Γράφει ὁ κ. Παῦλος Κλιματσάκης, διδάκτωρ Φιλοσοφίας
Εἰσαγωγὴ
Ζοῦμε σὲ μία ἄθεη ἐποχή. Πολὺ εὔκολα καὶ ἀπροβλημάτιστα διάφοροι δηλώνουν ὅτι εἶναι ἄθεοι, χωρὶς νὰ συνειδητοποιοῦν ὅτι οὐσιαστικὰ στρέφονται ἐνάντια στὸν ἴδιο τους τὸν ἑαυτό, καθὼς δὲν ἀντιλαμβάνονται ὅτι ὄχι μόνο ὑπάρχει θεός, ἀλλὰ καὶ ὅτι μᾶς ἔπλασε, γιὰ νὰ γίνουμε καὶ ἐμεῖς Υἱοὶ Θεοῦ ἢ κατὰ χάριν θεοί. Ὁ Θεὸς ἐμφύτευσε μέσα μας τὴν τάση γιὰ τὸ ἄπειρο καὶ ὡς ἐκ τούτου ὁ φυσιολογικὸς ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ θέλει νὰ συναντήσει τὸν Θεό. Ἡ χριστιανική μας παράδοση ἀποδεικνύει περαιτέρω ὅτι ἡ συνάντηση μὲ τὸν Θεὸ εἶναι πλέον δυνατὴ μέσῳ τοῦ Θεανθρώπου, μέσῳ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Εἶναι πλέον δυνατὸν ὁ ἄνθρωπος νὰ βιώσει τὴν ἑνότητα μὲ τὸν Θεὸ ἀκόμη καὶ ἀπὸ αὐτὴν τὴν ζωή. Ἑπομένως, τὸ νὰ ἀρνεῖται κανεὶς τὸν Θεὸ σημαίνει νὰ ἀρνεῖται τὸν ἑαυτό του καὶ ἀποδεικνύει ἔτσι ὅτι εἶναι ἀ-νόητος, δηλαδὴ δὲν σκέφτεται λογικὰ καὶ φυσιολογικά.
Ἡ φράση τῆς Ἁγίας Γραφῆς «εἶπεν ἄφρων ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ· οὐκ ἔστι Θεὸς» δὲν ἀποτελεῖ ἠθικὴ κρίση, ἀλλὰ βαθιὰ ὑπαρξιακὴ καὶ γνωσιολογικὴ διαπίστωση γιὰ τὴν κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ ὅρος «ἄφρων», ποὺ συχνὰ ἀποδίδεται ὡς «ἀνόητος», ἀποκτᾶ οὐσιαστικότερο νόημα, ἂν ἀναλυθεῖ ὡς «ἀ-νόητος», δηλαδὴ ἐκεῖνος ποὺ δὲν ἔχει νοήσει, ποὺ δὲν ἔχει εἰσχωρήσει στὴν οὐσία τῶν πραγμάτων. Δὲν πρόκειται γιὰ ἔλλειψη ἐξυπνάδας, ἀλλὰ γιὰ πνευματικὴ ἀδυναμία ἢ μᾶλλον ἀπροθυμία νὰ συλλάβει κανεὶς τὸ βαθύτερο νόημα τῆς ὕπαρξής του. Οἱ ἄνθρωποι προτιμοῦν, ὅπως ὁ ἄφρων τῆς εὐαγγελικῆς ρήσης νὰ σπαταλοῦν τὴν ζωή τους μὲ στόχο νὰ γεμίσουν τὶς ἀποθῆκες τους μὲ ἀγαθά, ξεχνώντας ὅτι σύντομα θὰ ἔλθει ἡ ὥρα τοῦ θανάτου καὶ τῆς κρίσεως καὶ ὅλα τὰ ἐπὶ τῆς γῆς ἔργα τους θὰ ἐκμηδενιστοῦν.
Στὸν ἄνθρωπο ἐνυπάρχει ἡ διαίσθηση τῆς ἀνώτερης πραγματικότητας, μία ἐσωτερικὴ ὅραση τῆς ἀλήθειας. Ὁ Πλάτων, γιὰ παράδειγμα, ὑποστήριζε ὅτι ὁ αἰσθητὸς κόσμος εἶναι σκιὰ μίας ἀνώτερης πραγματικότητας, καὶ ὅτι ἡ ἀληθινὴ γνώση εἶναι ἀνάμνηση καὶ ἀνάβαση πρὸς τὸ Ἀγαθό. Ἀντίστοιχα, στὴν πατερικὴ παράδοση, ὁ Μέγας Βασίλειος τονίζει ὅτι «ἡ τοῦ Θεοῦ γνῶσις ἐμφύτως ἔγκειται τοῖς ἀνθρώποις», δηλαδὴ ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ εἶναι ἐγγεγραμμένη μέσα στὴν ἀνθρώπινη φύση. Συνεπῶς, ἡ ἄρνηση τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι ἁπλῶς διαφορετικὴ ἄποψη, ἀλλὰ ἀποτελεῖ ἀπομάκρυνση ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἐσωτερικὴ δυνατότητα γνώσης ποὺ εἶναι φυσικὴ στὸν ἄνθρωπο.
Ἐπιχειρήματα ὑπὲρ τῆς ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ
Τὸ ὅτι ὄντως ὑπάρχει Θεός, τὸ καταλαβαίνουν μὲ ἄμεσο τρόπο οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι. Οἱ φιλόσοφοι ἀνέπτυξαν καὶ κάποια ἐπιχειρήματα ὑπὲρ τῆς ὕπαρξης τοῦ Θεοῦ. Ἡ φιλοσοφία ἀρθρώνει μὲ λογικὸ τρόπο τὴν διαίσθηση, ποὺ ἀναφέραμε προηγουμένως, διατυπώνοντας τὰ ἐπιχειρήματα ὑπὲρ τῆς ὕπαρξης τοῦ Θεοῦ. Τὸ πρῶτο γνωστὸ ἐπιχείρημα καλεῖται κοσμολογικὸ καὶ ξεκινᾶ ἀπὸ μία ἁπλὴ, ἀλλὰ θεμελιώδη παρατήρηση: τίποτε ἀπὸ ὅσα ὑπάρχουν στὸν κόσμο δὲν εἶναι αὐθύπαρκτα. Κάθε ὂν ἐξαρτᾶται ἀπὸ αἴτια καὶ συνθῆκες ποὺ τὸ καθιστοῦν δυνατό. Ἂν ἀκολουθήσουμε αὐτὴ τὴν ἁλυσίδα αἰτιῶν πρὸς τὰ πίσω, δὲν μποροῦμε νὰ προχωροῦμε ἐπ’ ἄπειρον χωρὶς νὰ φτάσουμε σὲ ἕνα θεμέλιο. Ὁ Ἀριστοτέλης μίλησε γιὰ τὸ «πρῶτον κινοῦν ἀκίνητον», μία πρώτη ἀρχὴ ποὺ κινεῖ τὰ πάντα χωρὶς ἡ ἴδια νὰ κινεῖται. Στὴ χριστιανικὴ σκέψη, αὐτὴ ἡ ἀρχὴ ταυτίζεται μὲ τὸν Θεό: ἕνα ὂν ἄχρονο, ἀναγκαῖο καὶ αὐθύπαρκτο.
Ἡ σύγχρονη ἐπιστημονικὴ κοσμολογία, χωρὶς νὰ ἐπιδιώκει θεολογικὰ συμπεράσματα, φαίνεται νὰ συγκλίνει ἐν μέρει μὲ αὐτὴ τὴ σκέψη, καθὼς ἀναγνωρίζει ὅτι τὸ σύμπαν ἔχει ἀρχὴ στὸν χρόνο. Τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ σύμπαν δὲν εἶναι αἰώνιο ἐνισχύει τὸ ἐρώτημα: γιατί ὑπάρχει κάτι ἀντὶ γιὰ τὸ τίποτε; Τὸ ἐρώτημα αὐτό, ὅπως παρατηρεῖ καὶ ὁ Γκότφριντ Βίλχελμ Λάιμπνιτς, δὲν μπορεῖ νὰ ἀπαντηθεῖ ἐπαρκῶς χωρὶς τὴν ἀναφορὰ σὲ ἕνα ἀναγκαῖο ὂν ποὺ θεμελιώνει τὴν ὕπαρξη.
Τὸ τελεολογικὸ ἐπιχείρημα, ἀπὸ τὴν ἄλλη, στρέφεται στὴν τάξη καὶ τὴν ἁρμονία τοῦ κόσμου. Ἀπὸ τὴ δομὴ τοῦ σύμπαντος μέχρι τὴ λειτουργία τῶν ζωντανῶν ὀργανισμῶν, παρατηρεῖ κανεὶς μία ἐντυπωσιακὴ κανονικότητα καὶ προσαρμογή. Ὁ κόσμος δὲν εἶναι χαοτικός, ἀλλὰ διέπεται ἀπὸ νόμους ποὺ καθιστοῦν δυνατὴ τὴ ζωὴ καὶ τὴ συνείδηση. Ἀκόμη καὶ τὰ ἄψυχα ὄντα, ἂν καὶ δὲν ἔχουν νοημοσύνη, ἐνεργοῦν «ὡς ἐὰν» νὰ κατευθύνονται πρὸς ἕνα σκοπὸ — καὶ αὐτὸ ὑποδηλώνει τὴν ὕπαρξη ἑνὸς νοῦ ποὺ τὰ καθοδηγεῖ.
Στὴν ὀρθόδοξη παράδοση, ἡ τάξη αὐτὴ δὲν ἐκλαμβάνεται ἁπλῶς ὡς μηχανιστική, ἀλλὰ ὡς ἔκφραση τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ, μέσῳ τοῦ ὁποίου «τὰ πάντα ἐγένετο». Ἰδιαιτέρως στὴ διδασκαλία τοῦ Ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, ἡ δημιουργία νοεῖται ὡς σύνολο «λόγων τῶν ὄντων», δηλαδὴ ἐσωτερικῶν νοημάτων ἢ θείων προθέσεων ποὺ ἔχουν τὴν ἀρχή τους στὸν ἴδιο τὸν Θεὸ-Λόγο. Κάθε ὂν φέρει τὸν δικό του «λόγο», τὸν σκοπὸ καὶ τὸ νόημά του, ποὺ τὸ συνδέει μὲ τὸν Δημιουργό. Ὁ κόσμος, ἑπομένως, δὲν εἶναι ἁπλῶς ὀργανωμένος, ἀλλὰ νοηματοδοτημένος ἐκ τῶν ἔσω· ἀποτελεῖ μία πολυφωνικὴ ἀποκάλυψη τῆς θείας σοφίας, ποὺ καλεῖ τὸν ἄνθρωπο νὰ ἀναγνωρίσει πίσω ἀπὸ τὰ φαινόμενα τὴν ἑνότητα τοῦ θείου Λόγου.
Ὑπάρχει, τέλος καὶ τὸ καλούμενο “ὀντολογικὸ ἐπιχείρημα”, τὸ ὁποῖο μετατοπίζει τὸ ἐπίκεντρο ἀπὸ τὸν κόσμο στὸν ἴδιο τὸν ἀνθρώπινο νοῦ. Ὁ Ἄνσελμος Καντερβουρίας διατύπωσε τὴν ἰδέα ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι «ἐκεῖνο, πέραν τοῦ ὁποίου τίποτε μεγαλύτερο δὲν μπορεῖ νὰ νοηθεῖ». Ἂν μποροῦμε νὰ συλλάβουμε μία τέτοια ἔννοια, τότε αὐτὴ δὲν μπορεῖ νὰ περιορίζεται μόνο στὴ σκέψη, διότι ἡ ὕπαρξη στὴν πραγματικότητα εἶναι ἀνώτερη ἀπὸ τὴν ὕπαρξη μόνο ὡς ἰδέα. Ἑπομένως, τὸ ἀπόλυτα τέλειο ὂν πρέπει νὰ ὑπάρχει.
Τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ ἔχει μὲν δεχθεῖ κριτική, ἀλλὰ παραμένει ἐνδεικτικὸ μίας βαθύτερης ἀλήθειας: ὁ ἀνθρώπινος νοῦς ἔχει τὴ δυνατότητα νὰ ὑπερβαίνει τὸ πεπερασμένο καὶ νὰ συλλαμβάνει τὸ ἄπειρο. Ὁ Αὐγουστῖνος Ἱππῶνος ἐκφράζει αὐτὴ τὴν ἐμπειρία μὲ τὰ γνωστὰ λόγια: «ἀνήσυχός ἐστιν ἡ καρδία ἡμῶν ἕως ἂν ἀναπαυθῇ ἐν σοί». Ἡ ἀνησυχία αὐτὴ μαρτυρεῖ ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι αὐτάρκης· ἀναζητᾶ κάτι πέρα ἀπὸ τὸν ἑαυτό του.
Ἡ ὑπαρξιακὴ κατάστασις τοῦ ἀνθρώπου
Ἀπὸ τὸ σημεῖο αὐτό, ἡ σκέψη μεταβαίνει ἀπὸ τὴ φιλοσοφία στὴν ὕπαρξη. Διότι τὸ ἐρώτημα τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι μόνο θεωρητικό, ἀλλὰ βαθιὰ προσωπικό. Τί σημαίνει νὰ ζεῖ κανεὶς σὲ ἕνα κόσμο χωρὶς Θεό; Ἂν ἡ ὕπαρξη εἶναι ἀποτέλεσμα τυχαίων διεργασιῶν καὶ δὲν ὁδηγεῖ πουθενὰ πέρα ἀπὸ τὸν θάνατο, τότε κάθε νόημα εἶναι σχετικὸ καὶ πρόσκαιρο ἢ ἀκόμα καλύτερα ἐκ τῶν προτέρων ἐκμηδενισμένο. Ὁ ἄνθρωπος, ὅσο κι ἂν δημιουργεῖ, ἀγαπᾶ ἢ ἀγωνίζεται, καταλήγει τελικὰ στὸ μηδέν.
Ἀντίθετα, ἡ χριστιανικὴ πίστη προτείνει μία διαφορετικὴ κατανόηση τῆς ζωῆς. Ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι τυχαῖο προϊόν, ἀλλὰ «κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσιν» Θεοῦ. Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας τονίζουν ἰδιαιτέρως ὅτι κατ’ ἐξοχὴν στοιχεῖο αὐτῆς τῆς «εἰκόνας» εἶναι ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου — τὸ λογικὸ καὶ τὸ αὐτεξούσιο. Ὁ ἄνθρωπος ἔχει τὴ δυνατότητα νὰ γνωρίζει, νὰ διακρίνει, νὰ ἐπιλέγει ἐλεύθερα καὶ νὰ κατευθύνει τὴν ὕπαρξή του. Αὐτὴ ἡ ἱκανότητα δὲν εἶναι ἁπλῶς βιολογικὴ λειτουργία, ἀλλὰ ἀντανάκλαση τῆς θείας λογικότητας καὶ ἐλευθερίας. Ὁ Γρηγόριος Νύσσης ἐπισημαίνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι «εἰκὼν τῆς ἀρχετύπου καλλονῆς», ἀκριβῶς ἐπειδὴ μετέχει στὴ λογικὴ καὶ ἐλεύθερη φύση τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι, ἡ ὕπαρξη ἀποκτᾶ προορισμό: τὴν ἐλεύθερη κοινωνία μὲ τὸν Δημιουργό.
Χωρὶς αὐτὴ τὴν προοπτική, ὁ ἄνθρωπος κινδυνεύει νὰ βυθιστεῖ στὴν ἀπελπισία. Ἡ ἐμπειρία τοῦ πόνου, τῆς ἀδικίας καὶ τῆς φθορᾶς γίνεται ἀβάσταχτη, ὅταν δὲν ἐντάσσεται σὲ κάποιο ὑπερβατικὸ πλαίσιο. Ὁ θάνατος, ὡς ἀναπόφευκτο τέλος, φαίνεται νὰ ἀκυρώνει κάθε προσπάθεια. Ἡ πίστη, ὅμως, δὲν ἀρνεῖται αὐτὲς τὶς δυσκολίες· τὶς μεταμορφώνει, προσδίδοντάς τους νόημα μέσα ἀπὸ τὴ σχέση μὲ τὸν Θεό.
Τὸ ἐρώτημα περὶ τῆς θεοδικίας
Στὸ σημεῖο αὐτὸ ἀναδύεται τὸ κλασσικὸ πρόβλημα τῆς θεοδικίας: πῶς μπορεῖ νὰ συμβιβαστεῖ ἡ ὕπαρξη ἑνὸς πανάγαθου καὶ παντοδύναμου Θεοῦ μὲ τὴν παρουσία τοῦ κακοῦ στὸν κόσμο; Τὸ ἐρώτημα αὐτὸ ἔχει ἀπασχολήσει βαθιὰ τόσο τὴ φιλοσοφία ὅσο καὶ τὴ θεολογία. Ἡ ὀρθόδοξη παράδοση δὲν ἐπιχειρεῖ νὰ δώσει μία ἀφηρημένη, θεωρητικὴ λύση, ἀλλὰ προσεγγίζει τὸ ζήτημα μέσα ἀπὸ τὴ σχέση Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου.
Ἡ ἀπάντηση στηρίζεται στὴν ἔννοια τῆς ἐλευθερίας ἢ καλύτερα τοῦ αὐτεξουσίου. Ὁ Θεὸς δημιούργησε τὸν ἄνθρωπο αὐτεξούσιο, μὲ μία ἐλευθερία ποὺ συνεπάγεται τὴ δυνατότητα ἐπιλογῆς ἀκόμη καὶ τοῦ κακοῦ. Τὸ κακὸ δὲν ἔχει δική του οὐσία· εἶναι στέρηση τοῦ ἀγαθοῦ, διαστροφὴ τῆς σωστῆς χρήσης τῆς ἐλευθερίας.
Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς ἐπισημαίνει ὅτι «ὁ Θεὸς πάντα καλὰ ἐποίησεν», ἀλλὰ ὁ ἄνθρωπος, κάνοντας κακὴ χρήση τῆς ἐλευθερίας του, εἰσάγει τὸ κακὸ στὴ ζωή του. Ὁ Θεὸς δὲν ἐπιθυμεῖ τὸ κακό, ἀλλὰ τὸ ἐπιτρέπει, σεβόμενος τὸ αὐτεξούσιο. Μέσα ἀπὸ αὐτὴ τὴν προοπτική, ὁ Θεὸς «ἐπιτρέπει» τὸ κακὸ, γιὰ νὰ «δεῖ πῶς θέλουμε νὰ ὑπάρχουμε». Τί σημαίνει αὐτό; Πρόκειται γιὰ μία βαθύτερη διάκριση τῆς πατερικῆς ἀνθρωπολογίας, τὴν ὁποία ἀνέπτυξε ἰδιαίτερα ὁ Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής: τὴ διάκριση μεταξὺ φυσικοῦ καὶ γνωμικοῦ θελήματος.
Τὸ φυσικὸ θέλημα ἀναφέρεται στὴν ἔμφυτη τάση τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸ ἀγαθὸ καὶ τὸν Θεό· εἶναι στοιχεῖο τῆς ἴδιας τῆς φύσης του, δοσμένο ἀπὸ τὸν Θεό. Τὸ γνωμικὸ θέλημα, ἀντίθετα, ἀφορᾶ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ὁ ἄνθρωπος ἐπιλέγει νὰ χρησιμοποιήσει τὴν δύναμη τῆς θέλησης. Ἐκεῖ ἐντοπίζεται ἡ δυνατότητα τῆς πλάνης, τῆς ἀπομάκρυνσης, ἀλλὰ καὶ τῆς μετάνοιας. Ὁ Θεός, ἐπιτρέποντας τὶς δοκιμασίες, δὲν μᾶς ὠθεῖ στὸ κακό, ἀλλὰ μᾶς ἀφήνει ἐλεύθερους νὰ ἀποκαλύψουμε τὸν ἑαυτό μας: ἂν θὰ στραφοῦμε πρὸς Αὐτόν, συμμορφώνοντας τὸ γνωμικό μας θέλημα μὲ τὸ φυσικό, ἢ ἂν θὰ παραμείνουμε στὴν ἀποξένωση. Ἔτσι, ἡ προσωπικὴ ἱστορία τοῦ κάθε ἀνθρώπου εἶναι ἔκφραση τῆς ἐλευθερίας του, ἀλλὰ καὶ δυνατότητας ἐπιστροφῆς πρὸς τὸν Θεό.
Συμπέρασμα
Ἡ εὐαγγελικὴ ρήση «εἶπεν ἄφρων…» εἶναι μία πρόσκληση στὸν ἄνθρωπο νὰ σκεφθεῖ λογικά, νὰ ὑπερβεῖ τὴν ἐπιφανειακὴ θεώρηση καὶ νὰ εἰσέλθει σὲ βαθύτερη νόηση. Ἡ φιλοσοφία δείχνει ὅτι ἡ ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι παράλογη, ἡ ὑπαρξιακή μας ἐμπειρία ἐπιβεβαιώνει ὅτι χωρὶς Θεὸ ἡ ζωὴ δὲν μπορεῖ νὰ ἀποκτήσει τελικὸ νόημα. Καὶ ἡ ἐσωτερικὴ μαρτυρία τῆς συνείδησης ὑποδηλώνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος φέρει μέσα του κάτι ποὺ τὸν ὑπερβαίνει.
Ἡ ἀναφερθεῖσα λοιπὸν «ἀ-νοησία» τῆς ἀθεΐας εἶναι διάγνωση τῆς ἀδυναμίας νὰ δεῖ κανεὶς τὸ προφανὲς καὶ τὸ φυσιολογικό. Ὅταν ὅμως ὁ ἄνθρωπος στραφεῖ εἰλικρινὰ πρὸς τὴν ἀλήθεια, ὅταν τολμήσει νὰ νοήσει πραγματικά, τότε ἀνακαλύπτει ὅτι ὁ Θεὸς δὲν εἶναι μία ἐξωτερικὴ ὑπόθεση, ἀλλὰ ἡ ἴδια ἡ πηγὴ τοῦ εἶναι καὶ τοῦ νοήματος. Καὶ τότε, ἡ εὐαγγελικὴ ρήση καθίσταται κλήση πρὸς ἀλήθεια, ἐλευθερία καὶ ὄντως ζωή.