Σάββατο 15 Αυγούστου 2026

«Το τάμα που δεν κρεμάστηκε ποτέ»

Μια ηλικιωμένη γυναίκα πήγαινε κάθε Αύγουστο στις Παρακλήσεις.
Πάντα στην ίδια θέση. Πάντα με ένα μικρό κερί στο χέρι.
Κάποια μέρα μια νεότερη γυναίκα που στεκόταν δίπλα της παρατήρησε πως, όταν ο ιερέας έψαλλε το «Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς», εκείνη έκλεινε τα μάτια και δάκρυζε.
Μετά την ακολουθία τη ρώτησε:
- Γιαγιά, τόσα χρόνια έρχεσαι στην Παναγία. Έχεις κάποιο τάμα;
Η ηλικιωμένη χαμογέλασε.
- Είχα…
- Και εκπληρώθηκε;
Έμεινε για λίγο σιωπηλή.
- Όχι όπως το ζήτησα.
Η νεότερη γυναίκα την κοίταξε απορημένη.
Κι εκείνη συνέχισε:
- Πριν πολλά χρόνια, το παιδί μου αρρώστησε βαριά. Ερχόμουν εδώ κάθε βράδυ και παρακαλούσα την Παναγία να το κάνει καλά.
Η φωνή της έσπασε.
- Το παιδί μου τελικά έφυγε…
Η κοπέλα κατέβασε τα μάτια. Δεν ήξερε τι να πει.
Τότε η ηλικιωμένη τής έπιασε το χέρι.
- Μη λυπάσαι. Για πολλά χρόνια θύμωνα. Έλεγα: «Γιατί, Παναγία μου; Αφού Σε παρακάλεσα τόσο…»
Και μια μέρα κατάλαβα κάτι.
Το τάμα μου δεν ήταν να μου δώσει ο Θεός ό,τι Του ζήτησα.
Το τάμα μου ήταν να μην Τον εγκαταλείψω όταν δεν μου το έδωσε.
Η κοπέλα δάκρυσε.
- Και γι’ αυτό έρχεσαι ακόμη;
Η ηλικιωμένη κοίταξε την εικόνα της Παναγίας.
- Γι’ αυτό έρχομαι περισσότερο τώρα.
Για να Της πω:
«Δεν κατάλαβα το θέλημα του Θεού…αλλά βοήθησέ με να συνεχίσω να Τον αγαπώ.»
Ίσως αυτή να είναι μία από τις δυσκολότερες μορφές πίστης.Όχι να πιστεύεις μόνο όταν γίνεται το θαύμα που περίμενες.Αλλά να μπορείς, ακόμη και με δάκρυα, να ψιθυρίζεις:
«Θεέ μου, δεν καταλαβαίνω…αλλά δεν θα φύγω από κοντά Σου.»

πηγή
«Το τάμα που δεν κρεμάστηκε ποτέ»