Περίοδος Δ΄ – Ἔτος ΜΓ΄
Φλώρινα – ἀριθμ. φύλλου 2741
Τῆς ἁγίας μεγαλομάρτυρος Εὐφημίας
Σάββατο 11 Ἰουλίου 2026
Ὁμιλία τοῦ Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου
Πιστοι μεχρι τελους
Εἴμαστε, ἀγαπητοί μου, στὸν μῆνα Ἰούλιο. Στὴν 1η τοῦ μηνὸς ἑορτάζουν οἱ δύο ἅγιοι Ἀνάργυροι, Κοσμᾶς καὶ Δαμιανός.
* * *
Θὰ πῶ λοιπὸν κ᾽ ἐγὼ λίγα λόγια γι᾽ αὐτήν.
Ἡ ἁγία Εὐφημία γεννήθηκε σὲ μιὰ χώρα ποὺ μόλις τὴ θυμηθοῦμε, ὅσοι ἔχουμε
μέσα μας πατρίδα, αἰσθανόμαστε συγκίνησι, τὸ ὄνομά της μᾶς φέρνει
δάκρυα· γεννήθηκε σὲ μιὰ χώρα ἁγίων μαρτύρων καὶ ἡρώων, στὴ Μικρὰ Ἀσία.
Γεννήθηκε σὲ μιὰ πόλι ὄμορφη πού ᾽νε κτισμένη ἀπέναντι ἀπὸ τὴν
Κωνσταντινούπολι – φαίνεται ἀπὸ τὴν Πόλι· εἶνε ἡ Χαλκηδών. Στὴ
Χαλκηδόνα γεννήθηκε καὶ ἁγίασε τὸν 3ον αἰῶνα, ἐπὶ αὐτοκράτορος
Διοκλητιανοῦ. Οἱ γονεῖς της ἦταν εὐσεβεῖς, ὁ πατέρας καὶ πρὸ παντὸς ἡ
μητέρα της ἦταν ἁγία· μαζὶ μὲ τὸ γάλα ποὺ τὴν θήλασε φύτεψε στὴν καρδιά
της τὰ εὐγενέστερα αἰσθήματα, τὴν πίστι στὸ Θεὸ καὶ τὴν ἀγάπη στὸ
Χριστό.
Ὅ,τι φυτεύει ἡ μάνα στὴν καρδιὰ τοῦ
παιδιοῦ, ὅλοι οἱ δαίμονες νὰ μαζευτοῦν δὲν μποροῦν νὰ τὸ ξερριζώσουν.
Ἀλλὰ ποιά μάνα; ὄχι ἡ σημερινή, ποὺ τρέχει μὲ νύχια καὶ χείλη βαμμένα
ἀπὸ χορὸ σὲ χορὸ στὰ νυχτερινὰ κέντρα, ἀλλὰ ἡ μάνα ἡ πραγματική, αὐτὴ
ποὺ πιστεύει στὸ Θεό, ποὺ λατρεύει τὸ Χριστό, ποὺ ἀγαπάει τὸν ἄντρα
της, ἡ νοικοκυρά, ἡ ἐκλεκτὴ μάνα. Aὐτὴ ἀξίζει πολύ, παραπάνω ἀπὸ ἑκατὸ
δασκάλους. Σήμερα δὲν ἔχουμε ἀνάγκη ἀπὸ δασκάλους, ὄχι. Δὲν τὸ λέω ἐγώ,
τὸ λένε μεγάλοι παιδαγωγοί. Ὅσο ἀξίζει μιὰ μάνα, δὲν ἀξίζουν ἑκατὸ
δασκάλοι καὶ καθηγηταί. Ἀπόδειξις, ὅτι αὐτὰ ποὺ μαθαίνουμε στὰ σχολειὰ
καὶ πανεπιστήμια, τὰ ξεχνᾶμε· τὰ λόγια ὅμως ποὺ μᾶς εἶπε ἡ μάνα καὶ ἡ
γιαγιά μας, δὲν τὰ ξεχνᾶμε ποτέ, εἶνε γραμμένα βαθειὰ στὴν καρδιά μας.
Ἁγία λοιπὸν ἡ μάνα, ἔτσι καὶ ἡ Εὐφημία ἔγινε ἁγία κόρη. Μεγάλωσε,
ἔγινε 18 χρονῶν. Ἦταν μιὰ κοπέλλα θαυμάσια. Δὲν ἔμοιαζε μὲ τὶς κοπέλλες
τὶς σημερινές, ποὺ δὲν κάνουν τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ περνᾶνε τὶς ὧρες
τους μπροστὰ στὸν καθρέφτη ἢ στὰ κομμωτήρια, νὰ τρέχουν στὶς μοδίστρες
καὶ νὰ ντύνωνται μὲ ῥοῦχα φανταχτερά, κοιτάζοντας πῶς θὰ μπλέξουν
κανέναν ἄντρα στὰ σατανικὰ δίχτυα τους, νὰ τὸν κάνουν γαμπρό.
Ἔτσι δυστυχῶς διαλέγουν τώρα ἄντρα τὰ κορίτσια. Ἅμα δοῦν κάποιον νά ᾽χῃ
πλούτη, αὐτοκίνητο, πολυκατοικίες…, ὤ ώ! Ὁ καημένος ὁ χωρικός, ὁ
τσοπᾶνος, ὁ ἐργάτης περιφρονοῦνται. Καὶ ὅμως λέω· ὅσο ἀξίζει ἕνα
ἐργατικὸ παιδί, δὲν ἀξίζουν οἱ μεγάλοι καὶ τρανοί· αὐτοὶ κάθονται, καὶ
τρῶνε ἀπὸ τὸν ἱδρῶτα τοῦ φτωχοῦ αὐτοῦ. Θά ᾽ρθῃ ὅμως ὥρα ποὺ ὅλοι θὰ
πέσουν νὰ προσκυνήσουν τὸν ταπεινὸ γεωργὸ καὶ βοσκό· θὰ φανῇ, ὅτι τὰ
ἐπαγγέλματα αὐτὰ εἶνε τὰ πιὸ ἱερὰ καὶ ἅγια. Κάποιος χαμογελάει…· ἀλλ᾽
αὐτὰ ποὺ λέμε εἶνε ἀλήθειες.
Ξαναγυρίζουμε στὴν ἁγία Εὐφημία. Εἴπαμε γιὰ γαμπρούς. Διάλεξε κι αὐτὴ
γαμπρό – ποιόν; Τὸν πιὸ σπουδαῖο, τὸν πιὸ ὄμορφο, τὸν ἀνώτερο γαμπρὸ
τοῦ κόσμου. Ποιός εἶν᾽ αὐτός; Εἶνε ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. –Μπᾶ,
θὰ πῆτε, γαμπρὸς εἶνε ὁ Χριστός;… Ἐμένα ῥωτᾶτε; Θυμηθῆτε τί λέμε τὴ
Μεγάλη Ἑβδομάδα· «Ἰδοὺ ὁ Νυμφίος ἔρχεται ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτός…»· ὅτι
Νυμφίος, γαμπρός, εἶνε ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, ποὺ ἀρραβωνιάζεται
κάθε ψυχὴ Χριστιανοῦ ἡ ὁποία πιστεύει σ᾽ αὐτὸν καὶ τὸν ἔχει στὴν
καρδιά. Αὐτός εἶνε ὁ ἀγαπητὸς τῶν ἀγαπητῶν, ὁ νυμφίος ὁ ὡραιότατος.
Πίστεψε λοιπὸν ἡ ἁγία Εὐφημία στὸ Χριστό. Τὸν ἀγάπησε καὶ γιὰ χάρι του
ἦταν ἕτοιμη ὅλα νὰ τὰ θυσιάσῃ. Καὶ τὴν ἀγάπη αὐτὴ δὲν τὴν ἔκρυβε· αὐτὸ
ποὺ πίστευε προσπαθοῦσε νὰ τὸ μεταδώσῃ. Καὶ τί ἔκανε· μάζευε στὸ σπίτι
της ἀνθρώπους. Γιατί; γιὰ νὰ κάνῃ χορούς, διασκεδάσεις, πάρτυ; Ὄχι
τέτοια πράγματα. Μάζευε φτωχὰ κορίτσια καὶ τοὺς δίδασκε τὸ λόγο τοῦ
Θεοῦ. Πόσα κορίτσια; Σαρανταεννιὰ (49) κοπέλλες εἶχαν μαζευτῆ· τὶς
δίδασκε καὶ τοὺς μάθανε διάφορες τέχνες. Τὸ σπίτι της τό ᾽κανε ἐκκλησιά,
σχολειό, οἰκοκυρικὴ σχολή.
Μὰ τὰ χρόνια ἐκεῖνα ἦταν δύσκολα. Τύραννοι καὶ βασιλιᾶδες καταδίωκαν
τοὺς Χριστιανούς. Τώρα δὲν στοιχίζει τίποτα νὰ πῇς ὅτι εἶσαι
Χριστιανός. Ἀλλὰ θά ᾽ρθῃ-ἔρχεται ὥρα πού, μόνο νὰ πῇς «Χριστιανός», θὰ
κινδυνεύῃ τὸ κεφάλι σου. Ἔτσι ἦταν τότε· ὅποιος ἔλεγε ὅτι εἶνε
Χριστιανός, ἔφτανε αὐτό· τὸν ἅρπαζαν, τὸν ἔδεναν, τὸν ἔρριχναν σὲ
φυλακές, μέσα σὲ φίδια καὶ σκορπιούς, σὲ καταγώγια, σὲ ἐξορίες, φωτιές,
τροχούς, μαχαίρια, ἀσβέστες· ξερρίζωναν τὰ δόντια, βγάζανε τὰ μάτια,
κόβανε τ᾽ αὐτιά, τὶς μύτες, κιμᾶ ἔκαναν τὸ ἀνθρώπινο σῶμα. Παραμύθια
εἶν᾽ αὐτά; Διαβάστε! Καὶ ὅμως τότε ἄξιζε ἡ πίστι τῶν Χριστιανῶν. Τώρα
δὲν ἀξίζει οὔτε μιὰ δραχμή. Σὲ τέτοια ἄσχημα χρόνια ἔζησε ἡ ἁγία.
Κάποιος λοιπὸν πῆγε καὶ τοὺς μαρτύρησε στὸν τύραννο· Στὸ σπίτι ἐκεῖνο
μαζεύονται καὶ διδάσκονται τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ. Ἦρθαν στρατιῶτες,
κύκλωσαν τὸ σπίτι, ἔσπασαν τὴν πόρτα, μπῆκαν μέσα καὶ τὶς ἔπιασαν
ὅλες. Τὶς πῆγαν μπροστὰ στὸν τύραννο. Καὶ τὶς ῥωτοῦσε· –Εἶστε
Χριστιανές; –Ναί, εἴμαστε Χριστιανές. Ἀμέσως τὶς θανάτωσαν ὅλες. Οὔτε
μία δὲν ἀρνήθηκε τὸ Χριστό! Δὲν εἶνε παραμύθι, εἶνε μιὰ ἱστορία ζωντανὴ
– ὁλοζώντανη. Ἔβαψαν τὸ χῶμα τῆς Μικρᾶς Ἀσίας μὲ αἷμα 49 κορμιά, 49
κρίνα, παρθένες ἀφωσιωμένες στὸν Θεό.
Μετὰ ἔφεραν καὶ τὴν Εὐφημία, τὴ δασκάλα τους. Τὴν ὡδήγησαν μπροστὰ στὸν
τύραννο. Θαμπώθηκε ἀπὸ τὴν ὀμορφιά, τὴν εὐφυΐα κ᾽ ἐξυπνάδα της.
Προσπάθησε μὲ γλυκὰ λόγια νὰ τὴν παρασύρῃ. –Χριστιανὴ εἶμαι, Χριστιανὴ
θὰ πεθάνω. Τὴ βασάνισαν μὲ φωτιὰ καὶ θηρία. Ὑπέμεινε βασανιστήρια
φρικτὰ καὶ ἔτσι ἡ ἁγία ψυχή της πέταξε στὸν οὐρανὸ σὰν ὁλόλευκο
περιστέρι. Τὸ σῶμα της, ἱερὸ λείψανο ποὺ θαυματουργεῖ, διατηρεῖται στὸ
Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο. Τέτοια μέρα ἐκεῖ τελεῖται μεγάλη ἑορτή, καὶ
οἱ λίγοι Ἕλληνες ποὺ ἔμειναν κάνουν λιτανεία.
Αὐτὴ ἦταν ἡ ζωὴ καὶ τὸ μαρτύριο τῆς ἁγίας.
* * *
–Αὐτά, θὰ πῇ κάποιος, συνέβαιναν τὰ παλιὰ χρόνια, «τῷ καιρῷ ἐκείνῳ»…
Ὄχι μόνο «τῷ καιρῷ ἐκείνῳ», ἀλλὰ καὶ σήμερα σὲ χῶρες ἀνελεύθερες κι
ὁλοκληρωτικὲς ὑπάρχουν μάρτυρες, οἱ Χριστιανοὶ πιέζονται, διώκονται.
Δὲν τοὺς ἐπιτρέπεται νὰ λατρεύουν ἐλεύθερα τὸ Θεό, νὰ βαπτίσουν τὰ
παιδιά τους. Στὰ χρόνια τοῦ Ἐμβὲρ Χότζα στὴν Ἀλβανία συνέβαινε ν᾽
ἀναγκάζουν τοὺς Ὀρθοδόξους Ἕλληνες ν᾽ ἀλλάξουν ἀκόμα καὶ τὰ ὀνόματά
τους. Στὰ δύσκολα ἐκεῖνα χρόνια ἀναγκάζονταν στὸ Ἀργυρόκαστρο καὶ στὴν
Κορυτσὰ νὰ μαζεύωνται τὴ νύχτα σὲ ὑπόγεια, ν᾽ ἀνοίγουν τὰ ῥαδιόφωνα καὶ
μὲ δάκρυα στὰ μάτια ν᾽ ἀκοῦνε τὸ «Χριστὸς ἀνέστη» καὶ τὴν ἀκολουθία
τῆς Ἀναστάσεως ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα. Τί νὰ ποῦμε καὶ γιὰ τὰ χρόνια τοῦ στυγνοῦ
διωγμοῦ στὶς χῶρες τοῦ σιδηροῦ παραπετάσματος; Καὶ σήμερα πάντως σὲ
ἄλλες χῶρες οἱ ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ διώκονται καὶ μαρτυροῦν φρικτά.
Ἔρχεται, λοιπόν, ἀπὸ ᾽κεῖ φωνή, ποὺ ἑνώνεται μὲ τὴ φωνὴ τῆς ἁγίας
Εὐφημίας, τῶν μαρτύρων τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καὶ τοῦ Πόντου. Μὰ ὅποιος δὲν
θέλει ν᾽ ἀκούσῃ δὲν ἀκούει. «Στοῦ κουφοῦ τὴν πόρτα ὅσο θέλεις χτύπα».
Αὐτιὰ ἔχουν, καρδιὰ δὲν ἔχουν. Ἔτσι εἶνε σήμερα οἱ πολλοί. Ἔχουν καρδιὰ
πέτρινη. Γιὰ ὅσους ὅμως ἔχουν καρδιὰ εὐαίσθητη καὶ ἀκοὴ λεπτή, ἔρχεται
φωνὴ ἰσχυρή. Καὶ τί φωνάζει· Ἕλληνες ὀρθόδοξοι Χριστιανοί, μείνετε
πιστοὶ μέχρι τέλους. Χρειαζόμαστε τὴν πίστι σ᾽ αὐτὲς τὶς δύσκολες ἡμέρες
ποὺ ζοῦμε.
Πάλι κινδυνεύουμε. Σὰν θηρίο ἡ Τουρκιὰ ἑτοιμάζεται γιὰ ἐπίθεσι. Ἔ,
Χριστιανέ, ἐσὺ ποὺ γλεντᾷς, ἐσὺ ποὺ παίζεις χαρτιὰ τὴ νύχτα, ἐσὺ ποὺ
βγάζεις τὰ μάτια σου μὲ ξένες γυναῖκες, ἐσὺ ποὺ διασκεδάζεις, ἐσὺ ποὺ
θησαυρίζεις, ξύπνα! Δὲν ἀκοῦς, δὲν διαβάζεις ἐφημερίδες, τί μᾶς
ἀπειλοῦν; Ὅπως σᾶς διώξαμε ἀπὸ τὴ Μικρὰ Ἀσία, θὰ σᾶς διώξουμε καὶ πιὸ
πέρα, νὰ μείνετε χωρὶς νησιά.
Ἀλλὰ ὄχι! Θὰ μείνουμε ἐδῶ, μὲ πίστι στὸ Θεὸ σ᾽ αὐτὰ τὰ βράχια, εἰς
μνήμην τῶν ἡρώων. Ἂν ἄλλοι γελᾶνε καὶ κοροϊδεύουν, καὶ ἂν ἀκόμα μείνῃ
ἕνας μόνο πιστὸς στὸ Θεὸ καὶ ὅλοι γονατίσουν καὶ προσκυνήσουν τὸν
διάβολο, καὶ ἕνας νὰ μείνῃ, αὐτὸς νὰ μὴν προσκυνήσῃ τὸν διάβολο. Καὶ νὰ
εἶστε βέβαιοι, ὅτι δὲν θὰ νικήσουν οἱ πολλοί, θὰ νικήσῃ ὁ ἕνας αὐτὸς
μαζὶ μὲ τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν· ὅν, παῖδες Ἑλλήνων καὶ Ποντίων
καὶ Μικρασιατῶν καὶ Μακεδόνων, ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς
αἰῶνας· ἀμήν.
(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Ἀναργύρων τῆς ὁμωνύμου κοινότητος Ἀμυνταίου τὴν 11-7-1976 Κυριακὴ πρωί, μὲ νέο τώρα τίτλο. Καταγραφὴ καὶ σύντμησις 24-5-2026.