῆ, μόλις εἶχε ἐλευθερωθῆ ἡ πατρίδα μας ἀπὸ τὸν τουρκικὸ ζυγό, πῆγαν στὸ Παρίσι, τὸν βρῆκαν, γέρο ἐνενήντα χρονῶν, καὶ τοῦ λένε· –Ἡ Ἑλλάδα ἐλευθερώθηκε· τί χρειάζεται τώρα ἡ πατρίδα μας; Αὐτὸς σηκώθηκε ἀπὸ τὴ θέσι του, πῆγε στὴ βιβλιοθήκη, βρῆκε τὸ Εὐαγγέλιο καὶ τοὺς λέει· –Τὸ Εὐαγγέλιο! αὐτὸ καὶ μόνο φτάνει γιὰ νὰ γίνῃ ἡ πατρίδα μας τὸ πιὸ εὐτυχισμένο κράτος τοῦ κόσμου.
Δὲν θέσαμε δυστυχῶς ὡς βάσι τὸ Εὐαγγέλιο. Ἀντιθέτως τὸ παραβιάζουμε, τὸ παλαμίζουμε, τὸ περιφρονοῦμε, τὸ καταπατοῦμε.
Ἂς ἀκούσουμε τὸν ἔλεγχο τοῦ Χριστοῦ· «Ἑνός ἐστι χρεία». Νὰ μπῇ παντοῦ τὸ Εὐαγγέλιο· στὰ σπίτια, στὰ σχολεῖα, στὰ δικαστήρια, στὸ στρατό, στὴ βουλή, στὴ ζωὴ τῶν Ἑλλήνων. Τὸ Εὐαγγέλιο παντοῦ. Ντροπή μας, μεγάλη ντροπή, οἱ Τοῦρκοι νὰ ἔχουν στὰ χέρια τὸ Κοράνιο καὶ νὰ τὸ διαβάζουν μικροὶ – μεγάλοι. Ντροπή μας, οἱ ἄθεοι νὰ κρατοῦν τὰ βιβλία τοῦ ὑλισμοῦ καὶ νὰ τὰ διδάσκουν στὰ σχολεῖα. Καὶ ἐμεῖς, ποὺ ἔχουμε τὸ ἀνώτερο βιβλίο τοῦ κόσμου, τὸ θεόπνευστο Εὐαγγέλιο, γραμμένο στὴ γλῶσσα μας, καὶ κανείς νὰ μὴν τὸ ἀνοίγῃ, ἀλλὰ ν᾽ ἀκοῦμε ῥαδιόφωνα καὶ νὰ βλέπουμε τηλεοράσεις, ποὺ μᾶς σκοτίζουν καὶ μᾶς τυφλώνουν. Γι᾽ αὐτὸ κλείνω ἐδῶ καὶ κατεβαίνω ἀπὸ τὸν ἄμβωνα μὲ ἀναστεναγμὸ καὶ δάκρυ. «Ἑλλὰς Ἑλλάς, μεριμνᾷς καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά· ἑνὸς δέ ἐστι χρεία». Ἕνα χρειάζεσαι, τίποτε ἄλλο. Πάρε τὸ Εὐαγγέλιο καὶ ζῆσε μ᾽ αὐτό. Αὐτὸ θὰ σὲ σώσῃ.
(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Στεφάνου Πτολεμαΐδος τὴν 28-10-1978 Σάββατο πρωί, μὲ νέο τώρα τίτλο. Καταγραφὴ καὶ σύντμησις 13-9-2026.