Τετάρτη 18 Μαρτίου 2026

ΙΕΡΟΜ. ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΚΑΡΥΩΤΗΣ Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ

«Πνευματική φαρέτρα τοῦ Ὀρθοδόξου Χριστιανοῦ» 

ΙΕΡΟΜ. ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΚΑΡΥΩΤΗΣ   Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ

(+1926 - 1986)

Πολλές φορές εἶναι στό θέλημα τοῦ Θεοῦ νά κρύβωνται ἀπό τά μάτια μας τά κατορθώματα ἐναρέτων καί ἀσκητικῶν πατέρων, πού ζοῦν κοντά μας. Γι᾿ αὐτούς εἶναι πνευματική ἀσφάλεια, διότι ἀθόρυβα καί ἀνεπηρέαστα ἐπαυξάνουν στήν ψυχή τους τόν θησαυρόν τῆς Χάριτος. Γιά ἐμᾶς ὅμως εἶναι ἀποτυχία, διότι ἀναγνωρίζουμε τήν προσωπικότητά τους, μετά τήν ἀσκητική κοίμησί τους καί τρέχομε ν᾿ ἀκούσωμε ἀνθρώπους πού τούς ἐγνώρισαν, γιά τήν ἁγία βιοτή τους καί τί τό πνευματοκίνητο στόμα τους ἐλάλησε πρός σωτηρία μας.

῾Ο ῾Ιερομόναχος Νικόδημος ὁ Καρυώτης, ὑπῆρξεν ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος. Ἀκάματος ἐραστής τοῦ Θεοῦ καί περιφρονητής τῆς παρούσης ζωῆς. ῎Εζησε πρό ἐτῶν ἀνάμεσά μας, ἀλλά πολλοί λίγοι ἀντελήφθησαν τήν ἀρετή του. Γι᾿ αυτό ἀποτελεῖ ἐπιτακτκό καθῆκον σ᾿ ἐμᾶς τούς νεωτέρους πνευματικούς του υἱούς νά καταθέσουμε ἐξ ἀγάπης καί εὐλαβείας πρός τόν ἀείμνηστο Γέροντα, ὅσα στοιχεῖα ἠμπορέσαμε νά συγκεντρώσουμε πρός ὄφελος τῶν ψυχῶν μας καί αἰώνιο μνημόσυνο τοῦ ἁγίου αὐτοῦ Πνευματικοῦ.

Γεννήθηκε στό χωρίον Κρουσσῶνα ῾Ηρακλείου Κρήτης, τό ἔτος 1926. Οἱ γονεῖς του, Γεώργιος καί Αἰκατερίνη, ἀπέκτησαν πέντε παιδιά. Τό τέταρτο κατά σειράν ἦτο ὁ Γέροντας Νικόδημος, ὁ τότε Ἐμμανουήλ Καληγιαννάκης. Ἀπό τήν παιδική του ἡλικία διακρινόταν γιά τήν ἀγάπη του πρός τήν ἐκκλησία τοῦ χωριοῦ του, τήν εὐσέβειά του καί τήν ἀφοσίωσί του στίς ῾Ιερές Ἀκολουθίες. ῞Οταν ἐτελείωσε τό Δημοτικό Σχολεῖο, ἀσχολήθηκε μέ γεωργικές ἐργασίες καί κυρίως μέ τήν κτηνοτροφία. Ἐφημέριος στό χωριό του τότε, ἦταν ὁ μακαριστός παπᾶ Δημήτρης Φασουλάκης. ῏Ηταν πολύ ἐνάρετος καί φιλομόναχος. Κοντά του ὁ μικρός Ἐμμανουήλ γαλουχήθηκε στά νεανικά του χρόνια. Οὐδέποτε ἀπουσίαζε  ἀπό τίς ἀκολουθίες τῆς ἐκκλησίας, ὅπου ὑπηρετοῦσε ὡς νεωκόρος καί ψάλτης. Δέν τόν ἔθελγαν οἱ συναναστροφές τῶν συνομιλήκων του, οὔτε τά παιχνίδια καί τά ἁμαρτωλά τους ἔργα.

Εἶχε κοσμηθεῖ ἀπό μικρός μέ τήν εὐλάβεια πρός τά Θεῖα. Τό ἀπαρρησίαστο τοῦ χαρακτῆρος του προκαλοῦσε στούς ἄλλους ἀγάπη στό πρόσωπό του. Ὁ πόθος του νά διαβάζῃ Βίους Ἁγίων καί ἄλλα θρησκευτικά βιβλία τόν ξεχώριζαν ἀπό τήν ἀλλοπρόσαλλη γενεά τῶν συνομιλήκων του.

Ἀπό τήν ἐφηβική του κιόλας ἡλικία γεννήθηκε μέσα του ὁ πόθος γιά τήν μοναχική πολιτεία. Τά βιβλία πού διάβαζε τοῦ εἶχαν ἀφόρητα πυρπολήσει τήν καρδιά. Εἶπε στόν παπᾶ Δημήτρη τήν ἐπιθυμία του. Ἐκεῖνος τόν συνεβούλευε τά ἑξῆς: «Κάνε λίγο ὑπομονή. Πρῶτα θά πᾶς φαντάρος, μετά θά τακτοποιήσης τίς οἰκογενειακές σου ὑποχρεώσεις καί κατόπιν εἶσαι ἐλεύθερος, ἐάν εἶναι θέλημα Θεοῦ, νά πᾶς ἐκεῖ πού σέ καλεῖ  Ἐκεῖνος.

Πράγματι, τό ἔτος 1948, σέ ἡλικία 22 ἐτῶν, ἐλεύθερος ἀπό οἰκογενειακούς δεσμούς, ἐπῆρε τήν εὐχή τῶν γενέων του, τοῦ Πνευματικοῦ του, πατρός Δημητρίου, καί ἀνεχώρησε γιά τήν Μονή τοῦ ῾Αγίου Ἀντωνίου Βροντησίου Κρήτης. ῎Εμεινε ἐκεῖ ὡς δόκιμος τρία χρόνια ἐργαζόμενος μέ ὑπακοή καί ἀφοσίωσι στήν Ἀδελφότητα τῆς Μονῆς.

Θέλοντας ὅμως νά ζήσῃ ἀσκητικώτερα, μέ εὐλογία τοῦ ῾Ηγουμένου πῆγε στήν Μονή τῆς Παναγίας ῾Οδηγητρίας. Ἐκεῖ, μετά ἀπό λίγο διάστημα ἐκάρη μοναχός μέ τό ὄνομα Νικόδημος. Κατόπιν ὁ τότε Μητροπολίτης Γορτύνης καί Ἀρκαδίας κ. Τιμόθεος καί νῦν Ἀρχιεπίσκοπος Κρήτης, τόν χειροτόνησε Διάκονο καί ῾Ιερέα, δίδοντας του καί τό ἀξίωμα τῆς πνευματικῆς πατρότητος γιά τήν ἐξομολόγησιν τῶν πιστῶν.

῾Ο π. Νικόδημος, συνέχισε καί σ᾿ αὐτή τήν Μονή μέ ἄκρα ἐγκράτεια, αὐστηρότητα στόν ἑαυτόν του καί αὐταπάρνησι, τό ἀσκητικό πρόγραμμα τῆς Μονῆς.

Βλέποντας ὁ Μητροπολίτης τήν ἄψογη μοναχική του διαγωγή, τόν ἐγκατέστησε ῾Ηγούμενο στήν ῾Ιερά Μονή τῆς Κοιμήσεως Θεοτόκου Κουδουμᾶ. ῾Η ἐπιθυμία βεβαίως τοῦ π. Νικοδήμου, ἦταν νά ζήσῃ ὡς ῾Ιερομόναχος μέ ταπείνωσι, ἁπλότητα καί ἀφανῆ ἄσκησι. ῾Υπέκυψε ὅμως στίς παρακλήσεις τοῦ Ἐπισκόπου καί ὑπηρέτησε ὡς ῾Ηγούμενος ἐπί πέντε καί ἥμισυ χρόνια στήν ἀνωτέρω Μονή.

Μεγάλη ἀγάπη ἐπέδειξε στούς προσκυνητάς Χριστιανούς, τούς ὁποίους ὑποδεχόταν πατρικά καί τούς ἐξωμολογοῦσε. ῞Οπως μᾶς διηγήθηκαν ντόπιοι ἀδελφοί, πολλές φορές ὁ π. Νικόδημος ἐθεράπευσε δαιμονισμένους καί ἀρρώστους. ῾Η φήμη του προσείλκυσε πλῆθος Χριστιανῶν μέ ἀποτέλεσμα νά προκαλοῦν σοβαρή ἐνόχλησι στόν ἐκ φύσεως ἡσυχαστικό ῾Ιερομόναχο. Μέ ἄδεια τοῦ οἰκείου Μητροπολίτου ἔφυγε γιά τό χωριό του, γιά νά ἀπαλλαγῇ ἀπό τόν συφερτό τῶν ἀνθρώπων. Ἐκεῖ διωρίστηκε ἐφημέριος τῆς ῾Ιερᾶς Μονῆς ῾Αγίας Εἰρήνης, πού εἶναι πλησίον τοῦ χωριοῦ του. ῾Υπηρέτησε μόνο ἐπί ἐνάμισυ χρόνο. Καί ἐδῶ συνέχισε τό ψυχοσωτήριο ἔργο του. Στόν ἑαυτόν του ἦταν αὐστηρός, ἐνῶ στούς Χριστιανούς ἐπιεικής καί συγκαταβατικός γιά τά παραπτώματά τους, γιά νά μή τούς ρίξη στήν ἀπελπισία, ὅπως ἔλεγε.

