Κάποτε ἅγιος Ἀντώνιος ἔλαβε γράμμα ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Μέγα Κωνσταντῖνο, ποὺ τὸν καλοῦσε νὰ ἀφήσῃ τὴν ἔρημο καὶ νὰ τὸν ἐπισκεφθῇ στὰ Ἀνάκτορα νὰ τὸν φιλοξενήσῃ καὶ νὰ τὸν τιμήσῃ.
Ρώτησε, λοιπόν, τὸν μαθητή του, τὸν περίφημο Παῦλο τὸν Ἁπλό:
-Τὶ λὲς ἐσύ; Νὰ πάω ἤ νὰ μὴν πάω;
-Κι ὁ Παῦλος τοῦ ἀποκρίθηκε:
-Ἄν πᾶς θὰ λέγεσαι Ἀντώνιος. Ἄν ὅμως δὲν πᾶς, θὰ λέγεσαι ἀββᾶς Ἀντώνιος.
Κι ὁ Ἀντώνιος τὸν ἄκουσε καὶ δὲν πῆγε.
Προτίμησε τὸ κελλί του.
