Προσέγγιση τῶν πνευματικῶν διεργασιῶν τῆς δεκαετίας τοῦ 1970 καὶ ὁ μακαριστὸς Γέρων Αἰμιλιανός Σιμωνοπετρίτης
Γέρων Τύχων
Καθηγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Σταυρονικήτα Ἁγίου Ὄρους
Ὀμιλία στὸ Διεθνὲς Θεολογικὸ Συμπόσιο γιὰ τὸν Γέροντα Αἰμιλιανό, Ἀθήνα, 9 Μαΐου 2026.
[ἀπομαγνητοφώνηση, ὑπότιτλοι: Ἀναλόγιον, 16/5/2026]
Χριστὸς ἀνέστη [Ἀληθῶς ἀνέστη].
Γιὰ νὰ μπορέσουμε νὰ ἀποτιμήσουμε καὶ νὰ ἀξιολογήσουμε τὴν πνευματικὴ συγκρότηση καὶ κατ' ἐπέκταση τὴν προσφορὰ τοῦ σεβαστοῦ Γέροντος Ἀρχιμανδρίτου Αἰμιλιανοῦ, ἐκτιμοῦμε ὡς ἀναγκαῖο νὰ ἀναφερθοῦμε ἔστω καὶ συνοπτικὰ στὸ πνευματικὸ κλίμα, καθὼς καὶ στὴν εὐρέως ἐπικρατοῦσα θεολογικὴ νοοτροπία στὰ μέσα τοῦ 20οῦ αἰῶνα.
Ἡ θεολογικὴ νοοτροπία καὶ πνευματικὴ κατάσταση τὴν ἐποχὴ ἐκείνη, ὅπως ἀναφέρει ὁ πατὴρ Γεώργιος Μεταληνός, ἀποτελεῖ σύμπτωμα σοβαρότατο τῆς παθολογίας τοῦ νεότερου Ἑλληνισμοῦ. Ἡ τάση αὐτή, ποὺ ἀρχίζει πρὶν ἀκόμη ἀπὸ τὴν πτώση της Βασιλεύουσας στὰ χέρια τοῦ ἐξ ἀνατολῶν Δυνάστη, κορυφώνεται στὶς ἀρχὲς τοῦ 19ου αἰῶνα συντηρούμενη καὶ τροφοδοτούμενη κατάλληλα ἀπὸ μία μεγάλη μερίδα διανοουμένων ποὺ ἀνοίγουν διάπλατα τὶς πύλες πρὸς τὴν ὁλοκληρωτικὴ ἐξάρτηση τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἀπὸ τὴν Φράγκικη Δύση, ἕνα μέγεθος πολιτιστικὰ καὶ πνευματικὰ διαμετρικὰ ἀντίθετο πρὸς τὴν παράδοση τῆς Ὀρθοδόξου Ρωμιοσύνης.
Μὲ τὸ ἴδιο πνεῦμα ὁ καθηγητὴς κύριος Σταῦρος Γιαγκάζογλου ἀναφέρει: ἡ Ὀρθόδοξη Θεολογία ἐνεπλάκη στοὺς θεολογικοὺς προσανατολισμοὺς τῆς Δύσεως ἤδη ἀπὸ τὸν 17ο καὶ 18ο αἰῶνα, ὅταν κλήθηκε νὰ τοποθετηθεῖ ἀπέναντι στὶς Δυτικὲς ὁμολογίες πίστεως. Μὲ αὐτὲς τὶς προϋποθέσεις δὲν προκαλεῖ ἔκπληξη τὸ ὅτι φτάνοντας στὰ μέσα τοῦ περασμένου αἰῶνα διαπιστώνουμε ὅτι ἡ ὀρθόδοξη ἀκαδημαϊκὴ θεολογία ἐν πολλοῖς ἔχει ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ βασικὲς ὀρθόδοξες θεολογικὲς θέσεις καὶ ἀγνοεῖ σχεδὸν πλήρως τὴν ἡσυχαστικὴ Νηπτικὴ Πατερικὴ Παράδοση.
Χαρακτηριστικὴ ἡ περίπτωση, νομίζουμε ὅτι εἶναι ἡ δημοσίευση τοῦ ἔργου τοῦ καθηγητοῦ Παναγιώτου Τρεμπέλα, Μυστικισμός, Ἀποφατισμός, Καταφατικὴ θεολογία, Ἀθήνα 1974, ὅπου ὁ συγγραφέας καταφέρεται μὲ σφοδρότητα στοὺς βίους καὶ τὰ ἱερὰ συγγράμματα τῶν Ἁγίων Συμεῶν τοῦ Νέου Θεολόγου, Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καὶ ἰδιαιτέρως τοῦ Ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου.
Κατὰ τὴν ἀμέσως προηγούμενη περίοδο, τὸ 1957, ἔλαβε χώρα ἡ ἔκδοση τῆς Φιλοκαλίας τῶν Ἱερῶν Νηπτικῶν. Ἡ κριτικὴ ἔκδοση τῶν συγγραμμάτων τοῦ Ἁγίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου στὶς ἀρχὲς τῆς δεκαετίας τοῦ '60, ἡ κριτικὴ ἔκδοση τῶν συγγραμμάτων τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ τὸ 1962, καὶ διάφορες ἄλλες φιλοκαλικὲς ἐκδόσεις καὶ μελέτες, οἱ ὁποῖες ἐντυπωσίασαν καὶ ἐξέπληξαν τόσο πολὺ τοὺς δυτικοτραφεῖς θεολόγους ὥστε νὰ θεωρήσουν ὑποχρέωσή τους νὰ "προστατεύσουν", ἐντὸς εἰσαγωγικῶν, τὴν ἐκκλησία ἀπὸ τὶς πεπλανημένες τάχα ἰδέες καὶ τὰ βιώματα τῶν ἐν λόγῳ Ἁγίων.
Ἐνδεικτικὰ ἀναφέρουμε τοὺς χαρακτηρισμοὺς στὸ ἐν λόγῳ τεῦχος τοῦ κυρίου καθηγητῆ, ὁ ὁποῖος θεωρεῖ ὡς καινοφανεῖς καὶ παραδόξους, ἐὰν μὴ αἱρετικάς, τὰς διδασκαλίας τοῦ Ἁγίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου, καὶ τονίζει χαρακτηριστικά, παραχωροῦμεν εἰς τὸν Φύσερ (Fisher) νὰ ἐπιβάλλει αὐτὸς τέλος εἰς τὰς περὶ μυστικῆς θεολογίας καὶ μυστικισμοῦ γενικὰς ταύτας παρατηρήσεις μας.
Ἀλλοῦ γράφει, θὰ ἐχαρακτηρίζομεν τὰς ὀπτασίας ταύτας τοῦ Ἁγίου Συμεὼν ὡς ὅλως ὑποκειμενικὰ φαντάσματα, ἐνῷ γιὰ τὸν Ἅγιο Διονύσιο τὸν Ἀρεοπαγίτη ἀποφαίνεται ὅτι δὲν δύναται νὰ καταριθμηθεῖ εἰς τοὺς Ἁγίους Πατέρας.
Ὁμοίως δυσκολεύεται νὰ δεχθεῖ καὶ τὴν περὶ ἀκτίστων ἐνεργειῶν Θεολογίαν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας, ὡς δυσκόλως συμβιβαζομένη πρὸς τὴν ἁπλότητα τῆς θείας οὐσίας καὶ πρὸς τὸ ἀναφὲς καὶ ἀπολύτως ἀπροσπέλαστον αὐτῆς.
Τὸν δὲ Στῦλον τῆς Ὀρθοδοξίας, τὸν Ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ, βρίσκει ἔν τινι μέτρῳ εἰς τὴν αὐτὴν μετὰ τοῦ Βαρλὰμ παρασυρθέντα σύγχυσιν κατὰ διεύθυνσιν ἀντίθετον.
Μέσα σὲ αὐτὸ τὸ θεολογικὸ καὶ πνευματικὸ κλίμα τῆς παραθεωρήσεως καὶ ἐνίοτε ὑποτιμήσεως τῆς Πατερικῆς Θεολογίας καὶ βιωτῆς, βρέθηκε καὶ ἀναγκαστικὰ ἀνατράφηκε ὁ μακαριστὸς Γέρων Αἰμιλιανός, ἰδιαίτερα ὡς φοιτητὴς τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς. Ὡστόσο, χάρη σὲ κάποιες περιστάσεις καὶ πνευματικὲς ἀφορμές, κυρίως ὅμως, ὅπως νομίζουμε ἐξ ἄλλης δυνάμεως, αὐτῆς τῆς Θείας Χάριτος, ὠθούμενος καὶ φωτιζόμενος, διέκρινε καὶ προέκρινε τὴν ζώπυρη καὶ ζωηφόρο Ἐκκλησιαστικὴ Πατερικὴ Θεολογία.
Σὲ αὐτὴ τὴν ἀναζήτηση ἀνακάλυψε τὸν τότε φιλομόναχο Μητροπολίτη Τρίκκης καὶ Σταγῶν Διονύσιο, ὁ ὁποῖος παρ' ὅλη τὴν πολυτάραχη ζωή του, διεῖδε καὶ διαισθάνθηκε μὲ τὴν ἐσωτερική του πνευματικὴ αἴσθηση, τὸν ἀπέραντο πνευματικὸ πλοῦτο ποὺ ἦταν ἀποτεθησαυρισμένος εἰς τὰ Ἱερὰ Πατερικὰ κείμενα, καθὼς καὶ τὴν ζωτική τους σημασία γιὰ τὴν ἀναγέννηση τῆς Ἐκκλησιαστικῆς καὶ Μοναχικῆς ζωῆς. Γιὰ αὐτὸ κατέβαλε κάθε δυνατὴ προσπάθεια προκειμένου νὰ συγκεντρώσει καὶ νὰ καταγράψει κατὰ θέματα τὰ πνευματικὰ βιώματα τῶν Πατέρων καὶ ἐξέδωσε τὸ 1969 τὸ βιβλίο Ἀνατολικὸς Ὀρθόδοξος Μοναχισμὸς κατὰ τὰ Πατερικὰ Κείμενα.
Τὸ 1960 ὁ πατὴρ Αἰμιλιανὸς ἐπιλέγει γιὰ καθοδήγηση τὸν Μητροπολίτη Διονύσιο, κείρεται μοναχός, χειροτονεῖται διάκονος καὶ πρεσβύτερος, καὶ τὸ 1962 προχειρίζεται Ἀρχιμανδρίτης στὴν Ἱερὰ Μονὴ τοῦ Μεγάλου Μετεώρου. Ἐκεῖ συνεχίζει τὴν ἐντρύφηση στὴν πνευματικὴ μελέτη, ἰδιαίτερα τῶν Νηπτικῶν Πατέρων, σὲ συνδυασμὸ μὲ τὴν ἔμπρακτη μοναχικὴ ζωὴ καὶ τὴν καθημερινὴ λειτουργικὴ λατρευτικὴ ζωή.
Μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία μυστικῶς ἐπενεργεῖ μέσα στὸν πατέρα Αἰμιλιανὸ καὶ τὸν καθοδηγεῖ στὴν βίωση τῆς Νηπτικῆς Παράδοσης, ἐπέρχεται μία σταδιακὴ ἐπανέναρξη καὶ ἀναβίωση τοῦ μοναχισμοῦ τῶν Μετεώρων, ἡ ὁποία εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τὴ συγκέντρωση ἀδελφῶν ἱκανῶν νὰ ἀπαρτήσουν καὶ νὰ λειτουργήσουν μία συγκροτημένη ἀδελφότητα.
Μέσα στὰ πλαίσια τῆς λειτουργίας τῆς Ἱερᾶς Μονῆς ἐξέχουσα θέση προσλαμβάνει μαζὶ μὲ τὴν συχνὴ μυστηριακὴ ζωὴ καὶ τὴν πρακτικὴ ἐνάσκηση τῶν ἀρετῶν, ἡ διδαχὴ τῶν ἀδελφῶν τῆς Μονῆς, ἰδιαίτερα μέσα ἀπὸ τὴν ἀνάλυση τῶν κειμένων τῶν ἱερῶν Νηπτικῶν Πατέρων.
Παρατηροῦμε λοιπὸν μία ἀφοσίωση καὶ ἀποκλειστικὴ ἐνασχόληση τοῦ πατρὸς Αἰμιλιανοῦ μὲ τὰ Πατερικὰ κείμενα ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἐμπνέεται, ὁδηγεῖται καὶ φωτίζεται στὸν καθημερινὸ πνευματικό του ἀγῶνα, αὐτὸν τῆς μοναχικῆς ζωῆς. Μέσα ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἐμπειρικὴ ἐφαρμογὴ τοῦ βιωματικοῦ λόγου τῶν Πατέρων καθοδηγεῖται στὴν κατανόηση τοῦ μυστηρίου τῆς Ὀρθοδόξου Θεολογίας, καὶ ἐν συνεχείᾳ στὴν ἐπιτυχῆ προσφορά του στοὺς πιστοὺς τῆς σύγχρονης ἐποχῆς.
Ἔτσι λοιπόν, αὐθόρμητα καὶ φυσιολογικὰ κατανοεῖ ὁ πατὴρ Αἰμιλιανὸς ὅτι ἡ βαθύτατη πνευματικὴ διεργασία στὸν ἄνθρωπο ὅταν ἀκολουθεῖ τὴν αὐθεντικὴ ζωὴ καὶ διδασκαλία τῶν Ἁγίων Πατέρων, ὁδηγεῖ στὴν σύζευξη ὅλων τῶν δυνάμεων καὶ δυνατοτήτων τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸν ἕνα καὶ μοναδικὸ σκοπό του, τὸν Ἁγιασμὸ καὶ τὴν Θέωσιν.
Ὁ διαχωρισμὸς ὁ ὁποῖος ἐπιχειρεῖται ἀπὸ ἄτομα ἄγευστα τῆς πνευματικῆς ἐμπειρίας μεταξὺ τοῦ θεσμοῦ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ Χαρισματικοῦ βιώματος, διὰ μέσου ἰδίως τοῦ μοναχικοῦ Νηπτικοῦ βίου, εἶναι ἐντελῶς ἐξωπραγματικὴ καὶ αὐθαίρετη, χωρὶς καμία στήριξη στὸ διαχρονικὸ βίωμα τῆς Ἐκκλησίας.
Ὅπως ὀρθότατα ἀναλύει ὁ Γέροντας γιὰ νὰ ἀξιωθεῖ κανεὶς νὰ συμμετάσχει καὶ νὰ ζήσει μὲ καρδιακὴ συμμετοχὴ καὶ πνευματικὴ αἴσθηση τὸ ἱερὸ Μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας, χρειάζεται ἀπαραίτητα ὡς ἀναγκαῖα προϋπόθεση τὴν ἐργασία τῆς Νήψης καὶ τῆς κάθαρσης τοῦ νοῦ, ὥστε ἀπαλλαγμένος ἀπὸ κατὰ τὸ δυνατὸν ἀπὸ τὰ ποικιλόμορφα πάθη τῆς ψυχῆς νὰ δυνηθεῖ νὰ προσεγγίσει ἔστω καὶ κατ' ὀλίγον τὸν ἄφθονο πλοῦτο τον θείων Δωρεῶν.
Δὲν νοεῖται Νηπτικὴ πνευματικὴ ἐργασία χωρὶς συνεχόμενη Λειτουργικὴ καὶ Μυστηριακὴ ζωή, καὶ ἀντιθέτως, λειτουργικὴ ζωὴ χωρὶς προηγούμενη ἔμπονο ἐργασία Νοερᾶς Προσευχῆς καὶ Νήψεως.
Ἄλλωστε εἶναι προφανὲς καὶ ξεκάθαρο γιὰ κάθε ἀπροκατάληπτο μελετητὴ τῶν Πατερικῶν ἔργων ὅτι οἱ Πατέρες καὶ ὅταν δὲν ἀναφέρονται συγκεκριμένα στὴ μυστηριακὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, ἐν τούτοις τὰ βιώματά τους ἑδράζονται σὲ αὐτὴν καὶ ἀποτελοῦν συνέχεια τῆς Λειτουργικῆς ἐμπειρίας τους.
Γράφει λοιπὸν ὁ πατὴρ Αἰμιλιανός: πρῶτα ἀπὸ ὅλα ὁμιλῶντας περὶ Προσευχῆς πρέπει νὰ ποῦμε ὅτι ἡ Προσευχὴ δὲν εἶναι ποτὲ μόνη της. Δὲν μπορῶ νὰ πῶ ὅτι προσεύχομαι ὡς ἔχουμε ἐξηγήσει διὰ πολλῶν πολλάκις, δὲν μπορῶ νὰ πῶ ὅτι προσεύχομαι ἂν αὐτὴ ἡ προσευχή μου δὲν εἶναι συνδυασμένη μὲ κάτι ἄλλο, εἶναι μερικὰ πράγματα τὰ ὁποῖα πηγαίνουν μαζί. Δὲν μπορεῖς νὰ ξεχωρίσεις τὸ ἕνα ἀπὸ τὸ ἄλλο ἢ παραδείγματι ὅταν ὁμιλεῖ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος περὶ Πίστεως, ὁμιλεῖ μόνον περὶ πίστεως καὶ ὄχι περὶ ἔργων, ἀλλὰ γιατί; Διότι ὅταν λέγει Πίστις ἐννοεῖ μία πίστη ποὺ ὑπάρχει καὶ ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὰ ἔργα. Ὅταν ὁ Ἰάκωβος ὁμιλεῖ περὶ ἔργων λέγει ὅτι καμία σημασία δὲν ἔχει ἡ πίστη χωρὶς αὐτά. Ὁμιλεῖ περὶ ἔργων συνεχῶς, γιατί; Διότι τὰ Ἔργα εἶναι ἡ ἀπόδειξις τῆς Πίστεως. Τὰ δύο αὐτὰ λοιπὸν εἶναι ἐντελῶς ἀλληλένδετα. Ἡ ἴδια συζυγία ὑπάρχει καὶ σὲ πολλὰ ἄλλα.
Καὶ ἐν προκειμένῳ, ἡ Προσευχὴ εἶναι συνδεδεμένη μὲ κάτι ἄλλο, μὲ τὴ λατρεία μας καὶ μάλιστα μὲ τὴν Θεία Κοινωνία. Ἐὰν δὲν ὑπάρχει λατρεία καὶ δὲν ὑπάρχει Θεία Κοινωνία, οὔτε Προσευχὴ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξει, πᾶσα προσευχὴ θὰ εἶναι ψευδής. Ἐὰν ὑπάρχει λατρεία καὶ δὲν ὑπάρχει ἔντονος πνευματικὴ προσευχή, ἐσωτερική, δυνατή, κράζουσα προσευχή, νὰ εἶστε βέβαιοι ὅτι ἡ Λατρεία μας καὶ ἡ Θεία Κοινωνία εἶναι ματαία. Φαίνεται ἐδῶ ὅτι ὁ γέροντας υἱοθετεῖ μία ὑπερβολικὰ ἀπόλυτη στάση, ὡστόσο θεωροῦμε ὅτι ἡ στάση του δὲν εἶναι οὔτε ἀπόλυτη οὔτε ὑπερβολική, ἀλλὰ ἡ φύση τῆς πνευματικῆς ἐργασίας ἐμπεριέχει καὶ διαφωτίζει τὴν ἔννοια τῆς ἀλήθειας ἢ τοῦ ψεύδους γιὰ τὸν πνευματικὸ ἀγῶνα κάθε ἀνθρώπου.
Ἐπίσης, ἡ ἔννοια τῆς ἔντονης πνευματικῆς προσευχῆς δὲν ὑπονοεῖ τὴν προϋπόθεση μιᾶς τελικοῦ βαθμοῦ πνευματικῆς κατάστασης, ἀλλὰ σὲ ὁποιονδήποτε βαθμὸ καὶ ἂν βρίσκεται ὁ ἀγωνιζόμενος, ὀφείλει νὰ ἐργάζεται μὲ Καρδιακὴ Προσευχὴ καὶ Νήψη, ἀλλιῶς κινδυνεύει νὰ βρεθεῖ ἡ λατρευτική του ζωὴ μάταιη.
Ἕνα ἄλλο σημεῖο διαφοροποίησης καὶ ἔλλειψης πνευματικῆς προσέγγισης καὶ κατανόησης τοῦ Ἱεροῦ Μυστηρίου τῆς Θείας Εὐχαριστίας εἶναι ἡ διατύπωσις τοῦ ἰσχυρισμοῦ ἀπὸ ὁρισμένους ὅτι στὴ διάρκεια τῆς Θείας Λειτουργίας δὲν ἐπιτρέπεται, δὲν πρέπει νὰ προσευχόμεθα καὶ μὲ τὴν Νοερὰ Προσευχή, τὴν Εὐχὴ τοῦ Ἰησοῦ, γιὰ νὰ μὴν ἀποσπώμεθα ἀπὸ τὴν Θεία Λατρεία.
Ὁ γέροντας Αἰμιλιανὸς ἀπαντᾶ σὲ αὐτὸ τὸ θέμα, ἤρεμα καὶ ἀπαθῶς, ἀναλύοντας γιατί αὐτὴ ἡ ἄποψη δὲν εἶναι σωστή. Συγκεκριμένα ἀναφέρει: Τίθεται ὅμως τὸ ἐρώτημα, πῶς μπορεῖ νὰ συνδυαστεῖ ἡ παρακολούθηση τῶν νοημάτων μὲ τὴν Εὐχὴ κατὰ τὴν διάρκεια τῆς Λατρείας; Πολὺ εὔκολα: ὅπως συμβαίνει νὰ ἔχουμε δύο πράγματα στὸ μυαλό μας, νὰ ἀκοῦμε παραδείγματος χάριν κάποιον, καὶ νὰ σκεπτόμεθα τὸν πατέρα μας ποὺ δὲν ἦρθε, τὸ ἴδιο ἀκριβῶς μπορεῖ νὰ γίνει καὶ μὲ τὴν παρακολούθηση τῆς [Λατρείας] καὶ τὴν Εὐχή.
Δὲν εἶναι ἡ Εὐχὴ κάτι τὸ ξένο. Ἀποφεύγουμε κάθε τί ξένο καὶ βάζουμε μόνο τὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ ποὺ εἶναι τὸ δρὼν πρόσωπον. Διότι τί εἶναι ἡ Λατρευτικὴ Σύναξη; Εἶναι παράσταση τοῦ Χριστοῦ εἰς αὐτὸν τὸν Χριστόν, ὁ ὁποῖος ὁρᾶται ἐν τῇ Ἁγίᾳ Τραπέζι, ἐν τῷ ἱερῷ Εὐαγγελίω, ἐν τῷ ἱερῷ Ἀρτοφορείω, ἐν τῷ ἱερῷ Δισκοποτηρίω, ἐν τῇ μικρὰ Εἰσόδῳ ἐν τῇ μεγάλῃ Εἰσόδῳ, ἐν τὸ Φελονίω, ἐν τῷ Στιχαρίω, ἐν τῇ εὐλογίᾳ τοῦ Ἱερέως, ἐν παντὶ λέγομεν τὸ Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν με τὸν ἁμαρτωλόν, χωρὶς νὰ ἐπιτρέπουμε μηδένα λογισμόν. Εἶναι πάρα πολὺ ἁπλό, εἶναι συναφές. Δὲν χωρίζεται ἡ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου, δὲν μελίζεται, δὲν λέγει κάτι ἄλλο. Τὸν Χριστὸν ὁρῶμεν, τὸν Χριστὸν καταβιβάζομεν, εἰς τὸν Χριστὸν ὁμιλοῦμεν. Καὶ συνεχίζει: ἑπομένως πολὺ εὔκολα, πολὺ ἄνετα γίνεται αὐτὸς ὁ συνδυασμός, ἀρκεῖ νὰ ἔχουμε συνείδηση ὅτι Λατρεία εἶναι: Ἰδοὺ ὁ Χριστὸς παρών, καὶ τοῦ μιλᾶμε.
Ὅλα ὅσα λέμε, τὸ Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν με τὸν ἁμαρτωλόν, ποὺ μᾶς βάζει ἡ Μυστικὴ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, καὶ ὅτι βάζει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος στὸ στόμα μας τὴν ὥραν ἐκείνη εἶναι λόγια τοῦ Χριστοῦ.
Ἀλλὰ ἂν δὲν μποροῦμε καὶ τὰ δύο, ἂν ὑπάρχει τὸ πρόβλημα πῶς νὰ ἐπιτύχουμε τὸν συνδυασμὸ αὐτό, προτιμότερο εἶναι νὰ παρακολουθοῦμε τὰ λόγια καὶ σιγά-σιγά ὁ Θεὸς θὰ εὐλογήσει νὰ ἀναχθῶμεν εἰς πληρεστέραν κατανόησιν καὶ χώρισιν τοῦ οὐρανίου αὐτοῦ Μυστηρίου. Τὰ νοήματα τῆς Λατρείας μποροῦν βεβαίως νὰ γίνουν ἀφετηρία νὰ φτάσει κανεὶς στὴν Εὐχήν, ἀλλὰ δὲν χρειάζεται νὰ τὸ κάνουμε τεχνικά.
Ἡ Λειτουργία, ὅταν κάνουμε τὴν Εὐχὴ γίνεται κάτι τὸ πολὺ πιὸ ζωντανό, κάτι τὸ χειροπιαστό.
Στηριζόμενος λοιπὸν ὁ γέροντας Αἰμιλιανὸς στὰ πατερικὰ κείμενα καὶ στὰ πνευματικὰ βιώματα ποὺ ἀποτυπώνονται σὲ αὐτά, διασαφηνίζει ὀρθὰ καὶ μὲ τὴν διάκριση ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴν ἀνάλογη πνευματικὴ πεῖρα, ὅτι ἡ Εὐχὴ εἶναι ἀπόλυτα συμβατὴ μὲ τὴ θεία Λατρεία, ἐφόσον ἀποσκοποῦν καὶ οἱ δύο ἐργασίες στὸ νὰ συμμετάσχει ὁ ἄνθρωπος στὴν πνευματεύμφορη ἐν Χριστῷ ζωῇ. Ἐπειδὴ ὅμως γνωρίζει ὅτι αὐτὴ ἡ συνδυαστικὴ πνευματικὴ ἐργασία δὲν εἶναι δεδομένη γιὰ τὸν κάθε ἀρχάριο ἀγωνιστή, διευκρινίζει φιλάδελφα ὅτι ὅταν δυσκολεύεται κανείς, καλὸ εἶναι νὰ προσηλωθεῖ στὰ ἱερὰ λόγια τῆς θείας Λατρείας καὶ προϊόντος τοῦ χρόνου, αὐξάνοντας τὴν ἁγία γνώση, νὰ μπορέσει νὰ πλουτίσει τὴν Προσευχή του καὶ μὲ τὴν Εὐχὴ τοῦ Ἰησοῦ, ὥστε νὰ δυνηθεῖ νὰ ἀπολαύσει τὸν πλοῦτο της Χριστότητας τοῦ Κυρίου ἐνεργέστερα, βαθύτερα καὶ οὐσιαστικότερα.
Ὅπως εἶναι φυσικό, σὲ ἄλλα σημεῖα τῶν λόγων του ὁ γέρων Αἰμιλιανός, προσεγγίζει καὶ ἀναλύει τὶς πνευματικὲς προϋποθέσεις, οἱ ὁποῖες εἶναι ἀπαραίτητες γιὰ νὰ μπορέσει κανεὶς νὰ ἀρχίσει νὰ προσεγγίζει τὸ ἱερὸ Μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας καὶ τὸ βίωμα τῆς Νοερᾶς Προσευχῆς. Δὲν θὰ μποροῦσε λοιπὸν νὰ μὴν ἀναφερθεῖ στὴν βασικὴ πνευματικὴ ἐργασία τῆς Νήψεως καὶ τῆς Προσοχῆς, καὶ τὸ κάνει αὐτὸ ἑρμηνεύοντας τὸν περιεχόμενο στὴν Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν Νηπτικῶν λόγο τοῦ Ὁσίου Ἡσυχίου τοῦ Πρεσβυτέρου πρὸς Θεόδουλον, περὶ Νήψεως καὶ Ἀρετῆς. Τὰ σχετικὰ ἑρμηνευτικά του σχόλια ἐκδόθηκαν τὸ 2007 στὸν τόμο Λόγος περὶ Νήψεως - ἑρμηνεία εἰς τὸν Ἅγιο Ἡσύχιο.
Σχολιάζοντας λοιπὸν τὸ Νῆψις ἐστὶ μέθοδος πνευματική, ἀναφέρει τὰ ἑξῆς: Ὁ λόγος ἀρχίζει μὲ τὴ λέξη Νῆψις, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἀόριστη ἔννοια, ἀλλὰ ἐνέργεια ἢ καλύτερα ἡ ἐνέργεια, ἡ δουλειὰ τῆς ζωῆς μας, ἡ ἀποστολικὴ κλῆσις μας, οἱ πράξεις καὶ ἡ ζωή μας, θὰ λέγαμε δὲ καὶ ἡ ἀναπνοή μας ποὺ μᾶς τὴν ἐξασφαλίζει ἡ μοναστηριακὴ ἀτμόσφαιρα. Ὅπως ἂν σταματήσουμε νὰ ἀναπνέουμε ὁ ζωτικὸς ἀέρας θὰ πάψει νὰ εἰσέρχεται μέσα μας καὶ θὰ πεθάνουμε, ἔτσι καὶ ἂν μᾶς λείψει γιὰ μία στιγμὴ ἡ Νῆψις θὰ σταματήσει ἡ εἴσοδος στὴν ὕπαρξή μας τοῦ ζωαρχικοῦ ἀνέμου τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Μὴ ἔχοντας ὅμως τὸ Ἅγιον πνεῦμα, θὰ βρεθοῦμε σὲ μία ἀτμόσφαιρα ἀποπνικτική, μὴ χαρισματική, χωρὶς χαρά, χωρὶς ἄνεση καὶ εἰρήνη. Δὲν θὰ νιώθουμε βεβαιότητα στὴ ζωή μας, οὔτε ὁ Θεὸς θὰ ἀκούει τὴν Προσευχή μας. Ἡ Νῆψις δηλαδή, μᾶς δίνει τὴ δυνατότητα νὰ ἔχουμε τὸν Θεόν.
Συνεχίζει δὲ ὁ Γέροντας τὴν ἀνάλυση καὶ ἐμβάθυνση σχετικὰ μὲ τὴν ἐργασία τῆς Νήψεως στὸν Ἅγιο Ἡσύχιο. Ὁ νέος δέ, ὑπὸ Θεοῦ πλαστεῖς, καὶ γιὰ τὸν Θεὸ πεπλασμένος ἄνθρωπος, ἐνδύεται μὲ τὴ Βάπτισή του, τὴν Θεότητα, τὴν Χαρισματικὴ ζωή, ὁπότε τὸ Ἅγιον Πνεῦμα γίνεται ὁ κλῆρος τῆς ὑπάρξεώς του. Ἔκτοτε βάλλεται ἀδιαλείπτως ἔσωθεν ἀπὸ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα καὶ ἐκβάλλει ἀφ' ἑαυτοῦ τους σπινθῆρες, τὸ φῶς τῆς Θεότητος. Ἔτσι ὁ χοὺς τῆς γῆς γίνεται μὲ τὴν Νήψη σπινθηροβόλος ζωή.
Νῆψις, ἑπομένως εἶναι ἡ μέθεξις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τὸ κατ' ἐξοχὴν ἔργο καὶ κατόρθωμα ἡμῶν τῶν μοναχῶν ὡς Ἀποστόλων. Διότι ποιός εἶναι ὁ Ἀπόστολος καὶ ποιό τὸ ἔργο του; Ἀπόστολος εἶναι αὐτὸς ποὺ εἶδε καὶ ἐκλήθη ἀπὸ τὸν Θεό, ποὺ ἐνεργεῖται ἀπὸ τὸν Θεό, καὶ μὲ αὐτήν την θεοφορία του, μεταδίδει τὸν Θεὸν στοὺς ἄλλους. Αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι καὶ τὸ ἔργο τῆς Μοναχικῆς μας Πολιτείας.
Πλούσιος, ἑρμηνευτικὸς λόγος τοῦ Γέροντος Αἰμιλιανοῦ, ὁ ὁποῖος γεννᾶται ἀπὸ τὴν γνήσια καὶ ἔμπονο ἐσωτερικὴ Νηπτικὴ Πνευματική του ἐργασία, γιὰ αὐτὸ καὶ δύναται μὲ ἰδιαίτερη διεισδυτικὴ ὀξύτητα, νὰ κατανοεῖ, νὰ ἐμβαθύνει, καὶ νὰ προσφέρει μὲ σύγχρονο λόγο καὶ σκέψη τὴν αὐθεντικὴ Πατερικὴ Διδασκαλία.
Ἐνῷ λοιπὸν κατὰ τὴν νεανική του ἡλικία βρέθηκε ὁ πατὴρ Αἰμιλιανὸς σ' ἕνα Θεολογικὸ περιβάλλον ὅπου ἡ Νηπτικὴ Πατερικὴ Παράδοση ἐλάχιστα ἕως καθόλου ἔχαιρε ἐκτίμησης, ἐκεῖνος κληθείς, καὶ ὑπὸ τοῦ Θεοῦ ἐνεργούμενος, ἀγάπησε καὶ ἐμαθήτευσε μὲ ὅλη του τὴν καρδιὰ στοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ἀκολουθῶντας τὴν ἔνθεο ζωή τους μὲ ζῆλο καὶ ἀφοσίωση, ὥστε νὰ γίνει ἕνας ἀπὸ τοὺς ἀκρογωνιαίους λίθους τῆς πνευματικῆς ἀναγέννησης τῆς Ἐκκλησίας, καὶ τῆς ἐπανόδου στὴν βίωση τῆς Πατερικῆς καὶ Νηπτικὴς Ὀρθόδοξης Θεολογίας στὴν ἐποχή μας.
Γέρων Τύχων
Καθηγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Σταυρονικήτα Ἁγίου Ὄρους.
Ὀμιλία στὸ Διεθνὲς Θεολογικὸ Συμπόσιο γιὰ τὸν Γέροντα Αἰμιλιανό, Ἀθήνα, 9 Μαΐου 2026.
Πηγή: PemptousiaTv (πρόσβαση 16/5/2026).
Ἀπομαγνητοφώνηση, ὑπότιτλοι: Ἀναλόγιον, 16/5/2026.
https://analogion.