Τίς νύχτες σχεδόν πάντοτε ἀγρυπνοῦσε προσευχόμενος. Δέν ξάπλωνε σέ κρεββάτι. Μόνον ὅταν ἔκανε ἐγχείρησι ἀμυγδαλῶν, ἀναγκάσθηκε ἐπί 20 ἡμέρες νά εἶναι στό κρεββάτι.  Στά διοικητικά τῆς Μονῆς δέν ἀνακατευόταν ποτέ. ῎Αφηνε πάντα τήν ῾Ηγουμένη νά διοικῇ συμβουλεύοντάς την τά πρέποντα. Τά βράδυα ἀγρυπνοῦσε στά ἐξωκκλήσια, πού εἶναι πέριξ τῆς Μονῆς. Μ᾿ αὐτούς τούς ἀσκητικούς ἀγῶνες δέχθηκε πλούσια τήν Χάρι τοῦ Θεοῦ στήν ψυχή του. ῎Εγινε πόλος ἕλξεως καί παρρηγορία πάντων τῶν προσερχομένων ἀδελφῶν.

῾Ο πόθος του ὅμως ἦταν νά ζήσῃ στήν ἀφάνεια, τήν μόνωσι γιά νά ἐπιδοθῇ στό ἔργο τῆς νοερᾶς προσευχῆς. Οἱ ἐνοχλήσεις τῶν ἀνθρώπων τόν ἐμπόδιζαν νά ἐφαρμόσῃ τό ἀσκητικό του πρόγραμμα μέσα στο κόσμο. Γι᾿ αὐτό ἐπῆρε τήν μεγάλη ἀπόφασι ν᾿ ἀναχωρήσῃ καί ἀπό ἐκεῖ.

Τό 1962 ἦλθε στό Περιβόλι τῆς Παναγίας μας. Κατ᾿ ἀρχήν ἐγκατεστάθη στήν καλύβα τῶν Ἀρχαγγέλων τῆς Σκήτης Κουτλουμουσίου. Ἐκεῖ μόνος του, χωρίς ὑποτακτικόν, καθώρισε τό ἀσκητικό του πρόγραμμα κάνοντας αὐστηρή λιτοδίαιτη ζωή.

Τό καιρό ἐκεῖνο ἡ ῾Ιερά Μονή Σταυρονικήτα εὑρισκόταν σέ παρακμή. Δεν ἦταν ἀκόμη κοινόβιος. Δέν εἶχε ῾Ιερέα καί ἐφημέριο. Ἐκάλεσαν λοιπόν τόν π. Νικόδημον ὡς λειτουργό στό Μοναστήρι. Ἐκεῖνος δέχθηκε εὐχαρίστως καί κάθε Σαββατοκύριακο  καί μεγάλες ἑορτές κατέβαινε μέ τά πόδια ἀπό τό Καλύβι του στήν Μονή. ῾Η ἀπόστασι πεζῆ εἶναι περίπου μία ὥρα.

῞Ενα ἀπό τά πνευματικά του παιδιά, μοῦ διηγήθηκε τό ἑξῆς περιστατικό πού συνέβη στό Γέροντά του.῏Ηταν Ἰούλιος μῆνας κάποια χρονιά καί ὁ καύσωνας ἦταν ἀνυπόφορος. ῾Ο Γέροντας ἔπρεπε νά κατεβᾖ στήν Μονή γιά τά καθήκοντά του. Μονολογοῦσε κι ἔλεγε: «Πῶς θά πάω στήν Μονή μέσα σ᾿ αὐτή τήν ζέστη;» Ξαφνικά, ἐνῶ ὁ οὐρανός ἦταν καταγάλανος, ἦλθε ἐπάνω ἀπό τό κεφάλι του ἕνα βαθύσκιο σύννεφο, τό ὁποῖο καί τόν συνώδευσε μέχρι τήν Μονή. ῎Ετσι λύθηκε τό πρόβλημα τῆς μεταβάσεώς του.

῞Ενα ἄλλο πνευματικό του παιδί μοῦ διηγήθηκε τό ἑξῆς γεγονός: ῞Ενα βράδυ φιλοξενήθηκε στήν Καλύβα τοῦ Γέροντός του. Μετά τό βραδυνό φαγητό καί τό Ἀπόδειπνο, ἀνεχώρησαν γιά ξεκούρασι στά κελλιά τους. Τήν νύκτα ὁ νεαρός ἐπισκέπτης εἶχε ἀνάγκη νά πάῃ στήν τουαλέττα. Μά ἀπό ἐντροπή δέν ἐρώτησε τόν Γέροντα του, ποῦ εἶναι τό μέρος αὐτό. Ἀναγκάσθηκε νά βγῇ ἔξω. Προχωρῶντας πρός τίς ἐλιές, εἶδε κάτω σέ μιά ἀπ᾿ αὐτές τόν Γέροντα νά προσεύχεται γονατιστός μέ τά χέρια ὑψωμένα. Τό πρόσωπό του ἔλαμπε ἀπό ἕνα θεῖο καί ὑπερκόσμιο φῶς, το ὁποῖον καί τόν ἐπρόδωσε. Παρεκάλεσε τόν νεαρό, αὐτό πού εἶδε νά μή τό ἀνακοινώσῃ πουθενά μέχρι τόν θάνατόν του.

Μετά ἀπό λίγα χρόνια ἔφυγε ἀπό τήν Σκήτη τοῦ Κουτλουμουσίου καί πῆρε ἕνα ἄλλο Κελλί, πού εἶναι στόν δρόμο Καρυῶν - Μονῆς Ἰβήρων, περίπου 20 λεπτά μέ τά πόδια ἀπό τίς Καρυές. Τό σπίτι αὐτό τιμᾶται στήν Κοίμησι τῆς Θεοτόκου, ἔχει κήπους, νερό καί ὡραία θέα πρός τήν Μονή Ἰβήρων καί τήν θάλασσα. Τό παρέλαβε ἔρημο καί τό διόρθωσε ἀρκετά.

Εἶναι ὅμως ἀλήθεια ὅτι δέν διακρίθηκε ποτέ ὡς νοικοκύρης, διότι ὅλη τήν μέριμνά του εἶχε γιά τά οὐράνια ἀγαθά. Θεωροῦσε περιττά τήν ἀρχοντική καθαριότητα, τίς ἐργατοκηπουρικές ὑπηρεσίες, τά λουλούδια καί τά σπιτικά στολίδια. Στολίδι γι᾿ αὐτόν ἦταν ἡ ἀέναος νυκτερινή προσευχή, ἡ αὐστηρά νηστεία, ἡ ταπείνωσις, ἡ ἁπλότης καί ἡ προετοιμασία γιά τά μέλλοντα ἀγαθά.

Καί ἐδῶ στό ῎Ορος τῆς Παρθένου, ἔγινε γρήγορα γνωστή ἡ ἁγιότητα τοῦ Γέροντος Νικοδήμου. Τόν ἐπεσκέπτοντο μοναχοί, ὄχι μόνον ἐρημῖτες, ἀλλά καί κοινοβιάτες, νά τόν συμβουλευθοῦν στό ἔργο τῆς νοερᾶς προσευχῆς. Ἀκόμη καί ὁμόδοξοι ἀλλοδαποί τόν ἀνεκάλυψαν καί ἤρχοντο νά τόν ἀκούσουν. Στό τέλος τῆς βιογραφίας του θά παραθέσωμε τόν διάλογο πού εἶχε μαζί του ὁ Ρουμᾶνος ῾Ιερομ. π. 'Ἰωαννίκιος Μπάλαν.

Ἐξωτερικά δέν παρουσίαζε κάποια ἰδιαίτερη ἐντύπωσι ἡ παρουσία του. Ἦταν μετρίου ἀναστήματος. Φοροῦσε συνήθως τριμμένα ράσα, ἐνῶ τό χειμῶνα φοροῦσε μπότες μέ χονδρές κάλτσες. Περπατοῦσε σκυφτός καί μέ ἕνα ραβδί στό χέρι. Χαιρετοῦσε τούς ἀνθρώπους μέ ἕνα κρυφό χαμόγελο, χωρίς γέλια καί περιττές συζητήσεις. Στίς Καρυές ἀνέβαινε μία φορά τήν ἑβδομάδα, συνήθως κάθε Σάββατο. ῎Επρεπε νά ἀγοράσῃ κάτι γιά τήν Καλύβα του, νά πάρῃ τά πρόσφορα, πού θά τοῦ ἔστελνε κάποια Κοινόβιος Μονή, συνήθως ἡ τοῦ ῾Οσίου Γρηγορίου, νά πάρῃ ἄν εἶχε τήν ἀλληλογραφία του καί νά ἐπιστρέψῃ.

Τό πρόγραμμα τῶν ἀκολουθιῶν τό τηροῦσε ἀπαράβατα. Τήν νύκτα ἐδιάβαζε τό Μεσονυκτικό, τόν Ὄρθρο, τίς Ὧρες καί τελοῦσε τήν θείαν Λειτουργία κάθε Κυριακή καί μεγάλη ἑορτή. Τό ἀπόγευμα ἐδιάβαζε τήν Ἐννάτη Ὥρα, τόν Ἑσπερινό, τόν Κανόνα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τῶν ῾Αγίων Πάντων, τό Θεοτοκάριο καί τήν Παράκλησι τῆς Παναγίας.

῞Ενα ἀπό τά πνευματικά του παιδιά μοῦ διηγήθηκε ἀκόμη τά ἑξῆς δύο περιστατικά, ἀπό τά ὁποῖα φαίνεται ἡ παρρησία του πρός τόν Κύριο καί ὁ πόλεμος τῶν διαμόνων πού εἶχε.

