Ἦρθε κάποτε νὰ μὲ δεῖ μία κοπέλα. Ἦταν φοιτήτρια στὸ πανεπιστήμιο καὶ ἀμφότεροι οἱ γονεῖς της ἦταν γιατροί. Μοῦ εἶπε ὅτι εἶχε πρόβλημα μὲ κάποια καθηγήτριά της, ἡ ὁποία τὴν ἔκοβε συνεχῶς στὶς ἐξετάσεις.
Τῆς εἶπα: «Γιατί διεξάγεις πόλεμο μὲ τὴν καθηγήτριά σου; Πρέπει νὰ τὴν σέβεσαι σὰν νὰ ἦταν μάνα σου. Σὲ μαθαίνει πειθαρχία γιὰ τὸ δικό σου τὸ καλό».
Εἶπα στὴν κοπέλα ὅτι προφανῶς ἡ καθηγήτριά της ἦταν ἀλλόφρων, ἀλλὰ καὶ ἡ ἴδια διεξήγαγε πόλεμο ἐναντίον της στὸ μυαλό της. Τῆς εἶπα ὅτι θὰ πρέπει νὰ προσευχηθεῖ γιὰ τὴν καθηγήτριά της, νὰ προσευχηθεῖ νὰ στείλει ὁ Κύριος καὶ στὴν ἴδια ἄγγελο εἰρήνης γιὰ νὰ τῆς δώσει τὴ δύναμη νὰ ἀγαπήσει τὴν καθηγήτριά της. Ἔτσι θὰ τακτοποιηθοῦν ὅλα.
Ἡ κοπέλα μὲ κοίταζε σὰν νὰ τῆς λέω παραμύθια. Ἔτσι κύλησε ἄλλος ἕνας χρόνος, πρᾶγμα ποὺ τὴν ἔκανε νὰ χάσει κάθε ἐλπίδα ὅτι θὰ καταφέρει νὰ περάσει ποτὲ τὸ μάθημα. Κι ἔπειτα ἄρχισε νὰ προσεύχεται γιὰ τὴν καθηγήτριά της, καὶ τὴν ἑπόμενη φορὰ ποὺ πῆγε γιὰ ἐξετάσεις, πέρασε καὶ πῆρε μάλιστα καὶ ὑψηλὸ βαθμό.