Καὶ ἰδόντες αὐτὸν οἱ μαθηταὶ ἐπὶ τὴν θάλασσαν περιπατοῦντα ἐταράχθησαν λέγοντες ὅτι φάντασμαά ἐστι, καὶ ἀπὸ τοῦ φόβου ἔκραξαν. Εὐθέως δὲ ἐλάλησεν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς λέγων: Θαρσεῖτε! Ἔγώ εἰμι: μὴ φοβεῖσθε. ᾿Αποκριθεὶς δὲ αὐτῷ ὁ Πέτρος εἶπε: Κύριε, εἰ σὺ εἶ, κέλευσόν με πρός σε ἐλθεῖν ἐπὶ τὰ ὕδατα. Ὁ δὲ εἶπεν, Ἐλθέ. Καὶ καταβὰς ἀπὸ τοῦ πλοίου ὁ Πέτρος περιεπάτησεν ἐπὶ τὰ ὕδατα ἐλθεῖν πρὸς τὸν Ἰησοῦν. Βλέπων δὲ τὸν ἄνεμον ἰσχυρὸν ἐφοβήθη, καὶ ἀρξάμενος καταποντίζεσθαι ἔκραξε λέγων: Κύριε, σῶσόν με! Εὐθέως δὲ ὁ Ἰησοῦς ἐκτείνας τὴν χεῖρα ἐπελάβετο αὐτοῦ καὶ λέγει αὐτῷ: Ὀλιγόπιστε! Εἰς τί ἐδίστασας; Καὶ ἐμβάντων αὐτῶν εἰς τὸ πλοῖον ἐκόπασεν ὁ ἄνεμος. Οἱ δὲ ἐν τῷ πλοίῳ ἐλθόντες προσεκύνησαν αὐτῷ λέγοντες· Ἀληθῶς Θεοῦ Υἱὸς εἶ.
----------------------
Καὶ ὅταν οἱ μαθηταὶ τὸν εἶδαν νὰ περιπατῇ πάνω στὴ λίμνη, ταράχθηκαν νομίζοντας ὅτι εἶναι φάντασμα, καὶ ἀπὸ
τὸ φόβο τους ἔβγαλαν κραυγή. ᾿Αμέσως δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς τοὺς μίλησε λέγοντας: «Ἔχετε θάρρος! ᾿Εγὼ εἶμαι. Μὴ φοβεῖσθε». Τότε ὁ Πέτρος τοῦ μίλησε καὶ εἶπε: «Κύριε, ἐὰν εἶσαι σύ, διάταξέ με νὰ ἔλθω σὲ σένα (περιπατώντας) πάνω στὰ νερά». Αὐτὸς δὲ εἶπε: «Ἔλα». Τότε ὁ Πέτρος κατέβηκε ἀπὸ τὸ πλοῖο καὶ περιπάτησε πάνω στὰ νερά, γιὰ νὰ πάῃ στὸν ᾿Ιησοῦ. ᾿Αλλὰ βλέποντας τὸν ἄνεμο ἰσχυρὸ φοβήθηκε, καὶ ἀρχίζοντας νὰ βυθίζεται φώναξε δυνατὰ καὶ εἶπε: «Κύριε, σῶσε με!». ᾿Αμέσως δὲ ὁ Ἰησοῦς ἅπλωσε τὸ χέρι, τὸν ἔπιασε καὶ τοῦ λέγει: «᾽Ολιγόπιστε! Γιατί φοβήθηκες;». Καὶ ὅταν μπῆκαν στὸ πλοῖο, κόπασε ὁ ἄνεμος. Καὶ ὅσοι ἦταν στὸ πλοῖο ἦλθαν καὶ τὸν προσκύνησαν λέγοντας: «᾿Αληθινὰ εἶσαι Υἱὸς τοῦ Θεοῦ».
τὸ φόβο τους ἔβγαλαν κραυγή. ᾿Αμέσως δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς τοὺς μίλησε λέγοντας: «Ἔχετε θάρρος! ᾿Εγὼ εἶμαι. Μὴ φοβεῖσθε». Τότε ὁ Πέτρος τοῦ μίλησε καὶ εἶπε: «Κύριε, ἐὰν εἶσαι σύ, διάταξέ με νὰ ἔλθω σὲ σένα (περιπατώντας) πάνω στὰ νερά». Αὐτὸς δὲ εἶπε: «Ἔλα». Τότε ὁ Πέτρος κατέβηκε ἀπὸ τὸ πλοῖο καὶ περιπάτησε πάνω στὰ νερά, γιὰ νὰ πάῃ στὸν ᾿Ιησοῦ. ᾿Αλλὰ βλέποντας τὸν ἄνεμο ἰσχυρὸ φοβήθηκε, καὶ ἀρχίζοντας νὰ βυθίζεται φώναξε δυνατὰ καὶ εἶπε: «Κύριε, σῶσε με!». ᾿Αμέσως δὲ ὁ Ἰησοῦς ἅπλωσε τὸ χέρι, τὸν ἔπιασε καὶ τοῦ λέγει: «᾽Ολιγόπιστε! Γιατί φοβήθηκες;». Καὶ ὅταν μπῆκαν στὸ πλοῖο, κόπασε ὁ ἄνεμος. Καὶ ὅσοι ἦταν στὸ πλοῖο ἦλθαν καὶ τὸν προσκύνησαν λέγοντας: «᾿Αληθινὰ εἶσαι Υἱὸς τοῦ Θεοῦ».
(Ματθ. 14, 26-33)
* (Μετάφραση Νικολάου Σωτηροπούλου)