ΚΥΡΙΑΚΗ Θ’ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΜΗΝΑ
«...ἀνέβη εἰς τό ὄρος κατ’ ἰδίαν προσεύξασθαι».
Προσευχή· ἡ ὁμορφότερη καί γλυκύτερη ἐργασία τῆς καιομένης καρδίας. Κατ’ ἰδίαν εὐφραίνονται μόνον, μέ τόν Θεό χορτασμένοι ἀπό τήν θεία ἀπόλαυση, καθ’ ἡμέραν οἱ Ὀρθόδοξοι χριστιανοί. Βρίσκονται σέ ἔκπληξη μέχρι τόν κατάλληλο καιρό, ἔχοντας φθάσει ἐν μέρει, διά τῆς Χάριτος, τό τελειότατο ἀπ’ ὅ,τι μπορεῖ νά ἐπιθυμήσει κανείς σάν προκαταβολή τῆς αἰωνίου μακαριότητος. Ὅταν, ἁγία γερόντισσα, στό κελάκι σου (ταμιεῖον σου), δεῖς ὅτι ἐνεργεῖ μέσα σου ἡ προσευχή καί δέν παύει νά κινεῖται μέσα στήν καρδιά, μήν τήν ἀφήσεις καί σηκωθεῖς γιά ὁ,τιδήποτε γήινο, ὡς τήν στιγμή πού θά σέ ἐγκαταλείψει αὐτή, κατ’ οἰκονομίαν Θεοῦ.
Ὁ Κύριος Ἰησοῦς, ὁ Θεός ἡμῶν, ἦταν μόνος ἐκεῖ στό βουνό, αἰώνιον πρότυπον προσευχῆς γιά ἐμᾶς. Τήν ἴδια ἐν τούτοις στιγμή εὑρίσκετο, Θεάνθρωπος ὤν, καί εἰς τό μέσον τῆς θαλάσσης, στό μέσον τῆς λίμνης. Νύκτα, σκοτεινιά· παρατηρῶντας τό πλοῖο πού συνεταράσσετο διότι ἦταν ἐναντίον ὁ ἄνεμος. Δοκιμάζετο τήν ἴδια στιγμή ἡ πίστις καί ἡ ὑπομονή τῶν μαθητῶν Του, στή μανιασμένη θάλασσα τῆς Τιβεριάδος· ἀλλά θά ἦταν παράδειγμα καί ὑπόδειγμα πρός μίμησιν καί εἰς τό μέλλον γιά τήν πίστιν καί ὑπομονήν καθώς καί γιά τή δύναμη τῆς προσευχῆς τῶν Ὀρθοδόξων πιστῶν μαθητῶν, ἕως τῆς συντελείας τῶν αἰώνων.
Ὁ διάβολος καί τά ὄργανά του λυσσομανοῦν ζητῶντας νά καταπιοῦν τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν, ἀλλά ὅπως ἀκούσαμε σήμερα ἀδελφοί, ματαιοπονοῦν· θά ἠττηθοῦν: «τό ἐσφαγμένο ἀρνίον ἐξῆλθε νικῶν καί ἵνα νικήσῃ». Ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Σωτῆρας, περιπατεῖ ἐπάνω εἰς τά κύματα τοῦ κόσμου καί διατάζει μέ θεϊκήν ἐξουσίαν τήν ὅποιαν κακίαν τῶν διωκτῶν νά χαθεῖ, ἐνῶ κάνει καταγέλαστα ὅλα τά σχέδια τῶν ἐχθρῶν, ψευστῶν καί λαοπλάνων, τῆς Ἐκκλησίας Του. Ἀρκεῖ, οἱ πιστοί προσευχόμενοι νά εὑρίσκονται εἰς νῆψιν καί νά μή κλονισθεῖ ἡ ἐμπιστοσύνη των, στόν λόγο Του καί ἐπικρατήσει ἡ ταραχή, ὁ φόβος, τό βούλιαγμα, ἡ ἀπώλεια.
Γιατί χριστιανοί μου, παντοῦ καί πάντα βρίσκεται ὁ Χριστός καί ἁπλώνει τό χέρι, ἐκδιώκει τήν σύγχυση καί τήν ἀμφιβολία τοῦ νοῦ, διώχνει τόν φόβο, προσφέροντας καί πάλι τή γαλήνη. «Μή ταρασσέσθω ὑμῶν ἡ καρδία, μηδέ δειλιάτω· πιστεύετε εἰς τόν Θεόν καί εἰς ἐμέ πιστεύετε»[1]. Ἔτσι ἡ προαίρεση βρίσκει καί κάνει τρόπους προσευχῆς μέ πρότυπο τήν ὑπερκόσμια ζωή τοῦ Μεσσίου Ἰησοῦ. Ἀντιπαραβάλλει κάθε φαῦλο τοῦ κόσμου τούτου, μέ τίς ἐντολές καί τά πάθη τοῦ Κυρίου. Ἀντιλαμβάνεται(ἡ προαίρεση) ὅτι ἡ δικαιοσύνη τῶν ἀνθρώπων ὑστερεῖ τόσο πολύ ἀπό τήν δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ, ὅσο μικρότερη εἶναι ἡ γῆ ἀπ’τόν οὐρανό καί τό κτῖσμα ἀπό τόν Κτίστη.
«...ἀνέβη εἰς τό ὄρος κατ’ ἰδίαν προσεύξασθαι».
Ὁ Κύριος προσεύχεται σήμερα στό βουνό γιά τήν Ἐκκλησία καί τούς μαθητές Του, γιά ὅλους ἐμᾶς πού ἀποτελοῦμε τά μέλη τοῦ σώματός Του. Ἡ γνώση αὐτή κάνει νά πληγώνεται ἡ καρδιά βαθιά ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Ἰησοῦ, τοῦ Θεοῦ ἡμῶν, καί δέν φτάνει ἡ δύναμη τοῦ σώματος νά ἀνταποκριθεῖ στό μέγεθος τῆς προθέσεως· γι’ αὐτό ἀπλώνει τό χέρι, τό Ἀδαμιαῖον γένος, στόν Σωτῆρα, πού κράζει: «Κύριε, σῶσόν με». Προφανῶς κι ὁ Χριστός σώζει καί ἐνδυναμώνει τήν βούληση, ὥστε νά κοπιάζουμε ὅσο μποροῦμε στήν διακονία τῶν ἐντολῶν. Μέσα στό κελί τῆς καρδιᾶς, στήν ἐρημία τοῦ κόσμου, ἄς καρτεροῦμε στήν προσευχή μέ κατάνυξη καί προσοχή καί ἀδιάκοπα δάκρυα, διώχνοντας κάθε δισταγμό.
Φρόντισε χριστιανέ, κι ἐσύ κι ἐγώ, νά γίνουμε ὑπόδειγμα μέσα στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, σέ κάθε ὀρθόδοξη ἐνορία, γιά ὅλο τόν κόσμο, βιώνοντας καί διδάσκοντας κάθε ἀρετή. Μένουμε γιά πάντα στήν ταπείνωση, στήν πραότητα, στήν ἐλεημοσύνη, στήν ὑπακοή, στήν ὑπομονή, στήν ἀκακία, στήν ἐπίσκεψη ἀσθενῶν, στήν παρηγορία δίπλα στούς πτωχούς ἀδελφούς τοῦ Κυρίου, καί τότε ἡ ἐπικοινωνία μέ τόν Χριστό, διά τῆς προσευχῆς, θά ὁδηγήσει στήν ἀγάπη πού εἶναι ὁ Θεός.
Ἐν τούτοις, ἡ προσευχή, δέν ἀρέσει καθόλου στούς δαίμονες· ἄν λοιπόν προσεύχεσαι καί ἄν νιώσεις δειλία, ἤ ἀκούσεις χτύπο, ἤ δεῖς φῶς ἤ κάτι ἄλλο, μή ταραχθεῖς· ἀλλά μᾶλλον καρτέρησε στήν προσευχή πιό ἐπίμονα. Τό φῶς πού τό Ἅγιο Πνεῦμα παρέχει στήν ψυχή, συνήθως χάνεται, ἐξαιτίας τῆς δειλίας, τοῦ φόβου καί τῆς ὀλιγοπιστίας (βλέπε σήμερα τόν Ἀπ. Πέτρο στά κύματα). Ἀντίθετα, τίποτε ἄλλο δέν εἶναι τόσο συγγενές στήν ψυχή, στήν καρδιά, ὅσο ἡ βεβαία πίστη στό λόγο τοῦ Μεσσίου, ἡ ἁγνότητα, ἡ σωφροσύνη καί ἡ ἐπιθυμία τῶν θείων πραγμάτων πού κάνει τήν ψυχή ἄφοβη καί γεμάτη ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καί μητέρα τοῦ θείου λόγου.
Θεωροῦμε μακάριον, ἁγία γερόντισσα, ἐκεῖνον πού μέ καθαρή προσευχή ἔφθασε στήν καλή ἀλλοίωση καί ἀνάβασή του, καί ὑπερπήδησε τό τεῖχος τῆς ἐμπαθεστάτης ἕξεως καί ἀπό ἐκεῖ, μέ τά φτερά τῆς ἀπάθειας εἰσέδυσε στόν γνόφο τῆς θεολογίας, ὅπου τερμάτισε καί ἀναπαύθηκε μέσα στόν Θεό, πού εἶναι ἡ μακαρία ζωή.
«...ἀνέβη εἰς τό ὄρος κατ’ ἰδίαν προσεύξασθαι».
Μπορεῖ κανείς νά προσηλώνεται συνεχῶς στήν προσευχή, ὅταν ἔχει συνηγμένους τούς λογισμούς του, γύρω στόν ἡγεμονικό νοῦ· νά σκάβουν μέ μεγάλη εἰρήνη καί εὐλάβεια τά βάθη τοῦ Θεοῦ καί νά ζητοῦν (οἱ λογισμοί) ἀπό ἐκεῖ νά γευθοῦν τό γλυκύτατο νάμα τῆς θεωρίας (βλέπε ζωή Ἁγίου Πορφυρίου). Ἀτενίζεις τόν Χριστό; Περπατᾶς μέ θάρρος ἐπάνω στά μανιασμένα κύματα τοῦ κόσμου· ἐπιπλέεις, στέκεσαι σταθερά μέ ἀνδρεῖο φρόνημα. Ἀποστρέφεις τό βλέμμα; Καταποντίζεσαι. Ἄν λοιπόν συμβεῖ σέ κάποιον, διά τῆς Χάριτος, οἱ ψυχικές του δυνάμεις νά ἔχουν μεταξύ τους εἰρήνη μέσω τῆς γνώσεως, αὐτός κατόρθωσε τήν ἀδιάλειπτη προσευχή (Ἅγ.Ἐφραίμ ὁ Κατουνακιώτης, Ἅγιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης).
Τό μυστήριο τῆς προσευχῆς, ἀδελφοί, δέν τελεῖται σέ ὁρισμένο καιρό καί τόπο. Ἄν περιορίζεις τήν προσευχή σέ ὥρες, καιρούς καί τόπους, ἄρα, ὁ ὑπόλοιπος χρόνος δαπανᾶται σέ ἔργα μή τέλεια· ἐνίοτε καί φαῦλα. Γιατί ἡ τελειότητα τῆς προσευχῆς, εἶναι ἡ ἀκινησία τοῦ νοῦ γύρω ἀπό τόν Θεό. Ἔργο της, νά στρέφεται ἡ ψυχή γύρω ἀπό τά θεῖα πράγματα· καί τέλος της νά προσκολληθεῖ στό Θεό ἡ διάνοια, καί νά γίνει μαζί Του ἕνα πνεῦμα[2].
Ἐξυπακούεται, ὅτι, ἡ διάνοια τοῦ ἀνθρώπου, χωρίς τό φωτισμό τοῦ Παρακλήτου καθίσταται πολλάκις βλαβερή καί ἐπικίνδυνη καί καταποντίζει ἀντί νά σώζει. Ὑπῆρξαν καί ὑπάρχουν ἀνθρώπινες διάνοιες, πού ἐφευρίσκουν καί προβάλλουν καταστροφικές, χωρίς Θεό, τάχα λύσεις οἱ ὁποῖες καταδυναστεύουν τόν κόσμο (βλέπε Τεχνητή Νοημοσύνη).
Ἐν τούτοις ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ σημαίνει ὅτι ἐκεῖνος πού οἰκοδομήθηκε σ’ αὐτήν μέ τήν ταπείνωση καί τήν προσευχή, ἔχει γνωρισθεῖ ἀπό τόν Τριαδικό Θεό καί τόν Χριστό κι ἔχει λάβει πλούσια ἀπό Αὐτόν τήν ἀψευδῆ γνώση τῶν ὑπερφυσικῶν Του μυστηρίων. Ἡ θεολογική αὐτή ἀλήθεια μᾶς βεβαιώνει ὅτι οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι εἶναι οἱ μεγαλύτεροι ἐπιστήμονες καί εὐεργέτες τῆς Ἀνθρωπότητος, αἰώνια πρότυπα σωτηρίας.
Στόν Ἰησοῦν Χριστόν, ἡ Δόξα, ἡ Βασιλεία, καί ἡ Προσκύνησις εἰς τόν αἰώνα, τοῦ αἰῶνος. Ἀμήν.