Μιὰ μέλλουσα πεθερὰ μιλάει μ΄ ἕνα νέο ποὺ θέλει νὰ τὸν κάνη
γαμπρό της:
- Ἡ κόρη μου, λέει, εἶναι γεμάτη χαρίσματα. Δὲν τὸ λέω γιὰ νὰ τὴν παινέψω, ἀλλὰ αὐτή εἶναι ἡ ἀλήθεια. Ζωγραφίζει θαυμάσια, παίζει πιάνο, ξέρει γλῶσσες: γαλλικά, ἀγγλικά, καὶ δὲν ὑπάρχει κοινωνικὸ ζήτημα, ποὺ νὰ μὴν μπορῆ νὰ τὸ συζητήση.
-Σᾶς πιστεύω, κυρία, ἀπαντᾶ ὁ
νέος. Λοιπόν, ἄν ἐγὼ ἤξερα νὰ μαγειρεύω, νὰ συγυρίζω στὸ σπίτι καὶ νὰ ράβω
κουμπιά, θὰ παντρευόμουν τὴν κόρη σας ἀμέσως.