Γράφει ὁ κ. Δημήτριος Λογοθέτης, θεολόγος
Εἰς τὴν πρὸς Ἑβραίους ἐπιστολή του ὁ Ἀπόστολος Παῦλος περιγράφει τὸ ἀπολυτρωτικὸ ἔργο τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ὡς ἀρχιερατικὴ διακονία. «Καὶ τελειωθεὶς ἐγένετο τοῖς ὑπακούουσιν αὐτῷ πᾶσιν αἴτιος σωτηρίας αἰωνίου».
Προαναγγέλλεται ἐν τῇ Παλαιᾷ Διαθήκῃ ὡς Ἀρχιερεὺς αἰώνιος κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδέκ, τάξις ἡ ὁποία δηλοῖ συμβολικῶς τὴν ἀδιάδοχον καὶ αἰώνιον ἀρχιερωσύνην τοῦ Χριστοῦ. Προκαταγγέλλεται ἀπὸ τὴν διαυγῆ προφητικὴ ἐνόραση τοῦ μεγάλου Προφήτου Ἡσαΐου, ὁ ὁποῖος ὁμιλεῖ περὶ τοῦ Λυτρωτοῦ ὡς Ἐκείνου ποὺ φέρει ἐπάνω Του τὰς ἰδικάς μας ἁμαρτίας, ποὺ ὀδυνᾶται-πονᾷ δι’ ἡμᾶς καὶ τραυματίζεται διὰ τὰς ἁμαρτίας μας.
Καὶ ἐν τῇ Καινῇ Διαθήκῃ ἡ ἱερωσύνη τοῦ Χριστοῦ μετὰ πλήρους διαυγείας παρουσιάζεται ἀσυγκρίτως ὑπεροχωτέρα ἀπὸ τὴν καταργηθεῖσαν λευιτικὴν ἱερωσύνην. Εἶναι ὁ μόνος ὅσιος, ἄκακος καὶ ἀμίαντος, ὁ Ὁποῖος δὲν ἔχει πλέον ἀνάγκη νὰ φέρῃ θυσίας καθημερινὰς διὰ τὰς ἰδικάς Του ἁμαρτίας, ὅπως ἔκαμναν οἱ Ἀρχιερεῖς τῆς Νομικῆς Ἀρχιερωσύνης, ἀλλ’ ἅπαξ μία καὶ μόνη φορὰ προσέφερε τὸν Ἑαυτόν Του ἄμωμον θυσίαν εἰς τὸν Θεὸν ὑπὲρ τῶν ἁμαρτιῶν ὅλου τοῦ κόσμου εἰς τὸ διηνεκές, εἰς τὴν ἀτελεύτητον δηλαδὴ αἰωνιότητα, μὲ τὸ ἴδιον Του τὸ πανάγιον Αἷμα. Ὁ Ἀπόστολος Πέτρος θὰ μᾶς διακηρύξῃ ὅτι ὁ Χριστὸς ἅπαξ περὶ ἁμαρτιῶν ἡμῶν ἀπέθανε, δίκαιος ὑπὲρ ἀδίκων, ἵνα ἡμᾶς προσαγάγῃ τῷ Θεῷ.
Ἔτσι ὁ διὰ Σταυροῦ θάνατος τοῦ Χριστοῦ δὲν εἶναι ἁπλῶς μία θυσία, ἀλλὰ προσφορὰ θυσίας. «Προσφέρω θυσίαν» δὲν σημαίνει ἁπλῶς «θυσιάζω», ἀλλ’ ἡ ἔννοιά της ἀναφέρεται στὴν δύναμη τῆς ἀγάπης, μὲ τὴν ὁποία προσφέρεται. Ἡ ἀγάπη πέρα καὶ πάνω ἀπ’ ὅλα εἶναι ἡ τελεστικὴ δύναμη τῆς θυσίας. Καὶ ἡ ἀγάπη αὐτὴ δὲν εἶναι ἁπλῶς συμπάθεια καὶ συμπόνια καὶ συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν μας. Ὁ Χριστὸς παρέδωκε τὸν Ἑαυτόν Του ὄχι μόνο διὰ τὰς ἁμαρτίας τοῦ κόσμου, ἀλλὰ κυρίως διὰ νὰ μᾶς δοξάσῃ. Ἡ Σταυρικὴ θυσία εἶναι ἡ ὁδὸς τῆς δόξης τοῦ ἀνθρώπου. Εἰς τὴν Ἀρχιερατικὴ Του προσευχὴ ὁ Κύριος περιέστρεψε τὸν λόγο Του γύρω ἀπὸ τὴν δόξα καὶ τὴν ζωή. «Καὶ τὴν δόξαν ἣν δέδωκάς μοι δέδωκα αὐτοῖς», διὰ νὰ συμπληρώσῃ μετὰ τὴν ἐκ νεκρῶν Ἀνάστασή Του: «Οὐχὶ ταῦτα ἔδει παθεῖν τὸν Χριστὸν καὶ εἰσελθεῖν εἰς τὴν δόξαν Αὐτοῦ;» Δι’ αὐτὸ καὶ τὸ μυστήριο τοῦ Σταυροῦ ἔχει δύο ὄψεις. Εἶναι καὶ μυστήριο πόνου καὶ μυστήριο χαρᾶς. Μυστήριο καὶ ἀτιμίας καὶ δόξης.
Μὲ ἀπέριττο καὶ λιτὸ λόγο ὁ γλυκὺς Μαθητής, Εὐαγγελιστὴς καὶ Ἠγαπημένος Ἰωάννης, περιγράφει αὐτὸ ποὺ εἶδε, αὐτὸ ποὺ ἤκουσε, αὐτὸ ποὺ ὁ ἴδιος ἔζησε μέχρι τὸ βάθος τῆς ὑπάρξεώς του, τὴν φοβερὰ ἐκείνη ὥρα, κάτω ἀπὸ τὸν ἐπὶ τρίωρο σκοτασμένο οὐρανὸ καὶ τὴν σεισμικὴ κραυγὴ τῆς γῆς διὰ τὸ φοβερώτερο ἔγκλημα τοῦ ἀνθρώπου ἀνὰ τοὺς αἰῶνας. Ὁ Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης, νέος τότε εἰς τὴν ἡλικία, εὑρισκόταν εἰς τὴν Ἡλιούπολη τῆς Αἰγύπτου καὶ συγκλονισμένος τὴν ὥρα ἐκείνη ἀνεφώνησε: «Ἢ Θεός τις πάσχει ἢ τὸ πᾶν ἀπόλλυται».
Καὶ πῶς ὅλα αὐτὰ νοοῦνται; Γράφει ὁ Μέγας Ἀθανάσιος: Ἡ θεία ἀγαθότης δὲν ἀνεχόταν τὴν ἀπώλεια, τὴν ἐπιστροφὴ δηλαδὴ εἰς τὴν φθορὰ καὶ τὴν ἀνυπαρξία τῶν δημιουργηθέντων ἀπὸ τὸν Λόγο, τὸν Χριστό, δηλαδὴ τῶν λογικῶν πλασμάτων Του. Ἡ μετάνοια δὲν ἦτο ἀρκετὴ ἀφ’ ἑαυτῆς, διότι αὕτη μόνο παύει τῶν ἁμαρτημάτων. Ὁ θάνατος εἶχε πλέον ἐκκεντρισθῆ, εἶχε μπολιασθῆ εἰς τὴν ἀνθρωπίνη φύση. Θὰ ἔπρεπε λοιπὸν εἰς τὴν ἀγριελιὰ αὐτὴν τοῦ θανάτου νὰ μπολιασθῇ τώρα ἡ ζωή. Διαφορετικὰ τὸ σῶμα δὲν ἐπρόκειτο νὰ ἀναστηθῇ. Ἔτσι ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο, ἔλαβε σῶμα τὸ δυνάμενον νὰ ἀποθάνῃ. Ὅμως ὁ θάνατος δὲν καταργεῖται μόνον μὲ τὴν παρουσία τῆς ζωῆς εἰς τὸ φθειρόμενο σῶμα, ἀλλὰ μὲ τὸν ἑκούσιο θάνατο Αὐτοῦ ποὺ ζωοποιεῖ ὅλο τὸ σῶμα. Ἔτσι ὁ Λόγος σαρκοῦται ἕνεκα τοῦ ἐν τῇ σαρκὶ θανάτου. Καταργεῖ τὴν φθορά, ζωοποιεῖ τοὺς νεκροὺς καὶ συντρίβει τὸν θάνατο. Δι’ αὐτὸ καὶ ὁ Τάφος Του –πρᾶγμα παράδοξον εἰς τὴν λογικὴ τοῦ κόσμου τούτου– γίνεται ζωοδόχος καὶ πηγὴ τῆς ἡμῶν ἀναστάσεως.
Βεβαίως ἡ δύναμη τοῦ Σταυρικοῦ θανάτου δὲν ἔγκειται εἰς τὸ ὅτι ὁ θάνατος ἦτο ἄδικος, ἀλλ’ εἰς τὸ ὅτι ὁ θάνατος αὐτὸς ἦτο ὁ θάνατος τοῦ Θεανθρώπου. «Οὐ γὰρ ἦν ἄνθρωπος εὐτελὴς ὁ πάσχων, ἀλλὰ Θεὸς ἐνανθρωπήσας καὶ τὸν τῆς ὑπομονῆς ἀγωνιζόμενος στέφανον», κατὰ τὸν Ἅγιο Κύριλλο. Καὶ εἰς τὸν Χριστὸν δὲν ὑπῆρχε ἓνα ἀνθρώπινο πρόσωπο· ὑπῆρχε ὁλόκληρον τὸ πλήρωμα τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, ὅπως ὁλόκληρος ἡ ἀνθρωπότης εὑρίσκετο εἰς τὸ πρόσωπο τοῦ πρώτου Ἀδάμ. Καὶ ὅπως συναπωλέσθη ὁλόκληρος ἡ ἀνθρωπότης μὲ τὴν Ἀδαμικὴ παράβαση τοῦ θείου θελήματος, κατὰ ἀντίστοιχον τρόπο συνανέστη μὲ τὸν νέον Ἀδάμ, τὸν Χριστό, τὸν κατάστικτον τοῖς μώλωψι ἀλλὰ πανσθενουργὸν Κύριον καὶ Δημιουργὸν τοῦ κόσμου.
Ἔτσι, ὅπως τονίζει ὁ νέος καὶ σύγχρονός μας Ὁμολογητὴς τῆς πίστεως Ἰουστῖνος Πόποβιτς, εἴμεθα καταδικασμένοι νὰ εἴμεθα ἀθάνατοι. Οἱ ἄνθρωποι κατεδίκασαν τὸν Θεὸν εἰς θάνατον καὶ ὁ Θεὸς διὰ τῆς Ἀναστάσεώς Του καταδικάζει τοὺς ἀνθρώπους εἰς τὴν ἀθανασία. Διὰ τὰ κτυπήματα τοὺς ἀνταποδίδει ἐναγκαλισμούς, διὰ τὰς ὕβρεις εὐλογίας, διὰ τὸν θάνατον ἀθανασία. Ποτὲ δὲν ἔδειξαν οἱ ἄνθρωποι τόσον μῖσος πρὸς τὸν Θεόν, ὅσον ὅταν Τὸν ἐσταύρωσαν, καὶ ποτὲ δὲν ἔδειξε ὁ Θεὸς τόσην ἀγάπην εἰς τοὺς ἀνθρώπους, ὅσην ὅταν ἀνεστήθη. Οἱ ἄνθρωποι ἤθελαν νὰ καταστήσουν τὸν Θεὸν θνητόν, ἀλλ’ ὁ Θεὸς κατέστησε τοὺς ἀνθρώπους διὰ τῆς ἰδικῆς Του Ἀναστάσεως ἀθανάτους. Ἀνέστη ὁ σταυρωθείς καὶ ἀπέκτεινε τὸν θάνατον. Ὁ θάνατος οὐκ ἔστι πλέον. Ἡ ἀθανασία κατέκλυσε τὸν ἄνθρωπον καὶ ὅλους τοὺς κόσμους του.
Αὐτὸ εἶναι τὸ ἀνυπέρβλητον θαῦμα, ἀλλὰ καὶ δῶρον τῆς θείας ἀγάπης, μεγαλύτερο καὶ ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἀσύλληπτον εἰς τὸν νοῦν μας καὶ μοναδικῶς μεγαλειώδη δημιουργία τοῦ κόσμου. Ὡς φοβερὸν καὶ παράδοξον μυστήριον χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὴν πνευματοφόρο ὑμνολογία τῆς Ἐκκλησίας μας.
Ὁ Γολγοθᾶς, τὸ κέντρον ὁλοκλήρου τοῦ κόσμου. Χωρὶς τὸν Γολγοθᾶν καὶ τὸν ἐπ’ αὐτοῦ Σταυρὸν τοῦ Κυρίου ἀπολείπεται πᾶσα προσδοκία, ἡ ζωὴ παύει νὰ ἔχῃ νόημα, καὶ ὅλοι μας ἀποδεικνυόμεθα θλιβεροὶ διαβάται εἰς τὰ μονοπάτια τῆς ἱστορίας, ἐγκλωβισμένοι εἰς ἕνα ἀλληλοδιάδοχο-φαῦλο κύκλον ἐλπίδος καὶ ἀπογνώσεως, χωρὶς ὁρατὸ φῶς.
Μὲ τὸν Γολγοθᾶ καὶ τὸν ἐπ’ αὐτοῦ Σταυρὸ τοῦ Γλυκυτάτου μας Ἰησοῦ ἡ προσδοκία μετασχηματίζεται εἰς βεβαιότητα, ἡ ζωὴ ἔχει νόημα αἰώνιο, καὶ ὁ φαῦλος κύκλος τῶν πραγμάτων τοῦ κόσμου τούτου διαρρήγνυται, διὰ νὰ ἀποκατασταθῇ ἡ πορεία μας εἰς τὴν ζωὴ σὲ εὐθεῖα πορεία πλημμυρισμένη μὲ τὸ φῶς τῆς ὄντως ζωῆς.
Ὁ Χριστὸς ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ ἱερούργησε Ἑαυτὸν ὑπὲρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς καὶ σωτηρίας. Ὁ Εἷς εἰς τοὺς αἰῶνας μέγας Ἀρχιερεὺς δὲν ἔπαυσε νὰ ἱερουργῇ τὸ μυστήριο τῆς σωτηρίας μας διὰ τῆς Ἐκκλησίας Του εἰς τοὺς αἰῶνας.
Ζῶν εἶ Θεός Σύ, κἂν νεκρωθεὶς ἐν τάφῳ, ὦ νεκρὲ γυμνὲ καὶ Θεοῦ ζῶντος Λόγε, Γλυκύτατε Κύριε Ἰησοῦ, σῶσον τὸν λαόν Σου καὶ εὐλόγησον τὴν κληρονομίαν Σου. Ἀμήν.