«Πνευματική φαρέτρα τοῦ Ὀρθοδόξου Χριστιανοῦ»
1. Σας παρακαλῶ νά μας ειπήτε κάτι ἀπό τήν ζωήν σας Γέροντα. ποῦ γεννηθήκατε, ποῦ μεγαλώσατε;
Γεννήθηκα στις 15 Αυγούστου τοῦ έτους 1914 στό χωριό Μισλεάνου τής κοινότητος Περιέτσι, τού νομού Ταλομίτσα καί ήμουν τό έβδομο παιδί τῆς οικογενείας μας. Στόν μοναχισμό εισήλθα στις 13 Ιανουαρίου τοῦ 1947, στό Μοναστήρι Κόζια, τοῦ νομοῦ Ρίμνικου. Έκάρην μοναχός στις 26 Σεπτεμβρίου στό Μοναστήρι τοῦ άγιου Άνθιμου τοῦ Βουκουρεστίου. Ό π. Πετρώνιος, ήγούμενος τῆς Σκήτης τοῦ αγίου Ιωάννου τοῦ Προδρόμου στό Άγιον Ὄρος, ἦτο, ανάδοχος τῆς κουρᾶς μου. Αυτός μοῦ εδωσε τό ὄνομα Αρσένιος. Κατόπιν ἐστάλην στό Μοναστήρι Συχαστρία μέ εντολή τοῦ πατριάρχου Ιουστινιανοῦ. Μέ ἐξέλεξαν ἡγούμενο τῆς Μονῆς καί Γέροντας-Πνευματικός μας ήτο ό π. Κλεόπας. Εκείνη τήν έποχή ήμασταν στή Συχαστρία περί τά 120 άτομα.
Χειροτονήθηκα διάκονος στό χωριό Καλαμφιντέτσι καί ιερεύς στό γυναικείο μοναστήρι τοῦ ὅσιου Αγάθωνος πλησίον τῆς πόλεως Μποντοσάνι. Μέ ἐχειροτόνησε ό μητροπολίτης Τασίου Σεβαστιανός. Ἱερεύς ἔγινα ακριβώς μετά ενα χρόνο από τήν κουρά μου, δηλαδή στις 26 Σεπτεμβρίου 1950, ημέρα τῆς μνήμης τοῦ άγιου Ἰωάννου τοῦ Εὐαγγελιστοῦ, τοῦ Αποστόλου της Αγάπης. Τό γεγονός αύτο στην μοναχική καί ιερατική μου πορεία. Χειροθετήθηκα Πνευματικός γιά τό μοναχικό Σεμινάριο τοῦ Νεάμτς μεταξύ των ετών 1950-52. Τότε ήμουν, μοναδικός Πνευματικός σέ όλη τή Ρουμανία. Εξελέγην καί ενθρονίστηκα ήγούμενος γιά τήν μονή Σλάτινα, τοῦ νομοῦ Σουτσεάβα, όπου ἡ Ἱερά Σύνοδος μέ εἶχε στείλει ἐκεῖ μέ 30 μοναχούς ἀπό τήν μονή Συχαστρία.
Έκεῖ στήν Σλάτινα μέ παρέλαβε ἡ Αστυνομία Σιγκουρίμι. Μ' επήραν από τήν ακολουθία τοῦ Ὄρθρου στις δύο τά μεσάνυκτα. Έγώ ὁ ἴδιος εκείνη τή στιγμή ἔκανα τήν Ακολουθία. Ενθυμούμαι ἦλθαν 89 αξιωματικοί μέ τρία φορτηγά καί δύο ἰδιωτικά αυτοκίνητα. Ὅταν τούς εἶδα νά ἔρχωνται, τούς είπα: «Σείσθηκε τό βουνό καί βγήκε ένα ποντίκι. Ημπορούσατε νά μέ πάρετε ένα τηλέφωνο νά έλθω μόνος μου. Γιατί έκάματε τόσο κόπο, τόσα έξοδα γιά ένα καλόγερο! Τί χρειαζόταν αυτό τό θέατρο;»
Μέ μετέφεραν στό άνακριτήριο τής Σουτσεάβας, πρωτεύουσας τής Μολδαβίας. Μέ κατηγορούσαν ότι έγραφα διάφορα πράγματα καί δέν ξέρω τί άλλο. Έν τω μεταξύ είχαν αρπάξει όλα τά βιβλία καί τετράδιά μου. «Κύριοι», τούς είπα, εάν μέ κατηγορείτε γιά κάτι, έγώ δέν παραδέχομαι τίποτε. Έσεῖς εύκολα ημπορείτε νά μέ καταδικάσετε διαστρέφοντας τά πράγματα. Έγώ όμως δέν αναγνωρίζω κανένα έγγραφο πού νά μήν ἔχη τήν υπογραφή μου».
