Παρασκευή 15 Μαΐου 2026

ΜΟΝΑΧΟΣ ΘΕΟΔΟΣΙΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΑΤΗΣ

«Πνευματική φαρέτρα τοῦ Ὀρθοδόξου Χριστιανοῦ»

Διήγησις περί τῆς συγχρόνου ὁσίας Πελαγίας τῆς Καλυμνίας (+1986)

Ἕνας ἀπό τούς ἁπλοϊκούς καί χαριτωμένους μοναχούς τῆς Μονῆς Διονυσίου εἶναι καί ὁ μοναχός Θεοδόσιος. Κατάγεται ἀπό τήν Θεσσαλονίκη. Θά εἶναι περίπου τώρα 50 ἐτῶν (1999). Ἔχει ζήσει πάνω ἀπό 20 χρόνια στό Μοναστήρι του καί ἔχει διακονήσει σέ πολλά καί ἐξωτερικά διακονήματα. Τόν καιρόν αὐτόν ὅμως εὑρίσκεται στό πατρικό του σπίτι μέ ἄδεια τῆς Ἱερᾶς Μονῆς του, προκειμένου νά διακονήση τήν εὐσεβῆ μητέρα του στά τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς της, διότι δέν ἔχει πλήν αὐτοῦ ἄλλο παιδί στόν κόσμο.

Ὅταν τό 1999 ἐπέρασα  σάν ταπεινός προσκυνητής ἀπό το Μοναστήρι του, τόν συνάντησα καί πάλι. Τοῦ ἐπρότεινα νά μοῦ ὁμιλήση γιά Γεροντάδες τῆς Μονῆς του καί γιά ἄλλους  πού ἐγνώρισε. Δέχθηκε περιχαρής. Ἀκόμη μοῦ ἀπεκάλυψε ὅτι θά μοῦ ὁμιλήση καί γιά ἕνα νέο φωτολαμπῆ ἀστέρα, πού ἔλαμψε σ᾿ ἕνα μοναστήρι τῆς νήσου Καλύμνου. Κι αὐτή εἶναι ἡ Ὁσία Πελαγία, τήν ὁποίαν ὁ π. Θεοδόσιος εἶχε σάν πνευματική του μητέρα περισσότερα ἀπό 10 χρόνια.

-Λοιπόν, πάτερ Θεοδόσιε, πέστε μας πρῶτα κάτι γιά τήν ἄσκησι συγχρόνων Γερόντων τῆς Μονῆς σας.

-Πέρασαν , ἀλήθεια πολλά Γεροντάκια ἀπό τήν Μονή μας, ὅπως σήμερα εἶναι ὁ Γέρων Θεόκλητος καί μάλιστα ὁ Παπποῦς μας, Προηγούμενος παπᾶ Χαράλαμπος, οἱ ὁποῖοι πραγματικά ἀγωνίσθηκαν γιά τόν ἁγιασμό τῶν ψυχῶν τους.

Ὁ τελευταῖος, ὁ παπᾶ Χαράλαμπος ἦτο, ὡς γνωστόν, Καλογέρι τοῦ περιβοήτου ἀσκητοῦ τοῦ 20ου αἰῶνος Γέροντος Ἰωσήφ τοῦ Ἡσυχαστοῦ. Ἔζησαν μαζί σέ κάτι ἀσκητήρια τῆς Ἁγίας Ἄννης καί μετά ἦλθαν στήν Νέα Σκήτη. Ἀλλά καί ἀπό ἐκεῖ σκορίσθηκαν σέ διάφορα μέρη τοῦ Ἁγίου Ὄρους καί ἔκαναν ὁ καθένας τους δικές του συνοδίες.

Μᾶς ἔλεγε ὁ παπᾶ Χαράλαμπος γιά τόν Γέροντά του μοναχόν Ἰωσήφ, ὅτι μέ τήν προσευχή του ἔκανε καί θεραπεῖες ἀσθενῶν. Ὅμως ἐθεραπεύοντο ὅσοι τοῦ ἔκαναν ὑπακοή στίς ἐντολές του καί ὄχι ὅλοι.

Ἕνας ἄλλος ἀποστολικός Πατήρ τοῦ αἰῶνος μας ἦτο ὁ παπᾶ Ἐφραίμ Κατουνακιώτης. Τόν εἶχα ἐπισκεφθῆ πολλές φορές. Πάντοτε μᾶς ἐτόνιζε τήν ὑπακοή. Ἔλεγε: "Ἐδῶ ἤλθαμε γιά νά κάνουμε ὑπακοή. Δέν ἤλθαμε γιά νά κάνουμε προσευχή. Διότι ἀπό τήν ὑπακοή προέρχεται ἡ προσευχή. Καί ἀπό τήν προσευχή προέρχονται ἄλλες ἀρετές, ὅπως τά δάκρυα καί ὅλα αὐτά.

Κάποτε τόν ἐρώτησα ἐγώ γιά τήν ἐξομολόγησι, ἐάν δηλαδή, μετά τήν ἐξαγόρευσι τῶν ἁμαρτιῶν, φεύγουν καί ἀποπλύνονται ὅλα. Μοῦ εἶπε ὅτι φεύγουν ὅλα, ἀλλά μένουν οἱ οὐλές τῶν πληγῶν". Τόν ξαναρώτησα: "Καί πῶς γίνεται νά φύγουν καί οἱ οὐλές γιά νά καθαρισθῆ τελείως ὁ ἄνθρωπος; Καί ἐκεῖνος μοῦ εἶπε: "Παιδί μου, τά δάκρυα τῆς μετανοίας ξεπλύνουν τά πάντα μέσα μας". Ἀλλά καί τά δάκρυα προέρχονται ἀπό τήν προσευχή καί ἀπό τήν ὑπακοή.

Εὑρισκόμουν κάποτε στήν Μονή Παναγίας Ἐλεούσης στήν Περιοχή Ρόντσου Καλύμνου. Γνωρίζομαι μέ μία Γερόντισσα, τήν μοναχή Πελαγία καί τήν ἔχω σάν πνευματική μου μητέρα.

Ὅταν κάποια φορά ἐπῆγα μαζί της καί συνωμιλοῦσα, μοῦ ἦλθε ἀπό ἀπέναντι, δέν ξέρω ἀπό ποῦ, μία ἀπερίγραπτη καί ἀκατάληπτη εἰρήνη μέσα μου. Τότε θυμήθηκα αὐτό πού εἶπε ὁ Χριστός στούς Ἀποστόλους Του: "Εἰρήνην τήν ἐμήν δίδωμι ὑμῖν..."(Ἰωάν.14,27). Ἐγύρισα καί εἶπα στήν Γερόντισσα:

-Ἔχεις ἐσύ τέτοια πράγματα νά χαρίσης καί στούς ἄλλους;

Ἐκείνη ξαφνιάσθηκε. Συμμαζεύθηκε λιγάκι καί μοῦ εἶπε:

-Ἐάν πλησιάζης ἕναν ἄνθρωπο, πού ἔχει κάτι, τότε ἔρχεται καί σέ σένα κάτι ἀπό τό δικό του δῶρο.

Μ᾿ αὐτή τήν Γερόντισσα ἔχω πάρα πολλές ἐμπειρίες νά διηγηθῶ. Ἔχει τόση παρρησία στόν Κύριο μέ τήν προσευχή της, ὥστε, ὅταν τήν ἐπικαλοῦμαι γιά κάποιο θέμα ἤ δυσκολία μου, ὁπουδήποτε καί νά εὑρίσκομαι, αὐτή ἔρχεται ἀμέσως θαυματουργικά, διά τῆς Χάριτος καί δίνει λύσεις σ᾿ ὅλα τά προβλήματά μου.

Ἕνα παράδειγμα θά σοῦ εἰπῶ. Εὑρισκόμουν κάποτε σ᾿ ἕνα Κελλί τῶν Καυσοκαλυβίων. Δέν θά εἰπῶ τό ὄνομά του. Ἔμεινα τρεῖς ἡμέρες. Ἤμουν σέ ἀπελπιστική κατάστασι, διότι μέ εἶχαν καταφάγει οἱ ψύλλοι. Ὁ Γέροντας τοῦ Κελλίου ἐκείνου μᾶς ἔλεγε: "Ἄς μᾶς τσιμποῦν καί λίγο γιά νά μή τεμπελιάζουμε στήν προσευχή τοῦ Ἰησοῦ...". Ἐμένα ὅμως ἀπό τήν πρώτη βραδυά ὥρμησαν σάν μελίσσι οἱ ψύλλοι ἐπάνω μου καί δέν μ᾿ ἄφηναν νά κοιμηθῶ καθόλου. Οἱ πόνοι τοῦ σώματός μου ἦσαν ἀφόρητοι. Εἶχα τήν Γερόντισσα ἐκείνη μεσίτρια καί ἄρχισα νά τήν ἐπικαλοῦμαι νά μέ βοηθήση: "Γερόντισσα Πελαγία, ἔλα νά μέ ἐλευθερώσης. Μέ κατέφαγαν οἱ ψύλλοι...". Ὕστερα ἀπό λίγο αἰσθάνθηκα μέ βοή νά φθάνη στό κεφάλι μου καί σιγά σιγά τό σῶμα μου νά ἐλευθερώνεται ἀπό τούς ψύλλους. Καί σέ λίγο δέν ἔμεινε οὔτε ἕνας ἀπ᾿ αὐτούς τούς ληστές!  Τότε ἤμουν ἀκόμη κοσμικός. Ἐδόξασα τόν Θεό. Κατόπιν εἶχα τήν ἔγνοια πότε θά πάω στό μοναστήρι της στήν Κάλυμνο.

Μετά ἀπό λίγους μῆνες ἐπῆγα. Τήν εὑρῆκα καί τῆς εἶπα ὅτι ἡ προσευχή της μ᾿ἐλευθέρωσε ἀπό τούς ψύλλους. Ἐκείνη μοῦ εἶπε:

-Ἐγώ παιδί μου σ᾿ ἔχω σάν πνευματικό μου τέκνο. Ὅταν μέ ἐπικαλέσθηκες, ἀμέσως ἦλθα κοντά σου.

-Καλά, ἀφοῦ ἐγώ ἤμουν στό Ἅγιον Ὄρος καί σύ εἶσαι γυναῖκα, πῶς μπῆκες ἐκεῖ;

-Πῆγα μέ τήν δύναμι τοῦ Θεοῦ.

-Καί πῶς ἀνέβηκες τά ἀνηφορικά μονοπάτια τοῦ Ἄθωνος; Ἀφοῦ ἔχεις σακατεμένο τό ἕνα πόδι σου καί τό ἀριστερό χέρι σου ἀπό ἡμιπληγία.

-Ἐμένα, παιδί μου, μοῦ ἔδωσε ὁ Θεός ἄλλα πόδια καί ἔφθασα στά Καυσοκαλύβια.

Ἐγώ δέν εἶχα ἐπισκεφθῆ ὅλα τά ἀσκητήρια καί τά μέρη τῆς Σκήτης τῶν Καυσοκαλυβίων. Καί ἐξεπλάγην ὅταν ἄκουγα μία μισοπαράλυτη γριούλα μοναχή νά μοῦ περιγράφη μέ κάθε λεπτομέρεια τήν Σκήτη αὐτή. Γιά νά βεβαιωθῶ ὅτι ὅσα μοῦ ἔλεγε ἦσαν ἀληθινά, τήν ἑπόμενη φορά ἐπῆγα πάλι στά Καυσοκαλύβια καί ἐπῆγα στά μέρη πού μοῦ περιέγραφε ἡ Γερόντισσα Πελαγία. Ἦσαν ἀκριβῶς ὅπως μοῦ τά εἶχε πεῖ ἡ ἴδια. Τί μεγαλεῖα Θεοῦ εἶναι αὐτά, πάτερ μου !

Μετά ἐρώτησα τήν Γερόντισσα: Πές μου, Γερόντισσά μου, πῶς μοῦ ἔδιωξες τούς ψύλλους;

-Νά, ἦλθα κοντά σου, παιδί μου. Οἱ ψύλλοι πού εἶχες ἦσαν τά νύχια τοῦ διαβόλου. Δέν ἄρεσε στόν διάβολο τό προσκύνημά σου αὐτό στό Ἅγιον Ὄρος. Ἤθελε νά σέ διώξη καί πάλι γιά τόν κόσμο. Αὐτοί οἱ ψύλλοι ἦσαν χιλιάδες ἐπάνω σου...

-Καί ὕστερα, τήν ἐρώτησα, τί ἔγινε, Γερόντισσα;

-Ὕστερα, ἐσήκωσα τά χέρια μου στόν Χριστό καί τοῦ εἶπα: "Χριστέ μου πάρε καί σκότωνε...

Καί ἔβλεπες ἄλλους ψύλλους νά ψοφοῦν καί ἄλλοι νά τάσσονται σέ παράταξι καί νά φεύγουν ἀπό τό σῶμα σου. Ἐγώ τούς ἔβλεπα καί ἐφοβούμην μήπως αὐτή ἡ φάλαγγα πάει καί ἀνέβη στό σῶμα τοῦ Γέροντος τῆς Καλύβης. Ἐάν ἐπήγαιναν σ᾿ αὐτόν, ἦτο σίγουρο ὅτι θά ἔφευγε ἐκεῖνος ἀπό τό Κελλί του ἀπό τόν φόβο του. Ἀλλά δόξα τῶ Θεῶ, μέ τήν θεία ἐπέμβασι ἔφυγε ὅλο τό σμῆνος. Μετά ἦλθε μία φωνή καί μοῦ εἶπε: "Τώρα τό κρεββάτι τοῦ Θεόδωρου (ἔτσι μέ ἔλεγαν κοσμικόν) καθαρίσθηκε τελείως.

Τότε καί ἐγώ ξάπλωσα γιά λίγες ὧρες καί ξεκουράσθηκα. Εἷχα, βλέπεις, τρεῖς νύκτες νά κοιμηθῶ.

-Τί πνευματικούς ἀγῶνες ἔκανε ἡ Γερόντισσα Πελαγία;

-Αὐτή ἦτο ἀπό δύο ἐτῶν στά χέρια τοῦ Πνευματικοῦ της. Ἡ μητέρα της τήν προσήγαγε σ᾿ αὐτόν γιά νά μάθη νά ἐξομολογῆται ἀπό μικρή. Ἔτσι μέσα της φυτεύθηκε ἡ πίστις στόν Θεό, στήν Παναγία καί στήν Ἐκκλησία του. Γι᾿ αὐτό ἀξιώθηκε  ἀπό μικρό παιδάκι νά βλέπη συχνά τήν Παναγία μας καί τήν αἰσθανόταν σάν τήν μεγάλη της Μάννα. Ἔλεγε στούς γονεῖς της: "Ἀγαπῶ τήν Μεγάλη μας Μάννα καί θέλω νά εἶμαι στήν ἀγκαλιά της".

Ἀπό μικρή ἐπήγαινε στήν ἐκκλησία τοῦ χωριοῦ της γιά ν᾿ ἀνάψη τά καντήλια. Ἐπειδή λόγῳ τῆς ἡλικίας της, εἶχε κοντό ἀνάστημα, δέν ἔφτανε τά καντήλια καί χρησιμοποιοῦσε μία σκάλα. Τότε ἐμφανιζόταν ἡ Παναγία καί τῆς κρατοῦσε τήν σκάλα. Τήν ρωτοῦσε ἡ μικρή: "Γιατί ἦλθες καί μοῦ κρατεῖς τήν σκάλα; . "Ἄν δέν τήν κρατοῦσα, παιδί μου, θά εἶχες πέσει κάτω πολλές φορές.

Ἄκου κι ἕνα ἄλλο περιστατικό. Ὅταν ἐκοιμήθη ἡ μητέρα της, ἡ Γερόντισσα ἦτο 12 ἐτῶν κοριτσάκι. Ἡ μητέρα της ἦτο ἁγία γυναῖκα. Εἶχε τόν Πνευματικό της. Μέ χαρά παρέδωσε τό παιδί της στόν Χριστό καί στήν Παναγία. Πρίν πεθάνη ἦλθε ἡ Παναγία νά τήν ἐπισκεφθῆ. Τῆς εἶπε ἡ μάννα της:

-Παναγία μου, τί θά γίνη μέ τό Κατερινάκι μας, πού εἶναι μικρό; Ἄφησέ με ἀκόμη νά ζήσω νά τό μεγαλώσω καί μετά νά μέ πάρετε.

-Τό Κατερινάκι σου, τῆς ἀπήντησε ἡ Παναγία, τό ἀναλαμβάνω ἐγώ. Μέ εἶχε καί θά μέ ἔχη ἀπό τώρα Μάννα του δύο φορές. Θά τό περιποιοῦμαι σάν ἐσένα καί καλλίτερα.

Καί πράγματι. Ἐκοιμήθη ἡ Μητέρα της καί ἡ Παναγία ἐπῆρε τήν μικρή Αἰκατερίνη ὑπό τήν προστασία της. Συνήθιζε ἡ μάννα της, ὅταν ζοῦσε, τά Χριστούγεννα νά τῆς πηγαίνη δῶρα καί ὡραῖα φαγητά; Τό ἴδιο ἔκανε καί ἡ Παναγία. Ἐπάνω σ᾿ ἕνα δίσκο τῆς ἐπήγαινε γλυκά, φαγητά καί ἄλλα δῶρα.

Πρίν γίνη μεγαλόσχημη μοναχή εἶδε μέσα στήν ἐκκλησία τήν Παναγία μας, ἡ ὁποία τήν ἐκάλεσε κοντά της νά τῆς δείξη τό Σχῆμα πού θά φορέση. Τό εἶδε ἡ Δόκιμη Αἰκατερίνη καί ἐξεπλάγη, διότι τό Σχῆμα εἶχε καταυγασθῆ ἀπό θεῖο καί οὐράνιο ἀκτινοβόλο φῶς.

-Παναγία μου, δός μου τώρα αὐτό τό δῶρο, τῆς εἶπε.

-Ὄχι, ἀκόμη. Θά σοῦ τοῦ δώσω σέ ἕξι μῆνες, τῆς εἶπε ἡ Παναγία.

Καί πράγματι ὁ Γέροντάς της τήν ἐκάλεσε καί τῆς ἔδωσε τό Ἀγγελικό Σχῆμα τόν ἕκτον μῆνα.

Ὅταν ἔλαβε τό Μέγα καί Ἀγγελικό Σχῆμα, ἔκανε ἀρκετές χιλιάδες μετάνοιες καί εἶπε στόν Χριστό κλαίουσα: " Χριστέ μου, ἐγώ εἶμαι μία πολύ πτωχή κόρη, ἀλλά σοῦ ὑπόσχομαι νά κάνω ὅ,τι ἠμπορῶ γιά νά Σέ εὐαρεστήσω. Ἀλλά θέλω καί Σύ, Χριστέ μου, νά μοῦ δώσης τρία χαρίσματα:

Πρῶτον, νά βλέπω τούς ἄνδρες σάν ἀρκοῦδες γιά νά μή τούς σκανδαλίζω οὔτε καί νά σκανδαλίζομαι ἀπό τήν θωρειά τους.

Δεύτερον, νά ἔχω τήν καρδιακή προσευχή γιά νά εἶμαι μαζί Σου νύκτα-ἡμέρα  συνεχῶς καί

Τρίτον νά μή ξαπλώσω καθόλου σέ κρεββάτι.

Καί εἶχε νά ξαπλώση σέ κρεββάτι ἀπό τά 16 χρόνια της μέχρι τά 76.

Ὅταν τελείωσε αὐτή τήν ἱκεσία της, κατέβηκε ὁ Κύριος καί τῆς εἶπε: "Παιδί μου Πελαγία, ὅ,τι μοῦ ζήτησες ἀπό σήμερα θά τό ἔχης".

Τί ἀγῶνες πού ἔκαμε. Τί ξύλο ἔφαγε ἀπό τούς δαίμονες, ἀλλά καί πόσες πνευματικές παρηγορίες εἶχε!  Εἶχε πάντα μαζί της κάθε βράδυ τρεῖς Ἁγίους: Τούς Ἁγίους Μεγαλομάρτυρας Γεώργιο καί Δημήτριο καί τόν Ἰαματικό Παντελεήμονα.

Τώρα θά σοῦ εἰπῶ πῶς ἔλαβε πλουσίως τήν Χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, διότι, ὅταν ἔμπαινα στό κελλί της πάντα εὐωδίαζε. Καταλάβαινα ἐγώ ὅτι αὐτή ἡ εὐωδία προερχόταν ἀπό τήν ἴδια, ἀλλά δέν τολμοῦσα νά τῆς τό εἰπῶ. Εἶχα πλέον γνωριμία μαζί της πάνω ἀπό ἕξι χρόνια. Ἐκείνη ξεθάρρεψε, μ᾿ ἐμπιστεύθηκε καί ἄρχισε νά μοῦ λέγη τά μυστικά μεγαλεῖα της. Ἐπήγαινα στήν Μονή ἀπό τήν Θεσσαλονίκη τέσσερεις φορές τόν χρόνο. Μέ ἔνοιωθε σάν παιδί της καί ἐγώ τήν ἀποκαλοῦσα μητέρα μου.

-Τί εἶναι αὐτό πού εὐωδιάζει μέσα στό κελλί σου, Γερόντισσα; Τήν ἐρώτησα.

-Νά, βρέ παιδίμου, ἔχω τό θυμιατό ἐδῶ.

Τό θυμιατό ὅμως δέν ἔκαιγε καί δέν ὑπῆρχε μέσα οὔτε σκόνη, οὔτε θυμίαμα.

Τῆς εἶπα: Γερόντισσα, εἶμαι τόσα χρόνια μαζί σου καί σ᾿ ἀγαπῶ σάν μητέρα μου. Λοιπόν, τώρα λαμβάνω τό θάρρος σάν υἱός σου πνευματικός νά σέ παρακαλέσω νά μή μοῦ κρύψης τίποτε. Πόθεν προέρχεται αὐτή ἡ εὐωδία; Καί πῶς τήν ἀπέκτησες;

Χαμογέλασε, ἐδίστασε, σκεπάσθηκε μέ τό τσεμπέρι της καί μοῦ εἶπε:

-Ἄχ, δέν θέλω νά τά εἰπῶ, γιατί φοβᾶμαι μή τά χάσω.

Ἦτο πολύ ταπεινή μοναχή. Ἦτο καί ἡγουμένη διότι εἶχε καί 13 ὑποτακτικές τόν καιρόν ἐκεῖνον. Μπροστά τήν ἐπιμονή καί ὑπομονή μου ἐκάμφθη.

-Ἄκουσε παιδί μου, μοῦ εἶπε. Ἀπό παλιά περνοῦσε ἀπό ἐδῶ ἕνας θεολόγος καί ἐκήρυττε. Μᾶς ἔλεγε: "Ἄν δέν ἀποκτήσουμε τήν Χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, δέν κάναμε τίποτε.

Τότε κι ἐγώ ἄρχισα νά παρακαλῶ τήν Παναγία νά μοῦ στείλη αἰθητῶς τό Ἅγιον Πνεῦμα, χωρίς διακυμάνσεις καί μεταπτώσεις. Μία ἡμέρα, μοῦ εἶπε, μετά τήν θεία Λειτουργία, μπῆκα μέσα στό Ἱερό (ἦτο διαβασμένη ἀπό τόν ἀρχιερέα) γιά νά τακτοποιήσω μερικές μικροδουλειές. Τότε μέσα εἶδα ἕνα Πουλί. Ποῦ βρέθηκε τό Πουλί αὐτό ἐδῶ μέσα; Θά μᾶς κάνη καμμιά ζημιά...Σκέφθηκα. Ἔτσι σκεπτόμουν καί προσπαθοῦσα μέ τά χέρια μου νά τό ἀπομακρύνω πρός τά ἔξω. Σέ λίγο τό Πουλί πάει καί στέκεται ἐπάνω στό Ἅγιο Ποτήριο καί σέ λίγο μπῆκε μέσα...Κατάλαβα περί τίνος πρόκειται. Κι αὐτό τό ὑπερφυές γεγονός μοῦ ἔδωσε μία τέτοια χαρά, πού μόνο ἐγώ ἠμποροῦσα νά τήν γνωρίσω  σ᾿ ὅλο τό μεγαλεῖο της.

Σέ λίγο τό Πουλί βγῆκε ἀπό τό Ἅγιο Ποτήρι καί κάθισε ἐπάνω στόν ὦμο μου. Μετά μοῦ φάνηκε ὅτι τό Πουλί αὐτό μπῆκε στό στόμα μου, κατέβηκε μέσα στήν καρδιά μου καί  ἔμεινε ἐκεῖ.

-Τήν ἐρώτησα: Καί τώρα μιλᾶς μέ τόν Θεό, ὅ,τι ὥρα θέλεις;

-Ναί, ὅπως μιλῶ μαζί σου, μοῦ εἶπε, ἔτσι μιλάω καί μέ τόν Θεό. Τοῦ λέγω καί τοῦ ζητῶ ὅ,τι θέλω καί ἀνάλογα μέ τό συμφέρον τῶν ψυχῶν μας, ὁ Κύριος μέ ἀκούει καί κάνει τό θέλημά μου.

Τό τί πόλεμο τῆς ἐκαναν καθημερινά οἱ δαίμονες δέν περιγράφεται. Τῆς τραβοῦσαν καί πετοῦσαν τό κομποσχοίνι της μακριά. Τήν  κτυποῦσαν ἀλύπητα. Τήν ἐμπόδιζαν στήν καρδιακή της προσευχή. Ἄλλοτε τῆς εἶπαν οἱ δαίμονες ἀγριεμένοι: "Μᾶς ἔσπασες τά μυαλά μας....".

Πολλές φορές κατέβαινε τίς νύκτες φῶς ἀπό τόν οὐρανό σάν στήλη φωτεινή καί τήν περιέλαμπε ὁλόκληρη μέσα στό κελλί της. Στό μέσον ἐκείνου τοῦ φωτός ἐνίοτε ἦτο καί ὁ Χριστός, ὁ ὁποῖος κατέβαινε καί τήν εὐλογοῦσε. Τήν ρωτοῦσαν οἱ ὑποτακτικές της νά τούς εἰπῆ τί φῶς ἦτο πού φάνηκε τήν νύκτα στό κελλί της καί ἐκείνη τούς ἔλεγε μέ ταπείνωσι.

-Δέν ἦτο τίποτε. Κάτι μοῦ ἔπεσε τήν νύκτα κάτω καί ἄναψα σπίρτα καί φακό γιά νά τό εὕρω.

Ὅταν ἐπρόκειτο νά κοιμηθῆ ἡ μητέρα τῆς Ἀδελφῆς Εὐσεβίας, πού ἦτο κι αὐτή ἀπό τό ἴδιο Μοναστήρι, ἀλλά καταγόταν ἀπό τήν Κῶ, συνέβη τό ἑξῆς περιστατικό. Ἐκάλεσε ἡ γερόντισσα Πελαγία τήν μοναχή Εὐσεβία καί τῆς εἶπε:

-Χθές βράδυ εἶδα τούς Ἀγγέλους νά κατεβαίνουν στήν Κῶ καί ἐστάθηκαν ἐπάνω ἀπό τό σπίτι σου. Εἶδα ὅτι ἐπῆραν τήν ψυχή τῆς μητέρας σου καί τήν ὡδηγοῦσαν στόν θρόνο τοῦ Θεοῦ. Ἡ μητέρα σου εἶναι πολύ καλά, μέσα στόν παράδεισο, μαζί μέ τόν Χριστό καί δέν πρέπει ἐσύ νά λυπᾶσαι καθόλου. Ἀπεναντίας νά χαίρεσαι, ὅπως καί αὐτή θά εὔχεται γιά ἐμᾶς. Ὁ σκοπός γιά τόν ὁποῖον ἦλθε ἐπάνω στήν γῆν ἐπετεύχθη, δηλαδή νά πάη στά δεξιά τοῦ Ὑψίστου.

Τό πρωΐ ἐπῆραν τηλέφωνο ἀπό τήν Κῶ καί εἰδοποίησαν τήν ἀδελφή Εὐσεβία ὅτι ἐκοιμήθη ἡ μητέρα της.

Ὁσάκις πάτερ μου, ἐρχόμουν στό κελλί της πάντοτε εὐωδίαζε. Μιά φορά συζητούσαμε μαζί της καί ἀφοῦ τελειώσαμε τό θέμα μας, εἶπα ἐγώ ἀπό μέσα μου μέ τόν ἐνδιαθέτο λόγο:

Ἅγιε Νεκτάριε, πρέσβευε ὑπέρ ἡμῶν. Ἐκείνη χαμογέλασε. Τῆς λέγω:

-Γιατί γελᾶς;  Καί μοῦ εἶπε:

-Ποιόν Ἅγιο παρεκάλεσες νά προσευχηθῆ γιά ἐμᾶς;

-Ἐγώ ξέρω ποιόν Ἅγιο παρεκάλεσα, ἀλλά ἐσύ νά μοῦ εἰπῆς τί εἶδες. Πῶς ἔμαθες ὅτι προσεύχομαι σέ κάποιον Ἅγιο;

-Ἄκουσε, παιδί μου, ὅταν εἶπες μυστικά τήν προσευχή σου, ἐγώ εἶδα τόν Ἅγιο Νεκτάριο νά σηκώνη τά χέρια καί νά προσεύχεται ἐνώπιον τοῦ Χριστοῦ γιά ἐμᾶς.

Μία ἀπό τίς πολλές φορές πού εἶχε πάει στούς Ἁγίους Τόπυς νά προσκυνήση, ἐπῆγε καί στήν Μονή τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τοῦ Χοζεβίτου. Μόλις ἐπῆρε τό κερί καί τό ἄναψε καί ἤθελε νά τό βάλη στό μανουάλιο, εἶδε ἕνα ἄλλο ἀνθρώπινο χέρι πού ἐπῆρε τό κερί της καί τό ἔβαλε στό μανουάλιο. Τό εἶδε αὐτό τό θαυμαστό περιστατικό μία ἄλλη μοναχή, πού ἦτο ἐκεῖ καί δέν τήν ἄφηνε νά φύγη μέ κανένα τρόπο. Τῆς εἶπε: "Τό χέρι τοῦ Χριστοῦ ἦλθε καί σοῦ ἐπῆρε τό κερί νά τό ἀνάψη!.... Μά τί ἄνθρωπος εἶσαι ἐσύ! Μεῖνε μαζί μας.

Ἐκεῖ στήν Μονή τοῦ Χοζεβᾶ ἔμενε πολλές φορές ἡ μακαρία Γερόντισσα, διότι ἐκεῖ ὁ Θεός τῆς ἀπεκάλυπτε πολλά μυστήρια.

Κάποτε ἀγόρασα, σάν λαϊκός πού ἤμουν τότε, ἕνα αὐτοκίνητο. Τῆς εἶπα: "Κάνεις, Γερόντισσα, προσευχή, νά εἶναι τό αὐτοκίνητό μου καλοτάξιδο καί νά μέ φυλάγη ὁ Θεός ἀπό κινδύνους; Καί ἐκείνη ἄρχισε νά μοῦ περιγράφη τό αὐτοκίνητο. "Εἶναι ἕνα ἄσπρο, τάδε μάρκας, μέ τίς τάδε εἰκόνες μέσα κλπ.

Μία φορά ταξίδευα πηγαίνοντας μέ τήν μητέρα μου σ᾿ ἕνα μοναστήρι. Σέ μία στροφή ἔπρεπε νά ἀλλάξω τήν κασσέτα πού ἀκούγαμε μουσική καί μέ τό ἄλλο χέρι νά κρατῶ τό τιμόνι. Παραδόξως τό τιμόνι ἐγύρισε μόνο του καί συνέχισε τό αὐτοκίνητο, χωρίς νά καταλάβω τό πῶς. "Θυμᾶσαι, τότε πού ταξίδευες γιά τό τάδε μοναστήρι, μοῦ ἔλεγε κατόπιν ἡ Γερόντισσα Πελαγία, καί ἤσουν στήν τροφή καί θά πεταγόταν τό αὐτοκίνητό σου ἔξω ἀπό τόν δρόμο; Σέ ἔβλεπα πού ταξίδευες. Εἶδα τόν κίνδυνο καί ἦλθα νά σέ βοηθήσω.

Μιά φορά ἦλθε ἕνας μοναχός, ὁ ὁποῖος ἐπισκέφθηκε ὅλο τό Ἅγιον Ὄρος καί πουθενά δέν βρῆκε τόπο νά ἀναπαυθῆ. Μετά περιώδευσε τά νησιά τοῦ Αἰγαίου, ἦλθε στά Δωδεκάννησα, στήν Πάτμο, ἦλθε καί στήν Κάλυμνο. Ἐγώ τότε ἐπῆρα εὐλογία νά μένω μόνος μου σ᾿ ἕνα κελλάκι, πού λέγεται τῆς Ἁγίας Τριάδος καί εἶναι στήν ἴδια περιοχή μέ τήν Μονή, δηλαδή στήν Ρόντσου. Ἕνας γνωστός μου μοναχός ὁ π. Γεράσιμος μέ τηλεφώνησε νά τόν κρατήσω ἐκεῖ στά ἀσκητήρια τῆς Ἁγίας Τριάδος. Πράγματι τόν δέχθηκα. Σάν μοναχός πού ἦτο ἐκεῖνος, ἐνῶ ἐγώ ἤμουν κοσμικός, τοῦ ἔκανα σέ ὅλα ὑπακοή. Νά κάνω ὅλες τίς δουλειές. Μία ἡμέρα τοῦ εἶπα:

-Θά πάω μία βόλτα στήν παραλία νά περπατήσω. Αὐτός ἀντιδροῦσε λέγοντάς μου:

-Ἐγώ ἐδῶ εἶμαι ὑπεύθυνος καί δέν θά πᾶς.

Τοῦ εἶπα: Δέν σ᾿ἔφερα ἐδῶ γιά Γέροντά μου, οὔτε καί γιά Πνευματικό μου, ἀλλά ἀφοῦ θέλεις νά μοῦ κάνης τόν Γέροντα, τώρα ἀμέσως φεύγω καί πάω στήν Μονή τοῦ ἁγίου Παντελεήμονος. Ἔφυγα, ἀλλά ἤμουν ὅμως ταραγμένος. Τηλεφωνῶ τήν Γερόντισσα Πελαγία. Ἐκείνη μοῦ εἶπε ὅτι τά ἔπαθα αὐτά, διότι δέν τήν ἐρώτησα νά μάθω ποιό ἦτο τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Μοῦ εἶπε λοιπόν ὅτι δέν ἦτο θέλημα Θεοῦ πού ἐπῆρες αὐτόν τόν μοναχό στήν Ἁγία Τριάδα. Τῆς εἶπα ὅτι εἶμαι τώρα ὅλος ταραγμένος. "Καλά, μοῦ εἶπε, κλεῖσε τό τηλέφωνο καί περίμενε".

Ἐκείνη ἄρχισε τήν προσευχή καί μία ἀπερίγραπτη χαρά κατέκλυσε σέ λίγο τήν ψυχή μου. Μά τί δύναμι ἔχει τό κοσμποσχοίνι της! Νά τῆς ἀπαντᾶ ὁ Θεός γιά ὁ,τιδήποτε ζητήσει!...

Ἄλλοτε πάλι προγραμμάτισα νά πάω στήν Κάλυμνο τήν περίοδο τῆς 28ης Ὀκτωβρίου, ὅπου ἔχουμε ἀργίες κλπ. Κατώρθωσα καί πῆρα ἀπό τήν ὑπηρεσία μου, τόν Ο.Τ.Ε καί μία ἑβδομαδιαία ἄδεια καί ἀναζητοῦσα ἀεροπορικό εἰσιτήριο. Ἀλλά ἦτο τῶν ἀδυνάτων ἀδύνατον, λόγω πληθώρας ταξιδιωτῶν.

Μία ἡμέρα μεσημέρι ἦλθε στό σπίτι μου μία δεσποινίς ἀπό τά γραφεῖα εἰσιτηρίων. Μοῦ εἶπε: "Πήγαινε ἀμέσως ἐκεῖ, θέσεις εὑρέθησαν στίς ὧρες καί ἡμέρες πού θέλεις". Πράγματι ὁ Θεός τήν ἔστειλε καί τό θαῦμα εἶχε γίνει μέ τίς προσευχές τῆς θαυματουργοῦ Γερόντισσας Πελαγίας.

Ἔφθασα στήν Μονή της καί τῆς ἐζήτησε ἐξηγήσεις γιά τό θαυμαστό φαινόμενο πῶς εὑρέθησαν εἰσιτήρια. Ἐκείνη χαμογελοῦσε καί σκέπαζε τό πρόσωπό της μέ τό τσεμπέρι της. Τελικά μοῦ εἶπε:

-Ὅπως ξέρεις ἐγώ προσεύχομαι γιά σένα. Μία ἡμέρα μοῦ εἶπε τό κομποσχοίνι ὅτι ὁ Θεόδωρος θέλει νά ᾿ῤθῆ σέ σένα. Ἐγώ χαιρόμουν...Ἄλλη φορά πού προσευχόμουν μοῦ ἔλεγε τό κομποσχοίνι ὅτι ὁ Θεόδωρος θέλει νά ἔλθη ἀλλά δέν εὑρίσκει εἰσιτήριο. Τότε ἐγώ ἐπῆγα στούς Ἁγίους Ἀποστόλους, οἱ ὁποῖοι ἐγύρισαν ὅλο τόν κόσμο γιά τό κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ. Τούς εἶπα: "Ἅγιοι Ἀπόστολοι, κοσμογυρισμένοι, δέν μπορεῖτε νά βρῆτε ἕνα εἰσιτήριο γιά τό παιδί μου, τόν Θεόδωρο νά ἔλθη κοντά μου; Λοιπόν, νά τοῦ βρῆτε καί νά τοῦ τό δώσετε".

 Ἔτσι τούς εἶπε καί συνέχισε τήν προσευχή της γιά μένα.

Ὅταν βρῆκες τό εἰσιτήριο, μοῦ εἶπε ἡ Γερόντισσα, ἐμένα μέ πληροφόρησε ὁ Χριστός. Κι ἐγώ σέ περίμενα πλέον νά ἔλθης.

Τί νά σοῦ εἰπῶ; Ἡ παρρησία της πρός τόν Θεό καί ἡ ταπείνωσίς της, εἶναι ἄλλο πρᾶγμα!

Μία ἡμέρα μοῦ εἶπε: Τώρα κι ἐγώ ἐπειδή εἶδα ἄσχημη τήν ψυχή σου, σέ ἔκανα εὔμορφον. Δέν αἰσθάνεσαι κάτι;

-Γερόντισσα, κατι αἰσθάνομαι. Καί αἰσθάνθηκα μία πνευματική χάρις καί δύναμις νά ἔρχεται καί νά σκεπάζη τό κεφάλι μου....καί δέν μπορῶ νά εἰπῶ ἄλλα γιατί σχετίζονται μέ μένα. "Ο νοῶν νοείτω..

Μία εὐσεβής κυρία, γνωστή στήν Γερόντισσα Πελαγία, ἐπρόκειτο νά μεταφέρη στήν Ἀμερική μία εἰκόνα τοῦ ἁγίου Δημητρίου γιά νά τήν πωλήση. Τῆς εἶπε ἡ Γερόντισσα νά τήν πωλήση σ᾿ αὐτήν, διότι στήν Ἀμερική οἱ Καθολικοί καί Προτεστάντες δέν εὐλαβοῦνται καί δέν προσκυνοῦν τίς εἰκόνες τῶν Ἁγίων μας.. Ἐκείνη δέχθηκε. Τήν ἀγόρασε ἡ Γερόντισσα καί τήν τοποθέτησε στό προσκυνητάριο τοῦ ναΐσκου τοῦ ἁγίου Δημητρίου, πού βρίσκεται στόν χῶρο τῆς Μονῆς της. Ἡ ἐκκλησούλα αὐτή κτίσθηκε μέ ὑλικά πού τά μετέφερε Ὅλα στήν πλάτη της ἡ Γερόντισσα Πελαγία, ὅταν ἦτο νεώτερη μοναχή. Τόσο πολύ εὐχαριστήθηκε ὁ ἅγιος μαγαλομάρτυς Δημήτριος, ὥστε τήν νύκτα ἐκείνη ἦλθε στόν ὕπνο της καί τῆς εἶπε:

-Μέ ὑποχρέωσες πάρα πολύ μ᾿ αὐτό πού ἔκανες. Ὅταν πρόκειται νά φύγη ἡ ψυχή σου, ἐγώ θά ἔλθω νά τήν παραλάβω κι ἐγώ θά τήν παραδώσω ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καί θά Τόν παρακαλέσω ἐκ μέσης καρδίας νά σέ βάλη στόν καλλίτερο τόπο.

-Μία ἄλλη φορά, μοῦ ἔλεγε ἡ Γερόντισσα Πελαγία, ἦλθαν δύο δαίμονες, οἱ ὁποῖοι μοῦ ἔδωσαν τόσο ξύλο πού μέ σακάτεψαν. Ποτέ μου δέν εἶχα φάει τόσο ξύλο, ὅσο ἐκείνη τήν νύκτα ἀπό τούς δαίμονες. Ἄρχισα νά κλαίω. Κι ἐνῶ ἔκλαιγα, ἐσήκωσα τά μάτια καί εἶδα τό εἰκόνισμα τῆς Παναγίας μας. "Ἔε, Παναγία μου, τίς λέγω, βλέπεις πῶς μ᾿ ἔκαναν; Βγῆκε ἡ Παναγία ἀπό τήν εἰκόνα της καί κάθισε κοντά μου. Μ᾿ ἐρωτᾶ: "Παιδί μου Πελαγία, ποῦ σέ κτύπησαν;  Ἀμέσως μέ εὐλόγησε καί σταμάτησαν ὅλοι οἱ πόνοι μου.

Κάποια ἡμέρα ἀρώστησε ὁ Γέροντάς της, ὁ π. Κύριλλος. Αὐτός παλαιότερα εἶχε ἔλθει στό Ἅγιον Ὄρος. Ἔλαβε ἐδῶ τήν Χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος  καί ἡ ἴδια ἡ Παναγία τόν συμβούλευσε νά πάη στά Δωδεκάννησα γιά νά στηρίξη ἐκεῖ τούς ὀρθοδόξους Χριστιανούς. Λοιπόν, αὐτός ἦλθε στά νησιά μας καί οἱ πρῶτες ὑποτακτικές του ἦσαν ἡ Γερόντισσα Πελαγία μέ τήν ἀνεψιά της.  Τότε πού ἀρώστησε, μπῆκε στό νοσοκομεῖο τοῦ νησιοῦ. Ἡ Γερόντισσα Πελαγία τοῦ ἔκανε κομποσχοίνι ὅλο ἐκεῖνο τό βράδυ. Τήν ὥρα πού ἔκανε προσευχή τό κοσμποσχοίνι της διαλύθηκε καί μετετράπησαν οἰ κόμποι σέ ὡραῖα λουλούδια. Ἀμέσως ἦλθε Ἄγγελος Κυρίου καί τῆς εἶπε: "Πάρε αὐτά τά λουλούδια καί πήγαινέ τα στόν Γέροντά σου, στό νοσοκομεῖο. Ἐκεῖνος τά ἔλαβε καί ἐθαύμασε γιά τό περιστατικό αὐτό.

Ἐκεῖ πού εἶναι τό μοναστήρι τῆς Παναγίας τοῦ Ρόντσου ὑπάρχει ξηρασία καί ἔλλειψις ἐπαρκῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν. Κάποτε ἡ Γερόντισσα ἐπεθύμησε νά φάγη μελιτζάνες. Ἐπῆρε τό κοσμποσχοίνι της καί ἐφώναξε τόν Ἅγιο Γεώργιο. "Εε, ἐσύ, Ἅγιε Γεώργιε, δέν μπορεῖς μέ τό ἄλογό σου, πού τρέχεις παντοῦ, νά βρῆς καί νά μοῦ φέρης μελιτζάνες; Εἶμαι τόσες ἡμέρες νηστική καί ἐπεθύμησα νά φάω μελιτζάνες.

Μία γυναῖκα τοῦ γειτονικοῦ χωριοῦ, ἡ ὁποία εἶχε στόν κῆπο της μελιτζάνες, ἄκουσε μία δυνατή ἀνδρική φωνή στά αὐτιά της νά μαζέψη μελιτζάνες καί νά τίς πάη γρήγορα στήν Γερόντισσα Πελαγία στό Μοναστήρι της. Τίς ἐπῆγε καί τίς ἄφησε μπροστά στά πόδια της καί φανερα προβληματισμένη τήν ἐρώτησε: "Ποιός ἦτο αὐτός ὁ ἄνδρας πού ἦλθε καί μέ διέταξε, χωρίς νά τόν βλέπω, νά σοῦ φέρω τίς μελιτζάνες Γερόντισσα;

-Δέν ξέρω, δέν ξέρω, τί μοῦ λές παιδί μου, τῆς ἔλεγε ἡ Γερόντισσα. Δέν ξέρω ποιός σέ εἰδοποίησε νά τίς φέρης.

Τέτοια περιστατικά στήν ζωή της  εἶναι ἄπειρα. Ποῦ νά ἠμπορέσω ὅλα νά τά ἐνθυμηθῶ. Πολλά τά ἔχω γράψει καί ἴσως κάποτε νά ἐκδοθῆ ὁ ἅγιος βίος της ἀπό τό Μοναστήρι τῆς Παναγίας τῆς Ἐλεούσης Ρόντσου Καλύμνου.

Πρός τό τέλος τῆς ζωῆς της ὁ Θεός τῆς ἐχάρισε καί ἕνα ἐγκεφαλικό γιά νά τῆς λαμπρύνη περισσότερο τήν δόξα της στούς οὐρανούς.

-Αἰσθάνεσθε τήν παρουσία της κοντά σας καί μετά τήν κοίμησί της, πάτερ Θεοδόσιε;

-Ναί, τακτικώτατα. Τήν ἐπικαλοῦμαι στίς προσευχές μου καί τήν αἰσθάνομαι νά μέ βοηθεῖ. Αὐτή εἶναι πραγματική μου μάννα. Εἶναι περισσότερο ἀπό μάννα. Λοιπόν, ὁ Θεός δέν εἶναι προσωπολήπτης. Στό μέτρο πού ἀγωνιζόμεθα μᾶς δίδει καί τίς ἀνάλογες πνευματικές χορηγίες.

Ἡ Γερόντισα Πελαγία εἶχε ὑπομονή στίς θλίψεις καί στούς πειρασμούς. Ἔκανε νικηφόρους ἀγῶνες κατά τῶν δαιμόνων. Ἀντιστεκόταν μέ φρόνημα ἀνδρικώτατον.

Ἡ προσευχή της γιά τόν κόσμο ἦτο ἀκατάπαυστη. Ἀντί γιά κρεββάτι ἐξάπλωνε 2-3 ὧρες σέ μία πολυθρόνα γιά νά ξεκουρασθῆ λιγάκι καί τίς ὑπόλοιπες ὧρες συνεχῶς προσευχόταν. Ὁ Χριστός καί αὐτή εἶχαν γίνει ἕνα. Εἶχε ἐπέλθει μία ὑποστατική ἕνωσις μεταξύ τοῦ Πλαστουργοῦ καί τοῦ πλάσματός Του διά τῆς Χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Μία φορά ἐπῆγα στό μοναστήρι της καί δέν ἤμουν ἐξομολογημένος. Ὁπότε αὐτή μοῦ εἶπε: "Βρέ Θεόδωρε, βλέπω ἀγκάθια γύρω σου...

-Ποιός σοῦ τά λέγει αὐτά, Γερόντισσα; Βλέπεις τόν ἄγγελό μου ἤ τόν διάβολο πού μέ ἐνοχλεῖ;

-Καί τούς δύο τούς βλέπω, βρέ παιδί μου.

Αὐτή ὅποτε ἤθελε ἐπήγαινε στόν παράδεισο. Εἶχε τέλειες ἀδελφικές σχέσεις μέ τούς ὅλους τούς Ἁγίους. Συνωμιλοῦσε μέ τήν Παναγία καί τήν καλοῦσε στήν κάθε περίστασι τῆς ζωῆς της ἤ ἄλλων ἀνθρώπων. Ἦτο ἑνωμένη μέ τόν οὐράνιο κόσμο. Ὅ,τι ζητοῦσε ἀπό τόν Χριστό τό εἶχε. Δέν χρειαζόταν νά κάνη ταξίδια. Ἐπήγαινε μέ τό πνεῦμα της ὅπου ἤθελε, ὅποτε ἤθελε καί ἔμενε ὅσο καιρό ἤθελε.

Νά ἔχουμε ὅλοι μας τήν εὐχή της καί νά τήν παρακαλοῦμε νά πρεσβεύη στόν Κύριό μας γιά τήν σωτηρία μας. Ἀμήν.

Ἡ Γερόντισσα Πελαγία σάν ἄνθρωπος γεννήθηκε τό 1910 καί ἐκοιμήθη τό 1986 στήν Κάλυμνο.

Μον. Δαμασκηνός Γρηγοριάτης 

Μέ τήν εὐλογία τοῦ πατρός Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου