
«Ἡ γὰρ καύχησις ἡμῶν αὕτη ἐστί, τὸ μαρτύριον τῆς συνειδήσεως ἡμῶν, ὅτι ἐν ἁπλότητι καὶ εἰλικρινείᾳ Θεοῦ, οὐκ ἐν σοφίᾳ σαρκικῇ ἀλλ’ ἐν χάριτι Θεοῦ ἀνεστράφημεν ἐν τῷ κόσμῳ, περισσοτέρως δὲ πρὸς ὑμᾶς» (Β΄ Κορ. 1, 12). (: Ἔχομεν δὲ κάποιο δικαίωμα νὰ ζητῶμεν τὰς προσευχὰς ὅλων σας. Διότι ἐκεῖνο, διὰ τὸ ὁποῖον καυχώμεθα, εἶναι ἡ μαρτυρία τῆς συνειδήσεώς μας, ὅτι συμπεριεφέρθημεν μέσα εἰς τὸν κόσμον καὶ πρὸ παντὸς ἀπέναντί σας μὲ εὐθύτητα καὶ εἰλικρίνειαν, ὅπως ζητεῖ ὁ Θεός. Ὄχι μὲ σοφιστείαν καὶ μὲ χρησιμοποίησιν ἀπατηλῶν συλλογισμῶν, ποὺ μεταχειρίζονται οἱ ἄνθρωποι τοῦ κόσμου, ἀλλὰ μὲ τὸν φωτισμὸν καὶ τὰ σημεῖα, ποὺ μᾶς χαρίζει ὡς δωρεάν του ὁ Θεός).
Ἔτσι ἐνεργοῦν οἱ Ἅγιοι, μὲ τὸν φωτισμὸ τοῦ Θεοῦ.
- Λέγει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος:
«Τέτοιοι εἶναι ὅλοι οἱ Ἅγιοι. Ὅταν ἀπολαύσουν μεγαλύτερη τιμή, τότε δείχνουν μεγαλύτερη ταπείνωση. Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ ὁ Ἀβραάμ, συνομιλώντας μὲ τὸν Θεό, ἀποκαλοῦσε τὸν ἑαυτό του χῶμα καὶ στάκτη ἔτσι καὶ ὁ Παῦλος, ὅταν καταξιώθηκε νὰ δεῖ ἐκεῖνο τὸ θέαμα, τότε ὀνόμασε τὸν ἑαυτό του ἔκτρωμα».
- Ὁ Ἅγιος Σωφρόνιος τοῦ Ἔσσεξ μᾶς συμβουλεύει:
«Ὁ Θεός, παιδί μου, δὲν κρύβεται πίσω ἀπὸ τοὺς θάμνους! Οὔτε χρειάζεται νὰ σκαρφαλώσης στὰ βουνά, γιὰ νὰ τὸν συναντήσης!
Ἔρχεται Αὐτὸς καὶ σὲ βρίσκει, κάθε φορὰ ποὺ συγχωρεῖς κάποιον ποὺ σ’ ἔβλαψε, κάθε φορὰ ποὺ βοηθᾶς κάποιον ποὺ βρίσκεται σὲ ἀνάγκη… Ἕλκεται ἡ Θεία Χάρις, παιδί μου, δὲν ἐκβιάζεται…».
Ποιὰ εἶναι ἡ πίστη τῶν Ἁγίων; Μᾶς διδάσκει ἡ Ἁγία Μελανγκέλα, ἡ ἐρημίτισσα τῆς Οὐαλλίας (27 Μαΐου).
Ἡ Ἁγία Μελανγκέλα ἔζησε 600 περίπου χρόνια μετὰ τὴ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ (570-641 μ.Χ.). Γεννήθηκε στὰ κατάφυτα δάση τῆς Ἰρλανδίας. Ζοῦσε μὲ τοὺς γονεῖς της σ’ ἕνα μεγάλο πύργο, ὅπου εἶχαν πολλοὺς ὑπηρέτες, γιὰ νὰ τοὺς βοηθοῦν. Ἀπὸ μικρὴ ὑπάκουε τοὺς γονεῖς καὶ τοὺς δασκάλους της κι ἀπ’ ὅπου κι ἂν περνοῦσε, σκορποῦσε καλωσύνη καὶ χαρά. Βοηθοῦσε ὅλους τοὺς ἀνθρώπους μὲ προθυμία. Γιὰ τὸν καθένα ἔβρισκε πάντα ἕνα καλὸ λόγο. Γι’ αὐτό, ἦταν πολὺ ἀγαπητὴ σὲ ὅλους.
Ἀγαποῦσε πολὺ τὸν Κύριο, ποὺ δημιούργησε τὰ ἀγαπημένα της βουνά, τὰ ποτάμια, τὰ λουλούδια, τοὺς ἀνθρώπους. Μεγαλώνοντας, λοιπόν, ἀποφάσισε νὰ ἐγκαταλείψη τὰ πλούτη καὶ τὶς ἀρχοντικὲς συνήθειες καὶ ν’ ἀφιερώση τὴ ζωή της σὲ Ἐκεῖνον! Ἔζησε γιὰ δεκαπέντε χρόνια σὲ μία σπηλιὰ μέσα σὲ δάσος τῆς Οὐαλλίας. Ἡ ἁγιότητά της προσέλκυσε τὰ ζῶα καὶ τὰ πουλιὰ τοῦ δάσους, ποὺ δὲν τὴ φοβοῦνταν καθόλου! Τὰ φρόντιζε μὲ στοργὴ καὶ μοιραζόταν μ’ αὐτὰ τὸ λίγο φαγητὸ ποὺ εἶχε.
Κάποτε ἕνας πρίγκιπας τῆς περιοχῆς βγῆκε νὰ κυνηγήση μὲ τὰ λαγωνικά του, στὸ μέρος ὅπου ἀσκήτευε ἡ Ἁγία. Καθὼς κυνηγοῦσε ἕνα λαγό, ἔφτασε μαζὶ μὲ τὰ σκυλιά του σ’ ἕνα ξέφωτο, ὅπου ἡ Ἁγία συνήθιζε νὰ πηγαίνη, γιὰ προσευχή. Τὸ λαγουδάκι, γιὰ νὰ σωθῆ, ἔτρεξε μόλις τὴν εἶδε μὲ μεγάλη ἀγωνία καὶ κρύφτηκε κάτω ἀπὸ τὰ ροῦχα της. Ὁ πρίγκιπας διέταξε τὰ σκυλιά του νὰ τρέξουν κι ἐκεῖνα, ὅπως κάνουν συνήθως οἱ κυνηγοὶ σὲ αὐτὲς τὶς περιπτώσεις, ἀλλὰ αὐτὰ δὲν μποροῦσαν κἄν νὰ κουνηθοῦν ἀπὸ τὴ θέση τους. Προσπάθησε μὲ τὴν κυνηγετικὴ σάλπιγγα νὰ κάνη τὰ σκυλιὰ νὰ ψάξουν, ἀλλὰ οὔτε ἀπὸ τὴ σάλπιγγα ἔβγαινε ὁ παραμικρὸς ἦχος! Ἔκπληκτος πλησίασε τὴν Ἁγία Μελανγκέλα καὶ τῆς εἶπε:
– Τί κάνεις ἐσὺ ἐδῶ, ὁλομόναχη στὸ δάσος; Καὶ ποιὰ εἶσαι; Δὲν ξέρεις ὅτι τοῦτα τὰ μέρη εἶναι δικά μου; Τί ἔκανες στὰ σκυλιά μου καὶ δὲν μποροῦν νὰ κουνηθοῦν;
Τότε, ἐκείνη τοῦ μίλησε γι’ Αὐτὸν ποὺ δημιούργησε τὸν κόσμο καὶ προστατεύει ὅλα τὰ ἀδύναμα πλάσματα, ὅπως τὰ μικρὰ ζῶα. Τοῦ φανέρωσε πόσο πολὺ ἐπιθυμοῦσε ὅλοι οἱ ἄνθρωποι νὰ γνωρίσουν τὸν Χριστό. Ἐκεῖνα τὰ χρόνια σὲ ὅλη τὴν Εὐρώπη λίγοι εἶχαν γίνει Χριστιανοί. Ὁ πρίγκιπας θαύμασε τὴν πίστη της, συγκινήθηκε ἀπὸ τὰ λόγια της καὶ τῆς ἀπάντησε:
– Σοῦ χάριζω αὐτὸν τὸν τόπο, γιὰ νὰ κτισθῆ μία ἐκκλησία καὶ νὰ ἔρχωνται ἐδῶ οἱ ἄνθρωποι νὰ τοὺς μιλᾶς γιὰ τὸν Χριστό!
Ἔτσι, σ’ ἐκεῖνο τὸν τόπο ἔγινε μοναστήρι ὁλόκληρο μὲ ἡγουμένη τὴν ἁγία Μελανγκέλα. Κοντά της ἦρθαν κι ἄλλες νέες κοπέλλες, ποὺ μὲ τὴν καθοδήγησή της ζοῦσαν ἀγαπημένες καὶ δόξαζαν τὸν Θεὸ γιὰ τὸ μεγαλεῖο τῆς Δημιουργίας Του! Ἐπίσης, κοντὰ της ἔβρισκαν καταφύγιο πολλὰ λαγουδάκια – μὲ πρῶτο τὸ λαγουδάκι, ποὺ εἶχε σώσει καὶ ἔμεναν ἐκεῖ χωρὶς φόβο! Σιγὰ σιγὰ διαδόθηκε στὸν κόσμο ἡ φήμη γιὰ τὴ βασιλοπούλα, ποὺ ἔγινε μοναχή, κι ἔτσι ἄρχισαν νὰ καταφθάνουν ἐκεῖ πολλοὶ ἄνθρωποι, γιὰ νὰ τὴ συμβουλευτοῦν, νὰ τὴν ἀκούσουν καὶ νὰ δυναμώσουν τὴν πίστη τους μὲ τὰ σοφά της λόγια!
Ἔζησε ἔτσι τριάντα ἑπτὰ χρόνια!
Κι ὅταν ἦλθε ἡ ὥρα της, μοναχές, πουλάκια καὶ ζῶα τοῦ δάσους συγκεντρώθηκαν γύρω της, γιὰ νὰ τὴν ἀποχαιρετήσουν ἀπὸ τὴν ζωὴ ἐτούτη! Σήμερα, στὴν τοποθεσία ὅπου ἔζησε ὑπάρχει ἐκκλησία στὸ ὄνομά της καὶ ἀπὸ σεβασμὸ κανεὶς δὲν κυνηγάει στὴν περιοχὴ λαγούς.
Ἡ δοξασμένη Ἁγία τῆς Οὐαλλίας θεωρεῖται στὴν Ἀγγλία προστάτις τοῦ περιβάλλοντος!».
- Ὁ Ἅγιος Ἰάκωβος Τσαλικης θέλοντας νὰ μᾶς φανερώση ὅτι οἱ Ἅγιοι εἶναι ζωντανοὶ καὶ πάντα πρόθυμοι νὰ μᾶς βοηθήσουν, εἶπε:
«Μία μέρα ἤμουν πίσω ἀπὸ τὸ Ἱερὸ τοῦ ναοῦ, ὅπου ὑπάρχει μία μικρὴ κολόνα περιφραγμένη ἐκεῖ ποὺ ἦταν παλιὰ ἡ Ἁγία Τράπεζα. Βλέπω μπροστά μου νὰ περπατάει ἕνας ἱεροπρεπὴς ψηλὸς ἄνθρωπος μὲ ἀρχοντικὸ παρουσιαστικὸ καὶ ἄσπρα μαλλιὰ καὶ γένεια. Τοῦ λέω:
– Πάτερ μου, καλῶς ἤλθατε! Ποιὸς εἶστε;
– Εἶμαι ὁ Ἀνάργυρος Κῦρος καὶ πηγαίνω σ’ ἕνα διπλανὸ χωριὸ νὰ βοηθήσω ἕνα ἄρρωστο παιδί. Μὲ παρακάλεσαν οἱ γονεῖς του. Στὸ σπίτι τους ἔχουν τὴν εἰκόνα Κύρου καὶ Ἰωάννου τῶν Ἀναργύρων». Ἀμέσως χάθηκε ἀπὸ μπροστά μου. Φαινόταν ὅτι ὁ Ἅγιος εἶχε μόλις βγεῖ ἀπὸ τὴν ἐκκλησία. Στὶς λειψανοθῆκες ποὺ ἔχουμε ὑπάρχουν τὰ ἅγια λείψανα Κύρου καὶ Ἰωάννου». Καὶ συνέχισε ὁ Ἅγιος Ἰάκωβος:
“Νὰ ξέρεις, παιδί μου, ὁ Ἅγιος Κῦρος εἶναι ἡλικιωμένος, ἀλλὰ ὀμορφάνθρωπος. Οἱ ἄνθρωποι παρακαλοῦν τοὺς Ἁγίους καὶ ἐκεῖνοι πηγαίνουν καὶ τοὺς βοηθοῦν ἀσχέτως, ποὺ δὲν τοὺς βλέπουν οἱ ἴδιοι”».