Ἦσαν πεπεισμένοι ὅτι ἐγώ έκανα προπαγάνδα, χωρίς ποτέ νά ἔχω ἀναμειχθεῖ μέ τό κόμμα. Δέν εἶχα ἄλλο ιδεώδες μέσα μου, παρά μόνο νά άγωνίζομαι γιά τήν πίστι, νά πεθαίνω γιά τήν πίστι καί νά πολεμῶ μέ τις δυνάμεις τοῦ σκότους, γιά νά ἔχω τήν εὐτυχία κοντά στόν Δεσπότη Χριστό μας.
Στό τέλος μου έκάλυψαν τά μάτια μέ μαύρο πανί και μ' έβαλαν σ ένα δωμάτιο ενός τετραγωνικού μέτρου καί ύψους 5 μέτρων. Μέσα ήτο μία καρέκλα καί τίποτε άλλο. Φοροῦσα μόνο τό ζωστικό μου καί εξάπλωνα πάνω στό τσιμέντο καθιστός, διότι δέν υπήρχε αρκετός χώρος νά ξαπλώσω ευθεία τό σῶμα μου κάτω.
Τήν νύκτα άκουσα ένα ελαφρό κτύπο στόν τοίχο. «Ποιος είναι;» ερώτησα. Ἦτο ὁ π. Μάρκος. Είχε συλληφθεί κι αυτός. Ευρισκόταν στό διπλανό κελλι, τών ιδίων διαστάσεων μέ τό ιδικό μου.
Δέν ἠμπορεῖτε νά ἀντιληφθῆτε μέσα στόν πόνο μου, τί χαρά ἔνιωσα νά ἔχω δίπλα μου κάποιον ἄνθρωπο ἰδικό μου! Αυτός ἦτο μεγάλος ασκητής καί ἐραστής τοῦ Θεοῦ. Γιά τή μεγάλη καρτερία του τόν θεωροῦσαν φακίρη. Τόσο πολύ ὑπέμενε τούς πόνους καί τά βάσανα γιά τόν Χριστό, ὥστε δέν ἔβγαζε λέξι ὅταν τοῦ ἐξερίζωναν τά νύχια τῶν χεριῶν καί ποδιῶν του. Ἔλεγε στούς ἄλλους συγκρατούμενούς του μέ γενναιοψυχία καί χριστιανική καύχησι: «Τούς ἔκανα σκόνη τούς ἀστυνομικούς».
Κατόπιν με μετέφεραν μέ τό τυφλοπάνι στά μάτια στό Βουκουρέστι γιά τήν συνέχισι τῆς ανακρίσεως, ἡ ὁποία ἐκεῖ διήρκεσε 90 ημέρες. Ἦτο ἡ πιό βασανιστική περίοδος. Σ' έδερναν καί σ' έσκότωναν μόνο καί μόνο νά συμφωνήσης μέ τις κατηγορίες τους. Τούς έλεγα: Δέν είμαι ένοχος γι᾿ αυτό τό πράγμα, κύριοι. Δέν ξέρω τόν τάδε. Κόψτε μου τό κεφάλι. Στό τέλος εύρήκαν ἀφορμή νά μέ ενοχοποιήσουν μέ τήν «Φλεγόμενη Βάτο». «Φλεγόμενη Βάτος» ἦτο μία ὁμάδα πνευματικῶν προσωπικοτήτων τοῦ Βουκουρεστίου καί τῶν περιχώρων, οἱ όποιοι κάθε έβδομάδα συγκεντρώνοντο στό Μοναστήρι τοῦ αγίου Άνθιμου καί ήσχολοῦντο μέ τήν συζήτησι καί τήν μελέτη πατερικῶν βιβλίων. Άκόμη συνωμιλοῦσαν πώς θα αντιμετωπίσουν ένα ουνίτη ιερέα, ὁ όποιος μέ τά κηρύγματά του τραβούσε πολλούς νέους κοντά του καί είχε σταλεῖ άπό τόν Πάπα σάν υπεύθυνος τής νοτιο-ανατολικής Ευρώπης. Μέ κατηγόρησαν λοιπόν ότι έκάναμε έκεῖ συγκεντρώσεις εναντίον τοῦ καθεστώτος τῆς Χώρας.
Μετά άπό πολλές διαδικασίες ελευθερώθηκα άπό τις φυλακές, άλλά δέν γινόμουν δεκτός σέ κανένα μοναστήρι, διότι οι ηγούμενοι καί οι πατέρες έφοβοῦντο μήπως ενοχοποιηθούν ὡς συνεργάτες μου καί κλεισθοῦν φυλακή. Ό πατριάρχης Ιουστινιανός μοῦ έδωσε τήν ιδέα νά πάω στό Κλούζ, εφημέριος σέ κάποια ενορία, διότι τότε πολλές θέσεις ήσαν κενές, λόγω τῆς συλλήψεως τῶν ιερέων. Ὑπηρέτησα ώς εφημέριος δύο χρόνια στήν ενορία Κάτω καί Ἄνω Φιλέα. Τότε έστάλην καί ώς ήγούμενος στό μοναστήρι Κέῖα τοῦ νομού Πράχοβα. Μετά άπό 6 χρόνια μεταφέρθηκα στό μοναστήρι Καλνταρουσάνι, όπου υπηρέτησα ώς μέγας οικονόμος καί γραμματεύς. Από έκεῖ μέ μετακίνησαν στό γυναικείο μοναστήρι Ντίντρου-Λέμν, όπου υπηρέτησα ώς Πνευματικός καί λειτουργός. Κατόπιν επί ένάμισυ χρόνο έργάσθηκα σάν λειτουργός στό ἀνδρικό μοναστήρι Τσερνίκα, ενώ άπό τό 1976 μεταφέρθηκα μέ εντολή τού πατριάρχου στό μικρό μοναστήρι τής αγίας Θεοτόκου Μαρίας, πού είναι στήν κωμόπολι Τέκιργκιολ τής Κωνστάντζας. Έκεῖ υπηρετώ μέχρι τώρα ώς Πνευματικός καί λειτουργός τών μοναζουσών Αδελφών καί πολλών ευλαβών χριστιανών.
2. Ένθυμείσθε τά πρώτα βήματά σας πού έκάνατε στήν μοναχική ζωή;
Αδελφέ μου, ἀπό τήν ἀρχή τής μοναχικῆς μου ζωῆς στό μοναστήρι Φρασινέῖ, τό οποίον είχε ένα μετόχι στήν πόλι Ρίμνικου-Βίλτσεα. Έκεῖ συνάντησα τόν ηγούμενο τής Μονής. Δέν είχα ίδεῖ μοναστήρι στήν ζωή μου μέχρι τότε καί γιά τό Φρασινέϊ είχα άκούσει. Δέν είχα πάει ποτέ. Δέν ἦτο ἀπών ὁ Θεός, άλλά έπρεπε νά είσαι ικανός γιά νά ἀντιληφθῇς τήν παρουσία του. Ἤμουν μέσα στό τραίνο, τετάρτης θέσεως, μέ τό βαγόνι πού μετέφεραν καί ζώα. Έκεῖ μία ὁμάδα νέων έψαλλαν θρησκευτικούς ύμνους.
Ἤμουν τότε πολύ ευτυχισμένος πού τούς άκουγα καί έλεγα μέσα μου: «Άκου σάν άγγελοι ψάλλουν...». Έκεῖ στό τραῖνο συνάντησα καί ένα περιηγητή, ό όποιος έγνώριζε όλα τά μοναστήρια. Αύτός ὁ άνθρωπος μέ διευκόλυνε σέ όλα. Ἦτο ὁ φύλαξ άγγελος μου, διότι έγώ ήμουν ξένος σ' αυτά τά μέρη. Ὁ μητροπολίτης Σιμπίου Αντώνιος έλεγε ότι αύτός ό άνθρωπος είναι ό μοναδικός στόν κόσμο πού γνωρίζει μέ λεπτομέρειες κάθε τι πού σχετίζεται μέ τά μοναστήρια τῆς Ρουμανίας. Αύτός ὁ άνθρωπος τόσο πολύ έξετίμησε τόν λογισμό μου γιά τήν μοναχική ζωή, ώστε μέ μετέφερε ό ίδιος στό μοναστήρι Φρασινέϊ. (Τό μοναστήρι αύτό κτίσθηκε άπό τόν άγιο Καλλίνικο Τσερνίκας, επίσκοπο τοῦ Ρίμνικου-Βίλτσεα τό 1843.) Καθιερώθηκε άβατο άπό τόν ἴδιον καί έτσι παραμένει μέχρι σήμερα. Ευρίσκεται στά βουνά τῆς ιδίας περιοχής.
Ό Γέροντας Συμεών, ήγούμενος τῆς Μονής, μοῦ είπε: «Δέν σέ δέχομαι άδελφέ μου. Βλέπω ότι είσαι ολιγογράμματος καί δέν θά ἠμπορέσης νά έργασθής στό γραφεῖο. Καί τοῦ εἶπαν τότε οἱ άλλοι πατέρες: «Κράτησε τον αὐτόν σάν βοηθό τοῦ γραφείου καί ἐμᾶς δώσε μας ἕνα πιό δύσκολο διακόνημα». Ὁ ἡγούμενος έσφαλε στις ἐκτιμήσεις του, όμως ἐγώ δέν μποροῦσα νά ἱκανοποιήσω τήν τρέλλα μου πού εἶχα γιά τόν Χριστόν.
Άπό τό Φρασινέϊ άνεχώρησα καί επήγα στό Κόζια. Ευρίσκεται στήν ίδια επαρχία. Τότε είχε πολύ χιόνι καί ὁ Εσπερινός διαβαζόταν στήν τράπεζα, όπου ἔκαιγε σόμπα. Συναντήθηκα μέ τόν ἡγούμενο, ὁ όποιος μέ δέχθηκε σάν ἄγγελο. Ἔλεγε στούς άλλους: «Ηλθε άγγελος, άγγελος στό μοναστήρι μας». Ὅσο καιρό έμεινα έκεῖ έσκάλισα τις πόρτες τής Ωραίας πύλης τής εκκλησίας τού γηροκομείου τής Μονής. Σάν λαῖκός είχα είδικευθεῖ στό τμῆμα πυροτεχνίας καί ξυλογλυπτικής τέχνης. Κατόπιν διωρίσθηκα σάν δάσκαλος γιά τούς μοναχούς τής μονής Τούρνου, οπού (ομίλησα στούς έκεῖ μαθητές γιά τόν Χριστό. Τούς ώμιλοῦσα ό,τιδήποτε ήξερα άπό τό αιγυπτιακό Γεροντικό καί τήν Άγια Γραφή, πού τά είχα διαβάσει έξι χρόνια πριν πάω γιά μοναχός. Ἔμεινα χρόνια στις φυλακές καί ἀσχολούμην πολύ μέ πνευματικά προβλήματα. Οί κομμουνιστές, οἱ όποιοι έζητούσαν στελέχη, μέ εἶδαν μέ γένεια καί εἶπαν: «Κύριοι, αύτός είναι καλός νά τόν παραδώσετε σ' ἐμάς». Δηλαδή νά μή προσφέρωμαι πλέον στόν Χριστό, ἀλλά στόν διάβολό τους! Ἔτσι μοῦ ἔδωσαν παραίτηση. Ἐγώ ταπεινώθηκα, ἀλλά δέν ἔμεινα αβοήθητος άπό τήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Μετά ἀπό ἐκεῖ μέ πῆραν στό μοναστήρι Τισμάνα καί μετά στήν σκήτη (έξαρτηματικό μονύδριο) Τσιοκλοβίνα. Ἐκεῖ στήν κορυφή τοῦ βουνοῦ, εδιάβαζα κι έγώ κάποια ακολουθία. Μετά άπό αρκετό καιρό μέ διώρισαν δάσκαλο καί Πνευματικό στήν εκκλησιαστική σχολή τοῦ Μουφλένι. Ὅταν ἔμαθε ἡ κρατική Ασφάλεια πού ευρισκόμουν, διέταξε: «Νά έξαφανισθή ἀμέσως αὐτός ἀπό ἐκεῖ». Μετά άπό έκεῖ έφθασα στήν Συχαστρία, όπου ήτο ηγούμενος ό π. Κλεόπας, ό όποιος μέ έστειλε νά κατοικήσω σέ μία τρώγλη στά δάση τών Καρπαθίων ορέων. Ό π. Παΐσιος Όλάρου μού έδωσε 18 κουταλιές ζάχαρι να πάρω μαζί μου. Εκείνη τήν χρονιά ό χειμώνας ήτο πολύ βαρύς. Αποκλείσθηκαν άπό τά χιόνια οί δρόμοι κι έγώ απομονώθηκα έκεῖ μέχρι τήν άνοιξι τοῦ επομένου έτους. Οί πατέρες μέ θεωρούσαν πεθαμένο, όμως έγώ ήμουν πολύ ευτυχής πού συναντήθηκα πάλι μαζί τους. Επιστρέφοντας στή Συχαστρία, υπηρέτησα επί ένα μήνα στό μαγειρείο καί ερωτούσα τούς άδελφούς έάν τούς άρεσαν τά φαγητά μου. Καί αυτοί μοῦ άπαντοῦσαν: «Δέν μας αρέσουν άδελφέ Αγγελε, αλλά εσύ μας είσαι πολύ αγαπητός». Μετά τήν σύντομη αυτή διακονία μου στό μαγειρείο, μοῦ ανέθεσε ό ήγούμενος νά βγάζω πέτρες άπό τό ποτάμι γιά τήν έπανίδρυσι τοῦ παρεκκλησίου τών αγίων Θεοπατόρων Ιωακείμ καί Άννης. Κατόπιν ό π. Κλεόπας μοῦ άνέθεσε νά δέχωμαι τά πρός μνημόνευσι ονόματα τών προσκυνητών τής Μονής.
Ένθυμεῖσθε πόσα χρόνια έκάνατε στίς φυλακές;
Τήν πρώτη φορά φυλακίσθηκα έξι χρόνια. Τότε ήμουν λαῖκός. Μετά τήν είσοδο μου στόν μοναχισμό φυλακίσθηκα ακόμη άλλα έξι χρόνια καί τελευταία άλλα δύο. Συνολικά 14 χρόνια ήμουν φυλακισμένος γιά τήν πίστη τού Χριστού μας!
Σέ ποιές φυλακές έκάνατε;
Στίς φυλακές τοῦ Άϊούντ (πόλις τής δυτικής Ρουμανιας) έκανα τόν περισσότερο καιρό. Έκεῖ υπήρχε ένα τμήμα Ἀσφαλείας άπό Ούγγρους κομμουνιστές πολύ σκληρό. Στό κρατητήριο μέ κράτησαν χρόνια καί χρόνια. Περνούσαν άπό έμάς συχνά πράκτορες τοῦ κόμματος νά ίδοῦν τά αισθήματα καί τά φρονήματά μας. Αύτές οί φυλακές τοῦ Αϊούντ ήσαν τό βασίλειο τοῦ θανάτου. Τό έργο πού έφήρμοζαν
Οταν άνοιγαν τό κελλάκι σου γιά νά σέ πάρουν, δέν ήξερες, εάν θά έπιστρέψης. Σέ περίπτωσι άσθενείας σου σέ έπαιρναν καί σέ έπήγαιναν σέ άλλο χειρότερο τμήμα γιά νά συντομεύσουν τόν θάνατο σου. Σέ κρατούσαν απομονωμένο άπό όλους μέχρι νά πεθάνης.
5. Τί έκάνατε τόν ελεύθερο χρόνο σας;
Κάθε ημέρα επαναλάμβανα στήν μνήμη μου στιγμές άπό τήν Θεία Λειτουργία. Είχα μιά κανάτα νερό καί 300 γραμμάρια ψωμί άπό κριθάρι. Θεωρούσα τήν κανάτα γιά Αγιο Ποτήριο καί περνούσα άπ' όλες τις στιγμές τής θείας Λειτουργίας. Κατόπιν κοινωνούσα μ' αυτό τό ψωμί τούς άλλους κρατουμένους καί τούς έλεγα: Δέν μπορώ νά σας ειπώ ότι είναι η Θεία Κοινωνία, έπειδή δέν έχω εδώ τά άπαραίτητα στοιχεία νά τήν τελέσω, αλλά συμβολικά σας δίνω αυτό τό ψωμί, πού τό θεωρώ άνώτερο καί άπ᾿ αυτό τό απλό άντίδωρο. Πολλοί κρατούμενοι έζητοῦσαν νά εξομολογηθούν έπειδή δέν ήξεραν εάν θά ζουν μέχρι τήν έπόμενη ημέρα. Μ᾿ αυτά τά συμβολικά εἴδη τούς κοινωνούσα ώς μελλοθανάτους καί τούς έλεγα: «Αύριο τό πρωί νά μείνετε στό τάδε μέρος καί έκεῖ νά ένθυμηθήτε τις αμαρτίες σας». Καί όταν έτελείωνα μ᾿ αυτό τόν τρόπο, άς πούμε, τήν θεία Λειτουργία, έδιάβαζα σ᾿ όλους καί τήν συγχωρητική ευχή. Ομως μέ μία προϋπόθεσι: Έάν συναντούσαν κάποιον ιερέα, νά έξομολογηθοῦν όλα άπό τήν άρχή. Έάν όχι, έθεωρούσα έγκυρη τήν έξομολόγηση πού τούς είχα κάνει έγώ, χωρίς βέβαια νά σταθούν μπροστά μου καί νά έξομολογηθοῦν, άλλά μόνο νά ενθυμούνται νοερώς καί τρόπον τινά νοερώς νά μοΰ τά λέγουν. Τό έργο αυτό συνέβαινε πολύ συχνά.
Σέ μιά άλλη περίοδο όπου ήμουν φυλακισμένος πάλι επί έξι χρόνια, έφιλοτέχνησα μέ τήν τέχνη τής ξυλογλυπτικής πού ήξερα, ένα ξύλινο ομοίωμα τής περικαλλοῦς εκκλησίας τής Κοιμήσεως τής Θεοτόκου, τής πόλεως Άρντζες. Αύτό τό ξυλογλυπτικό ομοίωμα είχε ύψος άπό τήν βάσι του μέχρι τήν κορυφή τοῦ σταυρού τής έκκλησίας 65 πόντους. Ημπορούσα νά τό βγάλω άπ' έκεῖ, άλλά οί ρώσσοι έβαλαν χέρι καί μοῦ τό επήραν. Έσκάλισα άκόμη καί ένα καντήλι, τοῦ οποίου ό σταυρός στή ρίζα του είναι τεθραυσμένος σάν σύμβολο ότι ή άλήθεια τοῦ Εύαγγέλιου στόν κόσμο αυτόν διώκεται. Επάνω άπό τόν κενό χώρο, όπου μπαίνει τό λάδι, έφτιαξα ένα σταυρό, ό όποιος νά φωτίζεται άπό τις ακτίνες τής φλόγας, όταν τό καντήλι είναι αναμμένο καί αύτό σάν σύμβολο ότι ό σταυρός καί πάλι θά νικήση. Στό μέρος απ' όπου κρέμεται τό καντήλι έφτιαξα ένα κέντημα πού νά συμβολίζη τόν ούρανό, ενώ ό βυθός τοῦ καντηλιοῦ νά συμβολίζη τήν γη. Ετσι μοῦ έλεγε ή ψυχή μου νά τό αισθάνομαι. Στό μέσον τοῦ καντηλιοῦ έκανα μία σκαλιστή ζώνη, ή οποία συμβολίζει τήν δύναμι καί τήν ενότητα πού έχει μέ άλλες άξιες. Ή ζώνη αυτή συμβολίζει άκόμη καί τήν δύναμι πού έχει ή αμαρτία νά μας περισφίγγη στήν ζωή. Στό Γεροντικό κάποιος έλεγε ότι έθανάτωσε τήν αμαρτία. Καί τόν ρώτησαν:
Έάν ίδής ένα νόμισμα κάτω τί θά κάνης;
Θά τό ιδώ, άλλά δέν θά τό πάρω.
Έάν ίδής ένα άνδρα καί μία γυναίκα ν' άμαρτάνουν;
Θά τούς ιδώ, άλλά δέν θά τούς κρίνω.
-Ναι, άλλά, έάν πεθαίνη τό πάθος, τότε ούτε θέλεις νά βλέπης τήν αμαρτία.
Έν κατακλείδι, λέγω, ότι τά πάθη δεσμεύονται καί δέν πεθαίνουν. Θεός νά μας φυλάξη νά μή ξεσπάση κανένα πάθος το οποίο θα μάς ταλαιπωρή σ όλη μας την ζωή.
Άκόμη έσκάλισα καί μικρούς επιστήθιους σταυρούς, τούς οποίους έμοίραζα στόν κόσμο.
Δέν αγιογράφησα μέσα στήν φυλακή. Δέν ήτο δυνατόν. "Ομως ασχολήθηκα αρκετά μ' αύτό τό έργόχειρο. "Ενα άπό τά άντιπροσωπευτικά έργα μου είναι ό Απόστολος Παύλος, ένας σταυρός καί ή Κυρία Θεοτόκος μέ τόν Ευαγγελιστή Ιωάννη.
Τόν πόνο δέν είναι εύκολο νά τόν ύπομένης, έάν δέν είσαι σέ στενή σχέσι μέ τόν Θεό. Δέν ήμπορούσα νά ειπώ: «Κύριε, δός μου πόνο», άλλά τόν ευχαριστούσα μέ όλη τήν καρδιά μου, διότι μέ έβοηθούσε καί μέ έκρατοΰσε άγρυπνο. Υπάρχουν πράγματα γιά τά όποια δέν ήμπορεῖς νά όμιλήσης-άποκαλύψεις καί μιά ολόκληρη σειρά πραγμάτων, τά όποια υπερασπίζεις καί γιά τά όποια δέν σού επιτρέπεται νά όμιλήσης.
Υπήρχαν στιγμές στίς όποιες μόλις ήμπορούσες νά άναπνέης καί τότε μού έφευγε ή περιέργεια πού είχα πώς βγαίνει ή ψυχή άπό τό σώμα. Τόσο προχωρημένη ήτο ή καταπίεσις. Προπαντός όταν σέ έβαζαν σέ ένα δωμάτιο μέ πολύ χαμηλή θερμοκρασία. Τότε ένόμιζες ότι θά σταματήση ή καρδιά σου καί θά μείνης έπί τόπου.
6. Έζήσατε καί μερικά χρόνια στήν έρημο, Γέροντα;
Δέν θά ήθελα νά ειπώ ότι επήγα στήν έρημο γιά νά αποκτήσω όνομα ασκητού, άλλά έμεινα στό δάσος καί έκραζα στόν Θεό μέ άπελπισία, διότι, δέν ήτο τότε εύκολο νά ζής άκόμη καί νά προσεύχεσαι, Ελεγα στόν εαυτό μου καί πρός τόν Κύριο: «Κύριε, έγώ δέν είμαι ερημίτης».
Στήν έρημο ήμπορεῖς νά πάς άφού άναδειχθής ήρωας στό μοναστήρι. Έκεῖ στήν έρημο υπάρχουν δαίμονες πολύ άγριοι, οι οποίοι δέν σε λυπούνται ούτε για μιά στιγμή.
Πρέπει νά είσαι μιά θεωμένη ύπαρξι γιά νά ήμπορής νά άντέξης στήν έρημία. Δέν ζής έκεῖ γιά ν' ακούς τήν φωνή τών δένδρων καί τό προσευχητικό τραγούδι τών δασών. Πρέπει νά βλέπης τήν μεγαλειότητα τών μεγάλων δένδρων, πώς κινούνται, άλλά νά μήν άναχωρήσης άπό τόν τόπο σου. Μέ άλλα λόγια νά ξέρης νά ζήσης συντροφιά μέ αυτά καί τήν γύρω φύσι. Έάν θέλης νά φύγης γιά τόν κόσμο, σέ παίρνουν μέ υποδοχή οί δαίμονες σάν ένα λιποτάκτη. Εχει διαπιστωθεί στούς δόκιμους μοναχούς καί στίς μοναχές τό έξης: Άφ' ότου μπαίνουν στό μοναστήρι, τούς έρχεται ή επιθυμία τής ερήμου. "Οσοι φεύγουν γιά τήν έρημο, σχεδόν όλοι άπελπίζονται καί επιστρέφουν στόν κόσμο. Πιστεύουν ότι στήν έρημο τούς περιμένουν φωτεινοί άγγελοι. Ημπορεί νά συμβεί καί αύτό, άλλά τό γεγονός είναι ότι έκεῖ οί δαίμονες τούς αρπάζουν καί τούς κάνουν σκόνη. Έάν είσαι άνθρωπος ειλικρινής καί έχεις μία συναίσθηση τών πράξεών σου, ωφελείσαι άπό τό γεγονός ότι ό διάβολος σού έπιτίθεται κατά μέτωπον καί αντιλαμβάνεσαι ότι είσαι δειλός καί αδύναμος. Ό διάβολος δέν ήμπορεῖ νά κάνη τίποτε, έάν είσαι ταπεινός. Ομως, έάν έχης καί μία σταγόνα ύπερηφανείας πού σέ ενοχλεί, αυτή είναι αρκετή νά σέ χορέψη ό διάβολος όπως εκείνος θέλει. Στήν έρημο είσαι στό χέρι του, έλεγε κάποιος.
Καί τώρα θά σας ειπώ ένα περιστατικό, παρότι αποφεύγω νά λέγω τέτοιες ιστορίες. Ευρισκόμουν σέ μία τρώγλη τοῦ δάσους καί έκοιμώμουν επάνω σέ μία χονδρή σανίδα. Ημουν συνηθισμένος στήν ζω μου άπό μικρό παιδί. Εκείνη τήν νύκτα οί δαίμονες έκτύπησαν μέ μία μεγάλη χιονόμπαλα τήν πόρτα τής καλύβας μου καί μοῦ έδωσαν τήν έντύπωσι ότι κάποιος είναι, αλλά δέν ήτο κανείς. Έχιόνιζε επί 13 ημέρες και νύκτες και είχε καλυφθή εκεί τό πάν. Εκείνη τήν νύκτα δέν ήμπόρεσα νά κοιμηθώ. Είχα τυλιχθή μέ ένα ράσο καί μέ ένα γιλέκο δερμάτινο. Έξύπνησα γιά μιά στιγμή πρός τό πρωῖ καί πάλι αποκοιμήθηκα. Δηλαδή δέν σηκώθηκα κατά τήν τάξι πού είχα. Τότε, μέ έτράβηξε κάτω καί μέ κτυπούσε στό κεφάλι. "Επρεπε νά αύτούπερασπισθώ καί είπα: «Αποκοιμήθηκα καί έγώ σάν κουρασμένος πού ήμουν καί εύρήκες εσύ τήν εύκαιρία νά δείρης ένα πονεμένο καί ξένο άνθρωπο». Διεπίστωσα ότι δέν σού επιτίθεται, έάν δέ σέ έχη στό χέρι μέ κάποιο πρόβλημα. Μέ είχε εύρη καί μένα μέ κάτι πού είχα. Χαίρομαι μέ όλη μου τήν ψυχή, διότι μού απεκάλυψε τις αδυναμίες μου. Έάν σφάλης σέ κάτι, σέ εγκαταλείπει ή Χάρις καί ό Θεός σού επιτρέπει ένα πειρασμό γιά νά σέ συνέτιση καί νά σέ ταπεινώση. Μισθό έκκοπής θελήματος στήν έρημία δέν έχουμε, έπειδή δέν μας διατάζει κανείς, άλλά μας σοφίζει μέ τούς πειρασμούς του ό διάβολος! Νομίζετε ότι είναι όλίγη αύτή ή σοφία; Αυτές είναι μερικές διαπιστώσεις πού σέ ωφελούν σέ όλη τήν ζωή σου καί άντιλαμβά- νεσαι ότι πρέπει νά ευρίσκεσαι σέ συνεχή έπαγρύπνησι.
"Αλλη φορά, όταν έπήγαινα σ' ένα δρόμο σχεδόν ψηλαφητά διότι ήτο σκοτάδι, άκουσα μιά απαίσια κραυγή από άπόστασι δέκα μέτρων άπό μένα καί έξεπλάγην. Συγκρατήθηκα, έδωσα κουράγιο στόν εαυτό μου καί δέν ήξερα τί νά κάνω. Έπίστευα ότι είναι πονηρά πνεύματα, όμως ήσαν κραυγές αετών.
Δέν ημπορείς νά σταθής στήν μοναξιά, έάν δέν έχης συνεχή έπικοινωνία έξ ολοκλήρου μέ τόν Θεό, δεδομένου ότι ο διάβολος είναι ύπαρξις ή οποία ή μπορεί νά σέ συνοδεύη καί είναι ό μεγαλύτερος εχθρός σου.
Στήν έρημο έφώναζα καί έκραύγαζα πρός τόν Θεό, όσο ήθελα και όπου ήθελα και παρότι ήμουν κυνηγημένος από τούς ανθρώπους, ἤμουν μέ τόν Θεό καί Τόν έφοβούμην. Ένώ στήν φυλακή δέν ήμποροΰσα πώς νά προφυλαχθώ. Οί βασανιστές σου δέν φοβούνται τόν Θεό.
Ή έρημος είναι ένα πράγμα εξαιρετικά σπουδαίο, διότι διά τής προσευχής του ό έρημίτης βοηθεῖ όλο τόν κόσμο. "Ομως ό παράδεισος δέν είναι μόνο γιά τούς έρημίτες. Αυτοί οί ερημίτες είναι μία έξαίρεσις.
7. Έμείνατε στήν έρημο πολλά χρόνια μέ τόν π. Κλεόπα. Τί πρόγραμμα προσευχής ακολουθούσατε;
Κανένα πρόγραμμα προσευχής δέν είχαμε. Τό κάθε τι γινόταν συνεχώς. Έμέναμε στό δάσος καί τό βράδυ συναντιώμασταν στίς καλύβες μας. Έγώ προσωπικά είμαι σύμφωνος ό καθένας νά διαβάζη τά δικά του, διότι καθένας έχει τό δικό του στάδιο τής πνευματικής ζωής, στό όποιο οφείλει ν' άγωνισθή.
Ό π. Κλεόπας έπέμενε σέ περίπτωσι θανάτου του νά τόν πάω στήν Συχαστρία. Έγώ τοῦ είπα: Πάτερ, ή Συχαστρία έχει ανάγκη τής ζωντανής παρουσίας σου καί έκεῖ θά είσαι ώφέλιμος καί γιά τούς μοναχούς καί τούς λαῖκούς χριστιανούς. Ή γνώμη του ήτο νά παραμείνη οριστικά στήν έρημο. Έγώ δέν ήμουν σύμφωνος μαζί του. Στήν συνέχεια, επέστρεψε στήν Συχαστρία καί έδημιούργησε μία ζωντανή πνευματική άτμόσφαιρα. Είμαι σίγουρος ότι, όταν άνοιχθή ή γή νά «καταπιή» τό σώμα του, τότε καί ό ουρανός θά παραλάβη τήν ψυχή του. Δέν ήμπόρεσα νά πάω στήν κηδεία του, διότι είμαι μόνος σάν ιερεύς στήν μονή μου. Ομως τήν δεύτερη ημέρα πού έλειτούργησα τόν έμνημόνευσα καί ό μόνος πού μέ κατενόησε γιά τήν άπουσία μου ήτο ό ίδιος ό π. Κλεόπας.
8. Την δεκαετία τον '50 έζήσατε μέ τόν π. Κλεόπα μαζί στά δάση τής Μολδαβίας. Τί έχετε νά μας πείτε;
Είναι πολύ ενδιαφέρον καί τιμητικό γιά μένα διότι έζησα μέ τέτοιους αγίους ασκητές στήν έρημο. Μέ τόν π. Κλεόπα έμείναμε στά δάση, κυνηγημένοι άπό τό κομμουνιστικό καθεστώς καί πολλές φορές συζητούσαμε διάφορα ασκητικά θέματα καί προγράμματα. Τό συνηθισμένο άντικείμενο συζητήσεώς μας άλλά καί άντιπαραθέσεώς μας ήτο τό εξής: Αύτός έκλινε περισσότερο πρός μία αυστηρή άσκησι μέ σκληρή νηστεία, μέ προσευχή καί δάκρυα, ενώ έγώ προτιμούσα περισσότερο τήν νοερά έγρήγορσι. Κι αυτή τήν άποψί μου τήν κρατώ μέχρι τώρα. Διότι αύτό πού θέλει ό Θεός δέν είναι μιά αυτή καθ' εαυτή άσκηση, άλλά «καρδία συντετριμμένη καί τεταπεινωμένη.,.», δηλαδή συνεχή παρουσία τού Θεού στήν ζωή μας.
Εχω τήν έντύπωση ότι αύτός πού έπιδιώκει υπερβολική άσκησι, σύμφωνα μέ τις πεποιθήσεις τοῦ π. Κλεόπα, κάποια στιγμή θά είπή ότι έτελείωσε τό άσκητικό του πρόγραμμα καί θά πάη στό κελλί του νά ξαπλώση ήσυχος ότι έξώφλησε τά χρέη του. Ένώ ή έγρήγορσις είναι συνεχής κατάστασις τής ψυχής. Λέγεται κάπου γιά κάποιον ότι «πολλά τοΰ συγχωρέθηκαν, διότι πολύ αγάπησε». Μά, όταν άγαπάς ή ψυχή είναι σέ έγρήγορσι, είναι παρούσα σέ κάθε επιθυμία καί νοερά κίνηση. Αύτό προσωπικά ενδιαφέρει έμενα σάν ιερεύς πού είμαι απέναντι τών άνθρώπων.
Μετάφρασις ἀπό τά ρουμανικά Μον. Δαμασκηνός Γρηγοριάτης
Μέ τήν εὐλογία τοῦ πατρός Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου
