Ψυχοφελή

Π. Ἀνδρέας Οὐστιουζάνιν

ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΟΥ ΜΠΑΡΝΑΟΥΛ

Διήγηση γιὰ τὰ ἀληθινὰ γεγονότα ποὺ συνέβησαν στὴν πόλη Μπαρναοὺλ στὴν Κλαυδία Οὐστιουζάνινα τὸ 1964. Ἡ διήγηση τῆς Κ. Ν. Οὐστιουζάνινα καταγράφηκε λέξη πρὸς λέξη ἀπὸ τὸν γιό της, τὸν πρωτοπρεσβύτερο Ἀνδρέα Οὐστιουζάνιν. – Μὲ τὴν εὐλογία τοῦ Μακαριστοῦ Πατριάρχη Μόσχας καὶ πάσης Ρωσίας Ἀλεξίου Β΄.

 

εἰσαγωγικό ἀπό entaksis:    Τὸ «Θαῦμα τοῦ Μπαρναούλ» συγκλόνισε τὴ σοβιετικὴ κοινωνία τοῦ 1964, καθὼς ἡ ἀνάσταση τῆς κλινικὰ νεκρῆς Κλαύδιας Οὐστιουζανίνα μετὰ ἀπὸ τρεῖς ἡμέρες ἀποτέλεσε ἕνα ρῆγμα στὸν ἐπίσημο κρατικὸ ἀθεϊσμό. Ἡ εἴδηση τῆς πλήρους θεραπείας της ἀπὸ τὸν καρκίνο διαδόθηκε ἀστραπιαῖα, προκαλώντας δέος στοὺς πιστοὺς καὶ ἀμηχανία στὶς ἀρχές, οἱ ὁποῖες εἶδαν μία ἁπλὴ γυναίκα νὰ μετατρέπεται σὲ ζωντανὴ ἀπόδειξη τῆς μεταφυσικῆς πραγματικότητας.

Αὐτὸ τὸ ἐκπληκτικὸ περιστατικό δὲν διέλαθε τῆς προσοχῆς τοῦ π. Σεραφεὶμ Ρόουζ, ὁ ὁποῖος τὸ ἐξετάζει διεξοδικὰ στὸ ἐμβληματικὸ βιβλίο του «Ἡ Ψυχὴ μετὰ τὸν Θάνατο». Ὁ π. Σεραφεὶμ ἐντάσσει τὴν ἐμπειρία τῆς Κλαύδιας σὲ μία συστηματικὴ ἀντιπαραβολὴ μεταξὺ τῶν σύγχρονων ἐρευνῶν γιὰ τὶς μεταθανάτιες ἐμπειρίες (NDE) καὶ τῆς γνήσιας πατερικῆς διδασκαλίας. Στὸ ἐν λόγῳ σύγγραμμα, ὁ π. Σεραφεὶμ ὑπογραμμίζει ὅτι ἡ περίπτωση τῆς Κλαύδιας διαθέτει μία «πνευματικὴ ποιότητα» ποὺ ἀπουσιάζει ἀπὸ τὶς κοσμικὲς ἀφηγήσεις. Ἐνῶ οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι περιγράφουν ἁπλῶς εὐχάριστα συναισθήματα, ἡ Κλαύδια περιέγραψε μὲ λεπτομέρεια τὴν κρίση τῆς ψυχῆς καὶ τὴν παρουσία τῆς Παναγίας, στοιχεῖα ποὺ γιὰ τὸν Ρόουζ ἀποτελοῦν ἀπόδειξη ὅτι ἡ ἐμπειρία της δὲν ἦταν προϊόν ὑποβολῆς, ἀλλὰ μία πραγματικὴ πνευματικὴ ἀποκάλυψη. Ὁ π. Σεραφεὶμ ἐπισημαίνει ὅτι οἱ περιγραφές, ὅπως οἱ «δωδεκάδες σκάλες» ἢ ἡ «κοτσίδα» ποὺ ἀναφέρει ἡ Κλαύδια, εἶναι ἀνθρώπινες προσπάθειες νὰ περιγραφεῖ τὸ ἄρρητο. Τονίζει ὅτι αὐτὰ τὰ στοιχεῖα δὲν πρέπει νὰ ἐκλαμβάνονται ὡς μία κυριολεκτικὴ γεωγραφία τοῦ οὐρανοῦ, ἀλλὰ ὡς πνευματικὰ σύμβολα ποὺ ἔγιναν κατανοητὰ ἀπὸ τὴν Κλαύδια μὲ βάση τὶς δικές της προσλαμβάνουσες παραστάσεις, ὥστε νὰ μπορέσει ὁ νοῦς της νὰ διαχειριστεῖ τὸ ὑπερβατικό.

Ὁ π. Σεραφεὶμ προειδοποιεῖ τοὺς πιστοὺς γιὰ τὸν κίνδυνο τῆς πλάνης. Ἐξηγεῖ ὅτι δὲν πρέπει νὰ κυνηγοῦμε τέτοια θαύματα ὡς αὐτοσκοπὸ ἢ ὡς πηγὴ ἐντυπωσιασμοῦ. Ἡ ἀληθινὴ χριστιανικὴ ζωὴ δὲν τρέφεται ἀπὸ μεταφυσικὲς περιέργειες, ἀλλὰ ὀφείλει νὰ ἐπικεντρώνεται στὴ Μυστηριακὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, στὴν ταπείνωση καὶ στὴν καθημερινὴ μετάνοια, στοιχεῖα ποὺ ἀποτελοῦν τὴν ἀσφαλῆ ὁδὸ γιὰ τὴ σωτηρία.

   Ἐγώ, ἡ Οὐστιουζάνινα Κλαυδία Νικήτιτσνα, γεννήθηκα στὶς 5 Μαρτίου 1919 στὸ χωριὸ Γιάρκι τῆς περιφέρειας Νοβοσιμπίρσκ, σὲ μιὰ πολυμελή οἰκογένεια τοῦ ἀγρότη Νικήτα Τροφίμοβιτς Οὐστιουζάνιν. Στὴν οἰκογένεια εἴμαστε δεκατέσσερα παιδιά, ἀλλὰ ὁ Κύριος δὲν μᾶς ἐγκατέλειψε μὲ τὸ ἔλεός Του.

Τὸ 1928 ἔχασα τὴ μητέρα μου. Τὰ μεγαλύτερα ἀδέλφια πῆγαν γιὰ δουλειά (ἐγὼ ἤμουν τὸ προτελευταῖο παιδὶ στὴν οἰκογένεια). Ὁ κόσμος ἀγαποῦσε πολὺ τὸν πατέρα μου γιὰ τὴν προθυμία του νὰ βοηθάει καὶ τὴ δικαιοσύνη του. Βοηθοῦσε τοὺς ἐνδεεῖς μὲ ὅ,τι μποροῦσε. Ὅταν ἀρρώστησε ἀπὸ τυφοειδὴ πυρετό, ἡ οἰκογένεια πέρασε δύσκολα, ἀλλὰ ὁ Κύριος δὲν μᾶς ἐγκατέλειψε. Τὸ 1934 ὁ πατέρας μου πέθανε.

Μετὰ τὸ ἑπτατάξιο σχολεῖο πῆγα νὰ σπουδάσω σὲ τεχνικὴ σχολὴ καὶ στὴ συνέχεια τελείωσα σχολὴ ὁδηγῶν (1943 – 1945). Τὸ 1937 παντρεύτηκα. Μετὰ ἀπὸ ἕναν χρόνο γεννήθηκε ἡ κόρη μου Ἀλεξάνδρα, ἀλλὰ μετὰ ἀπὸ δύο χρόνια ἀρρώστησε καὶ πέθανε. Μετὰ τὸν πόλεμο ἔχασα τὸν σύζυγό μου. Ἦταν δύσκολα μόνη μου, χρειαζόταν νὰ δουλεύω σὲ κάθε εἴδους ἐργασίες καὶ θέσεις.

Τὸ 1941 ἄρχισε νὰ μὲ πονάει τὸ πάγκρεας καὶ ἄρχισα νὰ ζητάω βοήθεια ἀπὸ τοὺς γιατρούς. Παντρεύτηκα γιὰ δεύτερη φορά, παιδιὰ δὲν εἴχαμε γιὰ πολὺ καιρό. Τελικά, τὸ 1956 γεννήθηκε ὁ γιός μου Ἀνδριούσα. Ὅταν τὸ παιδὶ ἔγινε 9 μηνῶν, χωρίσαμε μὲ τὸν σύζυγό μου, γιατὶ ἔπινε πολύ, μὲ ζήλευε καὶ φερόταν ἄσχημα στὸν γιό μας.

Τὸ 1963 – 1964 ἀναγκάστηκα νὰ μπῶ στὸ νοσοκομεῖο γιὰ ἐξετάσεις. Ἀνακαλύφθηκε κακοήθης ὄγκος. Ὡστόσο, μὴ θέλοντας νὰ μὲ στεναχωρήσουν, μοῦ εἶπαν ὅτι ὁ ὄγκος ἦταν καλοήθης. Ἤθελα νὰ μοῦ ποῦν τὴν ἀλήθεια, χωρὶς νὰ κρύψουν τίποτα, ἀλλὰ μοῦ ἀνέφεραν μόνο ὅτι ὁ φάκελός μου βρίσκεται στὸ ὀγκολογικό κέντρο. Πηγαίνοντας ἐκεῖ καὶ θέλοντας νὰ μάθω τὴν ἀλήθεια, παρουσιάστηκα ὡς ἀδελφή μου ποὺ ἐνδιαφέρεται γιὰ τὸ ἱστορικὸ τῆς συγγενοῦς της. Μοῦ ἀπάντησαν ὅτι ἔχω κακοήθη ὄγκο, ἢ τὸν λεγόμενο καρκίνο.

Πρὶν μπῶ γιὰ ἐγχείρηση, ἔπρεπε, σὲ περίπτωση θανάτου, νὰ τακτοποιήσω τὸν γιό μου καὶ νὰ κάνω ἀπογραφὴ τῆς περιουσίας. Ὅταν ἔγινε ἡ ἀπογραφή, ἄρχισαν νὰ ρωτοῦν τοὺς συγγενεῖς ποιὸς θὰ πάρει κοντά του τὸν γιό μου, ἀλλὰ ὅλοι τὸν ἀρνήθηκαν, καὶ τότε τὸν ἐνέγραψαν σὲ ὀρφανοτροφεῖο.

Στὶς 17 Φεβρουαρίου 1964 παρέδωσα τὶς ἐκκρεμότητες στὸ κατάστημά μου καὶ στὶς 19 Φεβρουαρίου ἤμουν ἤδη στὴν ἐγχείρηση. Τὴν πραγματοποίησε ὁ γνωστὸς καθηγητὴς Ἰσραὴλ Ἰσάεβιτς Νέιμαρκ (ἑβραϊκῆς καταγωγῆς) μαζὶ μὲ τρεῖς γιατροὺς καὶ ἑπτὰ ἀσκούμενους φοιτητές. Τὸ νὰ ἀφαιρέσουν ὁτιδήποτε ἀπὸ τὸ στομάχι ἦταν μάταιο, καθὼς ὅλο εἶχε προσβληθεῖ ἀπὸ καρκίνο· ἀντλήθηκαν 1,5 λίτρο πύον. Πάνω στὸ χειρουργικὸ τραπέζι ἐπῆλθε ὁ θάνατος.

Τὴν ἴδια τὴ διαδικασία τοῦ χωρισμοῦ τῆς ψυχῆς μου ἀπὸ τὸ σῶμα δὲν τὴν ἔνιωσα, μόνο ξαφνικά εἶδα τὸ σῶμα μου ἀπ᾿ ἔξω, ὅπως βλέπουμε, γιὰ παράδειγμα, κάποιο ἀντικείμενο: ἕνα παλτό, ἕνα τραπέζι κ.λπ. Βλέπω πὼς γύρω ἀπὸ τὸ σῶμα μου τρέχουν ἄνθρωποι, προσπαθώντας νὰ μὲ ἐπαναφέρουν στὴ ζωή.

Ἀκούω τὰ πάντα καὶ καταλαβαίνω γιὰ τί μιλοῦν. Αἰσθάνομαι καὶ ἀνησυχῶ, ἀλλὰ δὲν μπορῶ νὰ τοὺς δώσω νὰ καταλάβουν ὅτι εἶμαι ἐδῶ.

Ξαφνικά βρέθηκα σὲ μέρη οἰκεῖα καὶ ἀγαπημένα, ἐκεῖ ὅπου κάποτε μὲ εἶχαν ἀδικήσει, ὅπου εἶχα κλάψει, καὶ σὲ ἄλλα δύσκολα καὶ ἀξιομνημόνευτα γιὰ μένα μέρη. Ὡστόσο, δὲν ἔβλεπα κανέναν δίπλα μου, καὶ τὸ πόση ὥρα πέρασε γιὰ νὰ ἐπισκεφθῶ αὐτὰ τὰ μέρη καὶ μὲ ποιὸν τρόπο γινόταν ἡ μετακίνησή μου – γιὰ μένα ὅλα αὐτὰ παρέμειναν ἕνα ἀκατανόητο μυστήριο.

Ἀπροσδόκητα βρέθηκα σὲ μιὰ περιοχὴ τελείως ἄγνωστη, ὅπου δὲν ὑπῆρχαν οὔτε σπίτια, οὔτε ἄνθρωποι, οὔτε δάσος, οὔτε φυτά. Ἐκεῖ εἶδα μιὰ πράσινη ἀλέα, ὄχι πολὺ πλατιὰ καὶ ὄχι πολὺ στενή. Παρόλο ποὺ βρισκόμουν σὲ αὐτὴ τὴν ἀλέα σὲ ὁριζόντια θέση, δὲν ξάπλωνα πάνω στὸ χορτάρι, ἀλλὰ πάνω σὲ ἕνα σκοτεινὸ τετράγωνο ἀντικείμενο (περίπου 1,5 ἐπὶ 1,5 μέτρο), ὡστόσο ἀπὸ τί ὑλικὸ ἦταν φτιαγμένο δὲν μποροῦσα νὰ προσδιορίσω, καθὼς δὲν ἤμουν σὲ θέση νὰ τὸ ἀγγίξω μὲ τὰ χέρια μου.

Ὁ καιρὸς ἦταν εὔκρατος: οὔτε πολὺ κρύο οὔτε πολὺ ζέστη. Δὲν εἶδα νὰ λάμπει ὁ ἥλιος ἐκεῖ, ὡστόσο δὲν μπορεῖ νὰ πεῖ κανεὶς ὅτι ὁ καιρὸς ἦταν συννεφιασμένος. Μοῦ δημιουργήθηκε ἡ ἐπιθυμία νὰ ρωτήσω κάποιον γιὰ τὸ ποῦ βρίσκομαι. Στὴ δυτικὴ πλευρά εἶδα μιὰ πύλη, ποὺ θύμιζε μὲ τὸ σχῆμα της τὶς Ὡραῖες Πύλες στὸν ναὸ τοῦ Θεοῦ. Ἡ λάμψη δὲ ἀπὸ αὐτὲς ἦταν τόσο δυνατὴ πού, ἂν μποροῦσε κανεὶς νὰ συγκρίνει τὴ λάμψη τοῦ χρυσοῦ ἢ κάποιου ἄλλου πολύτιμου μετάλλου μὲ τὴ δική τους λάμψη, θὰ ἔμοιαζε σὲ σύγκριση μὲ αὐτὲς τὶς πύλες σὰν κάρβουνο.

Ξαφνικά εἶδα ὅτι ἀπὸ τὴν ἀνατολὴ κατευθυνόταν πρὸς τὸ μέρος μου μιὰ ψηλὴ Γυναίκα. Αὐστηρή, ντυμένη μὲ μακρὺ ἔνδυμα (ὅπως ἔμαθα ἀργότερα – μοναχικό), μὲ καλυμμένο κεφάλι. Φαινόταν τὸ αὐστηρὸ πρόσωπο, οἱ ἄκρες τῶν δαχτύλων τῶν χεριῶν καὶ μέρος τοῦ κουντεπιὲ κατὰ τὸ βάδισμα. Ὅταν πατοῦσε μὲ τὸ πόδι στὸ χορτάρι, αὐτὸ λύγιζε, καὶ ὅταν σήκωνε τὸ πόδι, τὸ χορτάρι ἰσιωνόταν παίρνοντας τὴν προηγούμενη θέση του (καὶ ὄχι ὅπως συμβαίνει συνήθως). Δίπλα Της πήγαινε ἕνα παιδί, ποὺ ἔφτανε μόνο μέχρι τὸν ὦμο Της. Προσπαθοῦσα νὰ δῶ τὸ πρόσωπό του, ἀλλὰ δὲν τὰ κατάφερα ποτέ, γιατὶ γύριζε συνέχεια πρὸς ἐμένα εἴτε τὸ πλάι εἴτε τὴν πλάτη του. Ὅπως ἔμαθα ἀργότερα, αὐτὸς ἦταν ὁ Φύλακας Ἄγγελός μου. Χάρηκα, νομίζοντας ὅτι ὅταν πλησιάσουν θὰ μπορέσω νὰ μάθω ἀπὸ αὐτοὺς ποῦ βρίσκομαι.

Συνέχεια τὸ παιδὶ ζητοῦσε κάτι ἀπὸ τὴ Γυναίκα, χάιδευε τὸ χέρι Της, ἀλλὰ ἐκείνη τοῦ φερόταν πολὺ ψυχρά, χωρὶς νὰ δίνει σημασία στὰ αἰτήματά του. Τότε σκέφτηκα: «Πόσο ἄσπλαχνη εἶναι. Ἂν ὁ γιός μου ὁ Ἀνδριούσα μοῦ ζητοῦσε κάτι ἔτσι ὅπως τὸ ζητάει αὐτὸ τὸ παιδὶ ἀπὸ ἐκείνη, θὰ τοῦ ἀγόραζα αὐτὸ ποὺ ζητάει ἀκόμη καὶ μὲ τὰ τελευταῖα μου χρήματα».

Πρὶν προλάβει νὰ πλησιάσει 1,5 ἢ 2 μέτρα, ἡ Γυναίκα, σηκώνοντας τὰ μάτια Της ψηλά, ρώτησε: «Κύριε, ποῦ νὰ τὴν πάω;» Ἄκουσα μιὰ φωνὴ ποὺ Τῆς ἀπάντησε: «Πρέπει νὰ τὴν κατεβάσεις πίσω, δὲν πέθανε στὴν ὥρα της». Ἦταν σὰν μιὰ κλαμένη ἀντρικὴ φωνή. Ἂν μποροῦσε κανεὶς νὰ τὴν προσδιορίσει, θὰ ἦταν ἕνας βαρύτονος μὲ βελούδινη χροιά. Ὅταν τὸ ἄκουσα αὐτό, κατάλαβα ὅτι δὲν βρίσκομαι σὲ κάποια πόλη, ἀλλὰ στοὺς οὐρανούς. Ταυτόχρονα ὅμως μοῦ γεννήθηκε ἡ ἐλπίδα ὅτι θὰ μπορέσω νὰ κατέβω στὴ γῆ. Ἡ Γυναίκα ρώτησε: «Κύριε, μὲ τί νὰ τὴν κατεβάσω, ἔχει κοντὰ μαλλιά;» Ἄκουσα πάλι τὴν ἀπάντηση: «Δῶσ᾽ της μιὰ κοτσίδα στὸ δεξὶ χέρι, στὸ χρῶμα τῶν μαλλιῶν της».

Μετὰ ἀπὸ αὐτὰ τὰ λόγια, ἡ Γυναίκα μπήκε στὴν πύλη ποὺ εἶχα δεῖ νωρίτερα, ἐνῶ τὸ παιδί Της παρέμεινε δίπλα μου. Ὅταν Ἐκείνη ἔφυγε, σκέφτηκα πὼς ἀφοῦ αὐτὴ ἡ Γυναίκα μίλησε μὲ τὸν Θεό, μπορῶ κι ἐγώ, καὶ ρώτησα: «Σὲ ἐμᾶς στὴ γῆ λένε ὅτι ἐδῶ κάπου ἔχετε τὸν παράδεισο;» Ὡστόσο, δὲν ὑπῆρξε ἀπάντηση στὴν ἐρώτησή μου. Τότε ἀπευθύνθηκα γιὰ ἀκόμη μιὰ φορὰ στὸν Κύριο: «Μοῦ ἔμεινε ἕνα μικρὸ παιδί». Καὶ ἀκούω ὡς ἀπάντηση: «Τὸ ξέρω. Τὸ λυπᾶσαι;» – «Ναί», ἀπαντῶ καὶ ἀκούω: «Ἔτσι λοιπόν, Ἐγὼ λυπᾶμαι τὸν καθένα σας τρεῖς φορὲς περισσότερο. Καὶ εἶστε τόσοι πολλοὶ γιὰ Μένα, ποὺ δὲν ὑπάρχει τέτοιος ἀριθμός. Μὲ τὴ δική Μου χάρη περπατᾶτε, μὲ τὴ δική Μου χάρη ἀναπνέετε καὶ Μένα τὸν ἴδιο μὲ κάθε τρόπο Με διασύρετε».

Καὶ ἄκουσα ἀκόμη: «Προσευχήσου, λίγος χρόνος ζωῆς ἀπέμεινε. Δὲν εἶναι ἰσχυρὴ ἡ προσευχὴ ποὺ διάβασες κάπου ἢ ἔμαθες ἀπ᾽ ἔξω, ἀλλὰ ἐκείνη ποὺ βγαίνει ἀπὸ καθαρὴ καρδιά· στάσου σὲ ὁποιοδήποτε μέρος καὶ πές Μου: “Κύριε, βοήθησέ με! Κύριε, δῶσ᾽ μου!” Σᾶς βλέπω, σᾶς ἀκούω».

Ἐκείνη τὴν ὥρα ἐπέστρεψε ἡ Γυναίκα μὲ τὴν κοτσίδα, καὶ ἄκουσα τὴ φωνὴ νὰ ἀπευθύνεται σὲ Ἐκείνη: «Δεῖξ᾽ της τὸν παράδεισο, ρωτάει ποῦ εἶναι ἐδῶ ὁ παράδεισος». Ἡ Γυναίκα μὲ πλησίασε καὶ ἅπλωσε τὸ χέρι Της πάνω μου. Μόλις τὸ ἔκανε αὐτό, τινάχτηκα σὰν νὰ μὲ χτύπησε ρεῦμα καὶ βρέθηκα ἀμέσως σὲ ὄρθια θέση. Μετὰ ἀπὸ αὐτὸ μοῦ εἶπε: «Ὁ δικός σας παράδεισος εἶναι στὴ γῆ, ἐνῶ ἐδῶ νὰ ποιὸς εἶναι ὁ παράδεισος», — καὶ μοῦ ἔδειξε πρὸς τὴν ἀριστερὴ πλευρά. Καὶ τότε εἶδα ἕνα τεράστιο πλῆθος ἀνθρώπων, ποὺ στέκονταν ὁ ἕνας πολὺ κοντὰ στὸν ἄλλον. Ἦταν ὅλοι τους μαῦροι, καλυμμένοι μὲ καμένο δέρμα. Ἦταν τόσο πολλοί, ποὺ ὅπως λέμε, δὲν ἔπεφτε καρφίτσα. Λευκὰ ἦταν μόνο τὰ ἀσπράδια τῶν ματιῶν καὶ τὰ δόντια. Ἀπὸ αὐτοὺς ἔβγαινε μιὰ τόσο ἀνυπόφορη δυσοσμία, ποὺ ὅταν πλέον συνῆλθα, τὴν αἰσθανόμουν γιὰ ἀρκετό καιρό. Ἡ μυρωδιὰ στὴν τουαλέτα μπροστὰ σὲ αὐτὴν εἶναι σὰν ἄρωμα. Οἱ ἄνθρωποι συζητοῦσαν μεταξύ τους: «Αὐτὴ ἦρθε ἀπὸ τὸν ἐπίγειο παράδεισο». Προσπαθοῦσαν νὰ μὲ ἀναγνωρίσουν, ἀλλὰ ἐγὼ δὲν μποροῦσα νὰ ταυτοποιήσω κανέναν τους. Τότε ἡ Γυναίκα μοῦ εἶπε: «Γιὰ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους ἡ πιὸ πολύτιμη ἐλεημοσύνη στὴ γῆ εἶναι τὸ νερό. Μὲ μιὰ σταγόνα νερό ξεδιψάει ἕνα ἀμέτρητο πλῆθος ἀνθρώπων».

Μετὰ πέρασε πάλι τὸ χέρι Της καὶ οἱ ἄνθρωποι χάθηκαν. Ἀλλὰ ξαφνικά βλέπω ὅτι πρὸς τὸ μέρος μου κινοῦνται δώδεκα ἀντικείμενα. Τὸ σχῆμα τους θύμιζε καρότσια, ἀλλὰ χωρὶς ρόδες, ὡστόσο δὲν φαίνονταν ἄνθρωποι νὰ τὰ μετακινοῦν. Αὐτὰ τὰ ἀντικείμενα κινούνταν μόνα τους. Ὅταν πλησίασαν σὲ μένα, ἡ Γυναίκα μοῦ ἔδωσε τὴν κοτσίδα στὸ δεξὶ χέρι καὶ εἶπε: «Ἀνέβα σὲ αὐτὰ τὰ καρότσια καὶ προχώρα συνέχεια μπροστά». Κι ἐγὼ ξεκίνησα πρῶτα μὲ τὸ δεξὶ πόδι καὶ μετὰ φέρνοντας δίπλα του τὸ ἀριστερό (ὄχι ὅπως περπατᾶμε – δεξί, ἀριστερό).

Ὅταν μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο ἔφτασα στὸ τελευταῖο –τὸ δωδέκατο– ἐκεῖνο ἀποδείχθηκε πὼς δὲν εἶχε πάτο. Εἶδα τότε ὁλόκληρη τὴ γῆ, καὶ μάλιστα τόσο καλά, καθαρὰ καὶ ξάστερα, ὅπως δὲν βλέπουμε οὔτε τὴν παλάμη μας. Εἶδα τὸν ναό, δίπλα του τὸ κατάστημα ὅπου δούλευα τὸν τελευταῖο καιρό. Εἶπα στὴ Γυναίκα: «Δούλευα σὲ αὐτὸ τὸ κατάστημα». Μοῦ ἀπάντησε: «Τὸ ξέρω». Κι ἐγὼ σκέφτηκα: «Ἂν Ἐκείνη ξέρει ὅτι δούλευα ἐκεῖ, τότε σημαίνει πὼς ξέρει καὶ μὲ τί ἀσχολούμουν ἐκεῖ».

Εἶδα καὶ τοὺς ἱερεῖς μας, ποὺ στέκονταν μὲ τὴν πλάτη γυρισμένη σὲ ἐμᾶς καὶ φοροῦσαν πολιτικὰ ροῦχα. Ἡ Γυναίκα μὲ ρώτησε: «Ἀναγνωρίζεις κάποιον ἀπὸ αὐτούς;» Κοιτάζοντάς τους πιὸ προσεκτικά, ἔδειξα τὸν π. Νικόλαο Βαΐτοβιτς καὶ τὸν φώναξα μὲ τὸ ὄνομα καὶ τὸ πατρώνυμό του, ὅπως κάνουν οἱ κοσμικοί. Ἐκείνη τὴ στιγμὴ ὁ ἱερέας γύρισε πρὸς τὸ μέρος μου. Ναί, ἦταν αὐτός, φοροῦσε ἕνα κοστούμι ποὺ δὲν εἶχα ξαναδεῖ ποτέ.

Ἡ Γυναίκα εἶπε: «Στάσου ἐδῶ». Ἀπάντησα: «Ἐδῶ δὲν ἔχει πάτο, θὰ πέσω». Καὶ ἀκούω: «Αὐτὸ ἀκριβῶς θέλουμε, νὰ πέσεις». – «Μὰ θὰ τσακιστῶ». – «Μὴ φοβᾶσαι, δὲν θὰ τσακιστεῖς». Μετὰ κούνησε τὴν κοτσίδα, κι ἐγὼ βρέθηκα στὸ νεκροτομεῖο μέσα στὸ σῶμα μου. Πῶς ἢ μὲ ποιὸν τρόπο μπήκα μέσα σὲ αὐτό – δὲν ξέρω. Ἐκείνη τὴν ὥρα ἔφεραν στὸ νεκροτομεῖο ἕναν ἄντρα, στὸν ὁποῖο εἶχαν κόψει τὸ πόδι. Κάποιος ἀπὸ τοὺς νοσοκόμους παρατήρησε σὲ μένα σημάδια ζωῆς. Τὸ ἀνέφεραν στοὺς γιατρούς, κι ἐκεῖνοι πῆραν ὅλα τὰ ἀπαραίτητα μέτρα γιὰ τὴ διάσωση: μοῦ ἔδωσαν μαξιλάρι ὀξυγόνου, μοῦ ἔκαναν ἐνέσεις. Παρέμεινα νεκρὴ τρία μερόνυχτα (πέθανα στὶς 19 Φεβρουαρίου 1964, ἀναστήθηκα στὶς 22 Φεβρουαρίου). Μετὰ ἀπὸ μερικὲς μέρες, χωρὶς νὰ ἔχουν ράψει ὅπως πρέπει τὸν λαιμό μου καὶ ἀφήνοντας ἕνα συρίγγιο στὸ πλάι τῆς κοιλιᾶς, μοῦ ἔδωσαν ἐξιτήριο γιὰ τὸ σπίτι. Δὲν μποροῦσα νὰ μιλήσω δυνατά, γι᾽ αὐτὸ πρόφερα τὶς λέξεις ψιθυριστά (εἶχαν τραυματίσει τὶς φωνητικές μου χορδές). Ὅταν βρισκόμουν ἀκόμη στὸ νοσοκομεῖο, ὁ ἐγκέφαλός μου ἐπανερχόταν πολὺ ἀργά. Αὐτὸ ἐκδηλωνόταν ὡς ἑξῆς: Γιὰ παράδειγμα, καταλάβαινα ὅτι αὐτὸ εἶναι δικό μου ἀντικείμενο, ἀλλὰ πῶς λέγεται, δὲν μποροῦσα νὰ τὸ θυμηθῶ ἀμέσως. Ἢ ὅταν ἐρχόταν σὲ μένα ὁ γιός μου, καταλάβαινα ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ παιδί μου, ἀλλὰ πῶς τὸν λένε – δὲν μποροῦσα νὰ τὸ θυμηθῶ ἀμέσως. Ἀκόμη καὶ τότε ὅμως, ὅταν βρισκόμουν σὲ αὐτὴ τὴν κατάσταση, ἂν μοῦ ζητοῦσαν νὰ διηγηθῶ αὐτὰ ποὺ εἶδα, θὰ τὸ ἔκανα ἀμέσως. Κάθε μέρα γινόμουνλο καὶ καλύτερα. Ὁ ἀράπτιστος λαιμὸς καὶ τὸ συρίγγιο στὸ πλάι τῆς κοιλιᾶς δὲν μοῦ ἐπέτρεπαν νὰ τρώω σωστά. Ὅταν ἔτρωγα κάτι, ἕνα μέρος τῆς τροφῆς περνοῦσε μέσα ἀπὸ τὸν λαιμὸ καὶ τὸ συρίγγιο.

Τὸν Μάρτιο τοῦ 1964 μπῆκα γιὰ δεύτερη ἐγχείρηση, προκειμένου νὰ μάθω γιὰ τὴν κατάσταση τῆς ὑγείας μου καὶ γιὰ νὰ μοῦ ράψουν τὶς τομές. Τὴ δεύτερη ἐγχείρηση πραγματοποίησε ἡ γνωστὴ γιατρὸς Ἀλιάμπιεβα Βαλεντίνα Βασίλιεβνα. Κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἐγχείρησης ἔβλεπα τοὺς γιατροὺς νὰ ψάχνουν στὰ σωθικά μου, καὶ ἐπειδὴ ἤθελαν νὰ ξέρουν τὴν κατάστασή μου, μοῦ ἔκαναν διάφορες ἐρωτήσεις κι ἐγὼ ἀπαντοῦσα. Μετὰ τὴν ἐγχείρηση, ἡ Βαλεντίνα Βασίλιεβνα μοῦ εἶπε μὲ μεγάλη συγκίνηση ὅτι στὸν ὀργανισμό μου δὲν ὑπῆρχε οὔτε ὑποψία ὅτι εἶχα καρκίνο τοῦ στομάχου: ὅλα μέσα μου ἦταν σὰν νεογέννητου.

Μετὰ τὴ δεύτερη ἐγχείρηση πῆγα στὸ σπίτι τοῦ Ἰσραὴλ Ἰσάεβιτς Νέιμαρκ καὶ τὸν ρώτησα: «Πῶς μπορέσατε νὰ κάνετε τέτοιο λάθος; Ἐμᾶς, ἂν κάνουμε λάθος, μᾶς δικάζουν». Κι ἐκεῖνος ἀπάντησε: «Αὐτὸ ἦταν ἀδύνατο, διότι τὸ εἶδα ὁ ἴδιος, τὸ εἶδαν ὅλοι οἱ βοηθοὶ ποὺ ἦταν μαζί μου καί, τέλος, τὸ ἐπιβεβαίωσε ἡ βιοψία».

Μὲ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, τὸν πρῶτο καιρὸ αἰσθανόμουν πολὺ καλά, ἄρχισα νὰ πηγαίνω στὴν ἐκκλησία, νὰ κοινωνῶ. Ὅλο αὐτὸ τὸ διάστημα μὲ ἀπασχολοῦσε τὸ ἐρώτημα: Ποιά ἦταν ἐκείνη ἡ Γυναίκα ποὺ εἶδα στὸν οὐρανό; Μιὰ μέρα, ἐνῶ βρισκόμουν στὸν ναό, ἀναγνώρισα τὴ μορφή Της σὲ μιὰ ἀπὸ τὶς εἰκόνες τῆς Παναγίας (Εἰκόνα τῆς Παναγίας τοῦ Καζάν. – Σημ. ἐκδ.). Τότε κατάλαβα ὅτι ἦταν ἡ ἴδια ἡ Βασίλισσα τῶν Οὐρανῶν.

Ὅταν διηγήθηκα στὸν π. Νικόλαο Βαΐτοβιτς αὐτὰ ποὺ μοῦ συνέβησαν, ἀνέφερα καὶ τὸ κοστούμι μὲ τὸ ὁποῖο τὸν εἶδα τότε. Ἔμεινε κατάπληκτος μὲ αὐτὰ ποὺ ἄκουσε καὶ κάπως ἀμήχανος ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἐκεῖνο τὸ κοστούμι δὲν τὸ εἶχε φορέσει μέχρι τότε οὔτε μιὰ φορά.

Ὁ ἐχθρὸς τοῦ ἀνθρωπίνου γένους ἄρχισε νὰ στήνει διάφορες παγίδες· πολλὲς φορὲς ζήτησα ἀπὸ τὸν Κύριο νὰ μοῦ δείξει τὴν πονηρὴ δύναμη. Πόσο ἀνόητος εἶναι ὁ ἄνθρωπος! Ὧρες ὧρες οὔτε ἐμεῖς οἱ ἴδιοι δὲν ξέρουμε τί ζητᾶμε καὶ τί μᾶς χρειάζεται. Μιὰ μέρα περνοῦσαν ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι μας ἕναν νεκρὸ μετὰ μουσικῆς. Μοῦ κίνησε τὴν περιέργεια νὰ δῶ ποιόν θάβουν. Ἄνοιξα τὴν πόρτα, καί – ὢ τοῦ τρόμου! Εἶναι δύσκολο νὰ φανταστεῖ κανεὶς τὴν κατάσταση ποὺ μὲ κυρίευσε ἐκείνη τὴ στιγμή. Μπροστά μου παρουσιάστηκε ἕνα ἀνέκφραστο θέαμα. Ἦταν τόσο τρομακτικό, ποὺ δὲν ὑπάρχουν λέξεις νὰ ἐκφράσουν τὴν κατάσταση στὴν ὁποία βρέθηκα. Εἶδα πλῆθος πονηρῶν πνευμάτων. Κάθονταν πάνω στὸ φέρετρο καὶ πάνω στὸν ἴδιο τὸν νεκρό, καὶ τὰ πάντα γύρω ἦταν γεμάτα ἀπὸ αὐτά. Πετοῦσαν στὸν ἀέρα καὶ χαίρονταν ποὺ κυρίευσαν ἀκόμη μία ψυχή. «Κύριε, ἐλέησον!» – βγῆκε αὐθόρμητα ἀπὸ τὰ χείλη μου, σταυρώθηκα καὶ ἔκλεισα τὴν πόρτα. Ἄρχισα νὰ ζητῶ ἀπὸ τὸν Κύριο νὰ μὲ βοηθήσει νὰ ἀντέξω καὶ στὸ μέλλον τὶς παγίδες τοῦ πονηροῦ πνεύματος, νὰ ἐνισχύσει τὶς ἀσθενεῖς μου δυνάμεις καὶ τὴν ἀδύναμη πίστη μου.

Στὸ δεύτερο μισὸ τοῦ σπιτιοῦ μας ζοῦσε μιὰ οἰκογένεια ποὺ εἶχε σχέση μὲ τὴν πονηρὴ δύναμη. Προσπαθοῦσαν νὰ βροῦν διάφορους τρόπους γιὰ νὰ μὲ βλάψουν, ἀλλὰ ὁ Κύριος μέχρι τότε δὲν τὸ ἐπέτρεπε. Ἐκείνη τὴν ἐποχὴ εἴχαμε ἕναν σκύλο καὶ μιὰ γάτα, στοὺς ὁποίους ἐπιτιθόταν συνεχῶς τὸ πονηρὸ πνεῦμα. Μόλις ἔτρωγαν κάτι ποὺ εἶχαν ρίξει αὐτοὶ οἱ μάγοι, τὰ καημένα τὰ ζῶα ἄρχιζαν νὰ σφαδάζουν καὶ νὰ διπλώνονται ἀφύσικα. Τὰ βγάζαμε γρήγορα ἔξω, τοὺς δίναμε ἁγιασμό, καὶ ἡ πονηρὴ δύναμη τὰ ἄφηνε ἀμέσως.

Μιὰ μέρα, κατὰ παραχώρηση Θεοῦ, κατάφεραν νὰ μὲ βλάψουν. Ἐκείνη τὴν ἐποχὴ ὁ γιός μου βρισκόταν στὸ οἰκοτροφεῖο. Παρέλυσαν τὰ πόδια μου. Γιὰ μερικὲς μέρες ἔμεινα ξαπλωμένη μόνη, χωρὶς φαγητὸ καὶ νερό (τότε κανεὶς δὲν ἤξερε ἀκόμη τί μοῦ εἶχε συμβεῖ). Μοῦ ἀπέμενε μόνο ἕνα – νὰ ἐλπίζω στὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ὅμως ἀνέκφραστο τὸ ἔλεός Του πρὸς ἐμᾶς τοὺς ἁμαρτωλούς. Μιὰ μέρα τὸ πρωὶ ἦρθε σὲ μένα μιὰ ἡλικιωμένη γυναίκα (κρυφὴ μοναχή) καὶ ἄρχισε νὰ μὲ φροντίζει: καθάριζε, μαγείρευε. Τὰ χέρια μου τὰ κουνοῦσα ἐλεύθερα καί, γιὰ νὰ μπορῶ μὲ τὴ βοήθειά τους νὰ κάθομαι, ἔδεσαν ἕνα σχοινὶ στὸ πίσω μέρος τοῦ κρεβατιοῦ, στὰ πόδια. Ἀλλὰ ὁ ἐχθρὸς τοῦ ἀνθρωπίνου γένους προσπαθοῦσε νὰ ἐξοντώσει τὴν ψυχὴ μὲ διάφορους τρόπους. Αἰσθανόμουν πὼς μέσα στὴ συνείδησή μου γινόταν πάλη δύο δυνάμεων: τοῦ κακοῦ καὶ τοῦ καλοῦ. Οἱ μέν μοῦ ψιθύριζαν: «Τώρα πιὰ δὲν εἶσαι χρήσιμη σὲ κανέναν, δὲν πρόκειται νὰ γίνεις ποτὲ ξανὰ ὅπως ἤσουν πρὶν, γι᾽ αὐτὸ εἶναι καλύτερα νὰ μὴ ζεῖς σὲ αὐτὸν τὸν κόσμο». Ἀλλὰ ἡ συνείδησή μου φωτιζόταν ἀπὸ μιὰ ἄλλη, φωτεινὴ σκέψη: «Μὰ ἀφοῦ ζοῦν στὸν κόσμο σακάτηδες, παραμορφωμένοι, γιατί ἐγὼ νὰ μὴ ζήσω;» Πάλι πλησίαζαν οἱ πονηρὲς δυνάμεις: «Ὅλοι σὲ λένε χαζή, γι᾽ αὐτὸ πνίξου». Κι ἡ ἄλλη σκέψη ἀπαντοῦσε: «Καλύτερα νὰ ζεῖς σὰν χαζὴ παρὰ νὰ σαπίζεις σὰν ἔξυπνη». Αἰσθανόμουν ὅτι ἡ δεύτερη σκέψη, ἡ φωτεινή, μοῦ ἦταν πιὸ οἰκεία καὶ πιὸ κοντινή. Μὲ αὐτὴ τὴ συνειδητοποίηση γινόμουν πιὸ ἥσυχη καὶ πιὸ χαρούμενη. Ὁ ἐχθρὸς ὅμως δὲν μὲ ἄφηνε ἥσυχη. Μιὰ μέρα ξύπνησα ἀπὸ κάτι ποὺ μὲ ἐμπόδιζε. Ἀποδείχθηκε ὅτι τὸ σχοινὶ εἶχε μεταφερθεῖ ἀπὸ τὰ πόδια στὸ προσκέφαλο τοῦ κρεβατιοῦ, καὶ ὁ λαιμός μου ἦταν τυλιγμένος σὲ μιὰ θηλιά…

Συχνὰ παρακαλοῦσα τὴ Μητέρα τοῦ Θεοῦ καὶ ὅλες τὶς Οὐράνιες Δυνάμεις νὰ με θεραπεύσουν ἀπὸ τὴν ἀρρώστια μου. Μιὰ μέρα, ἡ γερόντισσα ποὺ μὲ φρόντιζε, ἀφοῦ τελείωσε τὶς δουλειὲς τοῦ σπιτιοῦ καὶ μαγείρεψε τὸ φαγητό, κλείδωσε ὅλες τὶς πόρτες, ξάπλωσε στὸν καναπὲ καὶ κοιμήθηκε. Ἐγὼ ἐκείνη τὴν ὥρα προσευχόμουν. Ξαφνικὰ βλέπω νὰ μπαίνει στὸ δωμάτιο μιὰ ψηλὴ Γυναίκα. Μὲ τὴ βοήθεια τοῦ σχοινιοῦ τραβήχτηκα καὶ κάθισα, προσπαθώντας νὰ διακρίνω ἐκείνη ποὺ μπήκε. Ἡ Γυναίκα πλησίασε στὸ κρεβάτι μου καὶ ρώτησε: «Τί σὲ πονάει;» Ἀπάντησα: «Τὰ πόδια μου». Καὶ τότε Ἐκείνη ἄρχισε νὰ ἀπομακρύνεται ἀργά, κι ἐγώ, προσπαθώντας νὰ Την κοιτάξω καλύτερα, χωρὶς νὰ καταλαβαίνω τί κάνω, ἄρχισα σιγὰ σιγὰ νὰ κατεβάζω τὰ πόδια μου στὸ πάτωμα. Μοῦ ἔκανε ἀκόμη δύο φορὲς αὐτὴ τὴν ἐρώτηση, καὶ ἄλλες τόσες φορὲς ἀπάντησα ὅτι πονᾶνε τὰ πόδια μου. Ξαφνικὰ ἡ Γυναίκα χάθηκε. Ἐγώ, χωρὶς νὰ συνειδητοποιῶ ὅτι στέκομαι στὰ πόδια μου, πῆγα στὴν κουζίνα καὶ ἄρχισα νὰ κοιτάζω γύρω μου, ἀπορώντας ποῦ μπορεῖ νὰ πῆγε αὐτὴ ἡ Γυναίκα, καὶ σκέφτηκα μήπως πῆρε κάτι. Ἐκείνη τὴν ὥρα ξύπνησε ἡ γερόντισσα, τῆς διηγήθηκα γιὰ τὴ Γυναίκα καὶ τὶς ὑποψίες μου, κι ἐκείνη μὲ ἔκπληξη μοῦ εἶπε: «Κλάβα! Μὰ ἐσὺ περπατᾶς!» Τότε μόνο κατάλαβα τί εἶχε συμβεῖ, καὶ δάκρυα εὐγνωμοσύνης γιὰ τὸ θαῦμα ποὺ τέλεσε ἡ Μητέρα τοῦ Θεοῦ κάλυψαν τὸ πρόσωπό μου. Θαυμαστὰ τὰ ἔργα Σου, Κύριε!

Κοντὰ στὴν πόλη μας, τὸ Μπαρναούλ, βρίσκεται μιὰ πηγή ποὺ ὀνομάζεται Πεκάσνκι («κλιούτσικ»). Πολλοὶ ἄνθρωποι θεραπεύτηκαν ἐκεῖ ἀπὸ διάφορες ἀσθένειες. Ἀπὸ παντοῦ συγκεντρώνονταν ἐκεῖ ἄνθρωποι γιὰ νὰ πιοῦν ἁγιασμένο νερό, νὰ ἀλειφθοῦν μὲ τὴ θαυματουργὴ λάσπη, ἀλλὰ κυρίως γιὰ νὰ θεραπευτοῦν. Τὸ νερό σὲ αὐτὴ τὴν πηγὴ εἶναι ἀσυνήθιστα κρύο, καίει τὸ σῶμα. Μὲ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, ἐπισκέφθηκα μερικὲς φορὲς αὐτὸ τὸ ἅγιο μέρος. Κάθε φορὰ φτάναμε ἐκεῖ μὲ τυχαῖα αὐτοκίνητα ποὺ περνοῦσαν, καὶ κάθε φορὰ ἔνιωθα ἀνακούφιση.

Μιὰ μέρα, ἀφοῦ ζήτησα ἀπὸ τὸν ὁδηγὸ νὰ μοῦ παραχωρήσει τὴ θέση του, ὁδήγησα ἡ ἴδια τὸ αὐτοκίνητο. Φτάσαμε στὴν πηγή, ἀρχίσαμε νὰ μπαίνουμε στὸ νερό. Τὸ νερό ἦταν παγωμένο, ἀλλὰ δὲν συνέβη ποτὲ νὰ ἀρρωστήσει κανεὶς ἢ ἔστω νὰ πάθει συνάχι. Ἀφοῦ μπῆκα, βγῆκα ἀπὸ τὸ νερό καὶ ἄρχισα νὰ προσεύχομαι στὸν Θεό, στὴ Μητέρα τοῦ Θεοῦ, στὸν Ἅγιο Νικόλαο, καὶ ξαφνικὰ βλέπω νὰ ἐμφανίζεται μέσα στὸ νερὸ ἡ Μητέρα τοῦ Θεοῦ, ἐκείνη ποὺ εἶχα δεῖ κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ θανάτου μου. Μὲ εὐλάβεια καὶ θερμὸ συναίσθημα Την κοιτοῦσα. Αὐτὸ κράτησε γιὰ μερικὰ λεπτά. Σιγὰ σιγὰ τὸ πρόσωπο τῆς Μητέρας τοῦ Θεοῦ ἄρχισε νὰ χάνεται, καὶ πλέον δὲν μποροῦσε κανεὶς νὰ διακρίνει τίποτα. Αὐτὸ τὸ θαῦμα δὲν τὸ εἶδα μόνο ἐγώ, ἀλλὰ πολλοὶ παρευρισκόμενοι ἄνθρωποι. Μὲ εὐχαριστήρια προσευχὴ ἀπευθυνθήκαμε στὸν Κύριο καὶ στὴ Μητέρα τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἔδειξαν σὲ ἐμᾶς τοὺς ἁμαρτωλοὺς τὸ ἔλεός Τους.

Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ, καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία!

 

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΚΑΙ ΑΠΟΔΟΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ: Барнаульское чудо – прот. Андрей Устюжанин

Ι.Ν.ΑΓΙΩΝ ΤΑΞΙΑΡΧΩΝ ΙΣΤΙΑΙΑΣ