Παρασκευή 10 Απριλίου 2026

Οι γυναικες πλησιον του πασχοντος Χριστου

Αποκαθ. 

Μεγάλη Ἑβδομὰς
Περίοδος Δ΄ – Ἔτος ΚΓ΄ Φλώρινα – ἀριθμ. φύλλου 1251(2)
Μεγάλη Παρασκευὴ πρωὶ 10 Ἀπριλίου 2026 (2006)
Ὁμιλία τοῦ Μητροπολίτου Φλωρίνης Αὐγουστίνου

«Στραφεὶς δὲ πρὸς αὐτὰς ὁ Ἰησοῦς εἶπε· Θυγατέρες Ἰερουσαλήμ, μὴ κλαίετε ἐπ᾿ ἐμέ, πλὴν ἐφ᾿ ἑαυτὰς κλαίετε καὶ ἐπὶ τὰ τέκνα ὑμῶν» (Λουκ. 23,28)

Ἑορτάζουμε, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, γιὰ μία ἀκόμη φορὰ τὰ σεπτὰ πάθη τοῦ Κυρίου μας. Ποιός μπορεῖ ν᾿ ἀναπαραστήσῃ τὸ θεῖο δρᾶμα; «Λόγος ἅπας ἡττᾶται» (Ἀκάθ. Ὕμν. Λ). Τολμοῦ­με ὅμως σὰν μικρὰ παιδιὰ νὰ ψελλίσουμε λίγα λόγια πρὸς δόξαν τοῦ Ἐσταυρωμένου.

* * *

Βρισκόμαστε στὸ τέλος τοῦ θείου δράματος, ποὺ κλείνει μὲ μία ὑπογραφή – τί εὐθύνη ἔχουν αὐτοὶ ποὺ διοικοῦν! Ὁ Πιλᾶτος, ὕστερα ἀπὸ ἐσωτερικὴ πάλη, ὑποκύπτει στὶς φωνὲς τοῦ ὄχλου «Σταύρωσον σταύρωσον αὐτόν» (Λουκ. 23,21) καὶ ὑπογράφει τὴν καταδίκη. «Ἤδη βάπτεται κάλαμος ἀποφάσεως» (ἀπόστ. αἴν. ὄρθρ. Μ. Παρ.). Καὶ ἡ ἀ­πόφασι ἔπρεπε νὰ ἐκτελεσθῇ ἀμέσως. Ἄλλες ἐκτελέσεις συχνὰ καθυστεροῦν, μὲ τὴν ἐλπίδα μήπως δοθῇ χάρις· ἐδῶ καμμία ἀναβολή. Ἡ ἐκ­τέλεσις ἔπρεπε νὰ γίνῃ τὴν ἴδια μέρα, γιὰ δύο λόγους. Ὁ ἕνας· τὴν ἄλλη μέρα ξημέρωνε Σάβ­βατο, οἱ Ἰουδαῖοι θὰ ἑώρταζαν τὸ πάσχα, καὶ δὲν ἔπρεπε ἡ ἑορτὴ νὰ μολυν­θῇ μὲ αἷμα – ὤ ὑ­ποκρισία! Ὁ δεύτερος λόγος· φοβοῦνταν μήπως τελευταία στιγμὴ ὁ λαὸς ἀνανήψῃ, ἐξ­εγερθῇ καὶ σαρώσῃ ἄρχοντες καὶ θανατικὲς ἀποφάσεις.

Γι᾿ αὐτὸ σπεύδουν. Καὶ νά, ἔξω ἀπὸ τὸ πραι­τώριο σχηματίζεται ἡ πομπή. Σκληροὶ στρατι­ῶτες τῶν λεγεώνων τῆς Ῥώμης, μὲ ἐπὶ κεφα­λῆς ἑκατόνταρχο, βγάζουν ἀπὸ τὸ Χριστὸ τὴν κόκκινη χλαμύδα μὲ τὴν ὁποία τὸν περιέπαιξαν, τὸν ντύνουν μὲ τὰ φτωχικά του ῥοῦχα καὶ τὸ χιτῶνα ποὺ εἶχε ὑφάνει ἡ Παναγία, καὶ γρά­φουν σὲ μιὰ πινακίδα μὲ γράμματα ἑλληνικὰ ῥωμαϊκὰ καὶ ἑβραϊκὰ τὴν αἰτία τῆς ποινῆς· «Αὐτὸς ἀνακήρυξε τὸν ἑαυτό του βασιλέα». Μαζί του εἶνε καὶ δύο λῃσταί. Ἀκμαῖοι αὐτοί· ὁ Χριστὸς κατάκοπος ἀπὸ τὶς ταλαιπωρίες.
Βαδίζει κουρασμένος, ἐξαντλημένος, καὶ τὸ κυριώτερο μόνος. Ὅσοι ἀπὸ μᾶς ἔτυχε νὰ βρεθοῦμε ἐγκαταλελειμμένοι ἀπ᾿ ὅλους, αὐτοὶ μποροῦν νὰ καταλάβουν τί θὰ πῇ γενικὴ ἐγκα­τάλειψις. Ποῦ εἶνε οἱ ἄρρωστοι ποὺ θεραπεύ­τηκαν, οἱ χιλιάδες ποὺ χόρτασαν, τὸ πλῆθος ποὺ φώναζε «Ὡσαννά»; (Μᾶρκ. 11,9). Κανείς τώρα δίπλα του. Ἐγκαταλελειμμένος ἀπὸ ὅλους ὁ Χριστός, πλέει μέσα σ᾿ ἕναν Ἀτλαντικὸ θλίψεως, διασχίζει μιὰ Σαχάρα μοναξιᾶς.
Ἀλλὰ νά μέσα στὴν ἔρημο μία ὄασι. Εἶνε κά­ποιες ἐκδηλώσεις ἀγάπης. Ἀπὸ ποιούς; Ἀπὸ ἄν­τρες; Οἱ ἄντρες ἐδῶ φάνηκαν δειλοί, ἰδιοτελεῖς, σκληροί. Ἄντρας τὸν πρόδωσε, ἄντρες τὸν συνέλαβαν, τὸν δίκασαν, τὸν καταδίκασαν, τὸν σταύρωσαν. Ἡ γυναίκα ἀπουσιάζει ἀπ᾿ ὅ­λα αὐτά. Ἀντιθέτως ὑπῆρξαν γυναῖκες ποὺ ἔ­δειξαν συμπάθεια· σημειώνω 4 περιπτώσεις.
� Ἐνῷ ἔξω τὰ θηρία οὔρλιαζαν καὶ ἀπειλοῦ­σαν, ἡ Κλαυδία Πρόκλα, ἡ σύζυγος τοῦ Πιλάτου, μήνυσε στὸν ἄντρα της ποὺ ἦταν στὸ βῆ­μα· «Μηδὲν σοὶ καὶ τῷ δικαίῳ ἐκείνῳ· πολλὰ γὰρ ἔπαθον σήμερον κατ᾿ ὄναρ δι᾿ αὐτόν» (Ματθ. 27,19). Πρώτη ποὺ ἐκδήλωσε συμπάθεια στὸ Χρι­στό, ἦταν ἡ εἰδωλολάτρις Πρόκλα, τὴν ὁποία ἡ Ἐκκλησία μας τώρα τιμᾷ ὡς ἁγία (27 Ὀκτ.).
� Ἄλλη γυναίκα. Λένε οἱ παραδόσεις, ὅτι ἀνεβαίνοντας στὸ Γολγοθᾶ μὲ τὸ βάρος τοῦ σταυ­ροῦ ὁ Χριστὸς ἵδρωσε. Τότε μιὰ γυναίκα, ἡ Βε­ρονίκη, πλησίασε καὶ τοῦ ἔδωσε ἕνα μαντήλι. Ὁ Χριστὸς σκούπισε τὸν ἱδρῶτα του καὶ πάνω σ᾿ αὐτὸ ἀποτυπώθηκε τὸ ἱερό του πρόσωπο. Εἶνε τὸ Ἅγιο Μανδήλιο, ποὺ ζωγραφίζεται στοὺς ναούς. Αὐτὸ ποὺ συνέβη στὴ γυναῖκα αὐτὴ θὰ τὸ ζηλεύαμε κ᾿ ἐμεῖς. Μπορεῖς ὅμως ἐσὺ νὰ κάνῃς κάτι ἀνώτερο. Ποιό; Πίστεψε στὸ Χριστὸ καὶ κάνε τὴν καρδιά σου ἀτελιέ. Ὅπως ὁ ζωγράφος ἐργάζεται στὸ ἀτελιέ του, κλείσου στὴν καρδιά σου καὶ ζωγράφιζε μέσα σ᾿ αὐ­τὴν τὸ Χριστό. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἔλεγε· «Χριστῷ συνεσταύρωμαι· ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός» (Γαλ. 2,20).
� Μία ἄλλη γυναίκα ὀνομάζεται Ἀνταία. Εἶνε βέβαια πλάσμα φαντασίας τοῦ Πολωνοῦ λογο­τέχνου Ἑρρίκου Σιέγκεβιτς στὸ διήγημά του «Ἀκολουθήσωμεν Αὐτόν», ἀλλὰ παριστά­νει μιὰ πραγματικότητα. Ἡ εὐγενὴς Ἀνταία παν­τρεύτηκε τὸν πατρίκιο Κίννα, ποὺ διωρίστηκε διοικητὴς τῆς Ἀλεξανδρείας. Τὸ ζεῦγος ἔ­πλεε σὲ πελάγη κοσμικῆς χαρᾶς. Ἀλλὰ ἡ Ἀν­ταία ἀρρώστησε ἀπὸ μελαγχολία καὶ ἔβλεπε ἐφιάλτες. Ὁ ἄντρας της, ποὺ τὴν ἀγαποῦσε, καὶ ποῦ δὲν τὴν πῆγε· σὲ γιατρούς, σὲ μάγους, σὲ ἐκδρομές, στὶς πυραμίδες, παντοῦ. Πουθε­νὰ δὲν θεραπεύτηκε. Ἂς πᾶμε καὶ στὰ Ἰεροσό­λυμα, εἶπε ἡ Ἀνταία (διότι ὁ Πιλᾶτος ἦταν ἐξά­δελφός της). Ἔφτασαν τὴν ἡμέρα ποὺ ἐσταυρώνετο ὁ Χριστός. Μόνη της ζήτησε νὰ δῇ τὸν κατάδικο. Μὲ φορεῖο τὴν πῆγαν σ᾿ ἕνα σημεῖο, ἀπ᾽ ὅπου θὰ περνοῦσε ἡ πομπή. Ἡ Ἀνταία κοι­τάζει· βλέπει τὸ Χριστό. Μία ματιά, ποὺ ἔρριξε πάνω του, καὶ μία ματιά, ποὺ ὁ Χριστὸς ἔρ­ριξε πάνω της, τὴν συγκλόνισε· θεραπεύτηκε ἀμέσως. Ὁ δύσπιστος Κίννας πιστεύει. Γεμάτη εὐγνωμοσύνη λέει στὸν σύζυγό της· «Ἂς Τὸν ἀκολουθήσουμε». Ἀξίζει νὰ διαβάσῃ κανεὶς τὸ βιβλιαράκι αὐτό.
� Γυναῖκες λοιπὸν ἐκδήλωσαν συμπάθεια στὸν πάσχοντα Χριστό· πρώτη ἡ Πρόκλα, δεύτερη ἡ Βερονίκη, τρίτη ἡ Ἀνταία. Καὶ τώρα ἀφήνου­με τὶς παραδόσεις καὶ γυρίζουμε στὴν πρα­γμα­τικό­τητα. Νά κι ἄλλες, γυναῖκες τοῦ λαοῦ. Παρακο­λουθοῦν τὴν πομπή. Ὅσο δὲν ἔκλαψαν τὸν πατέρα ἢ τὸν ἄντρα ἢ τὸ παιδί τους, κλαῖνε τώρα τὸ Χριστό. Κλαῖνε μὲ λυγμούς. Τὶς εἶδε ὁ Κύριος, στρέφεται καὶ τοὺς λέει· «Θυγατέρες Ἰερουσαλήμ, μὴ κλαίετε ἐπ᾿ ἐμέ» (Λουκ. 23,28).
Ἀλλὰ γιατί τὸ λέει αὐτό; Ἀπαγορεύεται τὸ κλάμα; Ὁ ἴδιος δὲν ἔκλαψε, καὶ μάλιστα γιὰ τὸ Λάζαρο; Τὸ «κλαίειν μετὰ κλαιόντων» δὲν εἶνε ἐντολὴ τῆς ἁγίας Γραφῆς (Ῥωμ. 12,15);
Οἱ γυναῖκες αὐτὲς εἶχαν ἀτελῆ γνῶσι γιὰ τὸ Χριστό. Δὲν εἶχαν συλλάβει τὸ μυστήριο τῆς θυσίας του, ὅτι ὄχι ἀκουσίως ἀλλ᾿ ἑκουσίως βαδίζει πρὸς τὸ Γολγοθᾶ, ὅτι ὁ σταυρὸς θὰ εἶνε ἡ δόξα του καὶ ἡ σωτηρία τοῦ κόσμου. Τὸν θεωροῦσαν ὡς ἁπλὸ ἄνθρωπο καὶ ἔλεγαν· Ποῦ τὸν πᾶνε τὸν καημένο! καλὸς ἦταν· γιατί τὸν καταδίκασαν;… Γι᾿ αὐτὸ τοὺς λέει·
Μὴν κλαῖτε γιὰ μένα· κλάψτε γιὰ τὸν ἑαυτό σας καὶ τὰ παιδιά σας. Φυλάξτε τὰ δάκρυα γιὰ τὴ γενεά σας. Γιατὶ ἔρχεται ὥρα, ποὺ οἱ ἄν­θρωποι θὰ πᾶνε στὰ βουνὰ καὶ θὰ λένε· Ἀ­νοῖξτε, σπηλιές, νὰ μᾶς κρύψετε. Τὸ χλωρὸ κλαδὶ δύσκολα καίγεται. Ἐγὼ ἤμουν τὸ χλω­ρὸ κλαδὶ γεμᾶτο ἄνθη. Κι ἂν τὸ χλωρὸ βλέπε­τε νὰ τὸ καῖνε, καταλαβαίνετε τί ἔχει νὰ πάθῃ τὸ ξερό, ποὺ εἶστε σεῖς (βλ. ἔ.ἀ. 23,29-31).
Προφητεία ἦταν τὰ λόγια αὐτά· κ᾿ ὕστερα ἀ­πὸ τριανταπέντε χρόνια ἦρθε ἡ ἐκπλήρωσις. Λεγεῶνες τῆς Ῥώμης πολιόρκησαν τὰ Ἰεροσό­λυμα. Ἔπεσε ἀρρώστια, δίψα, πεῖνα. Τέτοια πεῖνα, ποὺ μιὰ μάνα ἔφτασε στὸ σημεῖο νὰ ψή­σῃ τὸ παιδί της καὶ νὰ τὸ φάῃ! Μετὰ μπῆκαν μέσα, ἔβαλαν φωτιά, γκρέμισαν τὰ πάντα, δὲν ἄφησαν τίποτα ὄρθιο. Καὶ τὸ χειρότερο, ἄρχισαν νὰ σταυρώνουν· νὰ σταυρώνουν, μέχρι ποὺ τελείωσαν τὰ ξύλα. Οἱ ἴδιοι οἱ Ἑβραῖοι τὸ ζήτησαν· «Τὸ αἷμα αὐτοῦ ἐφ᾿ ἡμᾶς καὶ ἐπὶ τὰ τέκνα ἡμῶν» (Ματθ. 27,25).

* * *

Αὐτό, ἀγαπητοί μου, ποὺ εἶπε ὁ Χριστὸς στὶς γυναῖκες, τὸ λέει καὶ σ᾿ ἐμᾶς· «Κλάψε τὸν ἑ­αυτό σας καὶ τὰ παιδιά σας». Ἐμεῖς κλαῖμε;
Κλαίει ὁ κόσμος πολύ. «Κοιλὰς κλαυθμῶ­νος» ὠνομάστηκε τούτη ἡ ζωή (Ψαλμ. 83,7· πρβλ. Κριτ. 2,4-5). Ἡ χήρα κλαίει τὸν ἄντρα της, τὰ ὀρφανὰ τὸν πατέρα τους, ὁ ἄρρωστος γιατὶ δὲν γιατρεύεται, ὁ ἄλλος τὴν ἀποτυχία του, ὁ νέος ἢ ἡ νέα γιὰ τὴν ἀπάτη τοῦ ἔρωτός τους…· λίμνη ἀποτελοῦν τὰ δάκρυα. Μάταια δάκρυα ὅμως. Γιὰ ὅλα κλαῖμε, μόνο γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας δὲν κλαῖ­με. Σπάνιο εἶνε νὰ κλάψῃ κανεὶς γιὰ τὶς ἁμαρτίες του. Περνοῦν τὰ χρόνια, πλησιάζει ὁ θάνατος, καὶ οἱ περισσότεροι δὲν ἔχουν χύσει οὔτε ἕνα δάκρυ μετανοίας.
Κ᾿ ἔρχονται ἡμέρες συμφορᾶς! Ποιό θά ᾿νε τὸ μέλλον τῶν παιδιῶν μας; Ὅπως εἶπε ὁ Χριστός, θά ᾿ρθῃ ὥρα ποὺ θὰ ποῦμε· Ἀνοῖξτε, βου­νά, καὶ κρύψτε μας. Καὶ μήπως ἤδη τὰ κράτη δὲν ἔχουν ἀνοίξει τεράστια κρησφύγετα σὲ βουνά; Γιὰ τὶς ἀνομίες μας θὰ ἐρημώσουν οἱ πολιτεῖες μέσα σὲ μιὰ ὥρα. «Καὶ ἐρημώσει πᾶ­σαν τὴν γῆν ἀνομία…» (Σ. Σολ. 5,23). «Ἔρχεται ἡ ὀρ­γὴ τοῦ Θεοῦ» (Ἐφ. 5,6. Κολ. 3,6). Ὀργὴ μεγαλύτερη ἀπ᾿ αὐτὴν ποὺ βρῆκε τοὺς Ἰουδαίους. Αὐτοὶ σταύ­ρωσαν τὸ Χριστὸ μιά φορά, ἐμεῖς τὸν σταυρώ­νουμε κάθε μέρα, κ᾿ ἐν τούτοις μένουμε ἀμετανόητοι. Τί ὑπολείπεται;
Μὴν κλαῖτε πιὰ γιὰ τὰ μάταια. Ἀρκετὰ κλάψατε γιὰ γυναῖκες, γιὰ παιδιά, γιὰ ἄλλα πράγμα­τα. Κλάψτε κάποτε γιὰ τὴν ἀθάνατη ψυχή! Τρέξτε, προλάβετε, πῆτε κ᾿ ἐσεῖς μὲ δάκρυ με­τανοίας τὸ «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλ­θῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου» (Λουκ. 23,42)· ἀμήν.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Παντελεήμονος Φλωρίνης τὴν 2-5-1986 μὲ ἄλλο τίτλο. Καταγραφὴ καὶ σύντμησις 21-4-2006.