῞Ενα ἀπόγευμα εὑρισκόταν στήν ἁπλωταριά. Τόν πλησίασε ἡ γάτα του νιαουρίζοντας. Τῆς εἶπε: "Τί θέλεις; Δέν ἔχω νά σοῦ δώσω κάτι νά φᾶς. Πήγαινε, πιάσε ἕνα πουλί καί φάγε». Πράγματι ἐπῆγε καί σέ τρία λεπτά ἐπέστρεψε μέ τό πουλί στό στόμα της.

Μιά ἄλλη φορά ἐφιλοξενεῖτο αὐτός ὁ νεαρός ἐπί τρεῖς ἡμέρες στό σπίτι του. Τίς νύκτες ἄκουε θόρυβο, κάτι σάν διαμάχη στό Κελλί του. Τό πρωΐ ρώτησε τούς δύο ἐργάτες του πού τοῦ ἔκαμαν γιά λίγες ἡμέρες ἐκεῖ μερικές ἐπιδιορθώσεις. Ἐκεῖνοι τοῦ εἶπαν: "Κι ἐμεῖς ἀκοῦμε αὐτόν τόν πόλεμο τά βράδυα. Πολεμάει μέ τούς δαίμονες κατά τήν νυκτερινή προσευχή του".

Μ᾿ αὐτό τόν σκληρόν ἀγῶνα ἐναντίον τῶν δαιμόνων ἐπέρασε τήν ζωή του στό ῞Αγιον ῎Ορος ἐπί 24 χρόνια. ῞Ενα χρόνο πρίν ἀναχωρήση ἀπό αὐτήν τήν ζωή προσέλαβε ὡς δόκιμο τόν παιδικό του φίλο καί συγχωριανό του Παῦλο Ἐπαναμεριτάκη. Αὐτός ἦταν 12 χρόνια μεγαλύτερός του, ἀλλά ποθοῦσε τήν μοναχική πολιτεία ἀπό τά νεανικά του χρόνια. Παντρεύθηκε ὅμως, ἔκανε δύο παιδιά, τά ἀποκατέστησε, συνώδευσε τήν σύζυγό του στήν τελευταία της κατοικία τό 1982, καί ἐλεύθερος πιά ἀπό κοσμικές φροντίδες, ἀπεφάσισε νά ἔρθῃ στό Γέρο Νικόδημο σέ ἡλικία 71 ἐτῶν.

Πρίν ἔλθῃ ἀρρώστησε ἀπό κακοήθη ὄγκο. Μεταφέρθηκε στήν Γερμανία γιά ἐγχείρησι. ῾Η κατάστασίς του ἦτο σοβαρά. Ἐκεῖνος ἀπηύθυνε δύο λόγια προσευχῆς μετά δακρύων στήν Θεομήτορα: "Παναγία μου, βοήθησέ με νά μή πεθάνω στήν Γερμανία, ἀλλά στό ῞Αγιον ῎Ορος». Πράγματι, τήν ἄλλη ἡμέρα ἔγιναν οἱ ἐξετάσεις. ῞Ολα ἔδειχναν ὅτι δέν εἶχε τίποτα. Ἐπέστρεψε στό σπίτι του. Τακτοποίησε τίς δουλειές του.

῾Ο Γέρο Νικόδημος σέ κάποια ἔξοδό του στήν Κρήτη τόν συνήντησε. Τόν ἔκειρε μικρόσχημο μοναχό καί τόν ἔφερε μαζί του εἰς τό ῞Αγιον ῎Ορος.

῞Οταν ἐρώτησα τόν π. Παῦλο νά μοῦ πῇ κάτι για τόν Γέροντά του, ἐκεῖνος ἀπήντησε. «῾Ο παπα-Νικοδημος ἦταν ἅγιος ἄνθρωπος. Δέν κοιμόταν σχεδόν καθόλου τήν νύκτα. Δέν ἐνδιαφερόταν γιά τίποτα στήν ζωή του, παρά μόνο γιά τά πνευματικά. Τό πρόγραμμα τῶν Ἀκολουθιῶν του τό κρατῶ καί ἐγώ τώρα μέ περισσή ἐπιμέλεια. ῏Ηταν αὐστηρός στόν ἑαυτό του. Οὐδέποτε κατέλυε τό λάδι κάθε  Δευτέρα, Τετάρτη καί Παρασκευή. Δέν ἤθελε νά ἀκούσῃ καθόλου γιά τούς ζηλωτές καί δέν διέκοψε τό μνημόσυνο τοῦ Πατριάρχου, ὅπως ἔκαναν πολλά Κελλιά καί μερικές Μονές διότι δέν εἶχε πληροφορία ἀπό τόν Θεό. Λόγῳ τῆς σκληρῆς ζωῆς του, δέν δεχόταν νά οἰκονομηθῇ στίς διάφορες ἀνάγκες του. Ἐνίοτε μοῦ φερνόταν ἀπότομα, καί ἐγώ τόν εἶχα παραξηγήσει, ὅτι εἶναι ἰδιότροπος ἄνθρωπος. Μοῦ συμπεριφερόταν ἔτσι, διότι ἤθελε νά κρύβῃ ἐπιμελῶς τόν ἀγῶνα του καί τίς ἀρετές του. Πάντοτε μέ συμβούλευε. Μία συμβουλή του θά τήν θυμᾶμε πάντα:

"Νά παρακαλῇς τόν Κύριο νά σοῦ δώσῃ τήν δύναμι τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος».

῾Υπέφερε τίς κακουχίες, τίς στερήσεις, τίς ἄγριες καιρικές συνθῆκες, τά κρύα καί τά χιόνια μέ ἀθλητική καρτερία. Οὐδέποτε ἐγόγγυζε γιά τούς σωματικούς του πόνους, καθ᾿ ὅσον ἔπασχε ἀπό ἀρθριτικά καί προστάτη. Τελευταῖα δυσκολευόταν νά τελῇ τήν Θεία Λειτουργία.

Κάποια φορά εὑρισκόμενος στό πεζούλι τῆς αὐλῆς, ἔπεσε κάτω ἀπό ὕψος δύο μέτρων. Ἐκτύπησε ἄσχημα στούς γοφούς και ἐπέστρεψε στό σπίτι περπατῶντας μέ τά τέσσαρα. Παρότι πονοῦσε δέν μοῦ εἶπε τίποτα. ῞Οταν τόν ἔπλυνα καί τόν ἄλλαζα, ἔφριξα, ὅταν εἶδα δύο μεγάλες ἀνοικτές πληγές στό σῶμα του. Τόν πῆγα ἔξω στό Νοσοκομεῖο. Οἱ γιατροί τόν καθάρισαν πετῶντας σάπια κρέατα.

῞Οταν τελείωσε ἡ Τεσσαρακοστή τοῦ 1986 μου εἶπε: «Γέρο Παῦλο, θά τό βγάλω καί αὐτό τό Πάσχα καί ὄχι ἄλλο». Πράγματι μετά τό Πάσχα κάλεσε δύο ῾Ιερεῖς καί τελέσαμε τό ῞Αγιον Εὐχέλαιο στό σπίτι μας. Κατόπιν τόν ἑτοίμασα καί σέ λίγες ἡμέρες ἔφυγε γιά τήν Κρήτη. Εἶχε σέ μεγάλη εὐλάβεια τήν ῾Αγία Παρθενομάρτυρα Εἰρήνη στό Μοναστήρι τῆς ὁποίας ποθοῦσε νά ἀφήσῃ τό σκήνωμά του.

῏Ηταν τότε μόλις 60 ἐτῶν καί φαινόταν για 85. Φθάνοντας στήν Κρήτη εἰσήχθη στό Βενιζέλειο Νοσοκομεῖο ῾Ηρακλείου. ῾Η κατάστασίς του χειροτέρευε, ἐνῶ λόγῳ τῶν ἀρθριτικῶν του, εὑρισκόταν ἀκοίμητος στό κρεββάτι. ῾Η ὄψις τοῦ προσώπου του ἦτο γαλήνια καί φωτεινή. Προσευχόταν ἀδιάλειπτα μέ τό κομποσχοίνι του καί δέν δυσανασχετοῦσε γι᾿ αὐτές τίς δοκιμασίες του. Εὐχαριστοῦσε τόν Θεό μέ τό γνωστό Χρυσοστομικό λόγιο. «Δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἕνεκεν».῾Οσάκις μιλοῦσε γιά τό ῞Αγιον ῎Ορος, τά μάτια του ἔτρεχαν δάκρυα. Μεταφέρθηκε στήν Μονή τῆς ῾Αγιας Εἰρήνης. Προανήγγειλε στίς ἀδελφές τόν θάνατόν του λέγοντας: "Αὔριο θά ἔχωμε τελετή στό Μοναστήρι. Θά ἔλθουν πολλοί ῾Ιερεῖς καί Χριστιανοί". ῾Η τελευταία του ἡμέρα ἦταν ἡ 17η Ἰουλίου, μνήμη τῆς ῾Αγίας Παρθενομάρτυρος Μαρίνης. Κοινώνησε γιά ἐσχάτη φορά τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων.῾Ο πυρετός εἶχε φθάει στό 41,3, καί ὁ γιατρός εἶπε ὅτι δέν εἶναι καθόλου καλά. Ἀπό στιγμή σέ στιγμή μπορεῖ νά πεθάνῃ.

Μεταφέρθηκε πάλι στό Νοσοκομεῖο.Τό πρόσωπό του διατηροῦσε μιά θεία λαμπρότητα καί τά χείλη του ἐπρόφεραν συνεχῶς εὐχαριστίες στό Θεό.

Στίς 11 ἡ ὥρα τῆς ἡμέρας ἐκείνης τό βράδυ ἔλαμψε ἐντονώτερα τό πρόσωπό του. Τά χείλη του ἐψέλλιζαν τήν εὐχή. ῎Εκαμε τό σημεῖο τοῦ Σταυροῦ κι ἀμέσως ἡ ψυχή του ἀποχωρίσθηκε ἀπό τό ἀσκητικώτατο καί πολυβασανισμένο σῶμα του. Τόν μετέφεραν μετά τά μεσάνυκτα στήν Μονή. Τήν ἑπομένη τό ἀπόγευμα ἔγινε ἡ κηδεία του. Πράγματι, πλῆθος κόσμου, Μητροπολίτες, ῾Ιερεῖς, πνευματικά του παιδιά, ἔφθασαν ἀπ᾿ ὅλη τήν Κρήτη νά προπέμψουν τόν ὁσιώτατο Γέροντα Νικόδημο, ὁ ὁποῖος ἄνθισε στό ῞Αγιον ῎Ορος καί ἐβασίλευσε στήν Κρήτη.

῾Ωμίλησε σχετικῶς ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Κρήτης κ.κ. Τιμόθεος. Σήμερα στόν τάφο του καίει πάντοτε ἀκοίμητος κανδήλα, ἐνῶ οἱ Χριστιανοί δέν παύουν νά περνοῦν  ἀπό ἐκεῖ, νά ἀσπάζωνται τόν τάφο του ζητῶντας τήν εὐχή του.

Στήν συνέχεια, ὅπως προαναφέραμε, θά συμπεριλάβωμε καί τόν παρακάτω διάλογο πού εἶχε ὁ μακαριστός Πνευματικός μέ τόν Ρουμᾶνο ῾Ιερομόναχο π. Ἰωαννίκιο.῾Ο διάλογος αὐτός δημοσιεύθηκε στά ρουμανικά καί μεταφράσθηκε στήν γλῶσσα μας.

-Σεβαστέ μας πάτερ Νικόδημε, ἤλθαμε ἀπό τήν Ρουμανία ἐδῶ, στήν πατρίδα τοῦ Ὀρθοδόξου Μοναχισμοῦ, τό ῞Αγιον ῎Ορος, γιά νά πάρωμε τήν εὐλογία τῆς Παναγίας μας καί τίς δικές σας φωτισμένες συμβουλές. Ἐμεῖς οἱ μοναχοί στήν Ρουμανία ἀσχολούμεθα περισσότερον μέ τήν εὐαγγελική ἱεραποστολή καί λιγώτερο μέ τήν προσευχή. Τί εἶναι πιό καλλίτερο νά κάνωμε;

-Καί ἡ διακονία τοῦ πλησίον στό κόσμο, ὁσιώτατε πάτερ, εἶναι προσευχή. Δεχθῆτε μέ ἀγάπη τούς ἀνθρώπους, διότι ὁ Θεός τούς στέλνει στά Μοναστήρια. Πρῶτα νά ἀναπαύετε τίς ψυχές τῶν Χριστιανῶν σας καί μετά, ἐάν σᾶς μένῃ χρόνος νά πηγαίνετε στήν ἐκκλησία γιά τίς Ἀκολουθίες. Προσευχή νά κάνετε, ἀνάλογα μέ τίς δυνάμεις σας καί τόν χρόνο πού ἔχετε.

-Μερικοί ἀπό ἐμᾶς ποθοῦν νά ἔλθουν στό ῞Αγιον ῎Ορος. Τί εἶναι καλλίτερο νά κάνουμε. Νά ἔλθουμε ἐδῶ ἤ νά ἐργασθοῦμε ἱεραποστολικά στόν λαό μας;

-Μείνετε ἐκεῖ πού σᾶς ἔφερε στήν ζωή ὁ Θεός, διότι πολλά προσφέρετε ἐκεῖ θυσιαζόμενοι γιά τήν σωτηρία τῶν ἄλλων. 'Εάν κάποιος ποθῇ ἀπό καρδίας τήν ἀναχώρησι, ἄς ἔλθῃ ἐδῶ στόν ῎Αθωνα, διότι καί ἐδῶ ὑπάρχουν Κελλιά χωρίς μοναχούς. Ἐάν ὅμως ἀμφιταλαντεύεται, ἄς προσευχηθῇ περισσότερο καί ν᾿ ἀκολουθήσῃ τήν συμβουλή τοῦ Πνευματικοῦ του καί τήν γνώμη τοῦ Ἐπισκόπου του.

-῎Εχουμε μεγάλη ἔλλειψι ἀπό πνευματικούς Πατέρες, τόσον ἐμεῖς ὅσον καί οἱ Χριστιανοί μας. Τί γνώμη ἔχετε γιά τό θέμα αὐτό;

-Ἀνέκαθεν, ὅπως μᾶς λέγῃ ὁ Χριστός, ὁ θερισμός ὑπῆρξε πολύς, ἐνῶ οἱ ἐργάτες ἦσαν ὀλίγοι. Ἀλλά ἄς μή χάνουμε τίς ἐλπίδες μας. ῎Εχει ὁ Θεός τήν φροντίδα νά ἐξάγῃ ἐργάτες γιά τόν ἀμπελῶνα του. Πάντοτε ὑπῆρχαν περίοδοι πνευματικῆς κρίσεως, ὅμως ὁ Θεός ἀποστέλλει σ᾿ ὅλες τίς ἐποχές ἐκλεκτούς ἀνθρώπους, Πνευματικούς καί ῾Ιεράρχας, οἱ ὁποῖοι μποροῦν νά ὁδηγοῦν τόν λαό στήν σωτηρία.

-Τί ἀπαραίτητες συμβουλές μᾶς δίνετε γιά τήν σωτηρία μας;

-Νά ἔχετε περισσότερη ἀγάπη γιά τόν Θεό καί τούς ἀνθρώπους. Μέ αὐτές τίς δύο πτέρυγες πετᾶμε στόν Οὐρανό. Ἀπ᾿ αὐτές τίς δύο ἐντολές, ὅπως μᾶς λέγῃ ὁ Χριστός, κρέμονται ὅλος ὁ Νόμος καί οἱ Προφῆτες. Ν᾿ ἀνάψουν οἱ καρδιές ἀπό ἀγάπη γιά τόν Θεό, ἐνῶ τά μάτια μας νά γεμίσουν δάκρυα συμπαθείας γιά τούς ἀδελφούς μας, διότι ὅλοι εἶναι πλασμένοι κατ᾿ εἰκόνα καί ὁμοίωσι τοῦ Θεοῦ καί Πλάστη μας καί ὅμοιοι μέ ἐμᾶς.

-Τί κανόνα νά δίνουμε σ᾿ αὐτούς πού ζοῦν στήν ἀκολασία;

-Ἐάν μετανοοῦν καί δέν πράττουν πάλι τήν ἴδια ἁμαρτία, νά κατεβάζουμε τόν κανόνα τοῦ ἐπιτιμίου τους στό ἥμισυ. Νά κάνουμε τά πάντα μέ διάκρισι.

-Γιά τούς ἀγάμους νέους τί πρέπει νά κάνουμε πού ἁμαρτάνουν;

Νά μειώνουμε τόν κανόνα τους στό ἥμισυ γιά νά μήν ἀπομακρυνθοῦν τελείως ἀπό τό Θεό καί τήν Ἐκκλησία καί τούς χάσουμε τελείως.

-Γι᾿ αὐτούς πού φυλάγονται νά γεννοῦν παιδιά πῶς θά ἐνεργήσουμε;

Σ᾿ αὐτούς νά κάνωμε κατήχησι καί συνεχῆ διδασκαλία. Καί ἄς προσευχώμεθα στόν Θεό νά τούς φωτίσῃ. Ἐάν δέν ἀφήνουν τήν ἁμαρτία τους νά μή τούς κοινωνοῦμε, διότι ἡ ἐξομολόγησίς τους δέν εἶναι εἰλικρινής καί γίνεται μέ σκοπιμότητα. Νά καθυστεροῦμε τήν Θεία Κοινωνία, ἕως ὅτου ἀφήσουν τήν ἁμαρτία τῆς ἐσκεμμένης ἀποχῆς ἀπό τήν τεκνογονία. ῎Ελεγε ἕνας μεγάλος 'Επίσκοπος, ὅτι αὐτοί πού ἀφήνουν τήν ἁμαρτία μποροῦν νά κοινωνοῦν μιά φορά τόν χρόνο, τό ῞Αγιον Πάσχα, μέχρι νά τελειώσουν τόν κανόνα τους, γιά νά μή ἀπομακρυνθοῦν τελείως ἀπό τόν Χριστό καί τήν Ἐκκλησία του.

-Πόσο συχνά νά κοινωνοῦμε τούς πιστούς;

῾Ο ῞Αγιος Χυσόστομος λέγει, ὅτι σημασία ἔχει νά κοινωνοῦν ἀξίως καί δέν μᾶς λέγει πόσες φορές νά τούς κοινωνοῦμε καί πότε.

-Πῶς θά γνωρίζουμεν ἐμεῖς ὅτι αὐτοί εἶναι ἄξιοι;

῾Ο Θεός γνωρίζει τήν καρδιά τοῦ καθενός. Ἐάν δέν μᾶς ἐλέγχη ἡ συνείδησις γιά κάτι, αὐτό εἶναι τό ἐνδεικτικό σημεῖον ὅτι μποροῦμε νά πλησιάσουμε τόν Χριστό. 

Μον. Δαμασκηνός Γρηγοριάτης.

  Μέ τήν εὐλογία τοῦ πατρός Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου