Δευτέρα 6 Ιουλίου 2026

ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΤΟΥ ΑΡΧΙΜ. ΔΟΜΕΤΙΟΥ ΜΑΝΩΛΑΚΕ

«Πνευματική φαρέτρα τοῦ Ὀρθοδόξου Χριστιανοῦ» 

ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΤΟΥ ΑΡΧΙΜ. ΔΟΜΕΤΙΟΥ ΜΑΝΩΛΑΚΕ

ΚΤΙΤΟΡΟΣ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΡΙΜΕΤΣ

 (1924-1975)

ὑπό Ἡγουμένης Ἱεροσολύμας

Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἀξίωσέ με καί δός μου δύναμι γιά νά ὁμολογήσω μέ τά ἁπλᾶ μου λόγια γιά τόν πνευματικό μας πατέρα Δομέτιο.

Στό γυναικεῖο μοναστήρι Ριμέτς, στά βουνά Ἀπουσένι καί προπαντός σ᾿ ὁλόκληρη τήν Τρανσυλβανία, ἡ μνήμη του εἶναι ζωντανή. Μέσῳ αὐτοῦ ἐργάσθηκε ὁ Θεός καί ἦλθε εἰρήνη ψυχική καί συγχώρησι τῶν ἁμαρτιῶν τῶν ἀνθρώπων. Μέσῳ αὐτοῦ, ὅλοι αὐτοί πού τόν ἀναζητοῦσαν, ἤθελαν τήν προσευχή καί τίς συμβουλές του, καί τίς ἐδέχοντο, σάν νά ἐδέχοντο τήν φωνή τοῦ Θεοῦ. Καί σ᾿ ἐμᾶς στήν Ρουμανία ἡ δίψα γιά τόν Θεό εἶναι μεγάλη. Ὁ Πατήρ ἐχάρισε στόν οὐράνιο Πατέρα μας τήν ζωή, τήν καρδιά καί τό μυαλό του. Ἐμπιστεύθηκε τήν ζωή του στά χέρια Του καί ἔζησε τήν χαρά πού προήρχετο ἀπ᾿ Αὐτόν καί τήν διένειμε στούς ἄλλους μέ τήν δική του τήν ἀγάπη.

Γιά τό φῶς αὐτῆς τῆς μορφῆς τοῦ πνευματικοῦ Πατρός μας, θά ὁμιλήσω τώρα, γιατί εἶμαι ἕνας ζωντανός μάρτυς τῆς ζωῆς του.

Ὁ π. Δομέτιος (κατά κόσμον Στυλιανός Μανωλάκε) γεννήθηκε στίς 13 Ὀκτωβρίου 1924 στό χωριό Μαρκουλέστι τῆς κοινότητος Μπαλανέστι, τοῦ νομοῦ Μπουζέου ἀπό γονεῖς χωρικούς μέ τά ὀνόματα Ἰωάννης καί Φιλοθέη. Ὁ Στυλιανός ἦτο τό τέταρτο ἀπό τά 12 παιδιά τῆς οἰκογενείας τους. Ἐμεγάλωσε μέσα στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, στόν σεβασμό γιά τήν τίμια δουλειά καί μέ τό αἴσθημα τῆς ἀνταποδόσεως ἀπέναντι στούς συνανθρώπους του. Ἀφοῦ ἐτελείωσε τίς τάξεις τοῦ Δημοτικοῦ σχολείου, ἀκολούθησε κατόπιν μαθήματα στήν ἐκκλησιαστική σχολή τῆς πόλεως Μπουζέου. Ἀποδείχθηκε ἕνας ἐπιμελής μαθητής μέ πολλή κλίσι πρός τά γράμματα. Μετά γράφθηκε στήν θεολογική σχολή τοῦ Βουκουρεστίου, ἀπολυθείς μέ ἐξαιρετική διαγωγή καί δίδοντας καί τήν καθιερωμένη θεολογική πραγματεία μέ θέμα. " Ἡ ὁμολογία τῆς πίστεως τοῦ Πέτρου Μοβίλα".

Ὡς  μαθητής καί φοιτητής ἦτο λογικός, εὐλαβής, εὐγενικός, φιλακόλουθος, σπουδαῖος ψάλτης. Ὁ Πνευματικός τῆς Μονῆς Σίμπατα ντέ Σούς, π. Ἀρσένιος Μπόκα, γνωστός καί ἀγαπητός σ᾿ ὁλόκληρη τήν χώρα, τόν ὠνόμαζε Νέο Κουκουζέλη, μετά τόν παλαιό Κουκουζέλη πού ἔζησε στό Ἅγιον Ὄρος Ἄθω. Σ᾿αὐτό τό Μοναστήρι ἐρχόταν κάθε καλοκαίρι, στίς διακοπές τῶν σπουδῶν του, ὁ νεαρός φοιτητής θεολογίας Στυλιανός, καθώς καί ἄλλοι νέοι καί φοιτητές. Ἀρκετοί ἀπ᾿αὐτούς ἐνεδύοντο τό μοναχικό ἔνδυμα. Μέσα ἀπό τά θερμά κηρύγματα τοῦ π. Ἀρσενίου αἰσθάνθηκε καί ὁ Στυλιανός τήν κλῆσι γιά μιά ἀνώτερη ζωή. Ἐδῶ ἐπῆρε τήν ἀπόφασι νά ἀφιερώση τόν ἑαυτό του καί νά θυσιάση τήν ζωή καί τό θέλημά του στό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἐδῶ δέχθηκε νά ζήση μέ τόν Ἰησοῦ ὅλες τίς ἡμέρες τῆς ζωῆς του καί κατάλαβε τό νόημα τῶν λόγων τοῦ εὐαγγελιστοῦ Ματθαίου. "Διδάσκαλε, ἀκολουθήσω σοι, ὅπου ἐάν ἀπέρχῃ" (Ματθ.8,19).

Ἀμέσως, μετά τό τέλος τῶν σπουδῶν του στήν θεολογική σχολή, τό ἔτος 1949 ὁ νέος πτυχιοῦχος πλέον ὁδηγεῖ τά βήματά του στό μοναστήρι Πρισλόπ, δίπλα στήν πόλι Χατσένγκ, ὅπου ἔμενε τότε καί ὁ π. Ἀρσένιος καί ἔγινε ὑποτακτικός του. Ἐκεῖ, λοιπόν, ἐκοινοβίασε, ἔγινε κατόπιν διάκονος καί ἱερεύς. Στίς 14 Σεπτεμβρίου ἐκείνου τοῦ ἔτους -ἑορτή τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ-, ἐκάρη μοναχός καί ἔλαβε τό ὄνομα Δομέτιος. Ἐκεῖ, δίπλα στόν π. Ἀρσένιο, προοδεύει πνευματικά ὁ νέος μοναχός, σάν ἕνας ἀληθινός μαθητής τοῦ Χριστοῦ. Ἐκεῖ κατόπιν γίνεται καί ὁ ἴδιος ἕνας ἔμπειρος Πνευματικός, πρᾶος, ἐλεήμων καί φίλος τῶν δυστυχισμένων καί δοκιμασμένων ἀπό δυνατούς πειρασμούς. Ὅσον ἀφορᾶ τίς ἀποφάσεις γιά τό ποῦ θά προσφέρη τήν μοναχική του ζωή του, μέ τήν εὐκαιρία μιᾶς ἑορτῆς, πού τελέσθηκε στήν γενέτειρά του, ὁ πατήρ εἶπε. "Ἐγώ θά πάω στό Ἀρντεάλ (Τρανσυλβανία, δηλ. δυτική Ρουμανία), ὅπου καί ἔλαβα τήν μοναχική κλῆσι καί ἐκεῖ θ᾿ ἀφήσω καί τά κόκκαλά μου".

Στό Πρισλόπ λειτουργοῦσε μέ πολλή εὐλάβεια καί ζῆλο στό Ἅγιο Βῆμα. Εἶχε μιά μεγάλη ἔφεσι νά θυσιάζεται γιά τούς πιστούς, μέσῳ τῶν κηρυγμάτων καί τῶν συμβουλῶν του. Ἤρχοντο στό Μοναστήρι πολλοί χριστιανοί μέ ἀνοικτά ψυχικά τραύματα. Κι αὐτός ὅλους τούς δεχόταν καί τούς παρηγοροῦσε. Περπατοῦσε μαζί τους, μέσα στήν φύσι, ἐπάνω στούς λόφους καί τά ξέφωτα καί τούς ηὔφραινε μέ τίς ὡραῖες ἐκκλησιαστικές του ψαλμωδίες. Ἐνίοτε τούς συνώδευε μέχρι τόν σταθμό τοῦ τραίνου.

Τόν Μάϊο τοῦ 1952 ὁ π. Δομέτιος μετατέθηκε μέ τήν ἴδια ἀποστολή στήν σκήτη Ἀφτέϊα Τσιοάρα, ἡ ὁποία εἶχε ἱδρυθῆ ἀπό τόν ἅγιο Σωφρόνιο. Παρέμεινε λίγο χρόνο ἐκεῖ, ἀλλά ἀνεκαίνισε αὐτό τό μικρό πνευματκό καθίδρυμα, τό ὁποῖον εὑρίσκεται στό βουνό καί εἶναι δυσπρόσιτο σέ πολλούς. Μέ πρότασί του καί προσωπική του ἐργασία ἀνοίχθηκε ὁ δρόμος πρός τό μοναστήρι. Ἦλθαν καί τόν ἐβοήθησαν πολλοί χριστιανοί μέ 30 καρότσες πού τίς τραβοῦσαν βόδια καί μετέφεραν τά ὑλικά. Ὁ Πατήρ ὡμιλοῦσε μέ κάθε Χριστιανό, ἄκουγε τούς πόνους καί τίς στενοχώροιες τους, τούς ἀπηύθυνε λόγια ἐνθαρρυντικά καί τούς ἐξωμολογοῦσε. Κι αὐτοί κατόπιν ἀναχωροῦσαν ἀπό τήν Σκήτη εἰρηνικοί καί παρηγορημένοι.

Οἱ διωγμοί τοῦ καθεστῶτος

Ὁ Πατήρ εἶχε στόν νοῦ του ὡραῖες προοπτικές. Σκεπτόταν νά ἱδρύση ἕνα γυναικεῖο μοναστήρι. Ἤδη εἶχαν συγκεντρωθῆ γύρω του περί τίς 20 νέες κοπέλλες, πού προήρχοντο ἀπό τήν περιοχή Σέμπες. Ἀλλά ὁ ἐχθρός, ὁ ὁποῖος δέν ὑποφέρη νά βλέπη νά κτίζωνται ἐκκλησίες καί μοναστήρια, τοῦ προετοίμαζε μεγάλους πειρασμούς. Πιό συχνά τά ὄργανα τοῦ κράτους καί οἱ πληρεξούσιοι  ἀπό τίς πόλεις Ντέβα, Ἄλμπα καί Σέμπες τόν ἀπειλοῦσαν μέ σύλληψι. Ἤρχοντο πολλοί ἄνθρωποι στήν σκήτη. Ἡ κοιλάδα Γκουτζίρου ἦτο γεμάτη ἀπό Χριστιανούς,  πού ἤρχοντο μέ τά πόδια σέ κάθε γιορτή. Ὅμως τά προβλήματα ἐκεῖ ἦσαν πολύ μεγάλα. Ὁ σταλινισμός ἦτο στόν κολοφῶνα τῆς δόξης του. Ἐν ὄψει τῆς δημιουργηθείσης καταστάσεως μέ τήν ἑορτή τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου (15η Αὐγούστου), ὅπου χιλιάδες Χριστιανοί ἀνέβαιναν στήν σκήτη γιά τήν ἑορτή, μετά τήν θεία Λειτουργία ὁ Πατήρ ἀπεφάσισε ν᾿ ἀναχωρήση. Πρίν ἀπό λίγο διάστημα εἶχε πάει στήν ἐπισκοπή τοῦ Ἀράντ, ὅπου εἶχε συζήτησε μέ τόν ἐπίσκοπο Ἀνδρέα Μαγκιέρου, τούς λόγους γιά τούς ὁποίους τόν ὑπεχρέωναν ν᾿ ἀναχωρήση καί ἐπῆρε κανονική ἄδεια ἀπό τήν ἐπαρχία του. 'Αφοῦ ἐτελείωσε τήν θεία Λειτουργία καί εἶχε κατορθώσει νά ἐξομολογήση καί κοινωνήση ὅλους τούς πιστούς, μετά τό κήρυγμα, ἀνεχώρησε γρήγορα. Γλύστρησε ξαφνικά μέσα στήν κοιλάδα καί ὅταν οἱ ἄνθρωποι κατάλαβαν τί συνέβη, ἄρχισαν στά κλάμματα. Ἀπελπισμένοι τόν ἀναζητοῦσαν, ἀλλά δέν τόν εὕρισκαν πουθενά. Μᾶς ἔλεγε, ὁ Πατήρ κατόπιν, ὅτι μέχρι τόν σταθμό, μέσα ἀπό τό δάσος ἄκουγε τίς φωνές καί τά κλάμματά τους. Γιά νά μή  συναντήση κανένα καί νά μή τόν ἰδῆ κανείς, σκέφθηκε σέ πιό μέρος νά γλυτώση. Κρύφθηκε μέσα σέ μιά μεγάλη βελανιδιά καί μετά ἀπό λίγη ὥρα εἶδε ἀνθρώπους ντυμένους πολιτικά καί τά σκυλιά τους νά τούς ἀκολουθοῦν. Ὁ Πατήρ προσευχήθηκε στήν Κυρία Θεοτόκο, ἐάν εἶναι εὐλογημένο νά τόν σκεπάση, ὅπως Αὐτή γνωρίζει. Προσκολλήθηκε ἐκεῖ στήν βελανιδιά καί προσευχόταν μέχρις ὅτου αὐτοί περάσουν. Δέν τόν εἶδαν καί δέν τόν αἰσθάνθηκαν τά σκυλιά τους. Ἀφοῦ ἀπομακρύνθηκαν, ὁ Πατήρ συνέχισε τόν δρόμο του γιά τόν σταθμό. Ἔμαθα κατόπιν ὅτι πρόσωπα τῆς κομμουνιστικῆς Ἀσφαλείας τόν εἶχαν ἀναζητήσει στό μοναστήρι, τόσο αὐτόν, ὅσο καί ἐμᾶς, τίς ἀδελφές πού εἴχαμε καταφύγει ἐκεῖ. Ἐν τῷ μεταξύ εἴχαμε ἀπομακρυνθῆ καί ἐμεῖς. Ὁ Θεός μᾶς εἶχε φυλάξει καί μᾶς εἶχε διδάξει τί νά κάνουμε.

Τήν δεύτερη ἡμέρα ὁ Πατήρ μᾶς συνάντησε, ἔτσι ὅπως εἶχε φύγει ἐννοεῖται, στόν σταθμό Βίντς. Ὅσες ἐπιθυμοῦν, μᾶς ἐπρότεινε, πᾶμε γιά τήν ἐπαρχία Μπουζέου. Ἐκεῖ ἡ πανοσιότης του ἦτο πολύ γνωστός. Εἴμασταν 12 κοπέλλες ἀπό τήν κοινότητα τῶν χωριῶν Πιάνου, Λομάν, Πετρέστι, Σασκιόρι. Ὅταν ἔφθασε ἡ ἡμέρα τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, τοῦ ἔτους 1952, ὁ Πατήρ μᾶς ἐπερίμενε στόν σταθμό τοῦ Πλοϊέστι. Ἦτο θέλημα Θεοῦ, διότι ἐφθάσαμε στόν προορισμό μας πολύ καλά. Ὁ π. Δομέτιος ἀνεχώρησε γιά τό ἀνδρικό μοναστήρι Τσιολάνου, ἐνῶ οἱ ἀδελφές στό γυναικεῖο μοναστήρι Ρατέστι. Ὁ Πατήρ ἐρχόταν ἀπό τό μοναστήρι του στό δικό μας τρεῖς φορές τήν ἑβδομάδα. Μᾶς ἦτο πνευματικός καθοδηγητής.

Ὁ π. Δομέτιος εἶχε παρακαλέσει τόν ἐπίσκοπο Μπουζέου Ἄνθιμο, ἀπό τήν στιγμή τῆς ἀφίξεώς μας ἀκόμη, ὅτι ἡ συνοδεία μας, προερχομένη ἀπό τό Ἀρντεάλ, ἦλθε νά μάθη τήν ἀληθινή παράδοσι τοῦ ὀρθοδόξου μοναχισμοῦ. Καί ἀφοῦ πνευματικά ἐνισχυθοῦμε, θά ἐπιστρέψουμε στό Ἀρντεάλ, ὅπου πρόκειται νά ἱδρύσουμε δικό μας μοναστήρι. Προσπάθησαν νά μᾶς ἀποβάλλουν τόν λογισμό τῆς ἐπιστροφῆς μας. Ἀλλά ὁ λόγος τοῦ π. Δομετίου ἦτο καθαρός πρός ἐμᾶς καί ἔτσι ἐπήραμε τόν δρόμο γιά τό Ριμέτς. Ὁ Πατήρ δέν ἠμποροῦσε νά ἔλθη γιά ἕνα διάστημα μαζί μας, διότι ἦτο ἀκόμη τιμωρημένος στήν Ἐπισκοπή Μπουζέου μέχρι τό 1957. Παρέμεινε ὅμως σέ συνεχῆ ἐπικοινωνία μαζί μας. Στίς 2 Ἰουνίου 1957, ἐκούρευσε τίς ἑπτά ἀπό ἐμᾶς ἀδελφές μοναχές. Τόν Μάρτιο τοῦ 1959 χειροθετήθηκε καί διωρίσθηκε Πνευματικός τῆς μονῆς Ριμέτς ἀπό τόν Ἐπίσκοπο τοῦ Κλούζ Θεόφιλο. Τό μοναστήρι μας εἶναι τό μοναδικό ὀρθόδοξο κέντρο τῆς Τρανσυλβανίας καί εὑρίσκεται στή κοιλάδα πού ἀρδεύεται ἀπό τά νερά Γκεοάγκι, πού κατεβαίνουν ἀπό τά βουνά Τρασκέου. Ὁ δρόμος γιά τό μοναστήρι εἶναι ἀνοικτός γιά Χριστιανούς καί γιά τουρίστες καί ἀποτελεῖ ἕνα μοναδικό ἱστορικό καί θρησκευτικό μνημεῖο, πού χρονολογεῖται ἀπό τόν 12ον αἰῶνα.

 

Καταστροφές τῆς Μονῆς ἀπό τούς Καθολικούς

Ἡ ἱστορία ἦτο περιπετειώδης ὑπομένοντας συχνές λεηλασίες, καταστροφές καί διωγμούς τῶν μοναχῶν. Τό ἔτος 1762  ἔγινε στόχος βομβαρδισμῶν ἀπό τόν στρατηγό Μπούκωφ. Στά κιτρινισμένα φύλλα ἑνός βιβλίου τῆς ἐκκλησίας, τῆς Παρακλητικῆς, ἕνας μοναχός σημείωσε λακωνικά. "Ἐγώ ὁ μοναχός Σίλβεστρος ἔγραψα ὅτι κατέστρεψαν οἱ ἄπιστοι τό μοναστήρι τοῦ Ριμέτς, πού εὑρίσκεται στήν κοιλάδα Γκεοαγκίου, τό ἔτος 1762, στίς 20 Αὐγούστου, ἡμέρα Σάββατο πρός αἰώνια καταδίκη τους". Νέες περιπέτειες ἦλθαν καί πάλι κατεπάνω του. Στά 1785, ἡ ξένη κυριαρχία τῆς Αὐστρουγγαρίας ἐβασάνισε τούς μοναχούς καί τούς Χριστιανούς τῆς περιοχῆς Ριμέτς, ἡ ὁποία εἶχε συμμετάσχει στήν ἐπανάστασι τῶν πόλεων Χορέα, Κλόσκα καί Κρισιάν μέ ἀποτέλεσμα μιά νέα ἐρήμωσι καί καταστροφή. Ὁ ἴδιος μοναχός σημειώνει μέ θλῖψι σ᾿ ἕνα ἄλλο ἐκκλησιαστικό βιβλίο. " Ἐσημείωσα αὐτό τό γεγονός, μέ ἀληθινή ὀδύνη ὅτι κατέστρεψαν τό Μοναστήρι τῆς κοιλάδος μεταξύ Γεοαγκίου καί Ριμέτς τήν πρώτη φορά τό 1762, ἐνῶ γιά δεύτερη φορά τό 1785, Δεκέμβριο μῆνα, στίς 23 τοῦ μηνός, ἡμέρα Τρίτη. Ἔγραψα ἐγώ ὁ μοναχός Σίλβεστρος".

            Τό 1792, ἡ Αὐλή τῆς Βιέννης ἐξέδωκε ἕνα διάταγμα διά τοῦ ὁποίου ἀνελάμβανε τήν ἀναστήλωσι τῆς ἐκκλησίας, ἀλλά μόνο ὡς ἐκκλησίας ἐνοριακῆς καί ὄχι μοναστηριακῆς. Ἔτσι, λοιπόν, τό μοναστήρι καταργήθηκε, ἐνῶ οἱ χριστιανοί τήν θεωροῦσαν πάντοτε μοναστηριακή ἐκκλησία καί τήν ὠνόμαζαν "Μητέρα" τῶν ἑπτά ἐνοριακῶν ἐκκλησιῶν τῶν ἀντιστοίχων χωριῶν τῆς κοιλάδος Ριμέτς.

Ἡ ἵδρυσις τῆς νέας Μονῆς Ριμέτς

Ἡ μοναχική ζωή ἐπανῆλθε ἐκεῖ τό 1940 μέ μερικούς μοναχούς καί κατόπιν μετατράπηκε σέ γυναικεῖο μέ ἀπόφασι τῆς Ϊερᾶς Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ρουμανικῆς Ἐκκλησίας, στίς 30 Ὀκτωβρίου 1955.

Κατά τήν πρώτη ἄφιξι στό Ριμέτς τοῦ π. Δομετίου καί τῶν πρώτων μοναζουσῶν, ὁ τόπος ἦτο σχεδόν ἔρημος, παρηγορούμενος μόνο ἀπό τήν παλαιά ἐκκλησία. Μέ δυσκολία ἠμπορέσαμε νά φθάσουμε ἐκεῖ, διότι ἡ ἀπόστασις ἀπό τόν κεντρικό δρόμο ἦτο 18 χιλιόμετρα καί δρόμος δέν ὑπῆρχε. Ἔπρεπε νά περάσουμε τό νερό τοῦ ποταμοῦ μέσα ἀπό τήν κοιλάδα καί μέ πολύ κόπο νά φθάσουμε στήν ἐρημική ἐκείνη περιοχή, ὅπου εὑρισκόταν μόνο ἡ ἐκκλησία μισογκρεμισμένη. Αὐτοκίνητο δέν ἠμποροῦσε νά μπῆ τότε. Ὁ τόπος ἦτο ἄγονος. Στά ὑπάρχοντα κελλιά δέν ὑπῆρχαν σόμπες. Ἠλεκτρικό φῶς δέν ὑπῆρχε. Ἐμεῖς οἱ μοναχές, πρίν ξεκινήσουμε γιά ἐδῶ, δέν ἠξέραμε σέ ποιό τόπο ἐπηγαίναμε. Δέν ἐγνωρίζαμε τήν σκληρότητα καί τήν ἐρημικότητα στήν ὁποία εὑρισκόταν τό Ριμέτς. Μόνο ὁ π. Δομέτιος καί ὁ π. Βαρσανούφιος τό ἤξεραν.

Ἀφοῦ ἐγκατασταθήκαμε ἐδῶ, εἶπα στόν π. Δομέτιο, ὁ ὁποῖος συνέχιζε νά μᾶς ἐνθαρρύνη. "Ἀλλοίμονό μας, πάτερ, διότι στά ὀπίσθια τοῦ Θεοῦ μᾶς ἔφερες". Ἦτο δύσκολη ἡ ζωή μας στήν ἀρχή, ἀλλά ἤμουν εὐτυχισμένη καί γεμάτη ἐνθουσιασμό γιά κάθε τί πού ἐκάναμε. Ὁ Πατήρ μᾶς προέτρεπε νά ἔχουμε ὑπομονή, νά προσευχώμεθα καί νά ἐλπίζουμε στήν βοήθεια τοῦ Κυρίου. Ἀλλ' ὅμως οἱ συμφορές μας συνεχίσθηκαν καί εἰς βάρος τοῦ μοναστηριοῦ μας.

 

Νέοι διωγμοί τοῦ καθεστῶτος

Κατά τά ἔτη 1959-1960, πού ἡ κομμουνιστική ἰδεολογία στήν Ρουμανία εὑρισκόταν στήν κορυφή τῆς κακίας της, πολλές μοναχές ἐκδιώχθηκαν ἀπό τό μοναστήρι καί ὑποχρεώθηκαν νά ἐπιστρέψουν στήν κοσμική ζωή. Τότε μερικά μοναστήρια κατεστράφησαν. Καί στό μοναστήρι Ριμέτς οἱ μοναχές ἀπομακρύνθηκαν διά τῆς βίας καί ὑποχρεώθηκαν νά φορέσουν πολιτικά ροῦχα. Ἡ δυσκολώτερη στιγμή ἦτο στίς 26 Ὀκτωβρίου 1959, ὅταν ὁ Πατήρ προσκλήθηκε νά πάη στήν πόλι Κλούζ μαζί μέ τήν ἡγουμένη Λαυρεντία. Ἐκεῖ τούς ἀνεκοίνωσαν εὐθέως ὅτι πρέπει τό συντομώτερο νά φύγουν γιά τό κόσμο ὅλες οἱ μοναχές τῆς Μονῆς. Ἐάν ἀντιδράσουν, θά τό πληρώσουν μέ τό κεφάλι τους καί τήν ζωή τους. Τό φῶς τοῦ ἡλίου δέν θά λάμπη ἐκεῖ πλέον. Ὅταν ὁ Πατήρ  ἔφθασε τό βράδυ στό μοναστήρι, μαζί μέ τήν ἡγουμένη Λαυρεντία, ἐμεῖς, μερικές μοναχές ἀπό τήν συνοδεία μας, τούς ἐπεριμέναμε, στόν τόπο πού ὀνομάζεται Πρεκούπ, κάτω στήν κοιλάδα, μή γνωρίζοντας τί νέα θά μᾶς φέρουν. Ὁ Πατήρ πλησιάζοντας ἔβαλε τά κλάμματα καί μᾶς εἶπε. "Ἔτσι ἐζήτησε ὁ σατανᾶς νά σᾶς κοσκινίση. Τώρα πρέπει νά γίνετε δυνατές καί νά δώσετε ἀπόδειξι τῆς ἀμετακλήτου ἀποφάσεώς σας ὅτι ὑπηρετεῖτε τόν Θεό καί ἔχετε παραδώσει σ᾿Αὐτόν ὁλόκληρη τήν ζωή σας". Ἐπιστρέψαμε μαζί στό μοναστήρι. Ἐκείνη τήν βραδυά κανείς ἀπό ἐμᾶς δέν ἔκλεισε μάτι. Ὁ Πατήρ  μᾶς συγκέντρωσε στήν ἐκκλησία καί μᾶς εἶπε. "Ἡ συνοδεία μας ἦτο ἑνωμένη ὅλα αὐτά τά χρόνια, ἀλλά ἀπ᾿ ἐδῶ καί στό ἑξῆς θά παραμείνη ἑνωμένη, περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλη φορά, ἔστω κι ἄν διαλυθῆ προσωρινά" .

 

Βιαία ἐπιστροφή στόν κόσμο

Ἀναχωρήσαμε ἀπό τό μοναστήρι μας τήν ἄνοιξι τοῦ 1960, στίς 13 Μαΐου. Ἦτο ἡ μεγαλύτερη θλιβερή ἡμέρα τῆς ζωῆς μας. Μοναχές, νέες καί γριές ἔπρεπε νά ἐκδυθοῦμε τά μοναχικά μας ἐνδύματα, νά φορέσουμε κοσμικά καί νά πάρουμε τόν δρόμο τῆς περιπλανήσεως μέσα στόν κόσμο. Ὅλη ἡ ἀδελφότης κατάλαβε ὅτι ἔπρεπε νά ἀνεχθοῦμε αὐτή τήν κατάστασι, νά μή δημιουργήσουμε κάποια ἀντίστασι γιά νά παραμείνη ἐλεύθερος καί ὁ π. Δομέτιος καί ἐμεῖς νά ἠμποροῦμε νά τόν ἔχουμε, μέσα στόν κόσμο, ἀνάμεσά μας.

Τό πρωΐ τῆς 13ης Μαΐου, ὁ Πατήρ τελείωσε τήν Θεία Λεειτουργία καί ὅλη ἡ συνοδεία ἐκοινώνησε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων. Συγκεντρωθήκαμε κατόπιν στήν πύλη γιά νά ἀναχωρήσουμε πρός τά κάτω, πρός τήν κοινότητα Τέϊους. Ἦλθε τότε ὁ γέροντας Γκρόζα, ἡλικίας περίπου 90 ἐτῶν, πού κατοικοῦσε λίγο πιό ψηλά ἀπό τό μοναστήρι καί εἶπε στόν Γέροντά μας. "Πάτερ Δομέτιε, ἄφησέ με νά κτυπήσω τίς καμπάνες τοῦ μοναστηριοῦ, γιά νά μή χαθῆ καμμία ἀπό τίς μοναχές μέσα στίς κοιλάδες τοῦ κόσμου. Καί στόν Α΄παγκόσμιο πόλεμο τό ἴδιο ἐκάναμε. Κτυπήσαμε τίς καμπάνες, ἔφυγαν γιά τόν κόσμο οἱ μοναχές, ἀλλά καμμία ἀπό ἐδῶ τό Ριμέτς, δέν χάθηκε. Μετά τόν πόλεμο ἐπέστρεψαν ὅλες στό Ριμέτς". Ὤ, Κύριέ μου, Κύριέ μου, τί δάκρυα καί στεναγμοί ἀκούσθηκαν τότε στήν πύλη τῆς Μονῆς μας! Ἦτο τόση ἡ λύπη καί ὁ πόνος μας πού ὁ Πατήρ  δέν ἤξερε ποιά νά καθησυχάση καί νά παρηγορήση. Γιά νά μᾶς ἐλαφρώση τόν πόνο, μᾶς συνώδευσε μέχρι κάτω τό χωριό Τέϊους.

Ἐπιστρέψαμε στά χωριά, πού γεννηθήκαμε. Ὅσες ἀπό ἐμᾶς κατοικοῦσαν σέ κοντινά χωριά, κἄπου-κἄπου ἐκάναμε συγκεντρώσεις καί μιλούσαμε. Μετά ἀπό ἕνα χρόνο, τό 1961 ἐκτίσαμε μαζί μέ τόν π. Δομέτιο στό Ριμέτς ἕνα σπίτι (πρεσβυτέριο) γιά κατοικία δῆθεν τοῦ ἱερέως τοῦ χωριοῦ. Μέσα σέ τρεῖς μῆνες εἶχαν τελειώσει ὅλες οἱ δουλειές. Σκοπός μας ἦτο νά ἐπιστρέψουμε καί νά μείνουμε ἐκεῖ. Νά ἐργαζώμεθα χαλιά σάν κοσμικές ἀκόμη. Ἡ στρατιωτική ἀστυνομία ἔμαθε τό σχέδιό μας, μᾶς ἐπῆρε τά δελτία ταυτότητος καί μᾶς ἔδιωξε ἀπό τό "πρεσβυτέριο". Κατόπιν προσπαθήσαμε νά ἀποκτήσουμε ἔγκρισι γιά νά δουλέψουμε στό τμῆμα χαλιῶν τοῦ Τέϊους.

 

Σταῦλος τῶν ζώων γιά κατοικία τῶν μοναζουσῶν

Μᾶς ἀπήντησαν  ὅτι δέν ὑπάρχει θέσις γιά ἐμᾶς τίς μοναχές, παρά μόνο ἕνας σταῦλος στό Οὔρσου! Ἤθελαν νά μᾶς ἐξευτελίσουν. Τήν πρότασι αὐτή ἔκανε ὁ γραμματεύς τοῦ κόμματος τῆς περιοχῆς, ὁ ὁποῖος μπροστά μας ἔπαθε ἕνα μεγάλο κακό. Τρελλάθηκε.... Ὁ πατήρ Δομέτιος μᾶς εἶπε νά δεχθοῦμε νά πᾶμε στόν σταῦλο. Ἐπήγαμε. Ἐσκουπίσαμε τόν σταῦλο, ξεσκονίσαμε, κατεβάσαμε τίς ἀράχνες, διαρυθμίσαμε τόν χῶρο, ὅσο καλλίτερα ἠμπορούσαμε. Τακτοποιήσαμε ἕνα δωμάτιο γιά ἐργαστήριο κατασκευῆς χαλιῶν, ἕνα δωμάτιο γιά ὕπνο καί ἕνα γιά κουζίνα. Ἐφέραμε ἠλεκτρικό ρεῦμα, ἐβάλαμε στό δάπεδο ψημμένα τοῦβλα καί ἐδώσαμε μιά ἄλλη ὄψι στόν πρώην σταῦλο. Ἡ ἀστυνομία ἐρχόταν τήν νύκτα, μᾶς ἔκανε ἔλεγχο. Ἔψαχναν κάτω ἀπό τά κρεββάτια μας καί πολλές φορές ζητοῦσαν τά τσουκάλια τοῦ φαγητοῦ, τά ὁποῖα εἴχαμε στήν σόμπα. Δέν ἐγνωρίζαμε τί λογισμούς εἶχαν μέ ἐμᾶς. Μᾶς ἦτο ἀρκετό, διότι βῆμα πρός βῆμα εἴχαμε ἀρχίσει τήν ὑποτυπώδη μυστικά μοναχική μας ζωή.

Σ᾿ αὐτούς τούς ἕξι μῆνες, ἀφ᾿ ὅτου ἐγκατασταθήκαμε σ᾿ αὐτό τόν σταῦλο, ὁ καημένος ὁ Γέροντάς μας ἐρχόταν τήν νύκτα, μέ τό δισσάκι στήν πλάτη του, γιά νά μή τόν ἰδῆ κάποιος καί τόν καταγγείλη στήν ἀστυνομία. Μᾶς ἐσυμβούλευε, μᾶς εὐλογοῦσε καί μᾶς ἔφερε καί φαγητό. Μᾶς ἔφερε κόλυββα, γάλα, μυτζῆθρα, αὐγά. Αὐτός δέν ἔπαιρνε χρήματα ἀπό τούς ἀνθρώπους γιά Ἀκολουθίες, οὔτε μισθό, ἀλλά, ἐάν οἱ ἄνθρωποι τοῦ ἔδιναν τρόφιμα, τά ἔπαιρνε καί τά ἔφερε σ᾿ ἐμᾶς.

Σχεδόν μία φορά τήν ἑβδομάδα ἔπαιρνε τόν δρόμο κάτω ἀπό τό μοναστήρι μας ὁ Πατήρ κι ἔβλεπε ἀπό μακριά τόν σταυρό καί ἄκουγε μόνο τά κοκκόρια νά εἶναι ξύπνια καί νά λαλοῦν. Ἐρχόταν μέσῳ τῆς κοίτης τοῦ ποταμοῦ, σκεπασμένος στό κεφάλι μέ μία μαντήλα γιά νά μή φαίνεται ἡ γενειάδα του, μέ ἕνα ζωστικό ἄλλου χρώματος καί παρόμοιο μέ τίς λευκές καμίσες τῶν χωρικῶν, ἐνῶ εἶχε ζώσει τήν μέση του μέ ἕνα λουρί, γιά νά μή γνωρίζεται ὅτι εἶναι μοναχός. Μέσα ἀπό τούς κήπους τῆς Μονῆς κατηφόριζε καί ἐρχόταν σ᾿ ἐμᾶς, στήν κοινούργια μας κατοικία, τοῦ σταύλου. Οὔτε καί ἐδῶ ἠμπορέσαμε νά μείνουμε, παρά μόνο μέχρι τίς 13 Μαρτίου τοῦ 1962. Μᾶς διέταξαν νά ἐγκαταλείψουμε τό Τέϊους, γιά νά μή ἠμποροῦμε νά συγκεντρωνόμεθα καί θελήσουμε μελλοντικά νά κάνουμε μοναστήρι.

Οἱ μοναχές ἐργάτριες σέ ὑφαντουργεῖο

Μᾶς διέταξαν νά πᾶμε στό Ἀϊούντ, ὅπου εὑρίσκεται ἡ ἕδρα τοῦ ἐργοστασίου τῶν χαλιῶν. Ὁ π. Δομέτιος μᾶς συνεβούλευσε ὅτι κάποτε μαζί μας θά φέρουμε καί τίς ἄλλες ἀδελφές, οἱ ὁποῖες εἶχαν ζήσει μαζί μας στό μοναστήρι, πρίν τό ἐγκαταλείψουμε. Ὁ Πατήρ μᾶς ἔδωσε χρήματα γιά τόν δρόμο καί ἀναχωρήσαμε μέσα ἀπό τά βουνά τοῦ Σέμπες, ἀνάμεσα ἀπό χωριά, ὅπου εὑρίσκοντο διασκορπισμένες οἱ μοναχές μας. Ὅλες ἤρχοντο μαζί μας. Ἐφθάσαμε στό τμῆμα ὑφαντουργίας χαλιῶν καί ἀναλάβαμε τήν ἀναδιοργάνωσι τοῦ τμήματος πού μᾶς παρέδωσαν νά δουλέψουμε. Τά ὄργανα τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως ἦσαν μαζί μας κἄπως εὐχαριστημένοι. Δέν τούς προκαλούσαμε μέ τήν παραμικρή ἐνόχλησι καί στενοχώρια. Ἐκάναμε τό καθῆκον μας, παραδίναμε τήν ποσότητα παραγωγῆς γιά κάθε μῆνα. Δέν ἠξέραμε ἄλλο τίποτε, παρά μόνο νά δουλεύουμε καί μυστικά νά προσευχώμεθα. Ἐπί 9 χρόνια πού εἴμασταν στό Ἀϊούντ, ὁ π. Δομέτιος ἦτο ἱερεύς σέ τέσσερα ὀρεινά χωριά. Αὐτός μᾶς ἀγόραζε ροῦχα καί μᾶς βοηθοῦσε μέ κάθε τρόπο. Ὅταν, κάθε ἑβδομάδα, ἐρχόταν σ᾿ ἐμᾶς, στό σπίτι πού εἴχαμε ἀγοράσει καί ἐμέναμε ὅλες οἱ ἀδελφές μαζί, προσευχόμασταν μαζί, ἐτρώγαμε, ἀκούαμε τίς συμβουλές του καί, πρίν φύγη, ὅ,τι εἶχε ἡ τσέπη του, μᾶς τό ἄφηνε καί ἔφευγε. Στήν ἀναχώρησί μας γιά τό Μοναστήρι ὁ Πατήρ μᾶς ἔλεγε. "Ἀδελφές, κάνετε οἰκονομίες καί κρατεῖστε 5 λέϊ καί γιά τόν δρόμο". Αὐτή ἦτο ἡ ζωή του, ἡ θυσία του, γι᾿αὐτό δέν ἠμποροῦμε νά τόν ξεχάσουμε ποτέ. "Νά προσεύχεσθε ἀκατάπαυστα", μᾶς ἔλεγε ὁ Πατήρ. Ἐάν ἔχετε τόν Χριστό μέ τήν προσευχή σας, τότε φυγαδεύεται ὁ διάβολος. Διότι μόνο ἔτσι ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐγκαθίσταται μέσα μας, ὅπως μᾶς διδάσκει ὁ ἅγιος Κασσιανός ὁ Ρωμαῖος". Διά τῆς προσευχῆς, αἰσθανόμεθα ὅτι τά μάτια μας ὑψώνονται πρός τό θεῖο φῶς. Εἴμεθα σέ περιπλάνησι, εἴμεθα σέ κατάστασι διαλύσεως, ἀλλά διά τῆς προσευχῆς εἴμεθα ὅλοι μαζί. Δέν σταματήσαμε νά προσευχώμεθα γιά τήν ἐπιστροφή μας στό μοναστήρι μας. Ὁ Πατήρ μᾶς ἔκανε νά κατανοήσουμε καί νά ζήσουμε τήν ἔννοια τῶν λόγων τοῦ Εὐαγγελιστοῦ. "Σύ δέ ὅταν προσεύχῃ, εἴσελθε εἰς τό ταμιεῖον σου, καί κλείσας τήν θύραν σου πρόσευξαι τῷ πατρί σου τῷ ἐν τῷ κρυπτῷ, καί ὁ πατήρ σου ὁ βλέπων ἐν τῷ κρυπτῷ ἀποδώσει σοι ἐν τῷ φανερῶ"(Ματθ.6,6).

Ἐπιστροφή στό μοναστήρι-ἀνασυγκρότησις

Ἐμείναμε στό Ἀϊούντ ἀπό τίς 13 Μαρτίου 1962 μέχρι τήν ἄνοιξι τοῦ 1969, ὁπότε μᾶς ἐπέτρεψαν νά ἐπανέλθουμε στό μοναστήρι μας, μέ ἐνδυμασία ὅμως πολιτική, προκειμένου νά διοργανώσουμε ἐκεῖ, σύμφωνα μέ τήν ἐντολή τους, ἕνα καινούργιο τμῆμα κατασκευῆς χαλιῶν, στό ὁποῖο νά δουλεύουν καί ντόπιες γυναῖκες, γιά νά ἔχουν καί αὐτές κάποιο μισθό νά ζήσουν.

Ὁ καλός Θεός μᾶς εἶχε ἤδη ἐκπληρώσει τό αἴτημα τῆς προσευχῆς μας. Ἐπιστρέψαμε στό σπίτι μας-τό μοναστήρι μας-μετά ἀπό πολλές περιπλανήσεις, ψυχικά βάσανα καί ἀγωνίες. Βέβαια οἱ δυσκολίες μας ἦσαν ἀκόμη περισσότερες, πού δέν εἶναι εὔκολο νά γραφθοῦν ἐδῶ.

Στήν περίοδο ἐγκαταλείψεως τοῦ μοναστηριοῦ μας, αὐτό ἁρπάχθηκε ἀπό τό κράτος διά τῆς βίας καί στήν αὐλή εἶχε ἐγκατασταθῆ ἕνα καταφύγιο ὀρειβατῶν καί ἕνα μαγαζί-μπουφές.  Ἐπήγαμε ἐκεῖ  καί εἴμασταν σάν τούς ἔνοικους καί στεκόμασταν σέ ἕνα μέρος μαζί μέ τούς τουρίστες. Δέν ἠμπορούσαμε νά ἀνεχθοῦμε αὐτό τό εἶδος τῆς κολάσεως, μέσα στήν αὐλή τοῦ μοναστηριοῦ μας. Ὁ π. Δομέτιος καί ἐμεῖς δέν εἴχαμε ὕπνο καί τούς συμπεριφερθήκαμε εὐγενικά γιά κάθε θέμα μας, διότι ἔτσι πιστεύαμε ὅτι ἦτο τό καλλίτερο.

Ἐπανελθόντες στό μοναστήρι, ἀρχίσαμε πάλι ἀπό τήν ἀρχή τό ἔργο. Ἔπρεπε νά ἐπανορθώσουμε τήν παλαιά ἐκκλησία. Δουλέψαμε ἕνα χρόνο γιά νά ἠμπορέσουμε νά χρησιμοποιήσουμε τήν μικρή ἐκκλησία. Γιά πρώτη φορά, μετά τήν ἐρήμωσί της, ὁ Πατήρ ἐτέλεσε τήν θεία Λειτουργία στήν ἐκκλησία αὐτή, ἀφοῦ προηγήθηκε Ἁγιασμός. Κάποια ἡμέρα τῆς Τεσσαρακοστῆς τοῦ Πάσχα ξαφνιασθήκαμε μέ τήν ἐπίσκεψι τοῦ γραμματέως τοῦ νομοῦ, πού ἦλθε μαζί μέ ἄλλα μέλη τοῦ Λαϊκοῦ Συμβουλίου τῆς πόλεως Ἄλμπα. Ἦλθαν νά ἰδοῦν πῶς εἴχαμε τακτοποιηθῆ. Μπῆκαν στόν διάδρομο καί τούς ἀνοίξαμε τήν πόρτα τοῦ παλαιοῦ παρεκκλησίου. Ὅταν τό εἶδαν στολισμένο μέ τά ἄμφια, τίς ποδιές καί τά καλύμματά του, μᾶς ἐρώτησαν ἀπότομα.

 -Τί ἐκάνατε ἐδῶ; Τί ὑποσχεθήκατε, ὅταν σᾶς δόθηκε ἄδεια νά ἔλθετε ἐδῶ; Ἐμεῖς μέ δυνατή πίστι στόν Θεό, ἐπήραμε τό θάρρος καί τούς εἴπαμε: 

έν ἐκάναμε τίποτε ἄλλο, παρά μόνο αὐτό τό ὁποῖο ἔπρεπε νά κάνουμε, διότι αὐτή ἡ ἐκκλησία δέν ἐπιτρέπεται νά εἶναι σπήλαιο ληστῶν καί οἶκος ἀκολασίας, ὅπως τήν εἶχαν καταντήσει, ἀλλά πρέπει νά γίνει οἶκος προσευχῆς. -Μᾶς ἀπήντησαν.

- Ἐσεῖς θέλετε νά γίνετε μάρτυρες, ἀλλά ἐμεῖς δέν θέλουμε νά γίνουμε, διότι ἔχουμε γυναῖκες καί παιδιά.

 Μπῆκαν καί στήν ἐκκλησία. Ὁ Πατήρ ἦτο μέ τά ἄμφια. Ἀντικρύζοντας αὐτό τό φαινόμενο, βουβάθηκαν. Τούς ὑποσχεθήκαμε ὅτι δέν θά δημοσιεύσουμε αὐτό τό γεγονός (τήν τέλεσι Θείας Λειτουργίας) ἔξω ἀπό τό μοναστήρι καί δέν θά τούς προκαλέσουμε νά τούς συμβοῦν περιπέτειες ἀπό τούς ἀνωτέρους τους ἐξ αἰτίας μας. Αὐτοί ἀνεχώρησαν, ἐνῶ ἐμεῖς ἐμείναμε ἀποφασισμένοι νά συνεχίσουμε αὐτό πού μέ τήν θέλησι τοῦ Θεοῦ εἴχαμε ἀρχίσει. Ἱδρύσαμε ἕνα ἐργαστήριο κατασκευῆς χαλιῶν. Ἐπιτύχαμε νά τούς πείσουμε ὅτι αὐτό τό καταφύγιο ὀρειβατῶν, δέν ἐκπληρώνει τόν σκοπό του, μέ τό νά εὑρίσκεται μέσα στό μοναστήρι. Κατωρθώσαμε μέ τά χέρια μας νά κτίσουμε ἕνα ἄλλο καταφύγιο, ἔξω ἀπό τό μοναστήρι. Τό ἐτελειώσαμε τό 1973.

Ἱδρύσαμε καί σχολεῖο μέ μία μόνο τάξι, ἐπάνω ἀπό τό ἐργαστήριο χαλιῶν γιά τά παιδιά τοῦ χωριοῦ, πού εἶναι στήν κοιλάδα τοῦ μοναστηριοῦ. Ἱδρύθηκε τό σχολεῖο μέσα σ᾿ ἕνα μῆνα, τόν Ὀκτώβριο τοῦ 1972, ὅταν ὁ Πατήρ ἐπῆρε ἕνα μπολντοζιέρη ἀπό τήν κοιλάδα, μέ τόν ὁποῖον ἐγκρέμισε τήν μία πλευρά τοῦ λόφου καί ἔγινε τό σχολεῖο, πού ὑπάρχει μέχρι σήμερα. Εἶχε μεγάλη ἐπιθυμία ὁ Πατήρ νά ἱδρύση αὐτό τό σχολεῖο. Αὐτό ὑπῆρχε πρίν ἀπό πολλούς αἰῶνες. Ὅταν τό μοναστήρι εὑρισκόταν στήν κατοχή τῆς Αὐστρουγγαρίας, κατά τό 18ον αἰῶνα, τά παιδιά τῶν γειτονικῶν χωριῶν παρέμεναν ἀγράμματα. Τότε οἱ κάτοικοι τῶν χωριῶν Ριμέτς καί Πονόρ, παρεκάλεσαν θερμά τήν Ἐξουσία γιά νά ληφθῆ μέτρο γιά τήν θλιβερή κατάστασι τῶν παιδιῶν τους, πού μένουν ἀγράμματα.

Μετά ἀπό τά δύσκολα αὐτά χρόνια, μόλις τόν Ἰανουάριο τοῦ 1972, μέσῳ ἐκλεκτῶν ἀνθρώπων, πού ἔδωσαν θετικές ὑποσχέσεις, ἄρχισε ἡ κανονική ζωή τοῦ μοναστηριοῦ. Ἀπό τότε ἡ μικρή συνοδεία μας μέ τόν γέροντα π. Δομέτιο ἐπισκευάσαμε τό παρεκκλήσιο, ἀνοικοδομήσαμε τό ἀρχονταρίκι (αὐτό μᾶς τό ζητοῦσαν νά κτισθῆ πολλοί χριστιανοί), τό ἡγουμενεῖο, τήν τράπεζα, προστέθηκαν κι ἄλλα κελλιά, τοποθετήθηκαν σέ μία αἴθουσα ἡ συλλογή μουσειακῶν ἀντικειμένων, τά παλαιά χειρόγραμα τῆς Μονῆς, τά παλαιά ἐκκλησιαστικά βιβλία, οἱ ξύλινες εἰκόνες, οἱ εἰκόνες ἀπό τζάμι καί ἀντικείμενα μέ ἐθνογραφικό χαρακτῆρα. Ἱδρύθηκε ἕνα νέο καμπαναριό, μία γέφυρα στήν κοιλάδα τοῦ ποταμοῦ, μπῆκε τό ἠλεκτρικό ρεῦμα, κεντρική θέρμανσις καί πολλά ἄλλα ἔργα γιά τήν καλή λειτουργία τοῦ μοναστηριοῦ. Εἴχαμε μεγάλο ἐνθουσιασμό καί ἁγία ἐπιμέλεια σέ κάθε ἔργο πού ἐκάναμε. Ἠθέλαμε νά φτιάξουμε,  ὅσα ἔργα δέν ἠμπορέσαμε τόσα χρόνια νά κάνουμε, διότι διωχθήκαμε μέ τήν βία. Ὅλα ἔγιναν μέ τήν προσευχή μας, μέ τόν παλμό τῆς καρδιᾶς μας, μέ τό αἷμα μας. Ἐνθυμοῦμαι τόν π. Δομέτιο πῶς μέ τά χέρια του, γεμᾶτα αἷμα, ἔχοντας σηκωμένα καί τά κάτω ἄκρα τοῦ παντελονιοῦ του, τραβοῦσε μέ τά χέρια του καί μέ τούς ἐργάτες ἕνα βαγόνι φορτωμένο κεραμίδια ἀπό τό Τέϊους. Ὁ π. Δομέτιος καί ὁ π. Βαρσανούφιος κυλοῦσαν μεγάλες πέτρες, ἐνῶ οἱ ἀδελφές τίς  κουβαλοῦσαν μέ καρότσια καί μετά χέρι μέ χέρι τίς ἀνέβαζαν στίς οἰκοδομές. Ὁ Πατήρ εἶχε ἐπάνω του τήν εὐθύνη γιά τίς πιό σκληρές ἐργασίες. Μοχθοῦσε ἀδιάκοπα κάθε ἡμέρα, χωρίς νά ἀφήνη καί τίς ἐκκλησιαστικές ἀκολουθίες. Αὐτός μᾶς ἐδίδασκε νά ἐμπιστευώμεθα στίς δυνάμεις μας, ἀλλά νά μή ξεχνᾶμε ὅτι ὁ Οὐράνιος Πατέρας μας εἶναι μαζί μας καί μᾶς βοηθεῖ. Ἔλεγε ὁ ἴδιος στούς πιστούς. "Ἐσεῖς εἶσθε αὐτοί πού ὀργώνετε, σπέρνετε καί καλλιεργεῖτε τό χωράφι, ἀλλά τόν καρπό του θά σᾶς τόν χαρίση ὁ Θεός, μέσῳ τῆς θείας Προνοίας καί πατρικῆς φροντίδος Του".

 

Ὁ θάνατος τοῦ Γέροντος

Τόν Ἰούλιο τοῦ 1975, μᾶς κατέβαλαν οἱ πλημμύρες, οἱ ὁποῖες προκάλεσαν μεγάλες ζημιές καί στό μοναστήρι. Μπῆκε πολύ νερό μέσα. Σέ μερικά σπίτια ἔφθασε μέχρι τό πάτωμα. Καί τήν 6η Ἰουλίου τά νερά ἀνεχώρησαν. Μετά τήν τέλεσι τῆς Θείας Λειτουργίας ὁ π. Δομέτιος, ἐπῆρε μία ὁμάδα ἀπό νέες μοναχές καί κατέβηκαν κάτω στήν κοιλάδα, χωρίς νά εἶναι δυνατή ἡ διάβασις, λόγῳ τῶν καταστροφῶν πού εἶχαν προκαλέσει οἱ βροχές. Ἐπήγαιναν νά πάρουν τά τρόφιμα πού ἔφερνε τό αὐτοκίνητο τῆς Μονῆς, τό ὁποῖο εἶχε πλημμυρίση. Οἱ μοναχές τόν συνώδευσαν καί μοῦ εἶπαν, ὅτι ὁ Πατήρ ἦτο λυπημένος, ἀλλά κράτησε  τό κουράγιο του. Στόν δρόμο γιά τό μοναστήρι, ἔψαλλαν. Ἡ κάθε μία ἐπῆρε κάποιο βάρος κατά τήν δύναμί της. Ὁ Πατήρ ἐπῆρε τά τσουβάλια μέ τά ψωμιά, γιατί ἦσαν πιό βαρειά. Οἱ μοναχές βλέποντας τόν ὑπερβολικό του κόπο, τοῦ ἐπῆραν κάποιο βάρος γιά νά τόν ξεκουράσουν λίγο. Στό πρόσωπο τῆς κάθε μιᾶς ἐδιάβαζες μία λύπη, τήν ὁποία δέν ἠμποροῦσες νά ἐξηγήσης. Ὁ δρόμος ἦτο περισσότερο ἀπό 8 χιλιόμετρα. Ὁ Πατήρ εἶχε κουρασθῆ πολύ καί δέν ἠμποροῦσε νά ἀναπνεύση. Οἱ μοναχές τόν ἀκολουθοῦσαν σέ μικρές ἀποστάσεις ἡ μία ἀπό τήν ἄλλη. Ὅταν ἔφθασαν στήν δεξιά γωνία τῆς ἐνοριακῆς ἐκκλησίας τοῦ χωριοῦ, ἔπρεπε νά περάσουν ἕνα γκρεμό. Ὁ Πατήρ τούς εἶπε νά προσέξουν στό σημεῖο ἐκεῖνο. Ἀλλά τήν ἴδια στιγμή γονάτισε  ὁ ἴδιος ἀπό τήν κούρασι καί ἔπεσε κάτω στόν δρόμο. Δέν ἐπρόλαβε νά εἰπῆ λέξι. Τίς ἐκύτταξε ὅλες καί ἔκλεισε τά μάτια του γιά πάντα. Ἔπασχε ἀπό ἆσθμα. Ἀπέθανε μαρτυρικά, στόν βωμό τῆς ἀδελφικῆς θυσίας, χωρίς πόνους, ἔτσι ὅπως εἶναι ὁ θάνατος τῶν δικαίων.

Τό μοναστήρι μας εἶχε θρῆνο καί δάκρυ ἐπί πολλές ἡμέρες. Ἦτο μία περίοδος μεγάλης δοκιμασίας καί μόνο μέ τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ καί τήν βοήθεια τῆς Παναγίας μας, ἠμπορέσαμε νά ξεπεράσουμε αὐτή τήν δοκιμασία. Τώρα παραμένει μόνο στήν μνήμη μας ν᾿ ἀναπολοῦμε αὐτά πού μᾶς ἐδίδαξε καί μᾶς ἐσυμβούλευε καί, κατά τό δυνατόν, καί ἐμεῖς ν᾿ἀκολουθοῦμε τό παράδειγμά του, τήν θυσία του καί τήν βαθειά του ἀγάπη γιά τόν Χριστό. "Μακάριοι οἱ ἀκούοντες τόν λόγον τοῦ Θεοῦ καί φυλάσσονττες αὐτόν"(Λουκ.11,28).

 

Ἡ ἵδρυσις τοῦ Καθολικοῦ τῆς Μονῆς

Πολλά ἀκόμη ἔργα ἦσαν στήν σειρά νά ἀνοικοδομηθοῦν. Κατ᾿ἀρχήν ἔπρεπε νά ἐκπληρώσουμε τήν διακαῆ ἐπιθυμία τοῦ  μακαριστοῦ Γέροντός μας, ὁ ὁποῖος μᾶς εἶχε ζητήσει, ὄντας ἀκόμη στήν ζωή, νά κτίσουμε μία καινούργια ἐκκλησία, δίπλα στήν παλαιά, πού ἦτο τοῦ 14ου αἰῶνος, γιά νά ἠμποροῦν νά προσεύχωνται, ὅλοι οἱ Χριστιανοί πού ἔρχονται στό μοναστήρι. Μᾶς ἔλεγε: "Ἀδελφές, δέν θά τεμπελιάσω νά κτίσω ἐδῶ στό μέσον τῆς αὐλῆς τοῦ μοναστηριοῦ μία νέα μεγάλη ἐκκλησία, ἀλλά τό ἆσθμα δέν μέ ἀφήνει". Ὁ Θεός ἤθελε καί,  ἑπτά χρόνια μετά τήν τελείωσί του, ἐβάλαμε τά θεμέλια τῆς καινούργιας ἐκκλησίας. Μετά ἀπό 10 χρόνια, στίς 29 Ἰουνίου 1992 τελέσθηκαν τά ἐγκαίνια τοῦ ναοῦ  ἀπό τόν μακαριώτατο πατριάρχη μας κ. κ. Θεόκτιστο, ἱεράρχες τῆς Ἐκκλησίας καί πάνω ἀπό 10.000 Χριστιανούς πού εἶχαν ἔλθει ἀπ᾿ ὅλη τήν χώρα.

 

Οἱ ἀρετές τοῦ Γέροντος

Καθένας ἀπ᾿αὐτούς πού ἐγνώριζαν καί ἀναζητοῦσαν τόν Γέροντα γιά διδασκαλία καί εἰρήνευσι τῶν λογισμῶν τους, θά τόν μνημονεύουν τώρα μέ εὐγνωμοσύνη, ἡ ὁποία  δέν θά χαθῆ ποτέ ἀπό τίς καρδιές τους. Αὐτός συνωμιλοῦσε μέ ὅλους. Ἦτο Πνευματικός καί φίλος μέ ὅλους. Ἦτο μία ψυχή καθαρά, ἕνας ἄνθρωπος τῆς πράξεως καί τοῦ καλοῦ παραδείγματος, ἕνας ἄνθρωπος τῆς προσευχῆς. Ἐγνώριζε πολύ καλά τήν πατερική διδασκαλία, ἀλλά ἐγνώριζε νά τήν προσφέρη στόν καθένα, ἀνάλογα μέ τήν πνευματική του ἀνάγκη. Σέ κάθε εὐκαιρία εἶχε καί ἕνα λόγο ὠφέλιμο νά ἀπευθύνη στούς ἀνθρώπους. Ὑπηρετῶντας τόν Θεό, ὑπηρετοῦσε καί τόν καθένα ἀπό ἐμᾶς. Ὡς πρός τό παρουσιαστικό του ἦτο κοντός στό ἀνάστημα καί ἁπλοῦς, ἀλλά μέ μιά καρδιά μεγάλη, πού χωροῦσε ὅλη τήν Ρουμανία. Ἦτο τόσον ἐλεήμων, ὥστε ἐνίοτε ἦτο ὑπερβολικός καί ἔδινε ἀκόμη καί τά ροῦχα του! Ὅ,τι τοῦ ἔδιναν οἱ Χριστιανοί τά ἔδινε ἀμέσως καί δέν κρατοῦσε, οὔτε ἕνα ζευγάρι παπούτσια ἤ ἔστω ἕνα ὑποκάμισο γιά τόν ἑαυτό του. Ὅταν δέν εἶχε τί νά φορέση, διότι τά εἶχε μοιράσει στούς πτωχούς, ἐπήγαινε στά κελλιά  τῶν μοναζουσῶν καί ἔπαιρνε μία μπλούζα ἤ παπούτσια, πού τοῦ ἐταίριαζαν, χωρίς νά ζητῆ καί χωρίς νά μᾶς λέγη τίποτε. Ὅταν μία μοναχή, ἔχανε κάτι ἀπό τό κελλί της καί ἐρωτοῦσε στήν τράπεζα, ἐάν ξέρη ποιός τῆς ἐπῆρε τό τάδε ἀντικείμενο, ὁ π. Δομέτιος χαμογελοῦσε καί μᾶς ἔλεγε χαρούμενος ὅτι θέλει νά μᾶς ἐξασφαλίση τήν εἴσοδό μας στόν παράδεισο.

Δέν ἠμποροῦσε νά διαννοηθῆ, ὅτι ἕνας πτωχός ἄνθρωπος ἤ μία δυστυχισμένη γυναῖκα ἦλθαν στήν πόρτα τοῦ μοναστηριοῦ καί αὐτός νά μή τούς δεχθῆ μέ τά χέρια ἀνοικτά καί τό πρόσωπό του χαρούμενο. Τόν εἴδαμε ἄπειρες φορές, σέ καιρό χειμῶνος πῶς ἔβγαζε τίς ἀρβῆλες του ἤ ὅ,τιδήποτε παπούτσια καί παντόφλες εἶχε καί τά ἐχάριζε στούς πτωχούς καί πονεμένους. Ἐμεῖς οἱ μοναχές τοῦ ἐφτιάχναμε γελέκο ἀπό πρόβειο μαλλί γιά τόν χειμῶνα, ἀλλά δέν τό κρατοῦσε πολλές ἡμέρες στό κελλί του καί ἀπορούσαμε διότι ὁ Γέροντάς μας δέν ἔχει πάλι γελέκο. Δέν τολμούσαμε νά τόν ἐρωτήσουμε ποῦ εἶναι τά ροῦχα του καί τί ἔκανε αὐτά πού κάθε λίγο τοῦ ἐδίναμε. Μᾶς ἔλεγε. "Ἦλθε ὁ Κύριος σέ μένα καί Τοῦ ἐδάνεισα μερικά πράγματα γιά νά προλειάνω τόν δρόμο γιά μένα καί γιά ἐσᾶς πρός τήν Βασιλεία Του". Δέν Τόν εἴδαμε στά 28 χρόνια πού ἦτο Πνευματικός νά φορῆ πολυτελῆ ροῦχα. Ζοῦσε μέ πολλή σεμνότητα, ἀλλά καί πολλή καθαρότητα. Ἦτο μία φύσις ἀνοικτή καί εὔθυμη, χωρίς ὑποκρισία. Μᾶς ἔψαλλε στήν ἐκκλησία, στίς Ἀκολουθίες, μᾶς ἔψαλλε στήν τράπεζα καί στίς δύσκολες πνευματικές μας καταστάσεις, σ᾿ αὐτόν καταφεύγαμε. Δέν ὑπέφερε νά μᾶς βλέπη λυπημένες, ταραγμένες ἤ ὀργισμένες. "Ὁ Θεός νά μᾶς διαφυλάξη ἀπό τήν ἀπελπισία, ἡ ὁποία εἶναι μέγα ἁμάρτημα" μᾶς ἔλεγε συχνά. "Μία νύμφη τοῦ Χριστοῦ δέν ἐπιτρέπεται νά εἶναι λυπημένη ἤ ὀργισμένη, διότι ἔχει τόν Νυμφίο της πάντοτε μαζί της. Ἐμεῖς πρέπει νά δοξάζουμε καί εὐχαριστοῦμε τόν Θεό ἡμέρα καί νύκτα, διότι μᾶς ἀξίωσε αὐτῆς τῆς καθαρᾶς, ὡραίας, ἀπερίσπαστης καί ἀγγελικῆς ζωῆς". Τοῦ ἄρεσε πολύ ὅλες οἱ μοναχές νά ψάλλουν στό ἀναλόγιο καί αὐτός νά λειτουργῆ στό Ἱερό Βῆμα

Εἶχε τό χάρισμα νά μᾶς πλησιάζη καί νά μᾶς εἰρηνεύη μέ τόν τρόπο του. Αὐτός ἦτο παρών στό πρόβλημα τῆς κάθε μοναχῆς καί γιά ὅλες τό στήριγμά μας, διότι ἔκανε τό κάθε τι νά μᾶς βοηθήση. Ἦτο γιά ἐμᾶς καί μητέρα, καί πατέρας, καί ἀδελφή καί ἀδελφός. Ποτέ δέν μᾶς διέταζε. Σέ κάθε ἐργασία ἦτο πρῶτος καί, ἐάν δέν ἠμποροῦσε μόνος του νά τήν κάνη, μᾶς παρακαλοῦσε νά τόν βοηθήσουμε. Τότε οἱ μοναχές ἔτρεχαν νά τόν βοηθήσουν ἡ μία μετά τήν ἄλλη.

Ὁ Πατήρ ἐπήγαινε μαζί μας στό δάσος γιά νά κόψουμε ξύλα. Τόν καιρό ἐκεῖνο δέν ὑπῆρχαν δυνατότητες νά τά μεταφέρουμε μέ φορτηγό ἤ μέ κάποιο ἄλλο μεταφορικό μέσο. Ἐπέρναμε, λοιπόν, τά ξύλα στίς πλάτες μας. Δέν μᾶς ἐφαίνοντο πολύ βαρειά. Εἴχαμε στοιβιάσει ξύλα ἤ καυσόξυλα, ὅπως τώρα. Εἴμασταν εὐτυχισμένες καί πιστεύαμε ἀπόλυτα ὅτι ὁ Θεός εἶναι μαζί μας καί μᾶς προστατεύει. Ὁ Πατήρ μᾶς ἔλεγε καί τί φαγητό θά μαγειρέψουμε. Ὅταν ἔβλεπε ὅτι ἔφθαναν λεωφορεῖα μέ Χριστιανούς καί δέν εἴχαμε ἑτοιμάσει ἀρκετό φαγητό, μᾶς προέτρεπε ἐκείνη τήν στιγμή νά βάλουμε τό καζάνι στήν φωτιά. Καθαρίζαμε πατάτες καί τήν εὐλογημένη χορτόσουπα καί ἔτρωγε ὁ λαός τοῦ Θεοῦ.

Στήν ἐκκλησία ἐπήγαινε γιά Λειτουργία, ἄλλη ἀκολουθία ἤ ἐξομολόγησι στήν ὥρα του. Στό τέλος τῆς ἀκολουθίας καλοῦσε ὅλους τούς Χριστιανούς στήν τράπεζα καί δέν συνέβη ποτέ νά μή φθάση τό φαγητό γιά ὅλους. Ἴσως, πιστεύουμε, νά τό εὐλογοῦσε ὁ Θεός. Ἐάν ἦτο στήν τράπεζα καί ἔβλεπε κάποιον, τόν ὁποιονδήποτε, νά περιμένη στήν πύλη τῆς Μονῆς, ἐπήγαινε ἔξω ὁ ἴδιος καί τόν καλοῦσε νά καθήση στό τραπέζι, ἀκόμη καί δίπλα του, ἐάν δέν ὑπῆρχε κενή θέσις. Ἑκατοντάδες φορές εἶδα νά ἔκανε αὐτό τό ἔργο. Μακάρι καί ἐμεῖς νά μιμηθοῦμε τό παράδειγμά του καί νά κάνουμε τά ἴδια.

Ἡ χαρά του ἦτο μεγάλη νά κάνη πάντοτε τό καλό, νά βοηθῆ, νά χαρίζη τά πάντα γιά τούς ἄλλους καί τίποτε γιά τόν ἑαυτό του. Ἦτο ἕτοιμος νά περιφρονήση κάθε νωθρότητα καί ἀργοσχολία καί νά προσφερθῆ σέ κάθε τί πού ὑπῆρχε ἀνάγκη. Δέν ἐγνώριζε τόν ἐγωϊσμό. Πολλές φορές, στίς μεγάλες ἑορτές, ὅταν κάθε γωνία τῆς αὐλῆς τοῦ μοναστηριοῦ εἶχε γεμίσει ἀπό προσκυνητές, εὑρίσκαμε τόν Γέροντα, ἐκείνη τήν νύκτα νά εἶναι στό Ἱερό Βῆμα καί νά ξεκουράζεται λίγο σ᾿ ἕνα σκαμνί. Εἶχε δώσει τό κελλί του στούς Χριστιανούς, οἱ ὁποῖοι, ἔλεγε, ὅτι εἶχαν μεγαλύτερη ἀνάγκη κάποιας στέγης. Μέ τήν συμπεριφορά του κάθε ἡμέρα ἐβλέπαμε νά ἐκπληρώνωνται τά λόγια τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου. "ὅτι μέ τίποτε ἄλλο νά μή ὁμοιάζη ὁ ἄνθρωπος πρός τόν Θεό, μόνο μέ τά καλά του ἔργα".

Ἦτο μεγάλος συμφιλιωτής τῶν ἀνθρώπων. Ὁποιοσδήποτε τόν καλοῦσε νά φέρη τήν διαταραγμένη εἰρήνη στήν οἰκογένειά του, ἀνεξαρτήτως τῆς μικρῆς ἤ μεγάλης ἀποστάσεως, ὁ Πατήρ δέν καθυστεροῦσε καί δέν ἐδίσταζε νά πάη ἐκεῖ. Δέν λογάριαζε, ἐάν δέν εἶχε κοιμηθῆ ὁλόκληρες νύκτες, οὔτε ὑπελόγιζε τήν κούρασι τοῦ δρόμου. Ἐπήγαινε καί μόνος του καί ἐνίοτε ἔπαιρνε καί δυό - τρεῖς ἡλικιωμένες μοναχές νά τόν βοηθήσουν. Ἐπήγαινε νά τελέση Ἁγιασμούς στά σπίτια, τό Ἅγιο Εὐχέλαιο, νά ἐξομολογήση καί νά κοινωνήση τούς βαρειά ἀρρώστους. Ἐξωμολογοῦσε 3-4 ἡμέρες στήν σειρά, χωρίς διακοπή. Πολλές φορές τόν ἔπιαναν τά μεσάνυκτα κι αὐτός καθόταν ἀκόμη στό ἐξομολογητήριο. Δέν ἄφηνε κανέναν νά φύγη ἀθεράπευτος καί ἀνειρήνευτος στήν ψυχή του. Πάντοτε μᾶς ἔλεγε. "Ἐάν κάνουμε ἐμεῖς ἕνα βῆμα πρός τόν Θεό, Ἐκεῖνος θά κάνη δέκα γιά ἐμᾶς". Ἔδινε κατευθύνσεις πνευματικές, ἔδινε συμβουλές, ὅπως ἔβγαιναν ἀπό τό θησαυροφυλάκιο τῶν πολλῶν του γνώσεων γύρω ἀπό τίς διδασκαλίες τῶν Πατέρων καί τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Ἐνίοτε ἔλεγε καί κάποιο ἀναγκαῖο ἀστεῖο ἤ μιά παροιμία γιά νά εὐθυμήσουν λίγο  τά πρόσωπα τῶν Χριστιανῶν πού ἐκρέμοντο ἀπό τά χείλη του.

Ἡ πνευματική προσπάθεια τοῦ Γέροντος ἦτο νά ἁγιάζη τόν νοῦ καί τά αἰσθήματα τοῦ κάθε πιστοῦ Χριστιανοῦ. Μᾶς ἔλεγε: "Ἡ ἀπόκτησις τῆς Βασιλείας τῶν οὐρανῶν, εἶναι δυνατόν νά ἔλθη μέσα μας διά τῆς καθαρότητος τῆς ψυχῆς, τῆς ἁγνότητος τῆς καρδίας καί εἶναι θεῖο χάρισμα. Ἀρχίζει καί προσφέρεται στόν ἄνθρωπο ἀπό τήν στιγμή πού θά ἐξομολογηθῆ εἰλικρινά καί θά διακόψη σχέσεις μέ τά πάθη του, ἀπό τήν κακία τῆς διχόνοιας, τῆς ἐκδικήσεως καί τοῦ μίσους".  Μᾶς ὡμιλοῦσε γιά τήν πληρότητα τῆς ζωῆς ἐν Χριστῶ, γιά τήν λαμπρότητα τοῦ προσώπου Του καί ὅτι θά ἐκδηλωθῆ ἡ ἴδια λαμπρότητά Του καί σ᾿ ἐμᾶς.. Μᾶς ἐξηγοῦσε τούς λόγους τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. "Ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζεῖ δέ ἐν ἐμοί Χριστός".(Γαλ.2,20).

Ἡ ἁγιότητα τοῦ κηρύγματός του διπλασιαζόταν μέ τήν ἁγιότητα τοῦ παραδείγματός του. Ὡμιλοῦσε μέ ἁπλότητα καί συμπεριφερόταν μέ ταπείνωσι. Ἦτο, ἔτσι ὅπως γράφει ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, ὁ μεγάλος φιλόσοφος τῆς μοναχικῆς βιοτῆς, πλούσιος σέ σοφία πνευματική καί μέ ἀσκητική μοναχική πολιτεία στό Ἅγιον Ὄρος τοῦ Ἄθω. Ἔλεγε ὁ Ὅσιος. "Πρόσεχε, ἀδελφέ, διότι  ὁ Ἰησοῦς Χριστός γεννήθηκε καί ἦλθε στόν κόσμο γιά νά νικήση τόν κόσμο μέ τήν ταπείνωσί Του".

Γιά τήν μεγάλη ἀγάπη πού εἶχε στούς ἀνθρώπους, γιά τό χάρισμα τῆς ἐλεημοσύνης καί καλωσύνης τῆς ψυχῆς του, ἡ φήμη του ξαπλώθηκε σ ὅλη τήν Ρουμανία. Ἔτσι, ἔτρεχαν ἄνθρωποι ἀπό κάθε γωνία τῆς πατρίδος μας. Τήν ἡμέρα τῆς κηδείας του ἦλθαν χιλιάδες ἄνθρωποι  ἀπό ὁλόκληρη τήν χώρα. Στήν αὐλή τῆς Μονῆς ἀκούοντο δυνατά οἱ στεναγμοί τους. " Ὁ πατέρας μας, ἀλλοίμονο, μᾶς ἄφησε καί ποιός θά ἀνοίξη σ΄ἐμᾶς τήν ἀγκαλιά του, ὅταν θά ἔλθουμε πάλι στό μοναστήρι;"

Ἡ μορφή τοῦ π. Δομετίου παρέμεινε ζωντανή στήν ψυχή τῆς κάθε μιᾶς μοναχῆς τοῦ Ριμέτς. Μᾶς  ἐμεγάλωσε καί μᾶς ἐσπούδασε στό πνεῦμα τῆς ἁγιότητος, τῆς ἀπαρνήσεως τοῦ θελήματός μας, τῆς θυσίας γιά τόν ἄλλον, τῆς παντοτεινῆς ἐγρηγόρσεως στήν προσευχή καί στήν ἐργασία. Μᾶς ἔλεγε. "Ἐάν προσεύχεσθε μόνο γονατιστές, δέν πᾶτε μακριά. Ἐάν δέν συγχωρῆτε μεταξύ σας τά λάθη καί τά παραπτώματά σας, ἡ προσευχή σας δέν ἀνεβαίνει ψηλά, παρά μόνο μέχρι τό νταβάνι τοῦ δωματίου σας.  Ἐκεῖ σταματᾶ. Ἡ προσευχή σας πρέπει νά εἶναι ἀκατάπαυστη καί στήν  ἐκκλησία καί στό κελλί, στόν δρόμο καί σέ ὅ,τιδήποτε κάνετε. Προσεύχεσθε γιά κάθε ἄνθρωπο πού εὑρίσκεται σέ ἀνάγκη ἤ στενοχώρια καί σέ ὁποιοδήποτε πειρασμό πού θά ἔλθη νά ἀπειλήση τήν ψυχή. Προσεύχεσθε καί εὐχαριστεῖτε τόν Κύριο γιά τίς δωρεές Του, γιά τίς πνευματικές χαρές πού εἶναι χαρίσματά Του. Νά κατεβαίνετε στήν καρδιά σας, στό φῶς τῆς θείας ἀγάπης. Κατεβαίνετε στήν καρδιά σας διά τῆς προσευχῆς καί ἐκεῖ θά συναντήσετε τόν Χριστό. Διά τῆς προσευχῆς αὐξάνεται μέσα σας τό δένδρο, γιά τό ὁποῖο ὁμιλεῖ τό Ἅγιο Εὐαγγέλιο. "ὥστε ἐλθεῖν τά πετεινά τοῦ οὐρανοῦ καί κατασκηνοῦν ἐν τοῖς κλάδοις αὐτοῦ" (Ματθ.13,32). Ὅταν ἤμουν νέα τόν ἐρώτησα. "Τί σκοπό ἔχει νά κτίζουμε τόσα ντουβάρια; Δέν εἶναι καλλίτερα νά στεκώμεθα μέσα στήν ἐκκλησία καί νά προσευχώμεθα; Καί ὁ Πατήρ μοῦ εἶπε. "Πρέπει νά προσευχώμεθα κάθε στιγμή, ἔστω κι ἄν ἀναχωρήσουμε αὔριο ἀπ᾿ αὐτή τήν ζωή, πρέπει νά ἐργαζώμεθα, ὡσάν νά πρόκειται νά ζήσουμε αἰώνια". Εἶχε μία φιλοσοφία τῆς προσευχῆς, τήν ὁποία μᾶς ἀνέλυε στά κηρύγματά του καί στίς συζητήσεις πού εἶχε μαζί μας. Στά πρῶτα χρόνια τῆς μοναχικῆς μου ζωῆς, μικρή τότε στήν ἡλικία, τόν ἄκουγα νά μᾶς λέγη. "Προσευχή καί ἐργασία". Τότε δέν καταλαβαίναμε τόσο  πολύ. Ἀλλά τώρα πού τά μαλλιά μας ἄσπρισαν καί σηκώνουμε πολλές ταλαιπωρίες καί βάσανα στίς πλάτες μας, καταλαβαίνουμε πλήρως.

Ὁ Πατήρ μᾶς ἄφησε ἕνα μεγάλο θησαυρό διδασκαλίας καί μιά πολύ καλή πνευματική τροφή, ἀπό τήν ὁποία τρεφόμεθα πνευματικά γιά ὁλόκληρη τήν ζωή μας. Ἡ ἀνάμνησις τῶν ἔργων του ἐπέρασε ἀπό τότε πού ξεκινήσαμε τό μοναστήρι μέσα ἀπό τούς τοίχους του. Πολλά ἀπό τά ἔργα του τά ξέρει μόνο ὁ Θεός καί αὐτοί οἱ ὁποῖοι τά  ἀπήλαυσαν ἀπό τά χρυσά χέρια του. Στήν ὁσία κοίμησί του δέχθηκα ἑκατοντάδες παρηγορητικές ἐπιστολές ἀπό ὅλη τήν Ρουμανία. Ὁ π. Δημήτριος Στανιλοάε, μεγάλος θεολόγος τῆς Ἐκκλησίας μας, μοῦ ἔγραψε. "Ἀναδείχθηκε ἕνας ἥρωας τῆς πίστεως, μιά μεγάλη ἁγιασμένη καί καθαρή ψυχή". Δέν θά ξεχάσουμε ποτέ ὅτι στίς 16 Αὐγούστου 1993, ὁ οἰκουμενικός πατριάρχης Βαρθολομαῖος ὁ Α΄ ἦλθε στό Ριμέτς συνοδευόμενος ἀπό τόν μακαριώτατο πατριάρχη τῆς Ρουμανίας κ. Θεόκτιστο, ὁ ὁποῖος εἶχε διηγηθῆ στόν πατριάρχη Βαρθολομαῖο γιά τήν ζωή καί τά ἔργα αὐτοῦ τοῦ Πνευματικοῦ καί τήν φλογερά καρδιά πού εἶχε γιά τό Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ. Καί οἱ δύο Πατριάρχες προσκύνησαν τόν τάφο τοῦ Γέροντός μας, ἀφοῦ ἐδιάβασαν καί τό Τρισάγιο.

Ἐμεῖς οἱ μοναχές τῆς μονῆς Ριμέτς αἰσθανόμεθα πάντοτε τήν παρουσία τοῦ π. Δομετίου κοντά μας. Ἀπό ἐκεῖ ὅπου εὑρίσκεται καί μᾶς παρακολουθεῖ, εἴθε πάντοτε νά χαίρεται γιά τήν ζωή τοῦ μοναστηριοῦ του.

Στήν ἐρημική περιοχή ἑνός ἐγκαταλελειμένου καί ἄγονου τόπου, ὑψώθηκε σήμερα μιά νέα ἐκκλησία, ἔτσι ὅπως τό ἐπιθυμοῦσε καί ὁ ἴδιος καί ἀναπέμπονται οἱ προσευχές τῶν 180 μοναζουσῶν καί τοῦ λαοῦ μας πρός δόξα καί εὐχαριστία τοῦ Καλοῦ Θεοῦ μας. Μέσα ἀπ᾿ αὐτή τήν πνευματική μας ζωή, μᾶς ἀποκαλύπτεται ὁ Θεός, ὁ Ὁποῖος εἶναι πάντοτε μαζί μας. Ἡ τελευταία ἐπιθυμία τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ ὁμοίωσίς του μέ τόν Θεό. Ἀνώτερο πρότυπό μας εἶναι ὁ Ἴδιος ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Ὁποῖος μᾶς προτρέπει. "Μάθετε ἀπ'ἐμοῦ ὅτι πρᾶος εἰμί καί ταπεινός τῆ καρδίᾳ καί εὑρήσετε ἀνάπαυσιν ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν". (Ματ.11,29). Ἀμήν.

 

Σημείωσις τοῦ μεταφραστοῦ μον. π. Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου

Μετέβην σάν προσκυνητής στό μοναστήρι Ριμέτς τόν Σεπτέμβριο τοῦ 2000 γιά πρώτη φορά. Πρόκειται γιά μιά ζωντανή κυψέλη ἁγίων ἀδελφῶν πού συνδυάζουν τήν λατρεία τοῦ Θεοῦ καί τήν ὑπηρεσία τοῦ ἀνθρώπου. Μοῦ διηγήθηκε ἡ ἴδια ἡγουμένη Γερόντισσα Ἰεροσολύμα ὅτι κάθε Κυριακή καί ἑορτή ἔρχονται στήν Μονή περί τούς 500 Χριστιανούς ἀπό τίς γειτονικές ἐνορίες. Σύμφωνα μέ τήν ἀρετή τῆς φιλοξενίας, τήν ὁποία διδάχθηκαν ἀπό τόν ἀείμνηστο Γέροντά τους, παρέχουν, μετά τήν Θεία Λειτουργία φαγητό σ᾿ ὅλους αὐτούς τούς ἀνθρώπους. Γιά κάθε χρόνο, μοῦ ἔλεγε ἡ ἡγουμένη, δαπανῶνται στήν Μονή 50 τόννοι ζάχαρι, 80 τόννοι πατάτες, 30 τόννοι φασόλια καί 60 τόννοι ρύζι. Γιά τά ὑπόλοιπα τρόφιμα δέν μοῦ ἀνέφερε πόσοι τόννοι δαπανῶνται. Ἰδού, λοιπόν, ἡ προσφορά μιᾶς Μονῆς στήν Ρουμανία!

 

Μετάφρασις ἀπό τά ρουμανικά Μον. Δαμασκηνός Γρηγοριάτης 

Μέ τήν εὐλογία τοῦ πατρός Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου