«Πνευματική φαρέτρα τοῦ Ὀρθοδόξου Χριστιανοῦ»
Λέγουν ὡρισμένοι θεολόγοι τῆς Ἐκκλησίας μας ὅτι ἡ πρώτη ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ ἐλειτούργησε μέσα στόν παράδεισο τῶν Πρωτοπλάστων. Ἡ καθημερινή ἐπικοινωνία τους μέ τόν Θεόν, ἀποτελεῖ τήν πρώτη μορφή σχέσεως τοῦ Θεοῦ μέ τά πλάσματά του. Καί τότε οἱ Πρωτόπλαστοι δέν προσηύχοντο στόν Θεό, διότι δέν εἶχαν ἀπό κάτι ἀνάγκη. Οὔτε γιὰ τά ὑλικά τους ἀγαθά εἶχαν κάποια ἀνάγκη, οὔτε ἔπασχαν ἀπό κάποιο σωματικόν ἤ ψυχικόν πάθος. Ὁπότε ἡ πρώτη ἐπικοινωνία τους μέ τόν Θεό ἦταν θεωρητική. Δηλαδή ἐνατένιζαν καί δοξολογοῦσαν τόν Θεόν.
Ἡ πλάσις ἄλλωστε τῶν πρωτοπλάστων ἀπό τόν Δημιουργόν Θεόν ἀποσκοποῦσε στό νά συνεφραίνωνται καί συγχαίρονται μαζί Του τά αἰώνια ἀγαθά τῆς Ἐδέμ.
Ἔπρεπε ὅμως νά δοκιμασθοῦν ἀπό τόν Θεόν, ἐάν δηλαδή ἀγαποῦν μέ τήν καλή τους προαίρεσι νά ζήσουν ὁριστικά μετά τοῦ Δημιουργοῦ των Θεοῦ. Ὁ Θεός τούς ἔθεσε ἕναν ὅρον, νά μή φάγουν ἀπό τόν καρπόν ἑνός δένδρου, διότι θά ἀποθάνουν. Ἦλθε λοιπόν ὁ διάβολος, τούς ἐξηπάτησε καί τούς διήγειρε τήν περιέργεια. Ἐάν δηλαδή φάγουν ἀπ᾿ αὐτόν τόν ἀπαγορευμένον καρπόν, τί θά ὑποστοῦν; Ἄλλωστε δέν εἶχαν καί ἐμπειρία τοῦ θανάτου οὔτε κατανοοῦσαν πῶς θά εἶναι ἡ ζωή τους χωρίς τόν Θεόν. Δέν εἶχαν ποτέ ἀπό παλαιότερα ἄλλες παρόμοιες ἐμπειρίες.
Κατεπάτησαν τήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ. Εἶδαν ὅτι ἦσαν γυμνοί. Αὐτό σημαίνει ὅτι ἀπώλεσαν τήν Χάρι, διά τῆς ὁποίας ἐσκεπάζοντο τά γυμνά μέλη των καί δέν ἐσκανδαλίζοντο μεταξύ των, παρ' ὅτι ἦσαν γυμνοί. Ἔπαυσαν νά θεωροῦν καί νά δοξολογοῦν τόν Θεόν. Μάλιστα ἐκρύβοντο γιὰ νά μή τόν ἀντικρύσουν. Ἦτο ἄγνωστη γι᾿ αὐτούς τότε ἡ μετάνοια καί ἡ ταπείνωσις. Ἐκατάλαβαν ὅτι ἔσφαλαν, ἀλλά δέν ἤξεραν τόν τρόπον πῶς νά ἐπανορθώσουν τό σφάλμα τους.
Ἔκτοτε ἡ ζωή τους, ἀφ᾿ ὅτου διώχθηκαν ἀπό τόν Παράδεισο τῆς τρυφῆς, ἦτο ἐν μέσῳ πειρασμῶν τοῦ βίου καί περιπετειῶν. Καί πάλιν δέν εἶχαν τό θάρρος νά τόν πλησιάσουν μέ τήν σκέψι τους καί νά τοῦ ζητήσουν τήν συγχώρησι, τήν ὁποίαν καί θά ἐλάμβαναν.
Ἀφ᾿ὅτου οἱ ἄνθρωποι, μετά τήν πτῶσιν τῶν Πρωτοπλάστων, ἀπεμακρύνθησαν ἀπό τόν Θεόν, ἐλησμόνησαν τελείως τόν Θεόν καί ἄρχισαν νά λατρεύουν τά πολύτιμα γι᾿ αὐτούς στοιχεῖα τῆς φύσεως, ὅπως τά ποτάμια, τά βουνά, τά δένδρα κλπ. Ἔγιναν δηλαδή εἰδωλολάτρες καί προσηύχοντο στά εἴδωλα, τά ὁποῖα οἱ ἴδιοι κατεσκεύαζαν καί ἐλάτρευαν γιὰ θεούς. Οἱ προσευχές τους αὐτές, ἀφοῦ δέν ἀπευθύνοντο πρός τόν ἀληθινόν Θεόν, δέν τούς ἀπεκόμιζαν κάποια ὠφέλεια, ἐφ᾿ ὅσον ὀπίσω ἀπό κάθε ὑλικό στοιχεῖον ἤ εἴδωλον ἐκρύβοντο οἱ δαίμονες καί ἐδέχοντο αὐτοί τήν λατρείαν τῶν ἀνθρώπων, ἀντί νά τήν δέχεται ὁ Θεός.
Ὁ Θεός διά μέσου τῶν αἰώνων μετέδιδε κατά καιρούς τά μηνύματά του πρός τούς ἀνθρώπους μέ τά στόματα τῶν ἁγίων Προφητῶν του, οἱ ὁποῖοι μέ τήν δύναμι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐγνώριζαν τόν ἀληθινόν Θεόν καί προσηύχοντο γιά τόν κόσμον καί τούς λαούς ἐπί τῆς γῆς.
Ἔπρεπε μετά ἀπό χιλιάδες χρόνια, νά ἔλθη τό πλήρωμα τοῦ χρόνου γιὰ νά ἐξαποστείλη ὁ Θεός τόν Μονογενῆ του Υἱόν, καί διά τοῦ λυτρωτικοῦ του ἔργου νά ἐπιτευχθῆ ἡ ἐπανασύνδεσις καί ἐπανένωσις τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Δημιουργό του, τόν Θεόν.
Ἔτσι ἡ δυνατότης νά προσεύχονται ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, ἄρχισε μέ τήν παρουσίαν τοῦ Χριστοῦ στήν γῆ μας. Καί προσεύχονται ἀληθινά ὅσοι πιστεύουν στόν Ἰησοῦ Χριστό καί ἀκολουθοῦν τήν Ἁγία Ἐκκλησία Του. Προσεύχονται σήμερα καί οἱ ἀλλόθρησκοι καί οἱ ἑτερόδοξοι χριστιανοί καί οἱ ὀπαδοί τοῦ σατανᾶ καί τῶν μάγων τῆς Ἀφρικῆς, ἀλλά δέν δέχονται κάποια ἀληθινή εὐλογία καί ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ τῆς ἀγάπης. Ἡ προσευχή τους δέν εἶναι ἀληθινή, διότι δέν εἶναι ἀληθινός ὁ Θεός, πρός τόν ὁποῖον προσέρχονται. Δέν γνωρίζουν νά προσεύχονται, ἀφοῦ δέν γνωρίζουν τόν ἀληθινόν Θεόν.
Κατά τούς Πατέρας προσευχή σημαίνει μνήμη Θεοῦ καί ἀπόθεσις λογισμῶν καί προβλημάτων στόν Φιλάνθρωπο Θεό μας. Ἡ συνεχῆ μνήμη τοῦ Ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ εἶναι λίαν εὐεργετική, διότι ἀπό τό Ὄνομά Του Ἰησοῦς, ὡσάν ἀπό μία ἀέναη πηγή, ἐξέρχεται τό ὕδωρ τό ἁλλόμενον εἰς ζωήν αἰώνιον. Κι αὐτό τό ὕδωρ εἶναι ἡ Χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τήν ὁποίαν ἔχουμε ἀνάγκη ὅλοι οἱ ἄνθρωποι. Αὐτή ἡ Χάρις πού εἶναι μία ἀόρατος θεία ἐνέργεια, κατέρχεται καί κατασκηνώνει μέσα στήν ὕπαρξίν μας καί μᾶς εἰρηνεύει. Μᾶς χαροποιεῖ. Μᾶς ἀπαλλάσσει ἀπό λογισμούς καί στενοχώριες. Ἔτσι, συνδεόμεθα μέσῳ τῆς προσευχῆς μέ τόν οὐρανό. Γινόμεθα καί ἐμεῖς, παρ' ὅτι ζοῦμε ἐπί τῆς γῆς, οὐράνιοι ἄνθρωποι καί ἐπίγειοι ἄγγελοι.
Ἐμεῖς οἱ ὀρθόδοξοι χριστιανοί δέν ἠμποροῦμε νά ζήσουμε οὔτε μία ἡμέρα, χωρίς τήν ἐπίκλησιν τοῦ Ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Θά πεθάνουμε πνευματικῶς, ἐάν δέν καταφύγουμε σ᾿ Αὐτόν, ἔστω καί μία ἡμέρα. Οὔτε μία ὥρα δέν ἠμποροῦμε νά ζήσουμε χωρίς τόν Χριστόν. Κι αὐτό συμβαίνει κυρίως μέ ἐμᾶς τούς μοναχούς, διότι δέν θέλουμε νά στενοχωροῦμε τόν Ἰησοῦ μας μέ τά λάθη καί τίς ἀνοησίες μας.
Προσευχή ὀφείλουν νά κάνουν ὅλοι οἱ βαπτισμένοι στό Ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί μας. Ἡ προσευχή εἶναι ἐσωτερική ἀνάγκη τῆς ψυχῆς μας. Πρέπει νά προσευχώμεθα ὄχι μόνον ὅταν ἔχουμε κάποιαν ἀνάγκην, ἀλλά διότι ἀγαποῦμε τόν Ἰησοῦ Χριστό καί Θεό μας. Καί κατά τούς Πατέρας ἡ προσευχή διαιρεῖται σέ τρεῖς κατηγορίες: Εἶναι ἡ δεητική, ἡ εὐχαριστιακή καί ἡ δοξολογική προσευχή.
Οἱ δύσκολες περιστάσεις τοῦ βίου, μᾶς ἀναγκάζουν νά προσφύγουμε στόν Θεόν, ἀπό ὅπου προέρχεται κάθε ἀγαθό. Κοντά του αἰσθανόμεθα κατά τρόπον πνευματικόν, τήν θαλπωρήν καί βοήθειάν του. Ἐπίσης τόν εὐχαριστοῦμε διαρκῶς διά ὅλα τά ἐπίγεια καί πνευματικά του δῶρα. Καρπός αὐτῆς τῆς προσευχῆς, πού ἀναπέμπεται ἀπό τά χείλη μας καθημερινά εἶναι ἡ δοξολογία πρός τόν Θεόν. Ἡ δοξολογία δέν εἶναι προσευχή ἀλλά ἐπικοινωνία χαρᾶς καί εὐφροσύνης μέ τόν Θεόν.
Μον. Δαμασκηνός Γρηγοριάτης
Μέ τήν εὐλογία τοῦ πατρός Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου
