
ἀπό τήν σειρά ΑΓΝΩΣΤΑ ΣΥΝΑΞΑΡΙΑ 11,
Κεντρική διάθεση: ΕΝΩΜΕΝΗ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗ
Αὐτός ὁ Ἅγιος νεομάρτυρας καί ἀθλητής τοῦ Χριστοῦ πού ἀκούει στό ὄνομα Ἠλίας καταγόταν ἀπό προγόνους – μιά περιοχή κοντά στό Λίβανο, πού ζοῦσαν στήν Δεύτερη Φοινίκη τήν πόλη τῶν εὐσεβεστάτων Ἡλιουπολιτῶν. Εἶχε λάβει ἀπό τό σπίτι του χριστιανική ἀνατροφή καί ζοῦσε ἁπλοϊκή ζωή. Ἀσκοῦσε ὡς ἐπάγγελμα τήν τέχνη τοῦ ξυλουργοῦ, χρησιμοποιώντας στήν χειρωνακτική αὐτή δουλειά του μέτρια ξύλα. Αὐτός λοιπόν ὁ ἅγιος μέ τήν φτωχή μητέρα του καί τά δύο του ἀδέρφια ἄφησε τήν Ἡλιούπολη, τήν πατρίδα του, καί μετανάστευσε στήν Δαμασκό, πού ἦταν μητρόπολη καί μεγάλη πόλη, ὅπου ἔλπιζε ὅτι θά ζήσει ἀνετώτερα. Κι ὄντως! Μέ τό πού ἔφτασε ἐκεῖ, τόν προσέλαβε στήν δούλεψή του κάποιος ἐργοδότης, Σύρος κι αὐτός στήν καταγωγή, πού ζοῦσε ὅμως ὡς ὑπηρέτης καί οἰκότροφος κοντά σέ ἕναν Ἄραβα. Στό ἑξῆς κάθισε ὁ Ἅγιος σ᾽ αὐτόν τόν Σύρο δύο χρόνια, ἀσκώντας τήν τέχνη πού ἤξερε, τήν ξυλουργική. Γιά κακή ὅμως τύχη τοῦ μάρτυρα, ἀπό τήν ἐπήρεια τοῦ διαβόλου καί μέ τήν πρόθυμη συγκατάθεση τοῦ Ἄραβα ἀφεντικοῦ του ὁ οἰκότροφος Σύρος ἀποστάτησε ἀπό τήν χριστιανική πίστη, συνέχισε ὅμως νά ἐργάζεται ἐκεῖ ὅπως πρίν στήν ἐργασία του. Ὅσο γιά τόν Ἠλία τόν μεγαλομάρτυρα, ἀθῶο παιδί καθώς ἦταν ἀκόμη καί δέν γνώριζε τά τεχνάσματα τοῦ πονηροῦ πνεύματος, παρέμεινε ἀνυποψίαστος κοντά στόν ἀποστάτη καί πληρωνόταν ἀπό αὐτόν γιά τήν δουλειά πού τοῦ προσέφερε.
Μετά ἀπό λίγο καιρό ὡστόσο ὁ Ἄραβας, αὐτός δηλαδή πού ἦταν προστάτης τοῦ ἀποστάτη Σύρου, πέθανε, ἀφοῦ στό μεταξύ εἶχε φροντίσει νά παντρέψει τόν γυιό του. Μετά τόν θάνατο τοῦ πατέρα του ἀπόκτησε κι ὁ γυιός αὐτός παιδί. Πάνω στήν χαρά του κι ὕστερα ἀπό προτροπή τῶν φίλων του ἀποφάσισε νά γιορτάσει τά γενέθλια τοῦ παιδιοῦ του, παραθέτοντας ταυτόχρονα καί δεῖπνο στούς καλεσμένους του. Κάποια στιγμή, ὅταν γινόταν τό δεῖπνο κι ὁ ἀποστάτης Σύρος διασκέδαζε, κάλεσαν κοντά τους καί τόν Ἠλία τόν μεγαλομάρτυρα, πού ἦταν τότε μόλις δώδεκα χρονῶν, γιά νά προσφέρει ὑπηρεσία. Ἔτσι καί ἔγινε. Βοηθοῦσε λοιπόν μέ εὔθυμη διάθεση ὁ Ἠλίας στό τραπέζι, συμμετέχοντας στήν χαρά τῶν συνδαιτυμόνων, ὅπως ἦταν φυσικό, μιᾶς κι ἦταν παιδί μικρό καί γι᾽ αὐτό ἀπονήρευτο. Κάποτε οἱ καλεσμένοι στράφηκαν μαζί μέ τόν γυιό τοῦ Ἄραβα –πού ἦταν τώρα ὁ προστάτης τοῦ ἀποστάτη στήν θέση τοῦ πατέρα του– καί ρώτησαν τόν μάρτυρα: «Ἀπό πού εἶσαι, παιδί μου; Σέ βλέπουμε πρόσχαρο νά ἀστειεύεσαι καί νά χαριεντίζεσαι μαζί μας». Πετάχτηκε τότε ὁ ἀποστάτης διακόπτοντας τήν κουβέντα καί προλαβαίνοντας τήν ἀπάντηση τοῦ παιδιοῦ: «Εἶναι μισθωτός στήν δουλειά μου καί καλός, ὅπως βλέπετε». Πῆραν τόν λόγο πάλι ἐκεῖνοι καί πρότειναν στόν ἅγιο: «Ἄν θέλεις, παιδί μου, μπορεῖς κάλλιστα κι ἐσύ νά ἀποστατήσεις ἀπό τήν χριστιανική σου πίστη καί νά γίνεις σάν κι ἐμᾶς μωαμεθανός. Ἄν τό κάνεις αὐτό, θά μένεις πιά κοντά στ᾽ ἀφεντικό σου ὄχι ἁπλά σάν μισθωτός, ἀλλά σάν παιδί του». Στήν δελεαστική τους πρόταση ἀπάντησε ἔξυπνα ὁ ἅγιος: «Συγκεντρωθήκατε ἐδῶ νά δειπνήσετε κι ὄχι νά μιλήσετε σέ μένα δημαγωγικά καί παραπλανητικά. Σταματῆστε νά μοῦ λέτε τέτοια πράγματα». Κι ἀνταπάντησαν ἐκεῖνοι: «Ἐντάξει! Ἀλλά μιᾶς καί πρίν ἀπό λίγο βρέθηκες κοντά μας, ἔλα, φάγε τώρα μαζί μας!». Πλησίασε λοιπόν κοντά τους μέ ἀγαθή πρόθεση ὁ ἅγιος κι ἔφαγε μαζί τους, συνεχίζοντας ταυτόχρονα τήν δουλειά του. Στό μεταξύ μερικοί ἀπό τήν παρέα σηκώθηκαν ἀπό τό τραπέζι κι ἄρχισαν νά χορεύουν. Πάνω στό κέφι τους τράβηξαν σιμά τους καί τόν ἅγιο, παροτρύνοντάς τον νά χορέψει μαζί τους, πρᾶγμα πού ἔγινε. Κι ἐνῶ χόρευαν μαζί του, σέ κάποια στροφή τοῦ χοροῦ ἔλυσαν ξαφνικά τήν ζώνη τοῦ ἁγίου καί τήν ἔρριξαν πα ράμερα. Βέβαια αὐτό τό ἔκαναν, προκειμένου νά μήν ἐμποδίζεται τό σῶμα τοῦ ἁγίου νά χορεύει μέ εὐκολία. Κι ἔτσι τελείωσε καί τό ἁμαρτωλό δεῖπνο τῆς δόλιας συνωμοσίας (τῆς δῆθεν «συμφωνίας» τοῦ ἁγίου μέ τούς ἀλλόπιστους).
Πέρασε ἡ νύχτα καί σηκώθηκε τό πρωΐ ὁ ἅγιος μεγαλομάρτυρας Ἠλίας, ἀφοῦ στό μεταξύ εἶχαν ξαπλώσει καί κοιμοῦνταν ἀκόμη στό σπίτι ὅλοι οἱ συνδαιτυμόνες, ζώστηκε σύμφωνα μέ τά χριστιανικά ἔθιμα τήν ζώνη του, νίφτηκε στό πρόσωπο καί βγῆκε ἀπό τό σπίτι περπατώντας νά πάει (ἴσως σέ κάποια ἐκκλησία) νά προσευχηθεῖ στόν Θεό. Τότε τοῦ φώναξε δυνατά κάποιος πού εἶχε πιεῖ ἀρκετά τό προηγούμενο βράδυ καί «κρατοῦσε» ἀκόμα ἀπό τό νυχτερινό του μεθύσι καί τοῦ εἶπε περίεργος: «Ἠλία, ποῦ πηγαίνεις;». Κι ἀπάντησε ὁ ἅγιος: «Πάω νά προσευχηθῶ». Τότε πῆρε ἀμέσως τόν λόγο κάποιος ἄλλος καί εἶπε μέ ἀπορία στόν ἅγιο: «Τί λές; Μά ἐσύ χθές, ἀρνήθηκες τήν πίστη σου, ἔτσι δέν εἶναι;». Ὁ ἅγιος ἔκανε πώς δέν ἄκουσε τά λόγια αὐτά καί δέν γύρισε τό βλέμμα του σ᾽ αὐτόν πού τοῦ μίλησε, ἀλλά πῆγε καί προσευχήθηκε. Ὕστερα ἐπέστρεψε ἀπό τόν τόπο τῆς προσευχῆς καί μπῆκε στό ἐργαστήριο. Ἐκεῖ ἀντάμωσε τόν ἀποστάτη, ὁ ὁποῖος ἄρχισε νά τοῦ λέει: «Πράγματι, Ἠλία, ἄν ἐγώ δέν ἐμπόδιζα τούς φίλους μας, σκόπευαν νά σοῦ κάνουν κακό σήμερα, γιατί λένε ὅτι χθές τό βράδυ ἀρνήθηκες τόν Χριστό. Σέ κάθε περίπτωση ὡστόσο, ἐσύ δούλευε καί μή φοβᾶσαι». Ὅταν ἄκουσε αὐτά, στήν ἀρχή ξαφνιάστηκε ὁ ἅγιος, ἔπειτα ὅμως ἡσύχασε γιά λίγο ἀπό τήν ταραχή του. Τήν ὥρα ὅμως τοῦ μεσημεριανοῦ φαγητοῦ ἔφυγε καί πῆγε στούς ἀδερφούς του, ὅπου στενοχωρημένος τούς διηγήθηκε ὅσα τοῦ συνέβησαν. Ἄκουσαν μέ προσοχή οἱ δικοί του τά γεγονότα κι ὕστερα ἀπό πρόταση τοῦ μεγαλύτερου ἀδερφοῦ τῆς οἰκογένειας, καθώς ἐπίσης καί τῆς μητέρας τους, πῆγαν στόν ἀποστάτη καί τοῦ μίλησαν: «Ἄνθρωπέ μας, ὁ ἀδερφός μας αὐτός δουλεύει ἐδῶ κι ἕνα χρόνο γιά λογαριασμό σου καί τοῦ ὀφείλεις ἀκόμη κάποια χρήματα ἀπό ὅσα δικαιοῦται γιά τήν ἐργασία του. Δῶσε μας λοιπόν τό ποσό πού δίκαια τοῦ χρωστᾶς, ἐπειδή θά φύγει τό παιδί μας ἀπό τήν ὑπηρεσία σου, μιᾶς καί σκεφτήκαμε κι ἀποφασίσαμε νά τόν στείλουμε στήν πατρίδα μας τήν Ἡλιούπολη». Γιά ἀπάντηση εἰσέπραξαν τήν κατηγορηματική ἄρνηση τοῦ ἀποστάτη νά πληρώσει τό χρέος του: «Δέν ἔχετε νά εἰσπράξετε ἄλλο τίποτε ἀπό τήν μισθοδοσία τοῦ παιδιοῦ. Καί ἐπί πλέον, δέν θά ἀφήσω τό παιδί σας νά φύγει ἀπό κοντά μου, καθ᾽ ὅσον ἀποστάτησε ἀπό τήν χριστιανική σας πίστη καί μάλιστα ἔχω μάρτυρες γι᾽ αὐτό πού σᾶς λέγω».
Ἔτσι, ξέσπασε φιλονικία γιά τό θέμα αὐτό ἀνάμεσα στά δύο μέρη. Ἀπό τήν μιά πλευρά ὁ ἅγιος Ἠλίας ξεκίνησε καί διηγοῦνταν ἐπακριβῶς αὐτά πού εἰπώθηκαν στήν διάρκεια τοῦ ἁμαρτωλοῦ δείπνου κι ἀπ᾽ τήν ἄλλη μεριά ὁ ἀποστάτης ἀπειλοῦσε πεισματικά ὅτι θά ὁδηγήσει τόν ἅγιο στόν ἡγεμόνα γιά ἀκρόαση. Φοβήθηκαν τά ἀδέρφια τοῦ ἁγίου κι ἔπαυσαν νά ἀπαιτοῦν τά χρήματα πού χρωστοῦσε στόν ἀδερφό τους ὁ ἀποστάτης καί μέ τήν πρόθεση νά κατευνάσουν κιόλας τόν ἄδικο αὐτό χρεοφειλέτη, πῆραν φεύγοντας τόν ἅγιο μαζί τους λέγοντάς του στόν δρόμο: «Ἀδερφέ μας, συμφωνήσαμε νά ἐπιστρέψεις στήν Ἡλιούπολη, τήν πατρίδα μας, κι ἐκεῖ, ἀφοῦ βρεῖς κάποια δουλειά, νά παραμείνεις ὅσο χρόνο χρειαστεῖ, μέχρι νά ξεχαστοῦν τά λόγια πού λένε ὅτι τάχα εἶπες στήν διάρκεια τοῦ ἁμαρτωλοῦ δείπνου. Γιατί φοβόμαστε μήπως, βλέποντάς σε ἐδῶ κοντά ὁ ἀποστάτης, ἐπιχειρήσει ξανά νά σέ βάλει στόν πειρασμό νά ἀλλαξοπιστήσεις. Ἐξ ἄλλου, νομίζουμε ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτός μεταχειρίστηκε ἕνα τέτοιο τέχνασμα, γιατί ἤθελε νά σέ ἔχει γιά πάντα ὑπηρέτη του, νά σέ ἐκμεταλλεύεται. Ὑπάκουσε πράγματι ὁ ἅγιος καί γύρισε στήν Ἡλιούπολη, ὅπου καί ἐργάστηκε γιά ὀχτώ ὁλόκληρα χρόνια σέ διάφορους ντόπιους ἐργοδότες. Μά σάν κύλησαν τόσα χρόνια, τό ξανασκέφτηκε καί κατέβηκε στήν Δαμασκό, ὅπου τά ἀδέρφια του τήν φορά αὐτή τοῦ εἶπαν ὁμόφωνα: «Μή φοβᾶσαι! Τώρα πέρασαν πιά ὀχτώ χρόνια καί φανταζόμαστε ὅτι θά λησμόνησε ὕστερα ἀπό τόσον καιρό ὁ ἀποστάτης ἐκεῖνο τό λογισμό σχετικά μέ τήν ὑποτιθέμενη ἀλλαξοπιστία σου. Μάλιστα ἀπό τότε πού ἔφυγες ἀπό τήν δούλεψή του πολλές φορές τόν συναντήσαμε, μά σέ καμμιά ἀπό αὐτές τίς συναντήσεις μας δέν μᾶς εἶπε τίποτε σχετικά μ᾽ ἐσένα. Τώρα λοιπόν βλέπουμε σωστό καί εἴμαστε τῆς γνώμης νά μή χωριστεῖς ἀπό κοντά μας καί κάνεις ἔτσι τήν μητέρα μας νά στενοχωρηθεῖ. Εἶσαι πιά στήν κατάλληλη ἡλικία, πέρασες τό εἰκοστό ἔτος κι ἄρχισες νά βγάζεις γένια. Σίγουρα τώρα ὅλοι σέ ἐμπιστεύονται γιά ἄντρα ὥριμο στήν τέχνη του. Ἦρθε ἑπομένως καιρός νά ἀνοίξεις δικό σου ξυλουργεῖο καί νά μείνεις στήν Δαμασκό, ζώντας πιά κοντά μας.
(τέλος Μέρους Α΄ – συνεχίζεται)